ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ
(20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Ε΄
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν
ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα΄ καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτὸν
θαυμάζων τὸ γεγονός. Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς
κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς΄ καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν
πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς
καὶ συζητεῖν, καί αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς΄ οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν
ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς΄ Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς
ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες, καὶ ἐστὲ σκυθρωποὶ; Ἀποκριθείς δὲ ὁ εἷς,
ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν ΄ Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνως
τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; καὶ εἶπεν αὐτοῖς, Ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον
αὐτῷ, Τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ
λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ΄ ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς
καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου, καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν΄ ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν
ὅτι αὐτὸς ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ. Ἀλλὰ γε οὖν σὺν πᾶσι τούτοις τρίτην
ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον, ἀφ' οὗ ταῦτα ἐγένετο. ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν
ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὂρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ,
ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. Καὶ ἀπῆλθόν
τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον΄
αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. Καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς΄ Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ
τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ Προφῆται. Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν
Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων
τῶν προφητῶν, διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν
εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο ποῤῥωτέρω πορεύεσθαι. Καὶ
παρεβιάσαντο αὐτόν , λέγοντες΄ Μεῖνον μεθ' ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν
ἡ ἡμέρα. Καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν
μετ' αὐτῶν, λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ
διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν΄ καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν.
Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους΄ Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν
ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς Γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, ὑπέστρεψαν
εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας,
ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως, καὶ ὤφθη Σίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ,
καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.
(Λουκ.
κδ΄[24] 12 – 35)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο.
Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω
στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία
κι ἔκπληξη γι’ αὐτό πού εἶχε γίνει. Καί ἰδού, τήν ἴδια ἡμέρα δύο ἀπό τούς
μαθητές τοῦ Ἰησοῦ πήγαιναν σέ κάποιο χωριό πού ἀπεῖχε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ ἑξήντα
στάδια, ἕντεκα περίπου χιλιόμετρα. Καί τό χωριό αὐτό ὀνομαζόταν Ἐμμαούς. Αὐτοί
μιλοῦσαν μεταξύ τους γιά ὅλα αὐτά πού εἶχαν συμβεῖ· δηλαδή γιά τά περιστατικά
τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τοῦ Ἰησοῦ, καθώς καί γιά τά ὅσα ἀνήγγειλαν οἱ
μυροφόρες στούς μαθητές. Καθώς ὅμως αὐτοί μιλοῦσαν καί συζητοῦσαν, τούς
πλησίασε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς καί προχωροῦσε μαζί τους. Τά μάτια τους ὅμως ἦταν
κρατημένα γιά νά μήν τόν ἀναγνωρίσουν. Κι αὐτό συνέβαινε εἴτε διότι ἡ μορφή τοῦ
ἀναστημένου Κυρίου εἶχε τήν ὥρα ἐκείνη ἀλλάξει, εἴτε διότι ὁ Θεός μέ ὑπερφυσική
δύναμη ἐμπόδιζε τίς αἰσθήσεις τους νά τόν ἀναγνωρίσουν. Καί ὁ Ἰησοῦς τούς
ρώτησε: Γιά ποιό ζήτημα συζητᾶτε μεταξύ σας καί ἀνταλλάσσετε τίς σκέψεις σας
καθώς περπατᾶτε, καί εἶστε σκυθρωποί; Τότε ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, πού
ὀνομαζόταν Κλεόπας, τοῦ ἀποκρίθηκε: Ἐσύ μόνο ἀπ’ τούς ξένους πού ἦλθαν τό Πάσχα
νά προσκυνήσουν διαμένεις στήν Ἱερουσαλήμ καί δέν ἔμαθες ὅσα ἔγιναν στήν πόλη αὐτή
τίς ἡμέρες αὐτές; Ποιά; τούς ρώτησε. Κι αὐτοί τοῦ ἀπάντησαν: Αὐτά πού ἔγιναν μέ
τόν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο, πού ἦταν προφήτης καί ἀποδείχθηκε δυνατός καί σέ ὑπερφυσικά
ἔργα καί σέ διδασκαλία θεόπνευστη καί τέλεια· δυνατός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅλου
τοῦ λαοῦ. Δέν ἔμαθες ἀκόμη καί μέ ποιό τρόπο τόν παρέδωσαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἄρχοντές
μας σέ καταδίκη θανάτου καί τόν σταύρωσαν; Ἐμεῖς ὅμως ἐλπίζαμε ὅτι
αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ὁποῖος πρόκειται νά ἐλευθερώσει τόν Ἰσραήλ καί νά ἀποκαταστήσει
τό βασίλειό του. Ἀλλά ἡ ἐλπίδα μας αὐτή κλονίστηκε, διότι ἐκτός ἀπό τή σταύρωσή
του κι ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα πού ἔγιναν, εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα σήμερα ἀπό τότε πού ἔγιναν
αὐτά, καί δέν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε πού νά στηρίξει τίς ἐλπίδες μας. Ἀλλά καί
κάτι ἄλλο πού στό μεταξύ ἔγινε, αὔξησε τήν ἀπορία μας. Μερικές δηλαδή γυναῖκες ἀπό
τόν κύκλο μας, τόν κύκλο δηλαδή τῶν πιστῶν μαθητῶν του, μᾶς γέμισαν μέ ἔκπληξη.
Διότι πῆγαν πολύ πρωί στό μνημεῖο καί δέν βρῆκαν ἐκεῖ τό σῶμα του. Ἦλθαν λοιπόν
καί μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν καί ὀπτασία ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι τούς ἀνήγγειλαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς
ζεῖ. Τότε μερικοί ἀπό τούς δικούς μας πῆγαν στό μνημεῖο καί βρῆκαν τά πράγματα ἔτσι
ὅπως τά εἶπαν καί οἱ γυναῖκες· δηλαδή βρῆκαν ἀνοιχτό τό μνημεῖο, τόν ἴδιο ὅμως
τόν Ἰησοῦ δέν τόν εἶδαν. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε
στούς δύο μαθητές: Ὤ ἄνθρωποι πού δέν ἔχετε φωτισμένο νοῦ γιά νά κατανοεῖ τίς
Γραφές, καί ἡ καρδιά σας εἶναι βραδυκίνητη καί δύσκολη νά πιστέψει σ’ ὅλα ὅσα εἶπαν
οἱ προφῆτες! Σύμφωνα μέ τή βουλή καί τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, πού προκήρυξαν οἱ προφῆτες,
αὐτά δέν ἔπρεπε νά πάθει ὁ Χριστός καί μέσα ἀπ’ τά παθήματα αὐτά νά εἰσέλθει
στή δόξα του; Ἡ δόξα του αὐτή ἄρχισε μέ τήν ἀνάστασή του καί θά τελειωθεῖ μέ
τήν ἀνάληψή του. Κι ἀφοῦ ἄρχισε ἀπό τίς προφητεῖες καί τίς προεικονίσεις πού
περιέχονται στά βιβλία τοῦ Μωυσῆ, κατόπιν τούς ἀνέφερε ἀπ’ ὅλους τούς προφῆτες
τά χωρία πού μιλοῦν γιά τόν Μεσσία. Καί στή συνέχεια τούς ἐξηγοῦσε τίς προφητεῖες
πού ἀναφέρονταν στόν ἑαυτό του. Κάποτε πλησίασαν στό χωριό πού σκόπευαν νά πᾶνε
οἱ δύο μαθητές. Τότε αὐτός προσποιήθηκε ὅτι θά πήγαινε πιό μακριά. Καί
πραγματικά θά τούς ἀποχωριζόταν, ἐάν αὐτοί δέν ἐπέμεναν νά τόν κρατήσουν. Ἀλλά
αὐτοί τόν πίεζαν καί τόν παρακαλοῦσαν λέγοντας: Μεῖνε μαζί μας, διότι κοντεύει
νά βραδιάσει, καί ἡ ἡμέρα ἔχει προχωρήσει πολύ πρός τή δύση τοῦ ἥλιου. Τότε ὁ Ἰησοῦς
μπῆκε στό χωριό τους κι ἔπειτα στό σπίτι γιά νά μείνει μαζί τους. Καί τότε
συνέβη αὐτό: Ὅταν αὐτός ἔγειρε μαζί τους στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ, ἀφοῦ πῆρε
στά χέρια του τόν ἄρτο, τόν εὐλόγησε εὐχαριστώντας τόν Θεό, ὅπως συνήθιζε νά
κάνει πρίν ἀπό τό φαγητό, κι ἀφοῦ τόν ἔκοψε σέ κομμάτια, τούς ἔδινε. Ὅταν ὅμως
αὐτοί εἶδαν τήν εὐλογία καί τόν τεμαχισμό τοῦ ἄρτου νά γίνεται μέ τόν τρόπο πού
συνήθιζε ὁ Διδάσκαλός τους, τότε καί μέ θεϊκή ἐπενέργεια ἄνοιξαν τά μάτια τους
καί τόν ἀναγνώρισαν ξεκάθαρα. Ἀλλά τή στιγμή ἐκείνη κι αὐτός ἔγινε ἄφαντος ἀπό
μπροστά τους. Εἶπαν τότε ὁ ἕνας στόν ἄλλο: Ἡ καρδιά μας δέν αἰσθανόταν μέσα μας
τήν πνευματική φλόγα τοῦ θείου ζήλου καί τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό καί δέν
ζεσταινόταν ἀπό τή θερμότητα τοῦ φωτός τῆς θείας ἀλήθειας, ὅταν μᾶς μιλοῦσε στό
δρόμο καί μᾶς ἐξηγοῦσε τίς Γραφές; Πῶς δέν μπορέσαμε λοιπόν νά τόν ἀναγνωρίσουμε
ἀμέσως; Κι ἀφοῦ σηκώθηκαν τήν ἴδια αὐτή περασμένη ὥρα, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ.
Ἐκεῖ βρῆκαν συναθροισμένους τούς ἕνδεκα ἀποστόλους καί τούς ἄλλους πού ἦταν
μαζί τους, κι ὅλοι αὐτοί ἔλεγαν ὅτι πραγματικά ἀναστήθηκε ὁ Κύριος καί ἐμφανίσθηκε
στό Σίμωνα Πέτρο. Τότε κι αὐτοί οἱ δύο ἄρχισαν νά τούς διηγοῦνται τά ὅσα τούς εἶχαν
συμβεῖ στό δρόμο καί πῶς τόν ἀναγνώρισαν ὅταν ἔκοβε σέ κομμάτια τόν ἄρτο.
Ο
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί
εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ,
παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι.
ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι·
ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.
(Γαλ. β΄[2] 16 – 20)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀδελφοί,
ἐπειδή μάθαμε ἀπὸ τὴν προσωπική μας πείρα ὅτι δὲν γίνεται δίκαιος ὁ
ἄνθρωπος καὶ δὲν σώζεται μὲ τὴν τήρηση τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Μωσαϊκοῦ
νόμου, ἀλλά μόνο μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, γι' αὐτὸ λοιπὸν κι
ἐμεῖς πιστέψαμε στὸν Ἰησοῦ Χριστό, γιὰ νὰ γίνουμε δίκαιοι καὶ νὰ σωθοῦμε
ἀπὸ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου. Διότι,
ὅπως ἀναφέρεται καὶ στοὺς ψαλμούς, μὲ τὰ ἔργα τοῦ νόμου δὲν θὰ δικαιωθεῖ
καὶ δὲν θὰ σωθεῖ κανένας ἄνθρωπος. Ἀλλά ἐὰν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ τήρηση
τοῦ νόμου εἶναι ἐπιβεβλημένη, καὶ συνεπῶς ἐμεῖς πού ἀφήσαμε τὸ νόμο
ἁμαρτήσαμε καὶ βρεθήκαμε νὰ εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ
ζητοῦμε νὰ δικαιωθοῦμε καὶ νὰ σωθοῦμε μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν κοινωνία
μας μὲ τὸν Χριστό, τότε γεννιέται τὸ ἄτοπο ἐρώτημα: Ἄρα ὁ Χριστὸς
εἶναι ὑπηρέτης ἁμαρτίας, ἀφοῦ αὐτὸς μᾶς ὤθησε νὰ ἀφήσουμε τὸ νόμο;
Μὴ συμβεῖ νὰ ποῦμε μιὰ τέτοια βλασφημία. Καὶ καταλήγουμε ὁπωσδήποτε
στὴ βλασφημία αὐτή, ἐὰν δεχθοῦμε ὡς ἀληθινὴ τὴν ὑπόθεση πού κάναμε.
Διότι, ἐὰν ἐκεῖνα πού κατάργησα καὶ ἀθέτησα ὡς ἀνώφελα, δηλαδὴ
τὶς τυπικὲς διατάξεις τοῦ νόμου, αὐτὰ πάλι τὰ τηρῶ ὡς ἀναγκαῖα καὶ
ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία, μὲ τὴν ἐπάνοδό μου αὐτὴ στὴν τήρηση τοῦ
νόμου ἀποδεικνύω τὸν ἑαυτό μου παραβάτη· διότι βεβαιώνω ἔμπρακτα
ὅτι ἔκανα λάθος πρωτύτερα πού ἀθέτησα τὸ νόμο, καὶ ἁμάρτησα ὅταν
προτίμησα τὴ σωτηρία πού δίνει ὁ Χριστός. Ἀλλά ὄχι. Δὲν ἁμάρτησα, οὔτε
εἶμαι παραβάτης. Διότι ἐγώ μὲ κριτήριο τὸ νόμο πού κατάργησα καὶ ὁ
ὁποῖος τιμωρεῖ μὲ θάνατο κάθε παραβάτη του, πέθανα ὡς πρὸς τὸ νόμο,
γιὰ νὰ ζήσω γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸ βάπτισμα ἔχω σταυρωθεῖ κι ἔχω
πεθάνει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Κι ἀφοῦ εἶμαι νεκρός, δὲν ἔχει πλέον καμία
ἰσχὺ γιὰ μένα ὁ νόμος. Ἔγινα κοινωνὸς τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ
καὶ εἶμαι νεκρός. Λοιπὸν δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ὁ παλαιὸς δηλαδὴ ἄνθρωπος,
ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Καὶ τὴ φυσικὴ ζωὴ πού ζῶ μέσα στὸ σῶμα μου
τώρα πού ἐπέστρεψα στὸ Χριστό, τὴ ζῶ μὲ τὴν ἔμπνευση καὶ τὴν κυριαρχία
τῆς πίστεως στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἀγάπησε καὶ παρέδωσε τὸν
ἑαυτό του γιὰ τὴ σωτηρία μου.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΖΩΗ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1.
ΥΠΕΡΒΑΣΗ
ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ
Ἔχουμε
μάθει ἀπὸ τὴν προσωπική μας πεῖρα, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Γαλάτας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν γίνεται δίκαιος μὲ τὴν τήρηση
τῶν
τυπικῶν
διατάξεων τοῦ
μωσαϊκοῦ
νόμου, ἀλλὰ μόνο διὰ τῆς πίστεως στὸν Ἰησοῦ Χριστό. «Καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν», γράφει, γιὰ νὰ γίνουμε δίκαιοι ἀπὸ τὴν πίστη
σ᾿
Αὐτὸν καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. Διότι, καθὼς ἀναφέρεται στούς
Ψαλμούς, διὰ
τῶν
ἔργων
τοῦ
νόμου δὲν
θὰ
δικαιωθεῖ
κανεὶς
ἄνθρωπος.
Ἀλλὰ ἐὰν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ τήρηση
τοῦ
νόμου εἶναι
ἐπιβεβλημένη
καὶ
συνεπῶς
ἐμεῖς ποὺ ἀφήσαμε τόν
νόμο ἁμαρτήσαμε
και βρεθήκαμε ἁμαρτωλοί,
συνεχίζει, μόνο καί μόνο διότι ζητοῦμε νὰ δικαιωθοῦμε διὰ τῆς πίστεως καὶ κοινωνίας μας μέ τόν
Χριστό, τότε γεννᾶται
τὸ
ἄτοπο
ἐρώτημα:
Ὁ
Χριστὸς
εἶναι
λοιπὸν
ὑπηρέτης
ἁμαρτίας,
ἀφοῦ Αὐτὸς συνετέλεσε νὰ ἀφήσουμε τὸν νόμο; Ποτὲ νὰ μὴ συμβεῖ
νὰ
ποῦμε
μιά
τέτοια βλασφημία.
Διότι,
ἐὰν
τὶς
τυπικές διατάξεις τοῦ
νόμου πού
κατήργησα καὶ
ἀθέτησα
ὡς ἀνωφελεῖς,
αὐτὲς πάλι τίς
τηρῶ
ὡς
ἀναγκαῖες καί ἀπαραίτητες γιά
τή
σωτηρία, ἀποδεικνύω
παραβάτη τὸν
ἑαυτό
μου διότι βεβαιώνω ἐμπράκτως
ὅτι
κακῶς
πρωτύτερα ἀθέτησα
τὸν
νόμο καὶ
ἁμάρτησα,
ὅταν
προτίμησα τὴν
διὰ
τοῦ
Χριστοῦ
σωτηρία. Ὅμως
«ἐγὼ διά νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω», ἐγὼ ἀπέθανα ὡς πρὸς τὸν νόμο, γιὰ νὰ ζήσω πρὸς δόξαν Θεοῦ.
ΤΟ
ΝΟΗΜΑ τῶν
λόγων τοῦ
ἀποστόλου
Παύλου εἶναι
βαθὺ
καὶ
δύσκολο. Κι ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε σὲ διαφορετικὲς συνθῆκες καὶ ἐποχή, δύσκολα μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τί ἐσήμαινε γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε Ἑβραῖο ἡ φράση
«ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω». Ἐσήμαινε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ διαγράψει ὁριστικά ἀπὸ τὴ ζωή του ἕνα ἱστορικὸ παρελθόν, μιὰ λαμπρὴ ἱστορία τοῦ περιούσιου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀρνηθεῖ
ἕναν
κόσμο πού
κυριαρχοῦσε
ὄχι
μόνο ὡς
ἰδέα
ἀλλὰ καὶ ὡς καθημερινή πρακτική. Νὰ ἀρνηθεῖ
τὶς
τυπικές διατάξεις τοῦ
μωσαϊκοῦ
νόμου, γιὰ
τὶς
ὁποῖες ὁ νόμος ὥριζε ὅτι ὅποιος τίς
παρέβαινε ἔπρεπε
νὰ
θανατωθεῖ. Ὅποιος Ἑβραῖος λοιπὸν τότε ἤθελε νὰ γίνει Χριστιανός, ἔπρεπε νὰ κάνει κάτι πολύ δύσκολο: νὰ θάψει τὸ παρελθόν του καὶ νὰ ̓ρθεῖ
ἀντιμέτωπος
μ᾿ ἕναν
ὁλόκληρο
κόσμο.
Τί
ὅμως
ἔχει
νὰ
πεῖ
αὐτὸ σὲ μᾶς σήμερα; Ὅτι κι ἐμεῖς, προκειμένου νά
ζήσουμε μὲ
τὸν
Χριστὸ
καὶ
γιὰ
τὸν
Χριστό, θά
πρέπει νά
πάρουμε δυναμικὴ
τὴν
ἀπόφαση
νά
διαγράψουμε ἀπὸ τὸ παρελθόν μας κάθε τι ποὺ μᾶς ἐμποδίζει στή
σχέση
μας μὲ
τὸν
Χριστὸ
καὶ
τὴν
Ἐκκλησία
Του. Ἀλλιῶς θὰ πελαγοδρομοῦμε καθημερινὰ σὲ διλήμματα καὶ ἀμφιταλαντεύσεις. Θα πρέπει
νὰ
πεθάνουμε γιὰ
τὸν
κόσμο τῆς
ἁμαρτίας
καὶ
τὸν
παλαιό μας ἑαυτό,
καί
νά
πάρουμε ἀπόφαση
νὰ
ζήσουμε μόνο μὲ
τὸν
Χριστό. Διὰ
τοῦ
ἁγίου
Βαπτίσματος βέβαια ἐπήραμε
μία τέτοια ἀπόφαση
ζωῆς
καὶ
θανάτου. Μέσα στὰ
νερὰ
τῆς
ἁγίας
κολυμβήθρας πεθάναμε γιὰ
τὴν
ἁμαρτία.
Θά
πρέπει ὅμως
αὐτὸ ποὺ τότε κάναμε νὰ τὸ ζοῦμε κάθε στιγμὴ καὶ ὡς πράξη.
Ὄχι
μόνο στό
Μυστήριο τῆς
ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ καθημερινά νά
πεθαίνουμε ὡς
πρὸς
τὴν
ἁμαρτία
καὶ
νὰ
ζοῦμε
γιὰ
τὸν
Χριστό, ὅ,τι
κι ἂν
αὐτό
μᾶς
κοστίζει.
2.
ΖΕΙ
ΜΕΣΑ ΜΟΥ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ
«Χριστῷ συνεσταύρωμαι·
ζῶ
δὲ
οὐκέτι
ἐγώ,
ζῇ
δὲ
ἐν
ἐμοὶ Χριστός», γράφει στή
συνέχεια ὁ
ἀπόστολος
Παῦλος.
Μὲ
τὸ
Βάπτισμα ἔχω
σταυρωθεῖ
καὶ
πεθάνει μαζί μέ
τόν
Χριστό, καὶ
ἀφοῦ εἶμαι πεθαμένος, δὲν ἔχει πλέον καμμία ἰσχὺ γιὰ μένα ὁ νόμος. Ἔγινα κοινωνός τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ·
δὲν
ζῶ
λοιπόν πλέον ἐγώ,
ὁ
παλαιός δηλαδή ἄνθρωπος,
ἀλλὰ ζεῖ
μέσα μου ὁ
Χριστός. Τὴν
φυσικὴ
δὲ
ζωὴ
ποὺ
ζῶ
μέσα στὸ
σῶμα
μου τώρα, τὴν
ζῶ
ἐμπνεόμενος
καὶ
καθοδηγούμενος ἀπὸ τὴν πίστη
στὸν
Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μὲ ἀγάπησε καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του σε θάνατο γιὰ τὴ σωτηρία μου.
ΕΧΩ
σταυρωθεῖ
μαζὶ
μὲ
τὸν
Χριστό, λέγει ὁ
ἀπόστολος
Παῦλος,
«ζῶ
δὲ
οὐκέτι
ἐγώ,
ζῇ
δὲ
ἐν
ἐμοὶ Χριστός». Τί σημαίνει ὅμως αὐτὸ στὴν πρᾶξη,
στὴ
ζωὴ
τοῦ
κάθε πιστοῦ,
στή
δική μας ζωή; Σημαίνει: Ἔχω
νεκρωθεῖ
πλέον ὡς
πρὸς
τὴν
ἁμαρτία.
Ὅπως
ἕνας
νεκρὸς
δὲν
μπορεῖ
νὰ
διαπράξει καμμία ἁμαρτία,
ἔτσι
κι ἐγώ.
Παύω πλέον νὰ
ἔχω
τίς
δικές μου ἁμαρτωλές
σκέψεις, ἐπιθυμίες,
θελήματα καὶ
συνήθειες. Ζεῖ
τώρα μέσα μου ὁ
Χριστός. Ὁ
νοῦς
τοῦ
Χριστοῦ
γίνεται νοῦς
μου. Ἡ
καρδιὰ
τοῦ
Χριστοῦ,
καρδιά μου. Τὸ
σῶμα
μου γίνεται ναός Του. Οἱ
πόθοι τοῦ
Χριστοῦ
γίνονται πόθοι μου. Ἀλλιῶς σκέπτομαι πλέον καὶ ἐνεργῶ. Ἀλλιῶς βλέπω τὸν ἑαυτό μου καὶ τὸν κόσμο. Τὰ μάτια μου βλέπουν ὅπως θὰ ἔβλεπε ὁ Χριστός. Ἡ φωνή μου γίνεται φωνὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ζωή μου γίνεται ἐπιστολὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἀνήκω πλέον ὁλοκληρωτικὰ σ᾿
Αὐτόν.
Ὅλα αὐτὰ βέβαια δὲν ἀποτελοῦν ὡραῖα λόγια μέ
συμβολική σημασία καὶ
συναισθηματική χροιά. Ἀλλὰ μέσα στήν
ἁγία
μας Ἐκκλησία
ἀποτελοῦν Μυστικό βίωμα. Τήν
πραγματικότητα αὐτὴ τὴν ζεῖ
ὁ
πιστὸς
στις ὧρες
τῆς
προσευχῆς
καὶ
τῆς
λατρείας. Ἰδιαιτέρως
δὲ
στὸ
Μυστήριο τῆς
θείας Εὐχαριστίας
ὁ
Χριστὸς
γίνεται ἔνοικος
τῆς
ψυχῆς
μας. Κι ἐμεῖς γινόμαστε σύσσωμοι καὶ σύναιμοι Χριστοῦ. Θὰ πρέπει ὅμως κι ἐμεῖς, ἰδιαιτέρως μετὰ ἀπὸ τὴν προσέλευσή
μας στὴ
θεία Κοινωνία, νὰ
διατηροῦμε
τὴν
ἑνότητα
αὐτὴ διαρκή μέσα μας. Τίποτε νὰ μὴ μᾶς ἀποκόπτει ἀπὸ τὴ μυστικὴ αὐτὴ κοινωνία μας. Ὥστε μὲ τὴ Χάρη
τοῦ
Θεοῦ
νὰ
μποροῦμε
νὰ
λέμε κι ἐμεῖς: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ
«Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ
ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ
Κύριος, Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν.
τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν
κερδήσῃ
τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες
οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.
(Μάρκ. η΄[8] 34 – θ΄[9] 1)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
(Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ὁ Ἰησοῦς
κάλεσε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς εἶπε: Ἐκεῖνος
πού θέλει νὰ γίνει δικός μου καὶ νὰ μὲ ἀκολουθεῖ ὡς μαθητής μου, ἂς διακόψει
κάθε φιλία καὶ σχέση μὲ τὸν διεφθαρμένο ἀπ' τὴν ἁμαρτία ἑαυτό του
κι ἂς πάρει τὴ σταθερὴ ἀπόφαση νὰ ὑποστεῖ γιὰ μένα ὄχι μόνο κάθε
θλίψη καὶ δοκιμασία, ἀλλά ἀκόμα καὶ θάνατο σταυρικό, καὶ τότε ἂς μὲ
ἀκολουθεῖ μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου. Καὶ μὴ διστάσει κανεὶς νὰ
κάνει τὶς θυσίες αὐτές. Διότι ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴ ζωή του, θὰ
χάσει τὴν πνευματική, εὐτυχισμένη καὶ αἰώνια ζωή. Ὅποιος ὅμως χάσει
καὶ θυσιάσει τὴ ζωή του γιὰ τὴν ὁμολογία καὶ τὴν ὑπακοή του σὲ μένα
καὶ τὸ εὐαγγέλιό μου, αὐτὸς θὰ σώσει τὴν ψυχή του στὴ μέλλουσα ζωή, ὅπου
θὰ κερδίσει τὴν αἰώνια εὐτυχία. Κι ἐκείνη ἡ σωτηρία εἶναι τὸ πᾶν.
Διότι τί θὰ ὠφελήσει τὸν ἄνθρωπο, ἐὰν κερδίσει ὅλον αὐτὸν τὸν ὑλικὸ
κόσμο, καὶ στὸ τέλος χάσει τὴν ψυχή του; Διότι ἡ ψυχή του, πού εἶναι
πνευματικὴ καὶ αἰώνια, δὲν συγκρίνεται μὲ κανένα ἀπ' τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ
τοῦ φθαρτοῦ κόσμου. Ἤ, ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος χάσει τὴν ψυχή του, τί μπορεῖ
νὰ δώσει ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ νὰ τὴν ἐξαγοράσει ἀπ' τὴν αἰώνια ἀπώλεια;
Κι ἀσφαλῶς θὰ χάσει τὴν ψυχὴ του ἐκεῖνος πού δὲν θὰ ὑποστεῖ γιὰ μένα τὶς
θυσίες αὐτές. Διότι ὁποιοσδήποτε ντραπεῖ ἐμένα καὶ τὰ λόγιά μου ἐπηρεασμένος
ἀπ' τὶς περιφρονήσεις καὶ τοὺς χλευασμοὺς τῶν ἀνθρώπων τῆς γενιᾶς αὐτῆς
πού ἀποστάτησε ἀπ' τὸν πνευματικό της νυμφίο καὶ εἶναι ἁμαρτωλή, αὐτὸν
θὰ τὸν ντραπεῖ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ θὰ τὸν ἀποκηρύξει ὡς ξένο, ὅταν
θὰ ἔλθει μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους περιβεβλημένος μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατρός
του. Τοὺς ἔλεγε ἀκόμη: Σᾶς λέω ἀληθινὰ ὅτι ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπ' αὐτοὺς
πού στέκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δέν θά γευθοῦν θάνατο προτοῦ νά δοῦν μετά τήν κάθοδο
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ καταλύεται ἡ παλαιά θεία τάξη καὶ διαθήκη μὲ
τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλήμ καί τοῦ ναοῦ της καὶ μὲ τὸν διασκορπισμό τοῦ
Ἰσραήλ· γιὰ νὰ θεμελιωθεῖ μὲ δύναμη ἀκαταγώνιστη καί ὑπερφυσικὴ ἡ νέα
θεία τάξη στὸν κόσμο, τήν ὁποία θά ἐκπροσωπεῖ ἡ Ἐκκλησία ὡς ἄλλη βασιλεία
τοῦ Θεοῦ πάνω στή γῆ.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου