ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ
Στ΄ ΛΟΥΚΑ
(25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Ι΄
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς
μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, ἐφανέρωσε
δὲ οὕτως. ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος, καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ
ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο.
λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος, Ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ, Ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν
σοί. ἐξῆλθον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.
πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν, οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ
μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Παιδία, μὴ τι προσφάγιον ἔχετε;
ἀπεκρίθησαν αὐτῷ, Οὒ, ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ
δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους
τῶν ἰχθύων. λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ, Ὁ Κύριός ἐστι.
Σίμων οὖν Πέτρος, ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι , τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο· ἦν γὰρ
γυμνὸς· καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν. οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον·
οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ' ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων· σύροντες τὸ δίκτυον
τῶν ἰχθύων. ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον
ἐπικείμενον, καὶ ἄρτον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε
νῦν. ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος, καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων
μεγάλων ἑκατὸν πεντηκοντατριῶν, καὶ τοσούτων ὄντων, οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. λέγει
αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν,
Σὺ τὶς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν. ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς, καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον,
καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς
τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.
(Ἰωάν. κα΄[21]
1 – 14)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τον καιρό ὁ Ἰησοῦς ἐμφανίστηκε πάλι στοὺς μαθητές του στὴ λίμνη
τῆς Τιβεριάδος. Καὶ ἐμφανίστηκε μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἦταν μαζὶ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ
ὁ Θωμᾶς ποὺ λεγόταν Δίδυμος, καὶ ὁ Ναθαναὴλ ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κανᾶ τῆς
Γαλιλαίας, καὶ οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ἄλλοι δύο ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Τοὺς
λέει ὁ Σίμων Πέτρος: Πηγαίνω νὰ ψαρέψω. Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίνονται: Ἐρχόμαστε
κι ἐμεῖς μαζί σου. Βγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὸ κατάλυμά τους πρὸς τὴ θάλασσα, μπῆκαν ἀμέσως
στὸ πλοῖο καὶ ἄρχισαν νὰ ψαρεύουν. Ὅμως ἐκείνη τὴ νύχτα δὲν ἔπιασαν τίποτε. Ὅταν
πιὰ ξημέρωσε, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στὴν ἀκρογιαλιά. Οἱ μαθητὲς ὅμως δὲν ἀντιλήφθηκαν
ὅτι αὐτὸς ποὺ στεκόταν ἐκεῖ ἦταν ὁ Ἰησοῦς. Σὰν νὰ ἦταν λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς κάποιος
ξένος καὶ ἄγνωστος διαβάτης, τοὺς λέει: Παιδιά, μήπως ἔχετε κανένα ψάρι γιὰ
προσφάι; Ὄχι, τοῦ ἀποκρίθηκαν. Κι ἐκεῖνος τότε τοὺς εἶπε: Ρίξτε τὸ δίχτυ στὰ
δεξιὰ τοῦ πλοίου καὶ θὰ βρεῖτε. Ἔριξαν λοιπὸν τὸ δίχτυ ὅπως τοὺς εἶπε ὁ Κύριος,
καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ τραβήξουν ἐπάνω ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ψαριῶν ποὺ εἶχε
πιάσει. 7 Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ
τὴν πρωτοφανὴ αὐτὴ ἐπιτυχία λέει στὸν Πέτρο ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε
ὁ Ἰησοῦς: Αὐτὸς ποὺ τὸν νομίσαμε γιὰ ξένο εἶναι ὁ Κύριος. Ὁ Σίμων Πέτρος
λοιπόν, ὅταν ἄκουσε ὅτι ἦταν ὁ Κύριος, φόρεσε βιαστικὰ καὶ ζώσθηκε τὸ ἐργατικὸ ἔνδυμά
του, διότι μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἦταν σχεδὸν γυμνός, καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν,
ρίχθηκε στὴ θάλασσα γιὰ νὰ συναντήσει τὸ συντομότερο τὸν Διδάσκαλο. Οἱ ἄλλοι
μαθητὲς ὅμως ἦλθαν μὲ τὸ πλοιάριο σέρνοντας τὸ δίχτυ ποὺ ἦταν γεμάτο μὲ ψάρια,
διότι δὲν ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὴ στεριά, ἀλλὰ ἀπεῖχαν περίπου ἑκατὸν τριάντα μέτρα.
Ἀμέσως λοιπὸν μόλις ἀποβιβάσθηκαν στὴ στεριὰ μουσκεμένοι καὶ κατάκοποι καὶ
πεινασμένοι, βλέπουν ἕτοιμα κάτω στὴ γῆ ἕνα σωρὸ κάρβουνα ἀναμμένα καὶ πάνω σ᾿
αὐτὰ ἕνα ψάρι καὶ παραδίπλα χωριστὰ ἕνα ψωμί. Βρῆκαν δηλαδὴ φωτιὰ γιὰ νὰ
θερμανθοῦν καὶ νὰ στεγνώσουν τὰ ροῦχα τους, καὶ φαγητὸ γιὰ τὸ πρωινό τους. Καὶ
γιὰ νὰ συμπληρωθεῖ τὸ πρωινὸ αὐτὸ καὶ ἀπό τὸ προϊὸν τοῦ κόπου τους, τοὺς λέει ὁ
Ἰησοῦς: Φέρτε καὶ ἀπὸ τὰ ψάρια ποὺ πιάσατε τώρα. Ὅμως τὸ δίχτυ μὲ τὰ ψάρια ἦταν
ἀκόμη μέσα στὴ λίμνη καὶ ἐξαιτίας τοῦ βάρους του ἦταν δύσκολο νὰ τραβηχθεῖ. Ἀνέβηκε
τότε στὸ πλοιάριο ὁ Σίμων Πέτρος, ποὺ ἦταν ἐμπειρότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ
τράβηξε τὸ δίχτυ στὴ στεριά, γεμάτο ἀπὸ ἑκατὸν πενῆντα τρία μεγάλα ψάρια. Κι ἐνῶ
ἦταν τόσο πολλὰ τὰ ψὰρια, δὲν σκίστηκε τὸ δίχτυ. Τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐλᾶτε τώρα
νὰ πάρετε τὸ πρωινό σας. Στὸ μεταξὺ ὅμως κανένας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς δὲν τολμοῦσε
νὰ τὸν ρωτήσει διερευνητικὰ «ποιὸς εἶσαι ἐσύ», διότι ἤξεραν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος,
καὶ συνεπῶς αἰσθάνονταν ἀπέναντί του φόβο καὶ βαθὺ σεβασμό. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν
πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ ἦλθαν οἱ μαθητὲς νὰ φᾶνε. Ἔρχεται τότε καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ
παίρνει στὰ χέρια του τὸν ἄρτο καὶ τοὺς τὸν μοίρασε. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὸ
ψάρι. Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη μέχρι τότε φορά πού φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές
του συγκεντρωμένους, μετά τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΚΑ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)
Ἀδελφοί,
εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως
᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν
ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται
ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν
καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἄρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο.
Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι.
Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι·
ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει
ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ
ἐμοῦ.
(Γαλ. β΄[2] 16-20)
ΠΑΛΑΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΖΩΗ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1.
ΜΗ ΓΥΡΙΖΕΙΣ
ΠΙΣΩ
Στὸ
σημερινό Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος
ἀναφέρεται σέ
κάποιους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ εἶχαν γνωρίσει τὴν ἀληθινὴ πίστη
και γεύονταν τήν
καινούργια ἐν Χριστῷ ζωή, ἐπανέρχονταν σὲ νοοτροπίες τῆς πρό Χριστοῦ ζωῆς τους.
Γι᾿
αὐτὸ τοὺς συνιστᾶ
νὰ μὴν ἐπιστρέφουν στά παλιά, ἀλλὰ νὰ μένουν
σταθεροὶ στή
νέα τους ζωή. Ἔχουμε μάθει ἀπὸ τὴν προσωπική μας πείρα, λέγει στοὺς Γαλάτες,
ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν γίνεται δίκαιος μὲ τὴν τήρηση
τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, τὶς ὁποῖες ἐτηρούσατε πρίν
γίνετε Χριστιανοί, ἀλλὰ μόνο διὰ τῆς πίστεως στὸν Χριστό. «Καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν
Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν», γιὰ νὰ γίνουμε δίκαιοι ἀπὸ τὴν πίστη
σ᾿
Αὐτὸν καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. Διότι μὲ τὰ ἔργα τοῦ νόμου δὲν θὰ
δικαιωθεῖ
κανεὶς ἄνθρωπος. Ἀλλὰ ἐὰν ὑποθέσουμε ὅτι ἐμεῖς ποὺ ἀφήσαμε τόν
νόμο ἁμαρτήσαμε, συνεχίζει, διότι ζητοῦμε νὰ δικαιωθοῦμε μὲ τὴν πίστη
μας στὸν
Χριστό, τότε γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Ὁ Χριστὸς εἶναι ὑπηρέτης ἁμαρτίας, ἀφοῦ
συνετέλεσε νὰ ἀφήσουμε τόν νόμο; Ποτὲ νὰ μὴν
ποῦμε τέτοια βλασφημία.
Διότι
ἐὰν τὶς τυπικές διατάξεις τοῦ νόμου πού
κατάργησα
ὡς ἀνωφελεῖς,
τίς
τηρῶ πάλι ὡς ἀναγκαῖες, ἀποδεικνύω παραβάτη τὸν ἑαυτό μου διότι βεβαιώνω ὅτι
κακῶς πρωτύτερα ἀθέτησα τὸν νόμο καὶ ἁμάρτησα, ὅταν προτίμησα τὴν διὰ τοῦ
Χριστοῦ σωτηρία. Ἀλλὰ «ἐγὼ διά νόμου νόμῳ ἀπέθανον», ἐγὼ πέθανα ἐξαιτίας τοῦ
νόμου ὡς πρός τόν νόμο, γιά νά ζήσω πρὸς δόξαν Θεοῦ.
Ο
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Παῦλος λοιπὸν συνιστᾶ στούς
Γαλάτες
νά
παύσουν νὰ γυρίζουν στίς παλιές τους θρησκευτικές
συνήθειες. Ὅποιος γνώρισε τὸν Χριστό, τούς
λέει, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γυρίζει στήν παλιά του ζωή.
Διότι ἔτσι ἀποδεικνύει ὄτι δεν κατάλαβε καὶ δὲν ἔζησε τήν
νέα ζωή τῆς ἀγάπης, τῆς πίστεως καὶ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ,
Βέβαια
οἱ Γαλάτες δὲν ἐπέστρεφαν σὲ κάποια ἁμαρτωλή ζωή. Ἐπέστρεφαν
ἁπλῶς σὲ ἀνωφελεῖς διατάξεις τοῦ μωσαϊκού νόμου. Σὲ πολλοὺς ὅμως Χριστιανούς
συμβαίνει κάτι τὸ τραγικό καὶ ἀξιοθρήνητο. Ἀφήνουν
τὸν Χριστὸ καὶ ἐπιστρέφουν σὲ πάθη τοῦ παρελθόντος. Ἐνῶ ἐγεύθηκαν τὴ χάρη
τῆς ἀφέσεως καὶ τὴν εὐλογία τῆς κοινωνίας τους μέ τόν Χριστό, ξαναγυρίζουν σέ ἁμαρτίες τῆς
κοσμικῆς ζωῆς.
Τὸ
θέμα εἶναι σοβαρό, διότι ὅπως μᾶς λέγει ἀλλοῦ ὁ θεῖος Ἀπόστολος ἡ χάρις τοῦ
Χριστοῦ μας μιὰ φορὰ δίνεται πλούσια σὲ ἐκεῖνον ποὺ μετανοεῖ. Ἐὰν ὅμως ὁ ἄνθρωπος
ἐπιστρέψει καὶ πάλι στὰ παλιὰ καὶ ἁμαρτάνει συνειδητὰ καὶ συστηματικά, τότε εἶναι
πολὺ δύσκολο νά
συνέλθει καὶ νὰ μετανοήσει. Ὅπως ἡ ἀρρώστια·
ὅταν ὑποτροπιάσει, ἐπιστρέφει δριμύτερη. Θα πρέπει
λοιπόν να προσέξουμε ὅλοι μας. Μὴ μοιάσουμε στούς
Ἑβραίους
πού, ἐνῶ προχωροῦσαν πρὸς τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, νοσταλγοῦσαν τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ τῆς
Αἰγύπτου. Ἀλλὰ νὰ μείνουμε ἀμετακίνητοι στή
νέα μας πορεία χωρὶς νὰ ἀλλοιθωρίζουμε στὸ ἁμαρτωλό παρελθόν, διαγράφοντας ὁριστικά
κάθε τι ποὺ μᾶς συνδέει μ᾿ αὐτό. Πῶς θὰ γίνει αὐτό;
Θὰ τὸ δοῦμε στή
συνέχεια.
2.
ΝΕΑ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ
«Χριστῷ
συνεσταύρωμαι·
ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός», λέγει στή
συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Μὲ τὸ βάπτισμα ἔχω σταυρωθεῖ
καὶ πεθάνει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Δέν ζῶ λοιπὸν πλέον ἐγώ,
ὁ παλαιός δηλαδὴ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός.
Με
καθοδηγεί πλέον ἡ πίστη
μου στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἀγάπησε καὶ παρέδωσε σέ
θάνατο τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ σωτηρία μου.
Ο
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Παῦλος μᾶς ἐξηγεῖ ἐδῶ τί θὰ πρέπει νὰ κάνουμε, ὥστε νὰ μένουμε
σταθεροί στη νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Πρέπει, μᾶς λέγει, νὰ κάνουμε δύο
πράγματα. Τὸ πρῶτο νὰ πεθάνουμε καὶ τὸ δεύτερο να ζήσουμε. Ἢ μᾶλλον, νὰ
πεθάνουμε γιὰ νὰ ζήσουμε. Διότι ἡ νέα ἐν Χριστῷ ζωὴ ἔχει διπλὸ χαρακτήρα.
Εἶναι ταυτόχρονα θάνατος καὶ ἀνάσταση. Πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ
γίνει αὐτό; Πρὶν ἀπὸ τὸ ἅγιο Βάπτισμά μας δώσαμε ὅλοι
μας μιὰ ἱερὴ ὑπόσχεση στὸν Χριστό μας· ὅτι ἀρνούμαστε διαπαντὸς τὸν
διάβολο καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ συντασσόμαστε γιά
πάντα μέ
Αὐτόν. Αὐτὴ τὴν ὑπόσχεση τὴν ἐπιβεβαιώσαμε κατόπιν
μέσα στὰ ἁγιασμένα νερά τῆς ἱερᾶς κολυμβήθρας. Ἐκεῖ νεκρώθηκε μέσα μας κάθε τι
παλιὸ καὶ ἁμαρτωλό. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν θάνατο τοῦ Βαπτίσματος θὰ πρέπει νὰ τὸν
βιώνουμε καθημερινὰ στὴ ζωή μας, νεκρώνοντας μέσα μας κάθε πάθος καὶ ἁμαρτία. Ἔτσι
μόνον θὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε την νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Καὶ νέα ζωὴ θὰ πεῖ,
ν᾿ ἀνοίξουμε διάπλατα τήν
ψυχή μας στόν
Χριστό. Αὐτὸς καὶ μόνον Αὐτὸς νὰ κατοικεῖ
στήν
ψυχή μας·
καὶ νὰ κατευθύνει τὰ πάντα μέσα μας και γύρω μας·
τὸν
νοῦ, τὴν καρδιά μας, τὶς ἐνέργειες, τὰ κίνητρα, τὶς ἐπιθυμίες μας, τὰ ὄνειρά
μας, τὴ ζωή μας ὁλόκληρη. Θάνατος λοιπὸν καὶ ζωή, ζωὴ μὲ τὸν Χριστὸ χωρὶς
πισωγυρίσματα καὶ παλινδρομήσεις.
(Διασκευὴ
ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ
ἐκείνῳ ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν χώραν
τῶν Γαδαρηνῶν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια
ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο, καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν,
ἀλλ' ἐν τοῖς μνήμασιν. ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν
αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου;
δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ
ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ
ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ
ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ
Ἰησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια
πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς
εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένη
ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους
εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ
ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ
εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον
ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. ἐξῆλθον δὲ
ἰδεῖν τὸ γεγονὸς, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ εὗρον καθήμενον τὸν
ἄνθρωπον, ἀφ' οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα
παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ
ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος
τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ' αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ
συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖο ὑπέστρεψεν. ἐδέετο δὲ αὐτοῦ
ὁ ἀνὴρ, ἀφ' οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ
αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ
σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ' ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν
αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.
(Λουκ. η΄[8] 26 – 39)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό
ὁ Ἰησοῦς κατέπλευσε στὴν περιοχὴ τῶν Γαδαρηνῶν, πού εἶναι ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Γαλιλαία. Κι ὅταν βγῆκε
στὴ στεριά, τὸν συνάντησε κάποιος ἄνθρωπος πού καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη,
ὁ ὁποῖος εἶχε μέσα του δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Αὐτὸς δὲν φοροῦσε
πάνω του ροῦχα οὔτε ἔμενε σὲ σπίτι, ἀλλά ζοῦσε μέσα στὰ μνήματα. Ὅταν
ὅμως εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἀπὸ τὸ φόβο του ἔβγαλε μιὰ δυνατὴ κραυγή, ἔπεσε
στὰ πόδια του καὶ μὲ φωνὴ μεγάλη εἶπε: Ποιὰ
σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ σένα καὶ τί ζητᾶς ἀπὸ μένα, Ἰησοῦ,
Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; Σὲ παρακαλῶ, μὴ μὲ βασανίσεις καὶ μὴ μοῦ ἐπιβάλεις
τὴν τιμωρία νὰ κλειστῶ ἀπὸ τώρα μέσα στὰ σκοτάδια τοῦ Ἅδη. Καὶ εἶπε
τὰ λόγια αὐτὰ ὁ δαιμονισμένος, διότι ὁ Ἰησοῦς εἶχε διατάξει τὸ ἀκάθαρτο
δαιμονικὸ πνεῦμα νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Διότι ἀπὸ πολλὰ χρόνια τὸν
εἶχε κυριεύσει, καὶ τοῦ δημιουργοῦσε ἄγρια ἔξαψη. Γι’ αὐτό τὸν ἔδεναν
μὲ ἁλυσίδες καὶ μὲ σιδερένια δεσμὰ στὰ πόδια, καὶ τὸν φύλαγαν νὰ μὴν
κάνει κανένα κακὸ ἢ βλάψει κανέναν. Ἀλλὰ αὐτὸς ἔσπαζε τὰ δεσμὰ καὶ
συρόταν βίαια ἀπὸ τὸν δαίμονα στὶς ἐρημιές. Τὸν ρώτησε τότε ὁ Ἰησοῦς:
Ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά σου; Κι αὐτὸς
τοῦ ἀπάντησε: Λεγεών, δηλαδὴ
ταξιαρχία στρατιωτῶν. Καὶ εἶχε
αὐτὸ τὸ ὄνομα, διότι εἶχαν μπεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο αὐτὸ ὄχι μόνο ἕνα
ἀλλά πολλὰ δαιμόνια. Καὶ τὰ δαιμόνια αὐτὰ μὲ τὸ στόμα τοῦ δαιμονισμένου
τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μὴν τὰ διατάξει νὰ πᾶνε στὰ τρίσβαθα τοῦ Ἅδη. Στὸ
μεταξὺ ἐκεῖ κοντὰ ἦταν ἕνα κοπάδι ἀπὸ πολλοὺς χοίρους πού ἔβοσκαν
στὸ βουνό. Καὶ τὰ δαιμόνια τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ μποῦν
σ' ἐκείνους τοὺς χοίρους. Καὶ ὁ Κύριος τούς τὸ ἐπέτρεψε, ἐπειδὴ αὐτοὶ
πού ἔτρεφαν τοὺς χοίρους τὸ ἔκαναν αὐτὸ παραβαίνοντας τὸ Μωσαϊκὸ
νόμο, ὁ ὁποῖος ἀπαγόρευε ὡς ἀκάθαρτο τὸ χοιρινὸ κρέας. Μὲ τὸν τρόπο
αὐτὸ ὁ Κύριος τιμώρησε τὴν παρανομία τους αὐτή. Κι ἀφοῦ βγῆκαν τὰ
δαιμόνια ἀπό τὸν ἄνθρωπο, μπῆκαν στοὺς χοίρους. Τότε τὸ κοπάδι ὅρμησε
μὲ ἀσυγκράτητη μανία πρὸς τὸ γκρεμό, κι ἔπεσε κάτω στὴ λίμνη καὶ πνίγηκε.
Μόλις εἶδαν αὐτὸ πού ἔγινε ἐκεῖνοι πού ἔβοσκαν τοὺς χοίρους, ἔφυγαν
καὶ ἀνήγγειλαν τὸ συμβὰν τῆς καταστροφῆς τῶν χοίρων στοὺς κατοίκους τῆς
πόλεως καὶ σ' ὅσους ἔμεναν ἔξω στὴν ὕπαιθρο. Τότε οἱ ἄνθρωποι βγῆκαν
ἀπὸ τὴν πόλη καὶ τὰ περίχωρα γιὰ νὰ δοῦν αὐτὸ πού ἔγινε, καὶ ἦλθαν
στόν Ἰησοῦ. Καὶ πράγματι, βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τόν ὁποῖον εἶχαν βγεῖ
τά δαιμόνια νά κάθεται κοντά στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί νά εἶναι ντυμένος καί
σωφρονισμένος. Καί φοβήθηκαν. Κι ὅσοι εἶχαν δεῖ τὸ περιστατικὸ τοὺς διηγήθηκαν
πῶς ἔγινε καλὰ καὶ σώθηκε ὁ δαιμονισμένος. Τότε ὅλο τὸ πλῆθος τῆς
περιφέρειας τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τὸν Ἰησοῦ νὰ φύγει ἀπὸ κοντά
τους, διότι κυριεύθηκαν ἀπὸ μεγάλο φόβο ὅταν εἶδαν τὴ δίκαιη τιμωρία
πού ἐπιβλήθηκε σ' ἐκείνους πού ἐξέτρεφαν χοίρους παρὰ τὴν ἀπαγόρευση
τοῦ νόμου. Καὶ ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ ἐπέστρεψε στὸ μέρος ἀπὸ τὸ
ὁποῖο εἶχε ἔλθει. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχαν βγεῖ τὰ δαιμόνια
τὸν παρακαλοῦσε νὰ μένει μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ
νὰ φύγει λέγοντας: Γύρισε πίσω στὸ σπίτι σου καὶ νὰ διηγεῖσαι ὅσα σοῦ
ἔκανε ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σὲ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὰ δαιμόνια. Κι ἐκεῖνος ἔφυγε
καὶ διεκήρυττε σ' ὅλη τὴν πόλη ὅσα τοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου