Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ IA΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

ΚΥΡΙΑΚΗ IA΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026)

 

ΕΩΘΙΝΟΝ ΙΑ΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, καὶ λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ, Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾶς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ, Ναὶ Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ, Βόσκε τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον, Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾶς με; Λέγει αὐτῷ, Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ, Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον, Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος, ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με; καὶ εἶπεν αὐτῷ, Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, Βόσκε τὰ πρόβατά μου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτόν, καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες, ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. Τοῦτο δὲ εἶπε, σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. Καὶ τοῦτο εἰπών, λέγει αὐτῷ, Ἀκολούθει μοι. Ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε, Κύριε, τὶς ἐστιν ὁ παραδιδοὺς σε; τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ, Κύριε, οὗτος δὲ τὶ; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς. Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τὶ πρὸς σὲ; σὺ  ἀκολούθει μοι. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφούς. Ὃτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει, καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει' ἀλλ' ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τὶ πρὸς σὲ; Οὗτὸς ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων , καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστὶν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ' ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.

(Ἰωάν. κα΄[21] 14 – 25)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

 

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ  φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές του μετά τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς, καὶ λέγει στὸν Σίμωνα Πέτρο: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπ᾿ αὐτούς, τούς ἄλλους μαθητές, ὅπως μοῦ ἔλεγες μέ καύχηση τή νύχτα τῆς συλλήψεώς μου; Ὁ Πέτρος τώρα, διδαγμένος ἀπό τό πάθημά του, μέ λόγια ταπεινοφροσύνης τοῦ λέει: Ναί, Κύριε, ἐσύ γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Βόσκε τά λογικά ἀρνιά τῆς πνευματικῆς μου ποίμνης καί φρόντιζε νά τρέφονται καί νά οἰκοδομοῦνται μέ τή διδασκαλία τῆς ἀλήθειας καί μέ κάθε μέσο πνευματικῆς παιδαγωγίας.  Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς πάλι, γιά δεύτερη φορά: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντᾶ: Ναί, Κύριε, ἐσύ γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰησοῦς: Ποίμαινε τά λογικά πρόβατά μου, ἐπιστατώντας καί ἀγρυπνώντας γιά τήν ἀσφάλεια καί τή σωτηρία τους.  Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς γιά τρίτη φορά: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς; Κι ἐπειδή φαινόταν μέ τή νέα αὐτή ἐρώτηση ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀμφέβαλλε ἀκόμη γιά τήν ἀγάπη τοῦ Πέτρου, λυπήθηκε ὁ Πέτρος πού τόν ρώτησε ὁ Κύριος γιά Τρίτη φορά «μέ ἀγαπᾶς;». Κι ἐπειδή ἡ τριπλή ἄρνηση τόν εἶχε διδάξει νά μήν ἔχει πλέον ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του, τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐσύ ὅλα τά γνωρίζεις, ἐσύ ξέρεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰησοῦς: Βόσκε τά πρόβατά μου. Κι ἀφοῦ μέ τήν τριπλή αὐτή βεβαίωσή του ὁ Πέτρος ἐπανόρθωσε τό ἁμάρτημα τῆς τριπλῆς ἀρνήσεώς του καί ἀποκαταστάθηκε στό ἀποστολικό ἀξίωμα, ὁ Κύριος, πληροφορώντας τον ὅτι δέν θά τόν ἀρνοῦνταν πλέον, τοῦ προσθέτει:  Ἀληθινά, ἀληθινά σοῦ λέω, ὅταν ἤσουν πιό νέος, ἔδενες μόνος σου τή ζώνη στή μέση σου καί βάδιζες ὅπου ἤθελες. Ὅταν ὅμως γεράσεις, θά ἁπλώσεις τά χέρια σου καί κάποιος ἄλλος θά σέ ζώσει καί θά σέ πάει ἐκεῖ πού δέν θέλεις. Δηλαδή θά σέ ὁδηγήσει στό μαρτύριο, τό ὁποῖο, ἄν καί ἐνδόμυχα θά ἀποδέχεσαι, ἐξαιτίας ὅμως τῆς φυσικῆς ἀποστροφῆς τῶν ἀνθρώπων πρός τό θάνατο φυσικά κι ἐσύ θά τό ἀποστρέφεσαι.  Ὁ Κύριος λοιπόν τό εἶπε αὐτό δηλώνοντας μέ ποιό εἶδος θανάτου θά δόξαζε ὁ Πέτρος τόν Θεό. Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, τοῦ λέει: Ἀκολούθησέ με.  Κι ἐνῶ βάδιζαν, στράφηκε πίσω ὁ Πέτρος καί εἶδε τόν μαθητή πού ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς νά ἀκολουθεῖ κι αὐτός. Ὁ μαθητής αὐτός ἦταν ἐκεῖνος πού στό δεῖπνο εἶχε γείρει πάνω στό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ καί εἶχε πεῖ: Κύριε, ποιός εἶναι αὐτός πού πρόκειται νά σέ παραδώσει;  Αὐτόν τόν μαθητή λοιπόν ὅταν τόν εἶδε ὁ Πέτρος, λέει στόν Ἰησοῦ: Κύριε, αὐτός τί θά γίνει καί τί πρόκειται νά τοῦ συμβεῖ στό μέλλον; Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: Ὑπόθεσε ὅτι θέλω νά μείνει ζωντανός μέχρι νά ἔλθω κατά τή δευτέρα μου παρουσία. Τί σέ ἐνδιαφέρει αὐτό καί τί ἔχεις νά κερδίσεις ἐσύ, ἐάν μάθεις τί θά ἀπογίνει αὐτός; Σύ ἀκολούθα με καί φρόντιζε γιά τή δική σου σωτηρία.  Ἀπό παρανόηση λοιπόν τῶν λόγων αὐτῶν τοῦ Ἰησοῦ διαδόθηκε μεταξύ τῶν ἀδελφῶν Χριστιανῶν ἡ φήμη αὐτή, ὅτι δηλαδή ὁ μαθητής ἐκεῖνος δέν θά πεθάνει. Ὅμως ὁ Ἰησοῦς δέν εἶπε στόν Πέτρο ὅτι ὁ μαθητής αὐτός δέν θά πεθάνει, ἀλλά εἶπε ὑποθετικά: Ἐάν αὐτός θέλω νά μείνει ζωντανός μέχρι νά ξαναέλθω, ἐσένα τί σέ νοιάζει; Ὁ μαθητής ἐκεῖνος εἶναι αὐτός πού ἐξακολουθεῖ καί τώρα  νά δίνει μαρτυρία γιά τά γεγονότα πού ἱστοροῦνται στό Εὐαγγέλιο αὐτό, καί αὐτός τά κατέγραψε. Καί γνωρίζουμε ὅτι ἡ μαρτυρία του εἶναι ἀληθινή.  Ὑπάρχουν ὅμως καί πολλά ἄλλα πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, τά ὁποῖα, ἄν γράφονταν λεπτομερειακά, ἕνα-ἕνα, νομίζω ὅτι οὔτε ὁλόκληρος ὁ κόσμος μέ ὅλες τίς βιβλιοθῆκες του δέν θά χωροῦσε τά βιβλία πού θά ἔπρεπε νά γραφοῦν. Πραγματικά.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀ­δελ­φοί, ἡ σφρα­γὶς τῆς ἐ­μῆς ἀ­πο­στο­λῆς ὑ­μεῖς ἐ­στε ἐν Κυ­ρί­ῳ. Ἡ ἐ­μὴ ἀ­πο­λο­γί­α τοῖς ἐ­μὲ ἀ­να­κρί­νου­σιν αὕ­τη ἐ­στί. Μὴ οὐκ ἔ­χο­μεν ἐ­ξου­σί­αν φα­γεῖν καὶ πι­εῖν; Μὴ οὐκ ἔ­χο­μεν ἐ­ξου­σί­αν ἀ­δελ­φὴν γυ­ναῖ­κα πε­ρι­ά­γειν, ὡς καὶ οἱ λοι­ποὶ ἀ­πό­στο­λοι καὶ οἱ ἀ­δελ­φοὶ τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Κη­φᾶς; Ἤ μό­νος ἐ­γὼ καὶ Βαρ­νά­βας οὐκ ἔ­χο­μεν ἐ­ξου­σί­αν τοῦ μὴ ἐρ­γά­ζε­σθαι; Τίς στρα­τε­ύ­ε­ται ἰ­δί­οις ὀ­ψω­νί­οις πο­τέ; Τίς φυ­τε­ύ­ει ἀμ­πε­λῶ­να καὶ ἐκ τοῦ καρ­ποῦ αὐ­τοῦ οὐκ ἐ­σθί­ει; Ἤ τίς ποι­μα­ί­νει πο­ί­μνην καὶ ἐκ τοῦ γά­λα­κτος τῆς πο­ί­μνης οὐκ ἐ­σθί­ει; Μὴ κα­τὰ ἄν­θρω­πον ταῦ­τα λα­λῶ; Ἤ οὐ­χὶ καὶ ὁ νό­μος ταῦ­τα λέ­γει; Ἐν γὰρ τῷ Μω­σέ­ως νό­μῳ γέ­γρα­πται· «Οὐ φι­μώ­σεις βοῦν ἀ­λο­ῶν­τα». Μὴ τῶν βο­ῶν μέ­λει τῷ Θε­ῷ; Ἤ δι᾿ ἡ­μᾶς πάν­τως λέ­γει; Δι᾿ ἡ­μᾶς γὰρ ἐ­γρά­φη, ὅ­τι ἐπ᾿ ἐλ­πί­δι ὀ­φε­ί­λει ὁ ἀ­ρο­τρι­ῶν ἀ­ρο­τρι­ᾶν, καὶ ὁ ἀ­λο­ῶν τῆς ἐλ­πί­δος αὐ­τοῦ με­τέ­χειν ἐπ᾿ ἐλ­πί­δι. Εἰ ἡ­μεῖς ὑ­μῖν τὰ πνευ­μα­τι­κὰ ἐ­σπε­ί­ρα­μεν, μέ­γα εἰ ἡ­μεῖς ὑ­μῶν τὰ σαρ­κι­κὰ θε­ρί­σο­μεν; Εἰ ἄλ­λοι τῆς ἐ­ξου­σί­ας ὑ­μῶν με­τέ­χου­σιν, οὐ μᾶλ­λον ἡ­μεῖς; Ἀλλ᾿ οὐκ ἐ­χρη­σά­με­θα τῇ ἐ­ξου­σί­ᾳ τα­ύ­τῃ, ἀλ­λὰ πάν­τα στέ­γο­μεν, ἵ­να μὴ ἐγ­κο­πήν τι­να δῶ­μεν τῷ εὐ­αγ­γε­λί­ῳ τοῦ Χρι­στοῦ.       

                (Α΄Κορινθ. θ΄[9] 2 – 12)

 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ

1. ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΥΓΗ

Στὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ αὐ­τὸ ἀ­νά­γνω­σμα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­πο­λο­γεῖ­ται σὲ κά­ποι­ους Κο­ριν­θί­ους ποὺ ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τὸ ἀ­πο­στο­λι­κό του ἀ­ξί­ω­μα. Λέ­ει λοι­πόν: Ἡ σφρα­γί­δα μὲ τὴν ὁ­ποί­α πι­στο­ποι­εῖ­ται τὸ ἀ­πο­στο­λι­κό μου ἀ­ξί­ω­μα, μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­στε ἐ­σεῖς τοὺς ὁ­ποί­ους ὁ­δή­γη­σα στὸν Χρι­στό. Ἀ­φοῦ λοι­πὸν εἶ­μαι κι ἐ­γὼ Ἀ­πό­στο­λος σὰν τοὺς ἄλ­λους Ἀ­πο­στό­λους, ρω­τῶ: Δὲν ἔ­χω κι ἐ­γὼ καὶ οἱ συ­νερ­γά­τες μου τὸ δι­καί­ω­μα νὰ τρε­φό­μα­στε ἀπ᾿ αὐ­τὰ ποὺ μᾶς προ­σφέ­ρουν οἱ μα­θη­τές μας; Δὲν ἔ­χου­με κι ἐ­μεῖς τὸ δι­καί­ω­μα νὰ ἔ­χου­με μα­ζί μας στὶς πε­ρι­ο­δεῖ­ες μας κά­ποι­α ἀ­δελ­φὴ γιὰ νὰ μᾶς δι­α­κο­νεῖ, ὅ­πως κά­νουν καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι Ἀ­πό­στο­λοι; Ἢ μή­πως μό­νο ἐ­γὼ κι ὁ Βαρ­νά­βας πρέ­πει νὰ ἐρ­γα­ζό­μα­στε βι­ο­πο­ρι­στι­κά, γιὰ νὰ κα­λύ­πτου­με τὰ ἔ­ξο­δά μας; Εἴ­μα­στε στρα­τι­ῶ­τες τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε γιὰ τὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς Βα­σι­λεί­ας του. Ποι­ὸς παίρ­νει μέ­ρος σὲ ἐκ­στρα­τεῖ­ες μὲ δι­κά του ἔ­ξο­δα; Εἴ­μα­στε ἀμ­πε­λουρ­γοὶ ποὺ καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὸ πνευ­μα­τι­κὸ ἀμ­πέ­λι τοῦ Χρι­στοῦ. Ποι­ὸς φυ­τεύ­ει ἀμ­πέ­λι καὶ δὲν τρώ­ει ἀ­πὸ τὸν καρ­πό του; Εἴ­μα­στε οἱ ποι­μέ­νες σας, κι ἐ­σεῖς εἶ­στε τὰ λο­γι­κὰ πρό­βα­τά μας. Ποι­ὸς φρον­τί­ζει ἕ­να κο­πά­δι, καὶ δὲν πί­νει ἀ­πὸ τὸ γά­λα τοῦ ποι­μνί­ου αὐ­τοῦ;

Για­τί ὅ­μως τὰ γρά­φει ὅ­λα αὐ­τὰ ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος; Δι­ό­τι κά­ποι­οι Κο­ρίν­θιοι ἀν­τὶ νὰ ἐ­κτι­μοῦν τὴν αὐ­τα­πάρ­νη­ση καὶ τὴν ἀ­νι­δι­ο­τέ­λειά του, ἔ­ψα­χναν ἀ­φορ­μὴ νὰ τὸν κα­τη­γο­ρή­σουν. Κι ἰ­σχυ­ρί­ζον­ταν ὅ­τι αὐ­τὸς δὲν δε­χό­ταν χρή­μα­τα καὶ ἄλ­λα ἀ­γα­θὰ ἀ­πό τους πι­στούς, ὅ­πως ἔ­κα­ναν οἱ ἄλ­λοι Ἀ­πό­στο­λοι, δι­ό­τι δὲν αἰ­σθα­νό­ταν ὁ ἴ­διος ἴ­σος μὲ τοὺς Ἀ­πο­στό­λους. Γι᾿ αὐ­τὸ ὁ Παῦ­λος ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ δι­α­κη­ρύ­ξει τὴ γνη­σι­ό­τη­τα τοῦ ἀ­πο­στο­λι­κοῦ του ἀ­ξι­ώ­μα­τος. Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­λο­γί­α του αὐ­τὴ φα­νε­ρώ­νει ἐμ­μέ­σως τὴν ἀ­χα­ρι­στί­α καὶ τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση ποὺ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους ποὺ μὲ τό­ση αὐ­τα­πάρ­νη­ση ὑ­πη­ρέ­τη­σε. Αὐ­τὸς τοὺς ἔ­δω­σε τὰ πάν­τα, κι αὐ­τοὶ τὸν ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν. Αὐ­τὸς ἐρ­γά­στη­κε ἀ­νά­με­σά τους τό­σα χρό­νια, χω­ρὶς νὰ τοὺς ζη­τή­σει οὔ­τε ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μὶ· κι ὅ­μως αὐ­τοὶ ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­καν κι αὐ­τὸ ἀ­κό­μη τὸ γε­γο­νὸς γιὰ νὰ τὸν συ­κο­φαν­τή­σουν.

Ἂς δι­δα­χθοῦ­με λοι­πὸν ὅ­λοι μας ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τά. Δι­ό­τι ἐ­ὰν ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τό­ση ἀ­χα­ρι­στί­α καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση, πό­σο μᾶλ­λον ἐ­μεῖς εἶ­ναι πι­θα­νὸν νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με τέ­τοι­ου εἴ­δους πει­ρα­σμούς; Νὰ μᾶς δεί­ξουν δη­λα­δὴ ἀ­χα­ρι­στί­α, νὰ μᾶς ἀ­δι­κή­σουν καὶ νὰ μᾶς ἀ­πορ­ρί­ψουν ἀ­κό­μη καὶ ἄν­θρω­ποι ποὺ τοὺς εὐ­ερ­γε­τή­σα­με· κά­πο­τε καὶ συγ­γε­νι­κά μας πρό­σω­πα καὶ πο­λὺ ἀ­γα­πη­τά. Εἶ­ναι βέ­βαι­α πο­λὺ με­γά­λος τέ­τοι­ος πει­ρα­σμὸς καὶ δύ­σκο­λος ὁ ἀ­γώ­νας. Πρέ­πει ὅ­μως κι ἐ­μεῖς, ὅ­πως ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, νὰ μά­θου­με νὰ ση­κώ­νου­με τέ­τοι­ους με­γά­λους σταυ­ρούς, ὅ­ταν τοὺς ἐ­πι­τρέ­ψει ὁ Θε­ός, χω­ρὶς γογ­γυ­σμοὺς καὶ πι­κρί­ες ἀλ­λὰ μὲ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ τα­πεί­νω­ση.

2. ΕΚΟΥΣΙΑ ΠΤΩΧΕΙΑ

Στὴ συ­νέ­χεια ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος τεκ­μη­ρι­ώ­νει τὸ δι­καί­ω­μα τῶν ἐρ­γα­τῶν τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου νὰ τρέ­φον­ται ἀ­πὸ τὶς προ­σφο­ρὲς τῶν πι­στῶν, μὲ χω­ρί­α τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς. Λέ­ει λοι­πόν: Αὐ­τὰ ποὺ σᾶς λέ­ω μή­πως δὲν τὰ γρά­φει καὶ ὁ Νό­μος; Εἶ­ναι γραμ­μέ­νο στὸ Μω­σα­ϊ­κὸ Νό­μο τὸ ἑ­ξῆς: Δὲν θὰ κλεί­σεις μὲ φί­μω­τρο τὸ στό­μα τοῦ βο­διοῦ ποὺ ἁ­λω­νί­ζει. Καὶ ρω­τᾶ: Μή­πως γιὰ τὰ βό­δια νοι­ά­ζε­ται ὁ Θε­ός; Γιὰ μᾶς τὰ λέ­ει!

Δι­ό­τι γιὰ μᾶς τοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς ἐρ­γά­τες ἔ­χει γρα­φεῖ ὅ­τι ὁ γε­ωρ­γὸς ὀ­φεί­λει νὰ καλ­λι­ερ­γεῖ τὴ γῆ μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ ἀ­πο­λαύ­σει καὶ τὴ σο­δειά. Κι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἁ­λω­νί­ζει, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­λαύ­σει καὶ τὸν καρ­πὸ ποὺ μὲ ἐλ­πί­δα πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀ­πο­κτή­σει.

Ἔ­τσι κι ἐ­μεῖς, συ­νε­χί­ζει ὁ θεῖ­ος Παῦ­λος, ὑ­πήρ­ξα­με ἀ­νά­με­σά σας πνευ­μα­τι­κοὶ καλ­λι­ερ­γη­τές. Ἐ­ὰν λοι­πὸν ἐ­μεῖς σπεί­ρα­με στὶς καρ­δι­ές σας τὸν πνευ­μα­τι­κὸ σπό­ρο τῆς ἀ­λή­θειας καὶ σᾶς με­τα­δώ­σα­με πνευ­μα­τι­κὰ χα­ρί­σμα­τα, σᾶς φαί­νε­ται πο­λύ, ἂν θε­ρί­σου­με κά­ποι­α ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά σας; Κι ἂν ἄλ­λοι χρη­σι­μο­ποι­οῦν τὰ δι­και­ώ­μα­τα ποὺ τοὺς δί­νει ὁ Νό­μος, δὲν δι­και­ού­μα­στε νὰ τὸ κά­νου­με αὐ­τὸ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἐ­μεῖς; Ἐ­μεῖς ὅ­μως δὲν κά­να­με χρή­ση τῶν δι­και­ω­μά­των μας αὐ­τῶν. Ἀλ­λὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με κά­θε εἴ­δους στε­ρή­σεις, γιὰ νὰ μὴ βά­λου­με τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἐμ­πό­διο στὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου.

Μᾶς προ­κα­λεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἐ­νῶ τεκ­μη­ρι­ώ­νει τὸ δι­καί­ω­μα τῶν ἐρ­γα­τῶν τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου νὰ ζοῦν ἀ­πὸ τὶς προ­σφο­ρὲς τῶν πι­στῶν, στὴ συ­νέ­χεια το­νί­ζει ὅ­τι ὁ ἴ­διος δὲν ἔ­κα­νε πο­τὲ χρή­ση τοῦ δι­και­ώ­μα­τός του. Ἐ­νῶ εἶ­χε κά­θε δι­καί­ω­μα νὰ δέ­χε­ται τὴν τρο­φή του ἀ­πό τους πι­στοὺς ποὺ θὰ τὸν φι­λο­ξε­νοῦ­σαν, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­δη­γί­α τοῦ Κυ­ρί­ου, αὐ­τὸς γιὰ νὰ ὠ­φε­λή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο τοὺς πι­στοὺς δὲν ἐ­πι­βά­ρυ­νε κα­νέ­να, ἀλ­λὰ ἐρ­γα­ζό­ταν μὲ τὰ ἴ­διά του τὰ χέ­ρια. Προ­τί­μη­σε νὰ ζεῖ μέ­σα σὲ στε­ρή­σεις καὶ ἀ­νέ­χεια, καὶ ὑ­πέ­φε­ρε συ­χνὰ ἀ­πὸ πεί­να καὶ δί­ψα καὶ γυ­μνό­τη­τα, προ­κει­μέ­νου νὰ μὴν ἐ­πι­βα­ρύ­νει κα­νέ­να.

Μὲ τὴ στά­ση του αὐ­τὴ ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος μᾶς ἔ­δω­σε ἕ­να πο­λὺ με­γά­λο μά­θη­μα: ὅ­τι οἱ ἐρ­γά­τες τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου ἀλ­λὰ καὶ γε­νι­κό­τε­ρα ὅ­λοι οἱ πι­στοὶ θὰ πρέ­πει νὰ ζοῦ­με μιὰ ζω­ὴ με­τρη­μέ­νη καὶ φτω­χι­κή, συ­νε­τὴ καὶ ἀ­πλή. Νὰ μὴν ἐ­πι­δι­ώ­κου­με μὲ πλε­ο­νε­ξί­α τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά, ἀλ­λὰ νὰ ζοῦ­με μὲ λι­τό­τη­τα, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν μπο­ροῦ­με νὰ ζή­σου­με μὲ ἀ­νέ­σεις καὶ πλού­τη. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ φρό­νη­μα καὶ τὸ βί­ω­μα ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Βί­ω­μα ἀ­σκή­σε­ως καὶ με­τρη­μέ­νης ζω­ῆς. Ἂς τοὺς μι­μη­θοῦ­με λοι­πὸν κι ἐ­μεῖς. Μιὰ ἁ­πλὴ καὶ με­τρη­μέ­νη ζω­ὴ ἔ­χει νὰ προ­σφέ­ρει με­γά­λη πνευ­μα­τι­κὴ οἰ­κο­δο­μὴ καὶ ἀ­νυ­πο­λόγ­στα πνευ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­θὰ καὶ σέ μᾶς καὶ στοὺς γύ­ρω μας.  

(Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ  

    
    Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος τήν πα­ρα­βο­λήν ταύ­την· Ὡ­μοι­ώ­θη ἡ βα­σι­λε­ί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν ἀν­θρώ­πῳ βα­σι­λεῖ, ὃς ἠ­θέ­λη­σε συ­νᾶ­ραι λό­γον με­τὰ τῶν δού­λων αὐ­τοῦ. Ἀρ­ξα­μέ­νου δὲ αὐ­τοῦ συ­να­ί­ρειν, προ­ση­νέ­χθη αὐ­τῷ εἷς ὀ­φει­λέ­της μυ­ρί­ων τα­λάν­των. Μὴ ἔ­χον­τος δὲ αὐ­τοῦ ἀ­πο­δοῦ­ναι, ἐ­κέ­λευ­σεν αὐ­τὸν ὁ κύ­ρι­ος αὐ­τοῦ πρα­θῆ­ναι καὶ τὴν γυ­ναῖ­κα αὐ­τοῦ, καὶ τὰ τέ­κνα, καὶ πάν­τα ὅ­σα εἶ­χε, καὶ ἀ­πο­δο­θῆ­ναι. Πε­σὼν οὖν ὁ δοῦ­λος προ­σε­κύ­νει αὐ­τῷ, λέ­γων· Κύριε, μα­κρο­θύ­μη­σον ἐπ᾿ ἐ­μοὶ καὶ πάν­τα σοι ἀ­πο­δώ­σω. Σπλαγ­χνι­σθεὶς δὲ ὁ κύ­ρι­ος τοῦ δο­ύ­λου ἐ­κε­ί­νου, ἀ­πέ­λυ­σεν αὐ­τὸν, καὶ τὸ δά­νει­ον ἀ­φῆ­κεν αὐ­τῷ.
 ­ξελ­θὼν δὲ δοῦ­λος ­κεῖ­νος, εὗ­ρεν ­να τῶν συν­δο­­λων αὐ­τοῦ, ὃς ­φει­λεν αὐ­τῷ ­κα­τὸν δη­νά­ρι­α, καὶ κρα­τή­σας αὐ­τὸν ­πνι­γε λέ­γων· ­πό­δος μοι εἴ τι ­φε­­λεις. Πε­σὼν οὖν σύν­δου­λος αὐ­τοῦ εἰς τοὺς πό­δας αὐ­τοῦ, πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸν, λέ­γων· Μα­κρο­θύ­μη­σον ἐπ᾿ ­μοὶ, καὶ ­πο­δώ­σω σοι. δὲ οὐκ ­θε­λεν, ἀλ­λὰ ­πελ­θὼν, ­βα­λεν αὐ­τὸν εἰς φυ­λα­κὴν ­ως οὗ ­πο­δῷ τὸ ­φει­λό­με­νον. ᾿Ι­δόν­τες δὲ οἱ σύνδου­λοι αὐ­τοῦ τὰ γε­νό­με­να, ­λυ­πή­θη­σαν σφό­δρα· καὶ ἐλθόν­τες δι­ε­σά­φη­σαν τῷ κυ­ρί­ αὐ­τῶν πάν­τα τὰ γε­νό­με­να. Τότε προ­σκα­λε­σά­με­νος αὐ­τὸν κύ­ρι­ος αὐ­τοῦ, λέ­γει αὐ­τῷ· Δοῦ­λε πο­νη­ρέ, πᾶ­σαν τὴν ­φει­λὴν ­κε­­νην ­φῆ­κά σοι, ­πεὶ πα­ρε­κά­λε­σάς με· οὐκ ­δει καὶ σὲ ­λε­­σαι τὸν σύν­δου­λόν σου, ὡς καὶ ­γώ σε ­λέ­η­σα; Καὶ ὀρ­γι­σθεὶς κύ­ρι­ος αὐ­τοῦ, πα­ρέ­δω­κεν αὐ­τὸν τοῖς βα­σα­νι­σταῖς ­ως οὗ ­πο­δῷ πᾶν τὸ ­φει­λό­με­νον αὐ­τῷ. Οὕ­τω καὶ Πα­τήρ μου ­που­ρά­νι­ος ποι­­σει ­μῖν, ­ὰν μὴ ­φῆ­τε ­κα­στος τῷ ­δελ­φῷ αὐ­τοῦ ­πὸ τῶν καρ­δι­ῶν ­μῶν, τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα αὐ­τῶν.                  

                 (Ματθ. ιη΄[18] 23 - 35)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ὁ Κύ­ριος εἶ­πε τήν πιό κά­τω πα­ρα­βο­λή: Ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν μοιά­ζει μ' ἕ­ναν ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λιά, πού θέ­λη­σε ν τοῦ ἀ­πο­δώ­σουν λο­γα­ρια­σμὸ οἱ δοῦ­λοι κα αὐ­λι­κοί του, στος ὁ­ποί­ους εἶ­χε ἀ­να­θέ­σει τ δι­α­χεί­ρι­ση τν φό­ρων κα τν εἰ­σπρά­ξε­ών του. Κι ὅ­ταν αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε ν κά­νει τ λο­γα­ρια­σμό, τοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­να χρε­ώ­στη, ὁ ὁ­ποῖ­ος χρω­στοῦ­σε δέ­κα χι­λιά­δες τά­λαν­τα, δη­λα­δὴ ἕ­να ἀ­μύ­θη­το πο­σό. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως αὐ­τὸς δν εἶ­χε ν πλη­ρώ­σει, δι­έ­τα­ξε ὁ Κύ­ριος ν που­λη­θεῖ κι αὐ­τὸς κα ἡ γυ­ναί­κα του κα τ παι­διά του κι ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε, κα ν πλη­ρω­θεῖ τ χρέ­ος. Ἔ­πε­σε λοι­πὸν κα­τα­γῆς ὁ δοῦ­λος κα τν προ­σκυ­νοῦ­σε λέ­γον­τας: Κύ­ρι­ε, δῶ­σ' μου λί­γο χρό­νο ἀ­κό­μη, κι ὅ­λα ὅ­σα χρω­στῶ θ σοῦ τ πλη­ρώ­σω. Τό­τε ὁ κύ­ριός του τν λυ­πή­θη­κε κα αἰ­σθάν­θη­κε συμ­πά­θεια γι' αὐ­τόν, κι ἔ­τσι τν ἄ­φη­σε ἐ­λεύ­θε­ρο, τοῦ χά­ρι­σε μά­λι­στα κα τ δά­νει­ο. Ὅ­ταν ὅ­μως βγῆ­κε ἔ­ξω ὁ δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος, βρῆ­κε ἕ­ναν ἀ­πό τους συν­δού­λους του πού τοῦ χρώ­στα­γε ἑ­κα­τὸ δη­νά­ρια, δη­λα­δὴ ἕ­να μι­κρὸ πο­σό. Κι ἀ­φοῦ τν στα­μά­τη­σε, τν πί­ε­ζε σκλη­ρὰ λέ­γον­τας: Ἐ­ξό­φλη­σέ μου ,τι μοῦ χρω­στᾶς. Ἔ­πε­σε λοι­πὸν στ πό­δια του ὁ σύν­δου­λός του κα τν πα­ρα­κα­λοῦ­σε λέ­γον­τας: Πε­ρί­με­νέ με καί δῶ­σ' μου μι πα­ρά­τα­ση χρό­νου, κα θ σ πλη­ρώ­σω. Αὐ­τὸς ὅ­μως δν ἤ­θε­λε, ἀλ­λά πῆ­γε στ δι­κα­στή­ριο κα τν ἔ­ρι­ξε στ φυ­λα­κή, μέ­χρι ν πλη­ρώ­σει ,τι χρω­στοῦ­σε.

Ὅ­ταν ὅ­μως εἶ­δαν οἱ ἄλ­λοι σύν­δου­λοί του αὐ­τά πού ἔ­γι­ναν, λυ­πή­θη­καν πο­λύ. Κι ἀ­φοῦ ἦλ­θαν στν κύ­ριό τους, τοῦ δι­η­γή­θη­καν ὅ­λα ὅ­σα συ­νέ­βη­σαν. Τό­τε ὁ κύ­ριός του τν προ­σκά­λε­σε κα τοῦ εἶ­πε: Δοῦ­λε πο­νη­ρέ, ὅ­λο τ χρέ­ος ἐ­κεῖ­νο, τ τό­σο με­γά­λο, σοῦ τ χά­ρι­σα, ἐ­πει­δὴ μ πα­ρα­κά­λε­σες. Δν ἔ­πρε­πε κα σ ν λυ­πη­θεῖς κα ν σπλα­χνι­σθεῖς τ σύν­δου­λό σου, ὅ­πως κι ἐ­γώ σέ λυ­πή­θη­κα κα σοῦ ἔ­δει­ξα ἔ­λε­ος, ν κα δν εἶ­μαι σύν­δου­λός σου ἄλ­λα κύ­ριος σου; Κα ὀρ­γι­σμέ­νος ὁ κύ­ριός του τν πα­ρέ­δω­σε σ' αὐ­τοὺς πού βα­σα­νί­ζουν τος φυ­λα­κι­σμέ­νους, γι ν τν τι­μω­ροῦν μέ­χρι ν ἐ­ξο­φλή­σει ὅ­λα ὅ­σα χρω­στοῦ­σε.

Ἔ­τσι θ κά­νει σ σς καἐ­που­ρά­νιος Πα­τέ­ρας μου, στν ὁ­ποῖ­ο λό­γω τν ἀ­να­ρίθ­μητων ἁ­μαρ­τι­ῶν σας εἶ­στε χρε­ῶ­στες ἀ­να­ρίθ­μη­του χρέ­ους, ἐ­ὰν δν συγ­χω­ρή­σε­τε ὁ κα­θέ­νας σας τν ἀ­δελ­φό του ὄ­χι μ τ στό­μα σας μό­νο ἀλ­λά ἀ­πὸ τν καρ­διά σας.

­

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου