Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ
(15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2019)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  
Ἀ­δελ­φοί εἰ­δό­τες ὅ­τι ο δι­και­οῦ­ται ἄν­θρω­πος ἐξ ἔρ­γων νό­μου ἐ­ὰν μ δι­ὰ πί­στε­ως Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, κα ἡ­μεῖς ες Χρι­στὸν Ἰ­η­σοῦν ἐ­πι­στε­ύ­σα­μεν, ἵ­να δι­και­ω­θῶ­μεν κ πί­στε­ως Χρι­στοῦ κα οκ ξ ἔρ­γων νό­μου, δι­ό­τι ο δι­και­ω­θή­σε­ται ξ ἔρ­γων νό­μου πᾶ­σα σρξ. Ε δ ζη­τοῦν­τες δι­και­ω­θῆ­ναι ν Χρι­στῷ εὑ­ρέ­θη­μεν κα αὐ­τοὶ ἁ­μαρ­τω­λοί, ἆ­ρα Χρι­στὸς ἁ­μαρ­τί­ας δι­ά­κο­νος; μ γέ­νοι­το. ε γρ κα­τέ­λυ­σα ταῦ­τα πά­λιν οἰ­κο­δο­μῶ, πα­ρα­βά­την ἐ­μαυ­τὸν συ­νί­στη­μι. ἐ­γὼ γρ δι­ὰ νό­μου νό­μῳ ἀ­πέ­θα­νον, ἵ­να Θε­ῷ ζή­σω. Χρι­στῷ συ­νε­στα­ύ­ρω­μαι· ζ δ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζ δ ν ἐ­μοὶ Χρι­στός· δ νν ζ ν σαρκ, ν πί­στει ζ τ το υἱ­οῦ το Θε­οῦ το ἀ­γα­πή­σαν­τός με κα πα­ρα­δόν­τος ἑ­αυ­τὸν ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ.
                                                  (Γαλ. β΄[2] 16 – 20)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀ­δελ­φοί, ἐπειδή μά­θα­με ἀ­πὸ τὴν προ­σω­πι­κή μας πεί­ρα ὅ­τι δὲν γί­νε­ται δί­και­ος ὁ ἄν­θρω­πος καὶ δὲν σώ­ζε­ται μὲ τὴν τή­ρη­ση τῶν τυ­πι­κῶν δι­α­τά­ξε­ων τοῦ Μω­σα­ϊ­κοῦ νό­μου, ἀλλά μό­νο μὲ τὴν πί­στη στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, γι' αὐ­τὸ λοι­πὸν κι ἐμεῖς πι­στέ­ψα­με στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, γιὰ νὰ γί­νου­με δί­και­οι καὶ νὰ σω­θοῦ­με ἀ­πὸ τὴν πί­στη στὸ Χρι­στὸ καὶ ὄ­χι ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα τοῦ Μω­σα­ϊ­κοῦ νό­μου. Δι­ό­τι, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται καὶ στοὺς ψαλ­μούς, μὲ τὰ ἔρ­γα τοῦ νό­μου δὲν θὰ δι­και­ω­θεῖ καὶ δὲν θὰ σω­θεῖ κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος. Ἀλλά ἐ­ὰν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ἡ τή­ρη­ση τοῦ νό­μου εἶ­ναι ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νη, καὶ συ­νε­πῶς ἐμεῖς πού ἀ­φή­σα­με τὸ νό­μο ἁ­μαρ­τή­σα­με καὶ βρε­θή­κα­με νὰ εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοὶ μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ ζη­τοῦ­με νὰ δι­και­ω­θοῦ­με καὶ νὰ σω­θοῦ­με μὲ τὴν πί­στη καὶ τὴν κοι­νω­νί­α μας μὲ τὸν Χρι­στό, τό­τε γεν­νι­έ­ται τὸ ἄ­το­πο ἐ­ρώ­τη­μα: Ἄ­ρα ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ὑ­πη­ρέ­της ἁ­μαρ­τί­ας, ἀφοῦ αὐ­τὸς μᾶς ὤ­θη­σε νὰ ἀ­φή­σου­με τὸ νό­μο; Μὴ συμ­βεῖ νὰ ποῦ­με μιὰ τέ­τοι­α βλα­σφη­μί­α. Καὶ κα­τα­λή­γου­με ὁ­πωσ­δή­πο­τε στὴ βλα­σφη­μί­α αὐ­τή, ἐ­ὰν δε­χθοῦ­με ὡς ἀ­λη­θι­νὴ τὴν ὑ­πό­θε­ση πού κά­να­με. Δι­ό­τι, ἐ­ὰν ἐκεῖνα πού κα­τάρ­γη­σα καὶ ἀ­θέ­τη­σα ὡς ἀ­νώ­φε­λα, δη­λα­δὴ τὶς τυ­πι­κὲς δι­α­τά­ξεις τοῦ νό­μου, αὐ­τὰ πά­λι τὰ τη­ρῶ ὡς ἀ­ναγ­καῖ­α καὶ ἀ­πα­ραί­τη­τα γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α, μὲ τὴν ἐ­πά­νο­δό μου αὐ­τὴ στὴν τή­ρη­ση τοῦ νό­μου ἀ­πο­δει­κνύ­ω τὸν ἑ­αυ­τό μου πα­ρα­βά­τη· δι­ό­τι βε­βαι­ώ­νω ἔμ­πρα­κτα ὅ­τι ἔ­κα­να λά­θος πρω­τύ­τε­ρα πού ἀ­θέ­τη­σα τὸ νό­μο, καὶ ἁ­μάρ­τη­σα ὅ­ταν προ­τί­μη­σα τὴ σω­τη­ρί­α πού δίνει ὁ Χρι­στός. Ἀλλά ὄ­χι. Δὲν ἁ­μάρ­τη­σα, οὔ­τε εἶ­μαι πα­ρα­βά­της. Δι­ό­τι ἐγώ μὲ κρι­τή­ριο τὸ νό­μο πού κα­τάρ­γη­σα καὶ ὁ ὁποῖος τι­μω­ρεῖ μὲ θά­να­το κά­θε πα­ρα­βά­τη του, πέ­θα­να ὡς πρὸς τὸ νό­μο, γιὰ νὰ ζή­σω γιὰ τὴ δό­ξα τοῦ Θε­οῦ. Μὲ τὸ βά­πτι­σμα ἔ­χω σταυ­ρω­θεῖ κι ἔ­χω πε­θά­νει μα­ζὶ μὲ τὸν Χρι­στό. Κι ἀφοῦ εἶ­μαι νε­κρός, δὲν ἔ­χει πλέ­ον κα­μί­α ἰ­σχὺ γιὰ μέ­να ὁ νό­μος. Ἔ­γι­να κοι­νω­νὸς τοῦ σταυ­ρι­κοῦ θα­νά­του τοῦ Χρι­στοῦ καὶ εἶ­μαι νε­κρός. Λοι­πὸν δὲν ζῶ πλέ­ον ἐγώ, ὁ πα­λαι­ὸς δη­λα­δὴ ἄν­θρω­πος, ἀλλά ζεῖ μέ­σα μου ὁ Χρι­στός. Καὶ τὴ φυ­σι­κὴ ζω­ὴ πού ζῶ μέ­σα στὸ σῶ­μα μου τώ­ρα πού ἐ­πέ­στρε­ψα στὸ Χρι­στό, τὴ ζῶ μὲ τὴν ἔμ­πνευ­ση καὶ τὴν κυ­ρι­αρ­χί­α τῆς πί­στε­ως στὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μὲ ἀ­γά­πη­σε καὶ πα­ρέ­δω­σε τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μου.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος, Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἀ­κο­λου­θεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τὸν κα ἀ­ρά­τω τν σταυ­ρὸν αὐ­τοῦ, κα ἀ­κο­λου­θε­ί­τω μοι. ς γρ ν θέ­λῃ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ σῶ­σαι, ἀ­πο­λέ­σει αὐ­τήν· ς δ' ν ἀ­πο­λέ­σῃ τν ἑ­αυ­τοῦ ψυ­χὴν ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ κα το εὐ­αγ­γε­λί­ου, οὗ­τος σώ­σει αὐ­τήν. τ γρ ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον ἐ­ὰν κερ­δή­σῃ τν κό­σμον ὅ­λον, κα ζη­μι­ω­θῇ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ; τ δώ­σει ἄν­θρω­πος ἀν­τάλ­λαγ­μα τς ψυ­χῆς αὐ­τοῦ; ς γρ ἐ­ὰν ἐ­παι­σχυν­θῇ με κα τος ἐ­μοὺς λό­γους ν τ γε­νε­ᾷ τα­ύ­τῃ τ μοι­χα­λί­δι κα ἁ­μαρ­τω­λῷ, κα υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐ­παι­σχυν­θή­σε­ται αὐ­τὸν ὅ­ταν ἔλ­θῃ ἐν τ δό­ξῃ το πα­τρὸς αὐ­τοῦ με­τὰ τν ἀγ­γέ­λων τν ἁ­γί­ων. Κα ἔ­λε­γεν αὐ­τοῖς· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν ὅ­τι εἰ­σί τι­νες τν ὧ­δε ἑ­στη­κό­των, οἵ­τι­νες ο μ γε­ύ­σων­ται θα­νά­του ἕ­ως ἂν ἴ­δω­σι τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ ἐ­λη­λυ­θυῖ­αν ἐν δυ­νά­μει. 
                                    (Μάρκ. η΄[8] 34 – θ΄[9] 1)

ΘΕΛΕΙ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ
«Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἀ­κο­λου­θεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τὸν»
Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴν Ὕ­ψω­σιν τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ σή­με­ρα καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο ὁ Κύ­ριος μᾶς κα­λεῖ νὰ Τὸν ἀ­κο­λου­θή­σου­με ἐ­πι­λέ­γον­τας τὴν ὁ­δὸ τῆς αὐ­τα­παρ­νή­σε­ως. «Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἀ­κο­λου­θεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τόν», μᾶς λέ­γει. Δη­λα­δὴ ὅ­ποι­ος θέ­λει νὰ μὲ ἀ­κο­λου­θή­σει ὀ­φεί­λει νὰ δι­α­κό­ψει κά­θε φι­λί­α καὶ σχέ­ση μὲ τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ ἑ­αυ­τό του!
Ἡ αὐ­τα­πάρ­νη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ θε­με­λι­ώ­δη προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ γί­νει κά­ποι­ος δε­κτὸς ὡς μα­θη­τὴς τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὁ λό­γος πε­ρὶ αὐ­τα­παρ­νή­σε­ως ἠ­χεῖ του­λά­χι­στον ὡς πα­ρά­ξε­νος – ἂν ὄ­χι καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τος – στὰ αὐ­τιὰ τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει μά­θει νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κει τὸ βό­λε­μά του, νὰ δι­εκ­δι­κεῖ τὰ ἀ­το­μι­κά του δι­και­ώ­μα­τα καὶ νὰ ἀ­γω­νί­ζε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ τὸ προ­σω­πι­κό του συμ­φέ­ρον.
Ἀ­ξί­ζει λοι­πὸν νὰ δοῦ­με ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ αὐ­τα­πάρ­νη­ση ποὺ μᾶς ζη­τᾶ ὁ Κύ­ριος Ἰ­η­σοῦς καὶ για­τί ἀ­ξί­ζει νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ζω­ῆς.
1. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ
Τὸ «ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τὸν» ση­μαί­νει νὰ ἀρ­νη­θοῦ­με χά­ριν τοῦ Χρι­στοῦ τὰ ἁ­μαρ­τω­λά μας θε­λή­μα­τα, τὰ ἰ­δι­ο­τε­λὴ καὶ ἐ­γω­ι­στι­κά μας ἐ­λα­τή­ρια, τὶς ἄ­νο­μες ἐ­πι­θυ­μί­ες τῆς καρ­διᾶς μας. Ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος μὲ τὸν θε­ο­φώ­τι­στο λό­γο του γρά­φει πο­λὺ συ­νο­πτι­κὰ ὅ­τι αὐ­τα­πάρ­νη­ση εἶ­ναι «ἡ παν­τε­λὴς τῶν πα­ρελ­θόν­των λή­θη καὶ ἡ τῶν θε­λη­μά­των αὐ­τοῦ ἀ­να­χώ­ρη­σις», δη­λα­δὴ τὸ νὰ ξε­χά­σου­με τὸ πα­ρελ­θόν μας καὶ νὰ ἀ­πο­ξε­νω­θοῦ­με ἀ­πὸ τὰ προ­σω­πι­κά μας θε­λή­μα­τα (ΕΠΕ 8, 214). Κα­λού­μα­στε δη­λα­δὴ νὰ ἀρ­νη­θοῦ­με κά­πο­τε καὶ αὐ­τὰ τὰ νό­μι­μα δι­και­ώ­μα­τά μας προ­κει­μέ­νου νὰ παύ­σου­με νὰ ζοῦ­με ἐ­γω­κεν­τρι­κά. Μὲ ἕ­να λό­γο, αὐ­τα­πάρ­νη­ση ση­μαί­νει νὰ βγά­λου­με ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο τὸν ἑ­αυ­τό μας. Νὰ τὸν δι­α­γρά­ψου­με μό­νοι μας καὶ αὐ­το­προ­αι­ρέ­τως.
Ἂς σκε­φθοῦ­με τὸ πα­ρά­δειγ­μα μιᾶς μη­τέ­ρας. Μὲ πό­ση αὐ­τα­πάρ­νη­ση ὑ­πο­βάλ­λε­ται κα­θη­με­ρι­νὰ σὲ κό­πους καὶ ξε­νύ­χτια, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­να­θρέ­ψει τὰ παι­διά της! Ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἀ­φο­σί­ω­σή της στὴν οἰ­κο­γέ­νεια τὴν ὁ­δη­γεῖ στὸ νὰ ξε­χνᾶ ἐν­τε­λῶς τὸν ἑ­αυ­τό της καὶ νὰ μὴ λο­γα­ριά­ζει τὴν ὅ­ποι­α θυ­σί­α.
Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως ἂς ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τὸ τέ­λει­ο πρό­τυ­πο αὐ­τα­παρ­νή­σε­ως, τὸν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ Ὁ­ποῖ­ος «ἑ­αυ­τὸν ἐ­κέ­νω­σε» (Φι­λιπ. β΄ 7). Ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κε στὴ γῆ μέ­χρι τὸν θά­να­τό του πά­νω στὸν Σταυ­ρό, ὅ­λη ἡ ζω­ή του ὑ­πῆρ­ξε συ­νε­χὴς πρά­ξη αὐ­τα­παρ­νή­σε­ως καὶ αὐ­το­κε­νώ­σε­ως. Ἔ­τσι δί­δα­ξε τὴν αὐ­τα­πάρ­νη­ση μὲ τὸ δι­κό του μο­να­δι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα.
Για­τί ὅ­μως νὰ ἐ­πι­λέ­ξου­με αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ζω­ῆς; Δὲν εἶ­ναι σκλη­ρὸ νὰ ἀρ­νεῖ­σαι τὸν ἑ­αυ­τό σου; Σὲ τί ὠ­φε­λεῖ;
2. ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ
Ὁ κυ­ρι­ό­τε­ρος λό­γος γιὰ νὰ ἀρ­νη­θοῦ­με τὸν ἑ­αυ­τό μας εἶ­ναι γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὸν Χρι­στὸ καὶ ἔ­τσι ν᾿ ἀ­πο­κτή­σει νό­η­μα ἡ ζω­ή μας, νὰ βροῦ­με χα­ρὰ ἀ­λη­θι­νὴ καὶ αἰ­ώ­νια. Νὰ βροῦ­με τὸν ἀ­λη­θι­νὸ ἑ­αυ­τό μας.
Ἡ αὐ­τα­πάρ­νη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­φέ­ρον τῆς ψυ­χῆς μας. Δι­ό­τι αὐ­τὸς ποὺ ἀρ­νεῖ­ται τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ χά­ρη τοῦ Χρι­στοῦ, τε­λι­κὰ τὸν ξα­να­βρί­σκει! Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ μό­νος τρό­πος γιὰ νὰ ξα­να­βρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος τὸ πρω­τό­κτι­στο κάλ­λος καὶ τὴ χα­μέ­νη του δό­ξα: νὰ δι­α­κό­ψει κά­θε σχέ­ση μὲ τὸν ἐ­γω­ι­στὴ ἑ­αυ­τό του. Μᾶς τὸ εἶ­πε ὁ Κύ­ριος στὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο: «Ὃς δ᾿ ἂν ἀ­πο­λέ­σῃ τὴν ἑ­αυ­τοῦ ψυ­χὴν ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ καὶ τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου, οὗ­τος σώ­σει αὐ­τήν». Ὅ­ποι­ος χά­σει καὶ θυ­σιά­σει τὴ ζω­ή του γιὰ τὴν ὁ­μο­λο­γί­α καὶ τὴν ὑ­πα­κο­ή του σ᾿ Ἐ­μέ­να καὶ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιό μου, αὐ­τὸς θὰ σώ­σει τὴν ψυ­χή του. Θὰ κερ­δί­σει τὴν αἰ­ώ­νια εὐ­τυ­χί­α καὶ μα­κα­ρι­ό­τη­τα. Καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο κέρ­δος ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πε­τύ­χει ὁ ἄν­θρω­πος σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή.
Καὶ τό­τε, ὅ­ταν ζοῦ­με μὲ αὐ­τα­πάρ­νη­ση καὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­με τὸν Χρι­στό, ἔρ­χε­ται ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα καὶ ἡ δυ­να­τό­τη­τα νὰ προ­σφέ­ρου­με κά­τι ση­μαν­τι­κὸ καὶ ὠ­φέ­λι­μο στὴν κοι­νω­νί­α. Δὲν ἐρ­γα­ζό­μα­στε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ τὸ ἄ­το­μό μας ἀλ­λὰ γιὰ τὸ κοι­νὸ συμ­φέ­ρον, γιὰ τὸ κα­λὸ ὅ­λων. Εἶ­ναι πολ­λὰ καὶ συγ­κι­νη­τι­κὰ τὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀν­θρώ­πων ποὺ ἀ­φι­έ­ρω­σαν τὴ ζω­ή τους ὑ­πη­ρε­τών­τας τὸν συ­νάν­θρω­πο καὶ μά­λι­στα, σὲ με­ρι­κὲς πε­ρι­πτώ­σεις, μὲ κίν­δυ­νο τῆς ζω­ῆς τους! Ἄν­θρω­ποι γε­μά­τοι ἀ­γά­πη ποὺ ἔ­ζη­σαν δί­πλα σὲ ἀ­να­πή­ρους καὶ σὲ λε­προὺς ἢ κον­τὰ σὲ ὀρ­φα­νὰ καὶ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­να παι­διά. Καὶ ἄλ­λοι ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τὴν πα­τρί­δα τους ἢ τὴν ὅ­ποι­α τυ­χὸν στα­δι­ο­δρο­μί­α προ­κει­μέ­νου νὰ ἐρ­γα­στοῦν γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου στὰ πέ­ρα­τα τῆς γῆς. Ποι­ὰ ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κὴ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξη­γή­σει αὐ­τὸ τὸ ξε­χεί­λι­σμα ἀ­γά­πης, ποὺ ὁ­δη­γεῖ σὲ τέ­τοι­α αὐ­τα­πάρ­νη­ση; Ποι­ὸς μπο­ρεῖ νὰ ἐ­κτι­μή­σει τὴν προ­σφο­ρὰ αὐ­τῶν τῶν με­γά­λων εὐ­ερ­γε­τῶν τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τος;!
Ὅ­σο κι ἂν μᾶς κο­στί­ζει τὸ νὰ ἀρ­νη­θοῦ­με τὸν ἑ­αυ­τό μας... Ὅ­σο σκλη­ρὸ καὶ δύ­σκο­λο κι ἂν εἶ­ναι τὸ νὰ ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε γιὰ νὰ ἀ­πο­κο­ποῦ­με ἀ­πὸ τὰ ἁ­μαρ­τω­λὰ πά­θη καὶ τὶς βλα­βε­ρὲς συ­νή­θει­ες... τε­λι­κὰ συμ­φέ­ρει! Δι­ό­τι ὅ­σο ξε­περ­νοῦ­με τὴ φι­λαυ­τί­α μας, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ζοῦ­με τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὴν κοι­νω­νί­α τῶν ἀ­δελ­φῶν, χαι­ρό­μα­στε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α ἀ­πὸ τὰ δε­σμὰ τῶν πα­θῶν καί – τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο – βα­δί­ζου­με στα­θε­ρὰ τὸ δρό­μο ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς μας!
     (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
(8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2019)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, ἲ­δε­τε πη­λί­κοις ὑ­μῖν γράμ­μα­σιν ἔ­γρα­ψα τ ἐ­μῇ χει­ρί.  ὅ­σοι θέ­λου­σιν εὐ­προ­σω­πῆ­σαι ν σαρκ, οὗ­τοι ἀ­ναγ­κά­ζου­σιν ὑ­μᾶς πε­ρι­τέ­μνε­σθαι, μό­νον ἵ­να μ τ σταυ­ρῷ το Χρι­στοῦ δι­ώ­κων­ται. οὐ­δὲ γρ ο πε­ρι­τε­τμη­μέ­νοι αὐ­τοὶ νό­μον φυ­λάσ­σου­σιν, ἀλ­λὰ θέ­λου­σιν ὑ­μᾶς πε­ρι­τέ­μνε­σθαι, ἵ­να ἐν τ ὑ­με­τέ­ρᾳ σαρ­κὶ καυ­χή­σων­ται. Ἐ­μοὶ δ μ γέ­νοι­το καυ­χᾶ­σθαι ε μ ν τ σταυ­ρῷ το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δι' ο ἐ­μοὶ κό­σμος ἐ­στα­ύ­ρω­ται κἀ­γὼ τ κό­σμῳ. ν γρ Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ οὔ­τε πε­ρι­το­μή τι ἰ­σχύ­ει οὔ­τε ἀ­κρο­βυ­στί­α, ἀλ­λὰ και­νὴ κτί­σις. κα ὅ­σοι τ κα­νό­νι το­ύ­τῳ στοι­χή­σου­σιν, εἰ­ρή­νη ἐ­π' αὐ­τοὺς κα ἔ­λε­ος, κα ἐ­πὶ τν Ἰσ­ρα­ὴλ το Θε­οῦ. Το λοι­ποῦ κό­πους μοι μη­δεὶς πα­ρε­χέ­τω· ἐ­γὼ γρ τ στίγ­μα­τα το Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ ἐν τ σώ­μα­τί μου βα­στά­ζω. χά­ρις το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ με­τὰ το πνε­ύ­μα­τος ὑ­μῶν, ἀ­δελ­φοί· ἀ­μήν.           
  (Γαλ. στ΄[6] 11 – 18 )
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀδελφοί, δεῖ­τε μὲ πό­σο με­γά­λα γράμ­μα­τα σᾶς ἔ­γρα­ψα μὲ τὸ ἴ­διο μου τὸ χέ­ρι.  Ὅ­σοι θέ­λουν νὰ κά­νουν κα­λὴ ἐν­τύ­πω­ση καὶ νὰ ἀ­ρέ­σουν σὲ ἀν­θρώ­πους γιὰ πράγ­μα­τα πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στὴ σάρ­κα, αὐ­τοὶ σᾶς πα­ρα­κι­νοῦν καὶ σᾶς πα­ρα­σύ­ρουν νὰ πε­ρι­τέ­μνε­σθε, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ μὴν κα­τα­δι­ώ­κον­ται ἀ­π' τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους γιὰ τὸ κή­ρυγ­μα πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ σταυ­ρὸ τοῦ Χρι­στοῦ. Γι αὐ­τὸ καὶ μό­νο σᾶς ἀ­ναγ­κά­ζουν νὰ πε­ρι­τέ­μνε­σθε. Κι αὐ­τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι οὔ­τε κι αὐ­τοί πού ἔ­χουν πε­ρι­τμη­θεῖ τη­ροῦν τὶς τε­λε­τουρ­γι­κὲς δι­α­τά­ξεις τοῦ νό­μου, τὶς κα­θάρ­σεις δη­λα­δὴ καὶ τὶς ζω­ο­θυ­σί­ες· ἀλ­λά θέ­λουν νὰ πε­ρι­τέ­μνε­σθε ἐ­σεῖς γιά νά καυ­χη­θοῦν αὐ­τοὶ γιὰ τὴ δι­κή σας σάρ­κα. Θέ­λουν δη­λα­δὴ νὰ καυ­χη­θοῦν ὅ­τι σᾶς ἔ­πει­σαν νὰ δε­χθεῖ­τε τὴν πε­ρι­το­μή. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲν κι­νοῦ­μαι ἀ­πὸ τέ­τοι­α ἁ­μαρ­τω­λὰ ἐ­λα­τή­ρια. Πο­τὲ νὰ μὴ συμ­βεῖ ἐ­γώ νὰ καυ­χη­θῶ γιὰ τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νο γιὰ τὸ ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς γιὰ χὰ­ρη μου πῆ­ρε μορ­φὴ δού­λου καὶ σταυ­ρώ­θη­κε γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μου. Μό­νο καύ­χη­μά μου εἶ­ναι ὁ σταυ­ρι­κὸς θά­να­τος τοῦ Κυ­ρί­ου. Καὶ μὲ τὴν πί­στη στὸ θά­να­τό του αὐ­τόν ἔ­χει νε­κρω­θεῖ κι ἔ­χει χά­σει τὴ δύ­να­μή του ὁ κό­σμος γιά μέ­να. Ἀλ­λά κι ἐ­γώ ἔ­χω νε­κρω­θεῖ γιὰ τὸν κό­σμο. Εἶ­μαι νε­κρω­μέ­νος γιὰ τὸν κό­σμο, καὶ τί­πο­τε ἀ­π’ αὐ­τόν δὲν μὲ δε­λε­ά­ζει οὔ­τε μὲ φο­βί­ζει. Δι­ό­τι στὴν κοι­νω­νί­α καὶ τὴν ἕ­νω­ση μὲ τὸν Χρι­στὸ οὔ­τε ἡ πε­ρι­το­μή ἔ­χει κα­μί­α ἀ­ξί­α οὔ­τε ἡ ἀ­κρο­βυ­στί­α, ἀλ­λά ἰ­σχύ­ει νέ­α κτί­ση καὶ δη­μι­ουρ­γί­α. Ἡ και­νὴ αὐ­τὴ κτί­ση εἶ­ναι ἡ ἀ­να­γέν­νη­ση πού δί­νει ὁ Χρι­στὸς σὲ κά­θε πι­στὸ μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κῆς του σταυ­ρι­κῆς θυ­σί­ας. Καὶ ὅ­σοι θ' ἀ­κο­λου­θή­σουν τὴ δι­δα­σκα­λί­α αὐ­τὴ γιά τή νέ­α κτί­ση καὶ θὰ τὴν ἔ­χουν ὡς μέ­τρο καὶ ὑ­πό­δειγ­μα γιὰ νὰ συμ­μορ­φώ­σουν τὴ ζω­ὴ τους μ' αὐ­τή, ἂς ἔ­χουν ἐ­πά­νω τους τὴν εἰ­ρή­νη καὶ τὸ ἔ­λε­ος· ἀλ­λά καὶ γε­νι­κό­τε­ρα ὅ­λος ὁ νέ­ος Ἰσ­ρα­ὴλ τῆς χά­ρι­τος, ὁ νέ­ος λα­ὸς πού μὲ τὴν πί­στη ἔ­γι­νε ἐ­κλε­κτὸς στὸ Θε­ὸ καὶ ἀν­τι­κα­τά­στη­σε τόν πα­λαι­ό κα­τὰ σάρ­κα Ἰσ­ρα­ήλ. Στὸ ἑ­ξῆς ἂς μὴ μοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ κα­νεὶς κό­πους καί ἐ­νο­χλή­σεις, ζη­τών­τας ἀ­πὸ μέ­να νὰ ἀ­πο­λο­γοῦ­μαι γιά ὅ­σα κά­νω. Δι­ό­τι ἐ­γώ βα­στά­ζω στὸ σῶ­μα μου τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν πού δέ­χθη­κα γιὰ τὸν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ. Καί οἱ πλη­γές μου αὐ­τὲς εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­λο­γί­α μου. Σᾶς εὔ­χο­μαι, ἀ­δελ­φοί, ἡ χά­ρις τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ νὰ ἐ­νι­σχύ­ει καὶ νὰ ἐν­δυ­να­μώ­νει τὶς πνευ­μα­τι­κές σας δυ­νά­μεις, ὥ­στε νὰ δι­α­τη­ρεῖ­τε πάν­το­τε τόν ἁ­για­σμὸ πού σᾶς ἔ­δω­σε τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα. Ἀ­μήν.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος. οὐ­δεὶς ἀ­να­βέ­βη­κεν ες τν οὐ­ρα­νὸν ε μ κ το οὐ­ρα­νοῦ κα­τα­βάς, υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ὁ ν ν τ οὐ­ρα­νῷ. κα κα­θὼς Μω­ϋ­σῆς ὕ­ψω­σε τν ὄ­φιν ἐν τ ἐ­ρή­μῳ, οὕ­τως ὑ­ψω­θῆ­ναι δε τν υἱ­ὸν το ἀν­θρώ­που, ἵ­να πς πι­στε­ύ­ων ες αὐ­τὸν μ ἀ­πό­λη­ται ἀλ­λ' ἔ­χῃ ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον. Οὕ­τω γρ ἠ­γά­πη­σεν ὁ Θε­ὸς τν κό­σμον, ὥ­στε τν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ τν μο­νο­γε­νῆ ἔ­δω­κεν, ἵ­να πς πι­στε­ύ­ων ες αὐ­τὸν μ ἀ­πό­λη­ται ἀλ­λ' ἔ­χῃ ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον. ο γρ ἀ­πέ­στει­λεν ὁ Θε­ὸς τν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ες τν κό­σμον ἵ­να κρί­νῃ τν κό­σμον, ἀλλ' ἵ­να σω­θῇ κό­σμος δι' αὐ­τοῦ. 
                                        (Ἰωάν. γ΄[3] 13 – 17)

ΟΠΛΟ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΟ
«Κα­θὼς Μω­ϋ­σῆς ὕ­ψωσε τὸν ὄ­φιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕ­τως ὑ­ψω­θῆ­ναι δεῖ τὸν υἱ­ὸν τοῦ ἀν­θρώ­που».
Μὲ ἱ­ε­ρὸ ρῖ­γος θὰ προ­σκυ­νή­σουμε αὐτὲς τὶς μέρες, ἀ­γα­πη­τοί μου, τὸν Σταυ­ρὸ τοῦ Κυ­ρί­ου. Θὰ ὑ­ψω­θεῖ καὶ πά­λιν στὸ μέ­σο τῆς αἱ­μα­το­βαμ­μέ­νης γῆς ὡς σύμ­βο­λο σω­τη­ρί­ας καὶ λυ­τρώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὰ δε­σμὰ καὶ τὸν θά­να­το τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ ἀ­λή­θεια ἀ­να­πη­δᾶ ἀ­πὸ τὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, τὸ ὁ­ποῖ­ο μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ἕ­να κα­τα­πλη­κτι­κὸ γε­γο­νός, ποὺ συ­νέ­βη 1500 ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια πρὶν ὑ­ψω­θεῖ ὁ Σταυ­ρὸς στὸν Γολ­γο­θᾶ. Ἂς με­λε­τήσουμε, λοι­πόν, αὐ­τὸ τὸ γε­γο­νός, δι­ό­τι ἔ­χει πολ­λὰ νὰ μᾶς δι­δά­ξει.
1.ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΝΗ
«Κα­θὼς Μω­ϋ­σῆς ὕ­ψω­σε τὸν ὄ­φιν ἐν τῇ ἐ­ρή­μῳ».
Γυρίζουμε ­πί­σω 3.500 πε­ρί­ου χρό­νια. Ὁ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸς λα­ός, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἕ­να δρα­μα­τι­κὸ ἀ­γώ­να, ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἐ­πὶ τέ­λους ἀ­πὸ τὸν σκλη­ρὸ ζυ­γὸ τῶν Αἰ­γυ­πτί­ων, ὅ­που ­πέ­ρα­σε πι­κρὴ καὶ μαρ­τυρικὴ ζωή, δι­α­βαί­νει ὑ­πὸ τὴν ἡ­γε­σί­α τοῦ Μω­ϋ­σέ­ως θαυ­μα­τουρ­γι­κὰ τὴν Ἐ­ρυθρὰ θάλασσα· καί, διὰ μέ­σου τῆς ἐ­ρή­μου, κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν Πα­λαι­στί­νη, στὴ γῆ τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας, στὴ χώ­ρα ὅ­που θὰ ρέει «μέ­λι καὶ γά­λα».
Ἡ πο­ρεί­α του μέ­σα στὴν ἔ­ρη­μο εἶ­ναι μιὰ ἀ­δι­ά­κο­πη ἐκδήλωση θαυ­μα­στῆς προ­νοί­ας τοῦ Θε­οῦ. Τὸν τρέ­φει μὲ τὸ «μάν­να», τὴν οὐ­ρά­νια αὐ­τὴν τρο­φή. Τὸν δρο­σί­ζει μὲ ὁ­λο­κά­θα­ρο νε­ρό. Τὸν προ­στα­τεύ­ει ἀ­πὸ κιν­δύ­νους. Τοῦ ἑ­τοι­μά­ζει εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ζω­ὴ στὴν εὐ­λο­γη­μέ­νη πα­τρί­δα.
Ἀ­τυ­χῶς ὅ­μως, ἐ­νῶ ὁ καθένας θὰ ­πε­ρί­με­νε νὰ ἐκ­δηλώσει ὁ λα­ὸς αὐ­τός, ὁ τό­σο πολὺ εὐργετημένος, αἴ­σθη­μα εὐ­γνω­μο­σύ­νης, ἀν­τίθετα τὸν βλέ­που­με νὰ πα­ραπονεῖται, νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται, νὰ γογγύζει, θυμᾶται – ἀκατανόητο! – «τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὰ πρά­σα» τῆς Αἰ­γύ­πτου. Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ οὐ­ρά­νια τρο­φή, τὸ «μάν­να». «Καὶ κα­τε­λά­λει ὁ λα­ὸς πρὸς τὸν Θε­ὸν κα­τὰ Μω­ϋ­σῆ λέ­γον­τες.... ἡ ψυ­χὴ ἡ­μῶν προ­σώ­χθι­σεν ἐν τῷ ἄρ­τῳ τούτῳ τῷ δι­α­κέ­νῳ» (Ἀ­ριθμ. κα΄[21] 5).
Ἀ­γνώ­μων λα­έ!  Ἀλ­λὰ ἡ ἀ­χα­ρι­στί­α αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸ νὰ μείνει χω­ρὶς κυ­ρώ­σεις. Καὶ νά! Στέλ­νει ὁ Θε­ός, ση­μει­ώ­νει ἡ Ἁγ. Γρα­φή, φί­δια δη­λη­τη­ρι­ώ­δη, ποὺ σκορ­ποῦν τὸν θά­να­το. Τὰ πτώ­μα­τα κα­τὰ σω­ρούς. Ὁ κα­ταυ­λι­σμὸς τῶν Ἰ­ου­δαί­ων με­τα­βάλ­λε­ται σὲ τό­πο δα­κρύ­ων καὶ σὲ ἀ­πέ­ραν­το νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Τρο­με­ρὸ τὸ θέ­α­μα!  Νέ­οι, γέ­ρον­τες, παι­διά, ἄν­δρες, γυ­ναῖ­κες σπαρ­τα­ροῦν σὲ κά­θε βῆ­μα καὶ πεθαίνουν.
Νὰ στα­μα­τήσουμε γιὰ λί­γο.... Ἡ εἰ­κό­να αὐ­τὴ ἔ­χει ἐ­φαρ­μο­γὴ καὶ σὲ  ἄλ­λη σφαί­ρα, τὴν πνευ­μα­τι­κή.
Βα­σι­λέ­α τῆς ὑ­λι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ἔ­κα­με ὁ Θε­ὸς τὸν ἄν­θρω­πο. Πρύ­τα­νη μέ­σα σὲ ἕ­να με­γα­λει­ῶ­δες ἔρ­γο. Τοῦ ­χά­ρι­σε χα­ρί­σμα­τα καὶ δω­ρε­ές. Τὸν ­στό­λι­σε μὲ προ­σόν­τα καὶ ἱ­κα­νό­τη­τες. Τὸν ἐγ­κα­τέ­στη­σε σὲ μα­γευ­τι­κὸ βα­σί­λει­ο. Θὰ ἦ­το λοι­πὸν φυ­σι­κὸ νὰ αἰ­σθά­νε­ται ὁ ἄν­θρω­πος εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ με­γά­λου του εὐ­ερ­γέ­του. Καὶ ὅ­μως. Ἐ­πα­να­στά­τη­σε. Πα­ρέ­βει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­δεί­χθη ἀ­νά­ξιος τῆς στορ­γῆς τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ. Γνω­στὴ ἡ δρα­μα­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς πτώ­σε­ως.  Καὶ ἀ­μέ­σως ἦλ­θαν τὰ «φί­δια» ὡς συ­νέ­πεια καὶ ποι­νή.
Ἡ ἁ­μαρ­τί­α δηλ. τὸ τρο­με­ρὸ πνευ­μα­τι­κὸ αὐ­τὸ φί­δι, ποὺ σκορ­πά­ει τὸν θά­να­το. Αἰ­ώ­νας ὁ ἄν­θρω­πος κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἀ­πει­λὴ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τὶς φρικτὲς συνέπειές της. Δὲν ἄ­φη­σε κα­νέ­να προ­σόν του ἀ­νέ­πα­φο καὶ ἄ­τρω­το. Τοῦ κα­τα­πο­λέ­μη­σε τὸ σῶ­μα καὶ τὸ κατάστησε φωληὰ ἀ­σθε­νει­ῶν· τοῦ ­σκό­τι­σε τὸν νοῦ· τοῦ δι­έ­στρε­ψε τοὺς πό­θους· τοῦ αἰχμαλώτισε τὴ θέ­λη­ση· τοῦ ἀ­νέ­τρε­ψε τὸν οἰ­κο­γε­νεια­κὸ βί­ο· τὸν κα­τα­βί­βα­σε ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος στὸ χά­ος. Τὸν ἔ­δε­σεν στὸ ἅρ­μα πιὰ τοῦ θα­νά­του. Ἐ­κεῖ ποὺ πρῶ­τα ἄν­θι­ζε ἡ χα­ρά, τώ­ρα ἦλ­θε ὁ πό­νος, κα­τα­λυ­τής, καὶ ­σά­ρω­σε τὰ πάν­τα. Τί κρί­μα! Πῶς ἔ­γι­νε ἔ­τσι τὸ πλά­σμα τοῦ Θε­οῦ; Πῶς ἔ­πε­σε τό­σο χα­μη­λά;  Ποι­ὸς θὰ μπο­ρέσει νὰ τὸ σώσει ἀ­πὸ τὶς ὀδυνηρές καὶ τρομερὲς συνέπειες, ποὺ τοῦ ­δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ φί­δι – ἁμαρ­τί­α;
Ἡ συ­νέ­χεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ποὺ ἔ­λα­βε χώ­ρα στὴν ἔ­ρη­μο μὲ τοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες, μᾶς δί­δει τὴ λύ­ση.
2. ΣΥΜΒΟΛΟ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑ
Τρα­γι­κὴ ἡ θέ­ση τοῦ λα­οῦ. Θρῆ­νος καὶ κλαυθ­μὸς καὶ ὀ­δυρ­μὸς πο­λύς. Μη­τέ­ρες κλαῖ­νε τὰ νε­κρὰ παι­διά των καὶ παι­διὰ ὀ­δύ­ρον­ται γιὰ τὴν ὀρ­φά­νια των. Ἡ δρα­ματικότητα τῆς κατάστασης εἶ­ναι ἀ­νώτερη απὸ κάθε περιγραφή. Καὶ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα;  Οἱ Ἑ­βραῖ­οι συ­νέρ­χον­ται.  Τρέ­χουν μὲ ἀπόγνωση πρὸς τὸν Μω­ϋ­σῆ.  Πέ­φτουν στὰ πό­δια του. Μὲ λυγ­μοὺς τὸν ἱ­κε­τεύ­ουν νὰ με­σολαβήσει, ὥ­στε νὰ τοὺς συγ­χωρήσει ὁ Θε­ός. «Ἡ­μάρ­το­μεν ὅ­τι κα­τε­λα­λή­σα­μεν κα­τὰ τοῦ Κυ­ρί­ου... Εὖ­ξαι οὖν πρὸς τὸν Κύ­ριον, καὶ ἀ­φε­λέ­τω, ἀ­φ᾿ ἡ­μῶν τὸν ὄ­φιν...» (Ἀ­ριθ. κα΄[21] 7.
Ὁ Μω­ϋ­σῆς προσευχήθηκε. Ὁ Θε­ὸς τοὺς λυπήθηκε. Καὶ ἔ­δω­σε ἐν­το­λὴ στὸν Μω­ϋ­σῆ νὰ κα­τασκευάσει ἕ­να με­γά­λο χάλ­κι­νο φί­δι. Τὸ φί­δι αὐ­τὸ νὰ τὸ ὑψώσει ­πά­νω σὲ πα­νύ­ψη­λο κον­τά­ρι ποὺ νὰ στηθεῖ στὸ κέν­τρο τοῦ στρα­το­πέ­δου. Ὅ­ταν τὰ φί­δια θὰ ἐρχόντουσαν καὶ θὰ δάγ­κα­ναν τοὺς Ἑ­βραί­ους, τὸ φάρ­μα­κο, γιὰ νὰ μὴ ἀ­πο­θά­νουν, θὰ ἦταν νὰ στρέ­φουν ἀ­μέ­σως τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ ὑ­ψω­μέ­νο χάλ­κι­νο φί­δι, ὁπότε θὰ γίνονταν πά­ραυ­τα κα­λά.
Ἡ ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ ἐκτελέστηκε. Τὸ χάλ­κι­νο φί­δι ἔ­γι­νε καὶ ὑψώθηκε στὸ κον­τά­ρι. Τὰ φί­δια ἦλ­θαν πά­λι. Πα­ρά­δο­ξο ὅ­μως· δὲν ἀ­πέ­θα­νε πλέ­ον κα­νείς. Μό­λις ἔ­στρε­φαν τὰ βλέμ­μα­τα πρὸς τὸ κον­τά­ρι, τὸ δη­λη­τή­ριο τοῦ φι­διοῦ διαλυόταν καὶ χανόταν.
Κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γή, ἀ­δελ­φέ μου, τῆς συμ­βο­λι­κῆς αὐ­τῆς ἐ­νέργειας στὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς τοῦ Γολ­γο­θᾶ. Οἱ συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, μὲ τὴν πτώση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἦσαν, ἀ­λη­θι­νά, φαρ­μα­κε­ρές. Τὸ δη­λη­τή­ριό της ­σκορ­ποῦ­σε παντοῦ τὸν ψυ­χι­κὸ θά­να­το. Ἀ­μέ­τρη­τα τὰ θύ­μα­τά της. Ἀ­φάν­τα­στη ἡ φθο­ρὰ καὶ ἡ κα­τα­στρο­φή. Ἔ­πρε­πε κά­ποι­ος νὰ βρεθεῖ, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄν­θρω­πο. Καὶ χρειάστηκε τό­τε – ὢ βά­θος ἀ­γά­πης Θε­οῦ! νὰ ὑψωθεῖ στὸ ξύ­λο τοῦ Σταυ­ροῦ πάνω στὸν Γολγοθᾶ ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς ὁ Δη­μι­ουρ­γός, ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός.
Μὲ τὰ χέ­ρια τὰ πα­νά­χραν­τα ἀ­νοιγ­μέ­να ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ἀγκαλιάζει ἀ­πὸ τό­τε ὅ­λο τὸν κό­σμο. Μὲ τὸ τί­μιο αἷ­μά Του χα­ρί­ζει τὴ ζω­ὴ καὶ τὴν ἀ­θα­να­σί­α, σὲ ὅ­σους στρέ­φουν τὸ βλέμ­μα τους πρὸς Αὐ­τὸν σὲ ὧρες κλο­νι­σμῶν καὶ κιν­δύ­νων. Δὲν ἔ­παυ­σε, βέ­βαι­α, ἡ ἁ­μαρ­τί­α νὰ ὁρ­μᾶ κα­τὰ τῶν ὀ­πα­δῶν τοῦ Χρι­στοῦ. Δὲν ἔ­χει ὅ­μως πλέ­ον τὴ δύ­να­μη τοῦ θα­νά­του, ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος προσβλέπει στὸν Σω­τή­ρα. Τὸ δη­λη­τή­ριό της εἶ­ναι ἀ­κίν­δυ­νον. Τὸ αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ με­τα­δί­δει τὴ ζω­ὴ στὴν ψυ­χὴ τοῦ πι­στοῦ.
Ἄν­θρω­πε κου­ρα­σμέ­νε ἀ­πὸ τὰ συ­νε­χῆ πλήγ­μα­τα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας! Ἄν­θρω­πε πλη­γω­μέ­νε ἀ­πὸ τὸ ὀ­δυ­νη­ρὸ δάγ­κω­μα τῆς τρο­με­ρῆς ἔχιδνας τοῦ κα­κοῦ! Ἄν­θρω­πε, ποὺ ἡ ἁ­μαρ­τί­α σου ­σκό­τι­σε τὸν νοῦ, ποὺ σοῦ ­νέ­κρω­σε τὰ ψυ­χι­κὰ αἰ­σθη­τή­ρια, ποὺ σοῦ ­σκόρ­πι­σε τὰ ὡ­ραῖ­α καὶ ἅ­για ὄ­νει­ρα, ποὺ σοῦ ἀ­φήρ­πα­σε δό­λια τὸν ἐν­θου­σια­σμό, ποὺ σοῦ κα­τά­κλε­ψε τὸν ψυ­χι­κὸ θη­σαυ­ρό, ποὺ σοῦ στραγ­γά­λι­σε τοὺς εὐ­γε­νεῖς ὁ­ρα­μα­τι­σμούς, ποὺ σοῦ «φι­λο­δω­ρεῖ» κά­θε στιγ­μὴ τὴν πι­κρί­α καὶ τὴν ὀ­δύ­νη, ποὺ σὲ αἰχ­μα­λω­τί­ζει σὲ τα­πει­νὲς καὶ χα­μερ­πεῖς ἐ­πι­θυ­μί­ες!
Ἄν­θρω­πε, δυ­στυ­χι­σμέ­νε ὁ­δοι­πό­ρε τῆς πο­νε­μέ­νης μας γῆς, ἰ­δοὺ ὁ Σταυ­ρός!  Στρέ­φε τὸ βλέμ­μα σου· ὕ­ψω­νε τὴν ψυ­χή σου πρὸς Ἐ­κεῖ­νον, ποὺ εἶ­ναι ὑ­ψω­μέ­νος στὸ ξύ­λο τῆς ὀ­δύ­νης. Κοί­τα! Ὁ Σταυ­ρὸς θὰ γίνει καὶ γιὰ σὲνα καὶ γιὰ μένα κλί­μαξ, ποὺ θὰ μᾶς ὑψώσει ἀ­πὸ τὰ χα­μη­λὰ στὰ εὐ­λο­γη­μέ­να ὕ­ψη τῆς ἀ­ρε­τῆς, ἀ­πὸ τὸ χά­ος, στὴ γλυκειὰ ἀ­να­το­λή τῆς νέ­ας ζω­ῆς.
 Τά δυ­ὸ ἀ­νοιγ­μέ­να θε­ϊ­κὰ χέ­ρια θὰ κρα­τή­σουν γε­ρὰ τὰ ­δι­κά μας, γιὰ νὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σουν στὴν ὁ­λο­φώ­τει­νη χώ­ρα τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τας. Τὸ Αἷ­μα, τὸ Πα­νά­γιο Αἷ­μα, ποὺ ἀ­να­πη­δᾶ ἀ­πὸ τὸ θεῖ­ο Σῶ­μα, θὰ γίνει φάρ­μα­κο ἀ­θα­να­σί­ας. Καὶ ὁ ἀ­κάν­θι­νος στέ­φα­νος θὰ μεταβληθεῖ σὲ στε­φά­νι μὲ εὔ­ο­σμα ἄν­θη, ποὺ θὰ στολίσει πα­νη­γυ­ρι­κὰ τὰ μέ­τω­πα τῶν νι­κη­τῶν. Ποι­ὸς στράφηκε πρὸς τὸν Σταυ­ρὸ καὶ δὲ σώθηκε; Ποι­ὸς ἀ­γά­πη­σε τὸν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο καὶ δὲν αἰσθάνθηκε μέσα του νὰ γεν­νῶν­ται καὶ νὰ πάλ­λουν και­νούρ­γιοι κό­σμοι; Ποι­ὰ ψυ­χὴ κου­ρα­σμέ­νη, δο­κι­μα­ζο­μέ­νη ­στή­ρι­ξε τὸ μέ­τω­πό της στὸν Σταυ­ρὸ καὶ δὲν ­δο­κί­μα­σε ρί­γη δυ­νά­με­ως, ἐλ­πί­δος, εὐ­λα­βεί­ας καὶ ἁ­για­σμοῦ; Ποι­ὸς νέ­ος ἢ νέ­α στοὺς ἀ­γῶ­νες των, στὶς κα­κο­το­πι­ὲς τῆς ζω­ῆς, στὶς προ­κλή­σεις τοῦ κα­κοῦ, κα­τέ­φυ­γε στὸν Χρι­στό, ὁ­λό­ψυ­χα ὅ­μως, καὶ δὲν ἄ­να­ψε μέ­σα τους καμίνι θεί­ας ἀ­γά­πης καὶ δὲν ὑ­ψώ­θη­κε μέσα τους φρού­ριο ἀ­πόρ­θη­το ἁ­γνῆς ζω­ῆς καὶ πό­θων ἀ­φι­ε­ρώ­σε­ως σὲ ἔρ­γα χρι­στι­α­νι­κῆς δρά­σε­ως; Ποι­ὸς οἰ­κο­γε­νειά­ρχης, στὴν ὥ­ρα τῆς σκλη­ρῆς δο­κι­μα­σί­ας, προ­σέ­τρε­ξε στὸν Σταυ­ρὸ καὶ ἔ­μει­νε χω­ρὶς πα­ρη­γο­ριὰ καὶ τό­νω­ση καὶ θάρ­ρος; Ποι­ός; ΚΑΝΕΙΣ !
Ὢ, ὁ Σταυ­ρὸς τοῦ Χρι­στοῦ!  Πό­σες ψυ­χὲς δὲν ἀ­να­κού­φι­σε, πό­σες καρ­δι­ὲς δὲν ­στή­ρι­ξε, πό­σες θε­λή­σεις ἀ­δύ­να­τες δὲν ­χα­λύ­βδω­σε, πό­σα δρά­μα­τα δὲν ἀ­πε­σό­βη­σε, πό­σα θαύ­μα­τα δὲν ἐ­πε­τέ­λε­σε!
Ἀ­δελ­φοί!
Ἂς ἐ­νώσουμε, λοι­πόν, ὅ­λοι τὶς ψυχές μας καὶ μὲ κα­τά­νυ­ξη καὶ συν­τρι­βὴ ἱ­στά­με­νοι ἐ­νώ­πιον τοῦ Σταυ­ροῦ ἂς ποῦμε: Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νε Λυ­τρω­τά!  Καὶ πά­λιν σή­με­ρα ἀσπαζόμαστε μὲ εὐλάβεια τὸν Σταυ­ρό Σου τὸν Τί­μιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐμ­φα­νί­ζε­ται λαμ­πρὸς καὶ πα­ρή­γο­ρος ἐν μέ­σῳ τῶν ἀν­θέ­ων καὶ τῶν μύ­ρων. Γε­νοῦ, Κύ­ρι­ε, στὴ ζω­ή μας Φῶς καὶ ἐλπίδα! Στε­ρέ­ω­σε μέ­σα μας τὸν ἅ­γιο Σταυ­ρό Σου καὶ κα­τά­στη­σέ τον ἄγ­κυ­ρα θεϊκὴ καὶ σω­σί­βιο οὐ­ρά­νιο στὶς ὧρες τῶν με­γά­λων θυ­ελ­λῶν καὶ συγ­κρού­σε­ων. Κά­με, ὥ­στε ὅ­ταν ἐ­πι­τί­θεν­ται τὰ φί­δια τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, σ᾿ αὐ­τὸν νὰ στρέφουμε τῆς ψυ­χῆς τὰ βλέμ­μα­τα καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὸν νὰ λαμβάνουμε τῆς ἀ­θα­να­σί­ας τὸ σω­τή­ριο φάρ­μα­κο.

«Σταυ­ρὲ τοῦ Χρι­στοῦ, Χρι­στια­νῶν ἡ ἐλ­πίς, πε­πλα­νη­μέ­νων ὁ­δη­γέ,
χει­μα­ζο­μέ­νων λι­μήν, ἐν πο­λέ­μοις νῖ­κος, οἰ­κου­μέ­νης ἀ­σφά­λεια,
νο­σούν­των ἰα­τρέ, νε­κρῶν ἡ ἀ­νά­στα­σις, ἐ­λέ­η­σον ἠ­μᾶς».
() ἐ­πι­σκό­που Γε­ωρ­γί­ου Παυ­λί­δου Μη­τρο­πο­λί­του Νι­καί­ας
 (Διασκευή)