ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(28 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Δ΄
Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον ἐπὶ τὸ
μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον
ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐγένετο
ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ Ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν
ἀστραπτούσαις. ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν,
εἶπον πρὸς αὐτάς, Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ' ἠγέρθη.
μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου
παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι.
καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν
ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα
καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα.
καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. ὁ δὲ
Πέτρος ἀναστὰς ἒδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα
μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.
(Λουκ. κδ΄[24] 1 – 12)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Τὴν πρώτη ὅμως ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τὰ βαθιὰ χαράματα ἦλθαν
οἱ γυναῖκες στὸ μνῆμα φέρνοντας τὰ ἀρώματα ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει. Μαζί τους ἦλθαν
καὶ μερικὲς ἄλλες. Βρῆκαν τότε τὴν πέτρα ποὺ ἔφραζε τὸ μνημεῖο νὰ εἶναι
κυλισμένη μακριὰ ἀπ᾿ αὐτό. Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα τοῦ
Κυρίου Ἰησοῦ. Κι ἐνῶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἀπορία γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ξαφνικά, δύο ἄγγελοι παρουσιάσθηκαν
μπροστά τους ὡς ἄνδρες μὲ στολὲς ποὺ ἄστραφταν ἀπὸ λαμπρότητα. Κι ἐνῶ αὐτὲς
κατατρομαγμένες ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ ἀπὸ εὐλάβεια κι ἐπειδὴ δὲν ἄντεχαν
τὴ λάμψη τῶν ἀγγέλων, εἶπαν οἱ ἄγγελοι σ᾿ αὐτές: Γιατί ζητᾶτε ἀνάμεσα στοὺς
νεκροὺς αὐτὸν ποὺ τώρα πλέον εἶναι ζωντανός; Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ ἀναστήθηκε.
Θυμηθεῖτε πῶς σᾶς μίλησε καὶ τί σᾶς εἶχε πεῖ ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ Γαλιλαία,
λέγοντας ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
νὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ νὰ σταυρωθεῖ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ
τὸ θάνατό του νὰ ἀναστηθεῖ. Τότε οἱ μυροφόρες γυναῖκες θυμήθηκαν τὰ λόγια τοῦ
Κυρίου. Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο, τὰ ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕνδεκα
μαθητὲς καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους. Οἱ γυναῖκες
ποὺ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ στοὺς ἀποστόλους ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ ἡ
Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ὑπόλοιπες ποὺ ἦταν μαζί τους. Τὰ λόγια τους ὅμως
αὐτὰ φάνηκαν στοὺς μαθητὲς σὰν φλυαρία καὶ ἐπινόηση τῆς φαντασίας τους. Καὶ δὲν
τὶς πίστευαν. Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος
σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς
νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε
στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι᾿ αὐτό πού εἶχε γίνει.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ. Ἀνθρώπινον λέγω
διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. Ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν
δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε
τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. Ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε
τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ. Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε
τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. Νυνὶ δὲ
ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν
καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς
ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ
τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.
(Ρωμ. στ΄[6]
18 – 23)
ΔΟΥΛΕΙΑ Ἢ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ;
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1. Η
ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
Ὁ ἀπόστολος
Παῦλος
στὸ
σημερινό Ἀποστολικό
ἀνάγνωσμα
συγκρίνει τὴ
ζωὴ
τῆς
ἀρετῆς καὶ τὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἐξηγεῖ ποῦ βρίσκεται ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία καὶ ποῦ ἡ δουλεία. Λέγει λοιπόν: «Ἐλευθερωθέντες ἀπό τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ». Ἀφοῦ δηλαδή, ἀδελφοί, ἐλευθερωθήκατε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, γίνατε δοῦλοι στήν
ἀρετή.
Καὶ
συνεχίζει: Χρησιμοποιῶ
ἀνθρώπινο
τρόπο ἐκφράσεως
ἐξαιτίας
τῆς
ἀδυναμίας
ποὺ
ὡς
ἄνθρωποι
ἔχετε.
Γι᾿
αὐτό
καί ἡ
ἐργασία
τῆς
ἀρετῆς σᾶς φαίνεται πολύ κοπιαστική,
ὡς
δουλεία. Ὅμως,
ὅπως
προσφέρατε τά μέλη σας σκλάβα στὴν
ἁμαρτία,
ποὺ
κάνει τὸν
ἄνθρωπο
ἀκάθαρτο
και παραβάτη τοῦ
νόμου, ἔτσι
καὶ
τώρα νά
προσφέρετε τὰ
μέλη σας δοῦλα
στὴ
ζωὴ
τῆς
ἀρετῆς, γιὰ να προκόπτετε σὲ ἁγιότητα. Ὅμως ἡ δουλεία αὐτὴ στὴν ἀρετὴ δὲν εἶναι σκλαβιά, ἀλλὰ ἐλευθερία.
Η
ΣΥΓΚΡΙΣΗ
αὐτὴ ποὺ κάνει ὁ θεῖος Ἀπόστολος μεταξὺ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς δουλείας τῆς ἁμαρτίας θέλει κάποια ἀνάλυση
γιὰ
νὰ
τὴν
καταλάβουμε. Λέγει ὁ
θεῖος
Ἀπόστολος
ὅτι
ἐκ
πρώτης ὄψεως
ἡ
ἐργασία
τῆς
ἀρετῆς φαίνεται σάν
δουλεία. Πότε ὅμως
συμβαίνει αὐτό;
Ὅταν
οἱ
ἄνθρωποι
σκέπτονται
ὑλιστικὰ καὶ βλέπουν τὰ πράγματα μέ
βάση
τίς
δικές τους ἀδυναμίες.
Γι᾿
αὐτὸ αἰσθάνονται τὴ χριστιανική ζωή ὡς δουλεία καὶ δέσμευση,
ἐνῶ τὴν ἁμαρτία ὡς ἀπόλυτη ἐλευθερία.
Ἡ
πραγματικότητα ὅμως
εἶναι
διαμετρικὰ
ἀντίθετη:
Ἡ ὑποταγή στήν
αμαρτία εἶναι
ἡ
χειρότερη σκλαβιά. Διότι καταντᾷ
τὸν
ἄνθρωπο
ἐξαρτημένο
ἀπὸ τὰ πάθη του καὶ τὸν διάβολο. Κι ὅταν ὁ διάβολος σκλαβώσει τὸν ἄνθρωπο στὰ δίχτυα του, τὸν σύρει ἄβουλο ὅπου θέλει. Τὸν κάνει αἰχμάλωτο τῶν ἐνστίκτων του. Τὸν καταντᾷ ἄτομο χωρίς βούληση.
Χωρὶς
νὰ
μπορεῖ
πλέον οὔτε
νὰ
σκεφθεῖ
οὔτε
νὰ
ζήσει ἐλεύθερα.
Ἂς αναφέρουμε μερικά
παραδείγματα: Πόσο ελεύθερος εἶναι
ὁ
ναρκομανής, ὁ
ἀλκοολικός,
ὁ
καπνιστής; Ἢ
ὁ
ὑποδουλωμένος
σὲ
σαρκικὰ
ἢ
ἄλλα
πάθη καὶ
ἐλαττώματα,
στόν
θυμό, τή
λαιμαργία, τὴν
ἀλαζονεία,
τήν
κλοπή; Ἐλεύθερος
δὲν
εἶναι
αὐτὸς ποὺ κάνει ὅ,τι θέλει καί
καταντᾷ
δοῦλος
τῶν
παθῶν
του, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ἐλεύθερα αὐτὸ ποὺ πρέπει, καὶ ἀκολουθεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐλεύθερος ἀπὸ τὰ πάθη.
2.
ΟΙ ΔΥΟ ΔΡΟΜΟΙ
Ὅταν ἤσασταν
δοῦλοι
τῆς
ἁμαρτίας,
συνεχίζει ὁ
θεῖος
Ἀπόστολος,
ἤσασταν
ξένοι προς κάθε μορφὴ
ἀρετῆς. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ποια ὠφέλεια εἴχατε τότε ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας γιὰ τὰ ὁποῖα τώρα, ὅταν τὰ θυμᾶσθε, ντρέπεσθε; Καμμία. Εἴχατε
ἀντιθέτως
μεγάλη βλάβη, διότι τὸ
τελικὸ
ἀποτέλεσμα
τῶν
ἔργων
τῆς
ἁμαρτίας
εἶναι
θάνατος πνευματικός. Τώρα ὅμως
ποὺ
ἐλευθερωθήκατε
ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ὑποδουλώσατε τόν ἑαυτό σας στὸν Θεό, ἔχετε βέβαιο κέρδος τήν
πρόοδο στήν
ἁγιότητα
καί
τελικό ἀποτέλεσμα
τήν
αἰώνιο
ζωή. Δὲν
εἶναι
λοιπὸν
πραγματικὴ
ἐλευθερία
ἡ
ὑποταγή
σας στὸν
Θεό; Διότι «τὰ
ὀψώνια
τῆς
ἁμαρτίας
θάνατος»· ὁ
μισθὸς
μὲ
τὸν
ὁποῖο ἡ ἁμαρτία πληρώνει τους
δούλους της εἶναι
ὁ
θάνατος. «Τὸ
δὲ
χάρισμα τοῦ
Θεοῦ
ζωὴ
αἰώνιος»· ἐνῶ τὸ δῶρο ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στούς
δούλους Του εἶναι
ἡ
αἰώνιος
ζωή, τὴν
ὁποία
ἐπιτυγχάνουμε
μὲ
τὴν
ἕνωσή
μας μὲ
τὸν
Κύριο.
ΣΤΟ
ΔΕΥΤΕΡΟ μέρος τοῦ
Ἀποστολικοῦ κειμένου ὁ θεῖος Ἀπόστολος κάνει μια σύγκριση
μεταξὺ
τῶν
δύο δρόμων, τῆς
ἀρετῆς καὶ τῆς ἁμαρτίας, καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει τό
τέρμα τῶν
δρόμων αὐτῶν. Ὁ ἕνας, μᾶς λέγει, ὁδηγεῖ στὸν θάνατο καὶ ὁ ἄλλος στή
ζωή. Ἀφοῦ ὅμως εἶναι τόσο ξεκάθαρα τά
πράγματα, γιατί οἱ
ἄνθρωποι
τόσο συχνὰ
ἐπιλέγουν
τόν
δρόμο τῆς
ἁμαρτίας;
Πρῶτον, διότι τὸ τέρμα τοῦ κάθε δρόμου δὲν τὸ βλέπει ἐξ ἀρχῆς ὁ ἄνθρωπος. Γι᾿
αὐτὸ καὶ παρασύρεται νομίζοντας πώς
θὰ
βρεῖ
τὴν
εὐτυχία
του μακριὰ
ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔπειτα ὁ δρόμος τῆς ἀρετῆς εἶναι στενός, ἀνηφορικός καὶ δύσκολος. Ἐνῶ ὁ δρόμος τῆς ἁμαρτίας εἶναι εὐρύχωρος, ξεκούραστος, εὔκολος. Στόν
δρόμο αὐτό
μᾶς
σπρώχνει ὁ
κακός μας ἑαυτός,
ὁ
κόσμος τῆς
ἁμαρτίας
καὶ
ὁ
διάβολος.
Ἐμεῖς ἄραγε ποιὸν δρόμο ἀκολουθοῦμε; Μὴν ἀπαντήσουμε εὔκολα. Διότι αὐτὸ τὸ μεγάλο δίλημμα ἀνάμεσα στούς
δύο δρόμους δὲν
εἶναι
μιὰ
ἐπιλογή,
τὴν
ὁποία
ξεκαθαρίσαμε μία φορά γιά πάντα στή
ζωή μας. Προβάλλει μπροστά μας στὴ
σκέψη
καὶ
τὴ
ζωή μας κάθε στιγμὴ
καὶ
ὥρα.
Κάθε στιγμή καλούμαστε νά ἐπιλέξουμε
ἀνάμεσα
στήν
ἀρετὴ καὶ τὴν κακία, στὸν Θεὸ ἢ τὸν διάβολο, στὴ ζωὴ ἢ τὸν θάνατο. Κάθε μας κίνηση,
σκέψη
καὶ
ἐπιθυμία
προσδιορίζεται ἀπὸ τὸ μεγάλο αὐτό δίλημμα. Δίλημμα ζωῆς ἢ θανάτου. Τί ἐπιλέγουμε, ἀδελφοί, στὰ θέματα τῆς ζωῆς μας, τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγάλα, τὰ καθημερινά καὶ τὰ ἔκτακτα, τὰ προσωρινά καὶ τὰ αἰώνια; Ἐπιλέγουμε
πάντοτε τὴν
ἀρετή,
τὸν
Θεὸ
καὶ
τὴ
βασιλεία Του; Ἂς
ξεκαθαρίσουμε λοιπόν μέσα μας τὶς
ἐπιλογές
μας κι ἂς
ἀγωνιζώμαστε
ἐπικαλούμενοι
τὴν
Χάρη
την πανσθενῆ
τοῦ
Δημιουργοῦ
καὶ
Πατέρα μας ἁγίου
Θεοῦ.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
Τῷ
καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ, προσῆλθεν αὐτῷ Ἑκατόνταρχος,
παρακαλῶν αὐτὸν, καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός,
δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω
αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἑκατόνταρχος ἔφη·
Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ
λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν,
ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται·
καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται· καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ
ποιεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἐθαύμασε, καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν·
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν,
ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι, καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ
᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· οἱ δὲ υἱοὶ
τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται
ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ Ἑκατοντάρχῳ·
Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ
ἐκείνῃ.
(Ματθ. η΄[8] 5 - 13)
Ἐκεῖνο τόν καιρό
μόλις μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στὴν Καπερναούμ, ἦλθε κοντὰ του ἕνας ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος τόν παρακαλοῦσε
καὶ τοῦ ἔλεγε: Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι
κατάκοιτος καὶ παράλυτος στὸ σπίτι καὶ βασανίζεται ἀπὸ τρομεροὺς
πόνους. Ὁ Ἰησοῦς τότε τοῦ λέει: Θὰ
ἔλθω ἐγώ στὸ σπίτι σου καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω. Κι ὁ ἑκατόνταρχος τοῦ
ἀποκρίθηκε: Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος
νὰ εἰσέλθεις κάτω ἀπὸ τὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ μου. Ἀλλά πὲς αὐτὸ πού θέλεις
μόνο μ' ἕναν ἁπλό λόγο, καὶ θὰ γιατρευθεῖ ὁ δοῦλος μου. Διότι κι ἐγώ
ἄνθρωπος εἶμαι κάτω ἀπὸ ἐξουσία καὶ παίρνω διαταγὲς ἀπὸ ἀνωτέρους,
ἀλλά κι ἔχω στὶς διαταγές μου στρατιῶτες· καὶ λέω σ' ἕνα στρατιώτη:
πήγαινε· καὶ πηγαίνει. Καὶ σ' ἄλλον λέω, ἔλα, κι ἔρχεται. Καὶ στὸ δοῦλο
μου λέω, κάνε αὐτό, καὶ τὸ ἐκτελεῖ. Πόσο μᾶλλον θὰ ἐκτελεσθεῖ ὁ δικός
σου λόγος. Διότι ἐσύ δὲν εἶσαι κάτω ἀπὸ τὶς διαταγὲς κανενός, ἀλλά
ἔχεις ἐξουσία πάνω σὲ ὅλες τὶς ἀόρατες δυνάμεις! Ὅταν ὁ Ἰησοῦς
ἄκουσε τὰ λόγια του αὐτά, θαύμασε καὶ εἶπε σ' ἐκείνους πού τὸν ἀκολουθοῦσαν:
Ἀληθινά σᾶς λέω, τόσο μεγάλη πίστη
δὲν βρῆκα οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἰσραηλίτες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς
λαὸς τοῦ Θεοῦ. Σᾶς διαβεβαιώνω λοιπὸν ὅτι πολλοὶ σὰν τὸν ἑκατόνταρχο
θὰ ἔλθουν ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύση, ἀπ' ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, καὶ θὰ καθίσουν
μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ στὸ εὐφρόσυνο δεῖπνο τῆς
βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἐνῶ ἐκεῖνοι
πού κατάγονται ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ καὶ σύμφωνα μὲ τὶς ἐπαγγελίες καὶ ὑποσχέσεις
τοῦ Θεοῦ εἶναι κληρονόμοι τῆς βασιλείας, θὰ ριχθοῦν ἔξω ἀπ' αὐτήν,
στὸ σκοτάδι πού εἶναι τελείως ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὴ βασιλεία τοῦ
Θεοῦ. Ἐκεῖ θὰ κλαῖνε καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια τους. Καὶ εἶπε ὁ Ἰησοῦς
στὸν ἑκατόνταρχο: Πήγαινε στό σπίτι
σου κι ἂς γίνει σὲ σένα ὅπως τὸ πίστεψες (ὅτι δηλαδὴ μόνο μὲ τὸ λόγο
μου καὶ ἀπὸ μακριὰ μπορῶ νὰ θεραπεύσω τὸ δοῦλο σου). Καὶ πράγματι ἐκείνη
τὴ στιγμὴ θεραπεύθηκε ὁ δοῦλος του.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου