Παρασκευή 9 Ιουλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΦΗΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(ΕΥΦΗΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ)

(11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2021)

 



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ)

Ἀ­δελ­φοί, συ­νερ­γον­τες πα­ρα­κα­λο­μεν μ ες κε­νν τν χ­ριν το Θε­ο δ­ξα­σθαι ὑ­μᾶς — λ­γει γρ· και­ρ δε­κτ ἐ­πή­κου­σά σου κα ν ἡ­μέ­ρᾳ σω­τη­ρ­ας ἐ­βο­ή­θη­σά σοι· ἰ­δοὺ νν και­ρς ε­πρσ­δε­κτος, ἰ­δοὺ νν ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρ­ας — μη­δε­μ­αν ν μη­δε­ν δι­δν­τες προ­σκο­πν, ἵ­να μὴ μω­μη­θῇ δι­α­κο­ν­α, λλ᾿ ν παν­τ συ­νι­στν­τες ἑ­αυ­τοὺς ὡς Θε­ο δι­­κο­νοι, ν ὑ­πο­μο­νῇ πολ­λ, ν θλ­ψε­σιν, ν ἀ­νάγ­καις, ν στε­νο­χω­ρ­αις, ν πλη­γας, ν φυ­λα­κας, ν ἀ­κα­τα­στα­σί­αις, ν κ­ποις, ν ἀ­γρυ­πνί­αις, ν νη­στε­­αις, ν ἁ­γνό­τη­τι, ν γν­σει, ν μα­κρο­θυ­μ­, ἐν χρη­στό­τη­τι, ν Πνε­­μα­τι Α­γ­, ν ἀ­γά­πῃ ἀ­νυ­πο­κρί­τῳ, ν λ­γ ἀ­λη­θε­ί­ας, ν δυ­ν­μει Θε­ο, δι τν ὅ­πλων τς δι­και­ο­σ­νης τν δε­ξι­ν κα ἀ­ρι­στε­ρῶν, δι δ­ξης κα ἀ­τι­μί­ας, δι δυ­σφη­μ­ας κα ε­φη­μ­ας, ς πλ­νοι κα ἀ­λη­θεῖς, ς ἀ­γνο­ο­ύ­με­νοι κα ἐ­πι­γι­νω­σκό­με­νοι, ὡς ἀ­πο­θνή­σκον­τες κα ἰ­δοὺ ζ­μεν, ς παι­δευ­­με­νοι κα μ θα­να­το­­με­νοι, ς λυ­πο­­με­νοι ἀ­εὶ δ χα­­ρον­τες, ς πτω­χο πολ­λος δ πλου­τ­ζον­τες, ς μη­δν ἔ­χον­τες κα πν­τα κα­τ­χον­τες.

                                         (Β΄ Κορ. Ϛ΄[6] 1 – 10)

 

ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

1. Και­ρς σω­τη­ρί­ας

Μ συ­νο­χ ψυ­χς ­πό­στο­λος Πα­λος ­πευ­θύ­νε­ται στος Χρι­στια­νος τς Κο­ρίν­θου μ σκο­π ν κα­τα­δεί­ξει τν καί­ρια ση­μα­σί­α το ε­αγ­γε­λι­κο κη­ρύγ­μα­τος, τ ­πο­ο δι­α­κο­νον ο ­γιοι ­πό­στο­λοι, κα τν ε­θύ­νη τν πι­στν γι τν ­πο­δο­χ το θεί­ου λό­γου.

Λέ­γει λοι­πν τ ­ξς: ­μες ο ­πό­στο­λοι συ­νερ­γα­ζό­μα­στε μ τν Θε­ στ ρ­γο τς κα­ταλ­λα­γς, δη­λα­δ τς συμ­φι­λι­ώ­σε­ως τν ν­θρώ­πων μ τν Θε­ό. Γι’ α­τ κα σς πα­ρα­κα­λο­με ν φρον­τί­σε­τε ν μν πά­ει χα­μέ­νη χά­ρη το Θε­ο πο δε­χθή­κα­τε. Δι­ό­τι στν ­γί­α Γρα­φ ­να­φέ­ρε­ται τ ­ξς: Στν κα­τάλ­λη­λο και­ρ σ ­κου­σα κα τν ­μέ­ρα πο σο δό­θη­κε ε­και­ρί­α σω­τη­ρί­ας σ βο­ή­θη­σα· «­δο νν και­ρς ε­πρόσ­δε­κτος, ­δο νν ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας». Τώ­ρα ε­ναι κα­τάλ­λη­λος και­ρός, τώ­ρα ε­ναι ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας.

Ο ­φυ­πνι­στι­κο α­το λό­γοι κα­λον κα ­μς ν ­να­λά­βου­με τς ε­θύ­νες μας. Ε­ναι ­λή­θεια ­τι πα­νά­γα­θος Θε­ς μς χα­ρί­ζει ­να­ρίθ­μη­τες ε­και­ρί­ες πο μς κα­λον στ με­τά­νοι­α κα τ σω­τη­ρί­α: χρι­στι­α­νι­κ βι­βλί­α κα πε­ρι­ο­δι­κ γι ν με­λε­το­με τν θε­ο λό­γο, συ­νά­ξεις μ ­μι­λί­ες πνευ­μα­τι­κς ο­κο­δο­μς, ­ε­ρς ­κο­λου­θί­ες κα ­για Μυ­στή­ρια, πρω­τί­στως δ τν ­ε­ρ ­ξο­μο­λό­γη­ση κα τ θεί­α Κοι­νω­νί­α. ­ρα­γε ­ξι­ο­ποι­ο­με α­τς τς ε­και­ρί­ες πο μς πα­ρέ­χον­ται τό­σο πλου­σι­ο­πά­ρο­χα μή­πως ­να­βάλ­λου­με γι ρ­γό­τε­ρα;… ­λί­μο­νο! Κα πο ξέ­ρου­με ν θ ­χου­με κι α­ριο α­τς τς ε­και­ρί­ες; Πο ξέ­ρου­με ν θ ­χου­με α­ριο τν ­γεί­α μας κα θ μπο­ρο­με ν με­λε­το­με τν ­γί­α Γρα­φ ν ­ξο­μο­λο­γη­θο­με; Γι’ α­τ κι ­γιος ­πό­στο­λος τ το­νί­ζει: Τώ­ρα ε­ναι ε­και­ρί­α! Σή­με­ρα! Μν πε­ρι­φρο­νε­τε τν κλή­ση το Θε­ο! ­κο­στε μας… Γι τ κα­λό σας πα­σχί­ζου­με ­μες ο ­πό­στο­λοι!

2. Πλού­σιοι πνευ­μα­τι­κ

Κα γι ν ­πο­δεί­ξει τς γνή­σι­ες προ­θέ­σεις τν κη­ρύ­κων το Ε­αγ­γε­λί­ου, θε­ό­πνευ­στος ­πό­στο­λος προ­χω­ρε σ πε­ρι­γρα­φ τς ζω­ς τν ­πο­στό­λων:

­μες, λέ­γει, προ­σπα­θο­με ν μ δί­νου­με πο­τ κά­ποι­α ­φορ­μ σκαν­δά­λου, ­στε ν μ βρε­θε κα­νες ν κα­τη­γο­ρή­σει τ δι­α­κο­νί­α το κη­ρύγ­μα­τος.

ν­τί­θε­τα, ­πι­δι­ώ­κου­με μ κά­θε τρό­πο ν ρ­γα­ζό­μα­στε «ς Θε­ο δι­ά­κο­νοι» δεί­χνον­τας πολ­λ ­πο­μο­ν σ ­λα: ν­τι­με­τω­πί­ζου­με θλί­ψεις, στε­ρή­σεις κα στε­νο­χώ­ρι­ες, λ­λ δν ­πο­γο­η­τευ­ό­μα­στε. Μς πλη­γώ­νουν ο ν­θρω­ποι μ βί­αι­α μέ­σα, μς φυ­λα­κί­ζουν κα μς κα­τα­δι­ώ­κουν δια­ρκς, λ­λ δν ­πο­χω­ρο­με. Κο­πι­ά­ζου­με κα­θη­με­ρι­νά, μέ­νου­με ­γρυ­πνοι κα νη­στι­κο πολ­λς φο­ρές, λ­λ δν ­πο­κά­μνου­με. Μ ­λα α­τ καλ­λι­ερ­γο­με τν ­ρε­τ τς ­πο­μο­νς.

Πα­ράλ­λη­λα ­μως τ ρ­γο μας φρον­τί­ζου­με ν τ ­πι­τε­λο­με μ ­γνό­τη­τα, μ ρ­θ ­πί­γνω­ση τς ­λη­θεί­ας, μ μα­κρο­θυ­μί­α κα κα­λο­σύ­νη, μ τ χά­ρη το ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μ ­νυ­πό­κρι­τη ­γά­πη, μ λό­γο πο φα­νε­ρώ­νει τν ­λή­θεια κα μ τ δύ­να­μη το Θε­ο πο κ­δη­λώ­νε­ται μέ­σα ­π θαυ­μα­στ ση­με­α. ­πι­πλέ­ον χρη­σι­μο­ποι­ο­με ­πλα πνευ­μα­τι­κά, ­μυν­τι­κ κα ­πι­θε­τι­κά, γι ν φέ­ρου­με τ δι­και­ο­σύ­νη.

Δια­ρκς βι­ώ­νου­με ν­το­νες ν­τι­θέ­σεις: λ­λοι μς δο­ξά­ζουν, λ­λοι μς προ­σβάλ­λουν, λ­λοι μς συ­κο­φαν­τον κι λ­λοι μς ­παι­νον, ­στε ν θε­ω­ρού­μα­στε λ­λο­τε ­πα­τε­­νες κι λ­λο­τε γνή­σιοι δι­ά­κο­νοι το Ε­αγ­γε­λί­ου. Πολ­λο μς ­γνο­ον, πολ­λο ­μως μς γνω­ρί­ζουν κα­λά. Πολ­λς φο­ρς φτά­νου­με μέ­χρι τ χε­λος το θα­νά­του, κι ­μως τε­λι­κ ε­μα­στε ζων­τα­νοί! Μς παι­δα­γω­γε μ δο­κι­μα­σί­ες ­γά­πη το Θε­ο, λ­λ δν μς ­φή­νει ν χα­θο­με. Στ μά­τια τν ν­θρώ­πων ζω­ή μας φαί­νε­ται ­ξι­ο­λύ­πη­τη, ­μες ­μως πάν­το­τε χαι­ρό­μα­στε γι ­λα. Μς θε­ω­ρον φτω­χούς, στν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ­μως ε­μα­στε πάμ­πλου­τοι· ζο­με «ς μη­δν ­χον­τες κα πάν­τα κα­τέ­χον­τες», ­σν ν μν ­χου­με τί­πο­τα πο ν μς ­νή­κει, ­ν ο­σι­α­στι­κ κα­τέ­χου­με τ πάν­τα!

Ε­ναι πα­ρά­δο­ξες ο ν­τι­θέ­σεις πο κα­τα­γρά­φει ­γιος ­πό­στο­λος, λ­λ τό­σο ­λη­θι­νές! Πράγ­μα­τι, ­χει δί­και­ο ν λέ­γει ­τι ο ­πό­στο­λοι κα­τέ­χουν τ πάν­τα κι ς μν ­χουν κα­μί­α πε­ρι­ου­σί­α. Δι­ό­τι, ­ν δν ε­χαν τί­πο­τε, ε­χαν τν ­γά­πη κα τν ­κτί­μη­ση τν Χρι­στια­νν, πο ­μο­λο­γο­σαν ­τι θ ­βγα­ζαν κα τ μά­τια τους κα τν ­δια τους τ ζω­ θ ­δι­ναν γι ν τος ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν.

ν ­θε­λαν ο ­πό­στο­λοι, θ μπο­ρο­σαν ν κ­με­ταλ­λευ­θον τ χα­ρί­σμα­τά τους κα ν πλου­τί­σουν. Θ μπο­ρο­σαν ν ­παι­τον ν πλη­ρώ­νον­ται γι τς ­μι­λί­ες τους, τς θε­ρα­πε­ες τν ­σθε­νν, τν ρ­γά­νω­ση τν κ­κλη­σι­α­στι­κν κοι­νο­τή­των, τ τα­ξί­δια τους γι τ δι­ά­δο­ση το Ε­αγ­γε­λί­ου. Πο­τ ­μως δν θέ­λη­σαν κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ­π τ ­ναγ­κα­α. Κι α­σθά­νον­ταν πραγ­μα­τι­κ πλού­σιοι. ­χι μό­νο δι­ό­τι κα­λύ­πτον­ταν ο ­λι­κές τους ­νάγ­κες, λ­λ κυ­ρί­ως δι­ό­τι ε­χαν μέ­σα στν καρ­διά τους τν κρυμ­μέ­νο πο­λύ­τι­μο μαρ­γα­ρί­τη, τν ­λη­θι­ν θη­σαυ­ρό, τ ­μύ­θη­τα πλού­τη το Χρι­στο.

ς τ μά­θου­με λοι­πν κα­λά: ­λη­θι­ν πλού­σιο δν σ κά­νουν ο­τε τ χρή­μα­τα ο­τε τ κτή­μα­τα. Ε­σαι πλού­σιος πραγ­μα­τι­κά, ν ζες ­νω­μέ­νος μ τν Χρι­στό. Δι­ό­τι, ­πως ­λε­γε ­σιος Πορ­φύ­ριος Καυ­σο­κα­λυ­βί­της, «­ποι­ος κα­τέ­χει τν Χρι­στό, κα­τέ­χει τ πν»!

 (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος. λύ­χνος το σώ­μα­τός ἐ­στιν ὁ ὀ­φθαλ­μός. ἐ­ὰν ον ὀ­φθαλ­μός σου ἁ­πλοῦς ᾖ, ὅ­λον τ σῶ­μά σου φω­τει­νὸν ἔ­σται· ἐ­ὰν δ ὀ­φθαλ­μός σου πο­νη­ρὸς , ὅ­λον τ σῶ­μά σου σκο­τει­νὸν ἔ­σται. ε ον τ φς τ ν σο σκό­τος ἐ­στί, τ σκό­τος πό­σον; Οὐ­δεὶς δύ­να­ται δυ­σὶ κυ­ρί­οις δου­λε­ύ­ειν· γρ τν ἕ­να μι­σή­σει κα τν ἕ­τε­ρον ἀ­γα­πή­σει, ἑ­νὸς ἀν­θέ­ξε­ται κα το ἑ­τέ­ρου κα­τα­φρο­νή­σει· ο δύ­να­σθε Θε­ῷ δου­λε­ύ­ειν κα μα­μω­νᾷ. Δι­ὰ τοῦ­το λέ­γω ὑ­μῖν, μ με­ρι­μνᾶ­τε τ ψυ­χῇ ὑ­μῶν τ φά­γη­τε κα τ πί­η­τε, μη­δὲ τ σώ­μα­τι ὑ­μῶν τ ἐν­δύ­ση­σθε· οὐ­χὶ ψυ­χὴ πλεῖ­όν ἐ­στιν τς τρο­φῆς κα τ σῶ­μα το ἐν­δύ­μα­τος; ἐμ­βλέ­ψα­τε ες τ πε­τει­νὰ το οὐ­ρα­νοῦ, ὅ­τι ο σπε­ί­ρου­σιν οὐ­δὲ θε­ρί­ζου­σιν οὐ­δὲ συ­νά­γου­σιν ες ἀ­πο­θή­κας, κα πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος τρέ­φει αὐ­τά· οχ ὑ­μεῖς μᾶλ­λον δι­α­φέ­ρε­τε αὐ­τῶν; τς δ ξ ὑ­μῶν με­ρι­μνῶν δύ­να­ται προ­σθεῖ­ναι ἐ­πὶ τν ἡ­λι­κί­αν αὐ­τοῦ πῆ­χυν ἕ­να; κα πε­ρὶ ἐν­δύ­μα­τος τ με­ρι­μνᾶ­τε; κα­τα­μά­θε­τε τ κρί­να το ἀ­γροῦ πς αὐ­ξά­νει· ο κο­πι­ᾷ οὐ­δὲ νή­θει· λέ­γω δ ὑ­μῖν ὅ­τι οὐ­δὲ Σο­λο­μὼν ν πά­σῃ τ δό­ξῃ αὐ­τοῦ πε­ρι­ε­βά­λε­το ς ν το­ύ­των. Ε δ τν χόρ­τον το ἀ­γροῦ, σή­με­ρον ὄν­τα κα αὔ­ρι­ον ες κλί­βα­νον βαλ­λό­με­νον, Θε­ὸς οὕ­τως ἀμ­φι­έν­νυ­σιν, ο πολ­λῷ μᾶλ­λον ὑ­μᾶς, ὀ­λι­γό­πι­στοι; μ ον με­ρι­μνή­ση­τε λέ­γον­τες, τ φά­γω­μεν τ πί­ω­μεν τ πε­ρι­βα­λώ­με­θα; πάν­τα γρ ταῦ­τα τ ἔ­θνη ἐ­πι­ζη­τεῖ· οἶ­δε γρ πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος ὅ­τι χρῄ­ζε­τε το­ύ­των ἁ­πάν­των. ζη­τεῖ­τε δ πρῶ­τον τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ κα τν δι­και­ο­σύ­νην αὐ­τοῦ, κα ταῦ­τα πάν­τα προ­στε­θή­σε­ται ὑ­μῖν.         

   (Ματθ.Ϛ΄[6] 22 – 33)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

            Εἶπεν ὁ Κύριος. Τὸ λυχνάρι ποὺ δίνει φῶς στὸ σῶμα εἶναι τὸ μάτι· καὶ τὸ λυχνάρι ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ εἶναι ὁ νοῦς. Ἐὰν λοιπὸν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι γεμάτο φῶς, σὰν νὰ ἦταν ὁλόκληρο τὸ σῶμα σου μάτι. Ἔτσι θὰ φωτίζεται καὶ ἡ ψυχή σου, ἐὰν ὁ νοῦς σου καὶ ἡ καρδιά σου δὲν ἔχουν τυφλωθεῖ ἀπ' τὴ φιλαργυρία καὶ τὴν προσκόλληση στὰ μάταια. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου εἶναι βλαμμένο καὶ τυφλωμένο, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι βυθισμένο στὸ σκοτάδι. Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνο ποὺ σοῦ δόθηκε γιὰ νὰ σοῦ μεταδίδει φῶς γίνει σκοτάδι, σὲ πόσο σκοτάδι θὰ βυθισθεῖς; Κάτι ἀνάλογο θὰ συμβεῖ, ἐὰν καὶ ὁ νοῦς σκοτισθεῖ  ἀπὸ  τὴν  προσκόλληση  στὸν πλοῦτο. Σὲ πόσο ἠθικὸ σκοτάδι θὰ βυθισθεῖ τότε ἡ ψυχή σου! Μὴν ἀπατᾶτε τὸν ἑαυτό σας μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θησαυρίζει κανεὶς καὶ στὴ γῆ καὶ ταυτόχρονα νὰ εἶναι προσκολλημένος καὶ στὸ Θεό. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως δοῦλος σὲ δύο κυρίους. Διότι ἢ θὰ μισήσει τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλο, ἢ θὰ προσκολληθεῖ στὸν ἕνα καὶ θὰ περιφρονήσει τὸν ἄλλο. Δὲν μπορεῖτε νὰ εἶστε συγχρόνως δοῦλοι καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ, δηλαδὴ τοῦ πλούτου. Ἢ θὰ μισήσετε τὸν πλοῦτο γιὰ νὰ ἀγαπήσετε τὸν Θεό, ἢ θὰ προσκολληθεῖτε στὸν πλοῦτο καὶ θὰ περιφρονήσετε τότε τὸν Θεό.

Ἡ καρδιά σας λοιπὸν πρέπει νὰ ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω, κόψτε τὴ ρίζα τῆς πλεονεξίας· καὶ μὴ φροντίζετε μὲ ἀγωνία καὶ στενοχώρια γιὰ τὴ ζωή σας τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιεῖτε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τί ἔνδυμα θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ τὸ σῶμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Ὁ Θεὸς λοιπὸν ποὺ σᾶς ἔδωσε αὐτὰ τὰ ἀνώτερα, θὰ σᾶς δώσει καὶ τὰ κατώτερα, τὴν τροφὴ δηλαδὴ καὶ τὸ ἔνδυμα. Κοιτάξτε τὰ πουλιὰ ποὺ πετοῦν στὸν ἀέρα καὶ δεῖτε ὅτι αὐτὰ δὲν σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε μαζεύουν τροφὲς σὲ ἀποθῆκες γιὰ τὸ χειμώνα ἢ τὸν καιρὸ τῆς στερήσεως. Κι ὅμως ὁ ἐπουράνιος Πατέρας σας τὰ τρέφει. Ἐσεῖς δὲν ἀξίζετε πολὺ περισσότερο ἀπὸ αὐτά; Καὶ γιὰ νὰ καταλάβετε πόσο ἀνόητη καὶ ἀνίσχυρη εἶναι αὐτή σας ἡ μέριμνα, σᾶς ρωτῶ: Ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ὁσοδήποτε κι ἂν φροντίσει, μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀνάστημά του ἕναν πήχη; Κανένας. Τί κατορθώνετε λοιπὸν μὲ τὴ μέριμνά σας; Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἔνδυμα γιατί κυριεύεσθε ἀπὸ ἀνήσυχη καὶ ἀγωνιώδη φροντίδα; Παρατηρῆστε τὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ φυτρώνουν μόνα τους στὸν ἀγρό, μὲ ποιὸ τρόπο αὐξάνουν. Δὲν κοπιάζουν οὔτε γνέθουν· κι ὅμως σᾶς λέω ὅτι οὔτε ὁ σοφὸς σὲ ἐπινοήσεις Σολομών, μὲ ὅλη τὴν ξακουσμένη βασιλική του μεγαλοπρέπεια καὶ τὴ λαμπρὴ καὶ ἔνδοξη περιβολὴ καὶ ἐμφάνισή του, δὲν ντύθηκε μὲ ἔνδυμα τόσο ὡραῖο καὶ θαυμάσιο, ὅπως περιβάλλεται ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγριολούλουδα αὐτά. Κι ἂν ὁ Θεὸς ντύνει μὲ τόση μεγαλοπρέπεια τὰ ἀγριόχορτα, ποὺ φυτρώνουν μόνα τους στὸν ἀγρὸ καὶ δὲν ἔχουν προορισμὸ νὰ ζήσουν αἰώνια, ὅπως ἐσεῖς, ἀλλὰ σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριο ρίχνονται στὸ φοῦρνο ὡς καύσιμη ὕλη, δὲν θὰ φροντίσει πολὺ περισσότερο γιὰ σᾶς καὶ δὲν θὰ σᾶς δώσει ἔνδυμα, ὀλιγόπιστοι; Μὴν καταληφθεῖτε λοιπὸν ποτὲ ἀπὸ ἀγωνιώδη φροντίδα λέγοντας: τί θὰ φᾶμε, ἢ τί θὰ πιοῦμε, ἢ μὲ ποιὸ ἔνδυμα θὰ ντυθοῦμε; Διότι οἱ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν ἐντελῶς τὰ οὐράνια ἀγαθὰ ποὺ ἔχουν ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀξία, ζητοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ μάταια καὶ φθαρτὰ ὡς τὰ μόνα σοβαρὰ καὶ ἀπαραίτητα. Ἐσεῖς ὅμως μὴν ἀνησυχεῖτε γι' αὐτά, διότι ὁ οὐράνιος Πατέρας σας γνωρίζει ὄτι ἔχετε ἀνάγκη ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ συνεπῶς θὰ σᾶς τὰ δώσει. Νὰ ζητᾶτε πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν ποὺ ὁ Θεὸς σᾶς ζητᾶ ὡς ὅρο γιὰ νὰ σᾶς χαρίσει τὰ ἀγαθὰ αὐτά. Καὶ τότε ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια θὰ σᾶς δοθοῦν μαζὶ μ' ἐκεῖνα.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ (4). ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΡΟΥΣΗ

ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΔΗΜΟΣΙΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΤΟ ΚΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ ΡΟΥΣΗ

ΜΗΝΥΜΑΤΑ  ΥΓΕΙΑΣ  ΚΑΙ  ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ  ΖΩΗΣ (4)

 Ο Χρυ­σό­στο­μος Ρου­σής, M.Ed., πρώ­ην γυ­μνα­σιά­ρχης, ση­μει­ώ­νει, σε σύν­το­μη και πε­ρι­ε­κτι­κή με­λέ­τη,α­πό­ψεις ε­πι­στη­μό­νων σχε­τι­κά με την ε­νί­σχυ­ση/εν­δυ­νά­μω­ση και δι­α­τή­ρη­ση της μνή­μης για κα­λύ­τε­ρη ποι­ό­τη­τα ζω­ής.

Σύμ­φω­να με την ε­πι­στη­μο­νι­κή ο­μά­δα Medlook, υ­πάρ­χουν τρό­ποι για να  ε­νι­σχύ­σου­με και δι­α­τη­ρή­σου­με την μνή­μη μας. Κα­τ’ αρ­χάς,  θα πρέ­πει να α­πο­φεύ­γου­με την ρου­τί­να και να ε­πι­δι­ώ­κου­με την αλ­λα­γή, α­να­πτύσ­σον­τας και­νούρ­γι­ες συ­νή­θει­ες (ντύ­σι­μο, χώ­ρος με­λέ­της, ξύ­ρι­σμα), α­σκών­τα­ς  έ­τσι τον εγ­κέ­φα­λό μας.   

Πα­ράλ­λη­λα, δεν πα­ρα­λεί­που­με τη σω­μα­τι­κή ά­σκη­ση. Το γρή­γο­ρο περ­πά­τη­μα κα­θη­με­ρι­νά βελ­τι­ώ­νει το κυ­κλο­φο­ρι­κό μας σύ­στη­μα και  βελ­τι­ώ­νει την ο­ξυ­γό­νω­ση τού εγ­κε­φά­λου μας. Οι η­λι­κι­ω­μέ­νοι που περ­πα­τούν κα­θη­με­ρι­νά του­λά­χι­στον για 30 λε­πτά, έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες να δι­α­τη­ρούν ε­νι­σχυ­μέ­νη μνή­μη. (Medlook).

Ε­πί­σης,ο κα­λός ύ­πνος εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος για κα­λή μνή­μη. Οι μα­θη­τές/φοι­τη­τές πρέ­πει να ξέ­ρουν ό­τι κα­τά τη διά­ρκεια τού ύ­πνου, ο εγ­κέ­φα­λός μας ορ­γα­νώ­νει και στα­θε­ρο­ποι­εί/α­φο­μοι­ώ­νει ό,τι μα­θαί­νου­με/δι­α­βά­ζου­με την η­μέ­ρα. Α­κό­μη, χρη­σι­μο­ποι­ού­με την α­κο­ή και την ό­ρα­ση για να α­πο­θη­κεύ­ου­με πλη­ρο­φο­ρί­ες, ε­νι­σχύ­ον­τας την συγ­κέν­τρω­σή μας σε αυ­τό που πρέ­πει να ε­στι­ά­σου­με και αυ­ξά­νον­τας τις πι­θα­νό­τη­τες να το θυ­μη­θού­με αρ­γό­τε­ρα. (Jennifer Zientz, 2020) Α­κό­μη, το μά­ση­μα μιας τσί­χλας ε­νι­σχύ­ει την συγ­κέν­τρω­ση τού μα­θη­τή στο δι­ά­βα­σμα, πριν α­πό τις ε­ξε­τά­σεις. Ε­πι­πλέ­ον, με­ρι­κά λε­πτά ά­σκη­σης (περ­πά­τη­μα) πριν α­πό έ­να δι­α­γώ­νι­σμα μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την α­πό­δο­ση τού μα­θη­τή/φοι­τη­τή. (Έ­ρευ­να στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Ι­λι­νό­ις).

Ε­ξάλ­λου, η εκ­μά­θη­ση ξέ­νης γλώσ­σας ή μου­σι­κού ορ­γά­νου, ι­δι­αί­τε­ρα για τους συν­τα­ξι­ού­χους, στα Κέν­τρα Εκ­παί­δευ­σης Ε­νη­λί­κων,  βελ­τι­ώ­νει την μνή­μη. Η δι­α­δι­κα­σί­α της μου­σι­κής εκ­παί­δευ­σης εί­ναι ευ­ερ­γε­τι­κή για τη μνή­μη. (Κι­νε­ζι­κό πα­νε­πι­στή­μιο του Χονγκ Κονγκ).

Έ­νας α­κό­μη τρό­πος που ε­νι­σχύ­ει την μνή­μη μας εί­ναι και οι κοι­νω­νι­κές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες και οι  κα­λές οι­κο­γε­νεια­κές και κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις. Τα ο­μα­δι­κά τα­ξί­δια, η ε­θε­λον­τι­κή ερ­γα­σί­α, το τά­βλι, το σκά­κι, τα σταυ­ρό­λε­ξα και οι γρί­φοι (Τρο­χός της τύ­χης) ω­φε­λούν την μνή­μη μας.

Ε­πί­σης, τα τρό­φι­μα με αν­τι­ο­ξει­δω­τι­κές ου­σί­ες και βι­τα­μί­νε­ς  συμ­βάλ­λουν στην κα­λύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση των νευ­ρι­κών κυ­κλω­μά­των τού εγ­κε­φά­λου που ε­λέγ­χουν τη μνή­μη. (Medlook) Με­ρι­κά α­πό τα τρό­φι­μα που σχε­τί­στη­καν με κα­λύ­τε­ρη μνή­μη εί­ναι τα λι­πα­ρά ψά­ρια (σο­λο­μός, σαρ­δέ­λες, κο­λιός), το ε­λαι­ό­λα­δο, τα κόκ­κι­να φρού­τα (φρά­ου­λες, καρ­πού­ζι, ρό­δι), τα λα­χα­νι­κά (σπα­νά­κι, λά­χα­νο, μα­ρού­λι), το μπρό­κο­λο, το κου­νου­πί­δι και οι ξη­ροί καρ­ποί).

Τέ­λος,για να θυ­μού­μα­στε ο­νό­μα­τα, ό­ταν κά­νου­με νέ­ες γνω­ρι­μί­ες, ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με τα ο­νό­μα­τα δυ­να­τά: «Χά­ρη­κα για τη γνω­ρι­μί­α Κρις, Αν­τι­γό­νη, Δέ­σποι­να …!» Ε­πί­σης, εί­ναι πο­λύ πιο εύ­κο­λο να βρού­με τα πράγ­μα­τα, αν τα βά­ζου­με πάν­τα στην ί­δια θέ­ση!  (Jennifer Zientz, Πα­νε­πι­στή­μιο του Τέ­ξας, 2020).

 

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(4 ΙΟΥΛΙΟΥ 2021)


 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀ­δελ­φοί, δό­ξα καὶ τι­μὴ καὶ εἰ­ρή­νη παν­τὶ τῷ ἐρ­γα­ζο­μέ­νῳ τὸ ἀ­γα­θόν, ᾿Ι­ου­δα­ί­ῳ τε πρῶ­τον καὶ ῞Ελ­λη­νι· οὐ γάρ ἐ­στι προ­σω­πο­λη­ψί­α πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ. Ὅ­σοι γὰρ ἀ­νό­μως ἥ­μαρ­τον, ἀ­νό­μως καὶ ἀ­πο­λοῦν­ται· καὶ ὅ­σοι ἐν νό­μῳ ἥ­μαρ­τον, διὰ νό­μου κρι­θή­σον­ται. Οὐ γὰρ οἱ ἀ­κρο­α­ταὶ τοῦ νό­μου δί­και­οι πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποι­η­ταὶ τοῦ νό­μου δι­και­ω­θή­σον­ται. Ὅ­ταν γὰρ ἔ­θνη τὰ μὴ νό­μον ἔ­χον­τα φύ­σει τὰ τοῦ νό­μου ποι­ῇ, οὗ­τοι νό­μον μὴ ἔ­χον­τες ἑ­αυ­τοῖς εἰ­σι νό­μος, οἵ­τι­νες ἐν­δε­ί­κνυν­ται τὸ ἔρ­γον τοῦ νό­μου γρα­πτὸν ἐν ταῖς καρ­δί­αις αὐ­τῶν, συμ­μαρ­τυ­ρο­ύ­σης αὐ­τῶν τῆς συ­νει­δή­σε­ως καὶ με­τα­ξὺ ἀλ­λή­λων τῶν λο­γι­σμῶν κα­τη­γο­ρούν­των ἢ καὶ ἀ­πο­λο­γου­μέ­νων - ἐν ἡ­μέ­ρᾳ ὅ­τε κρι­νεῖ ὁ Θε­ὸς τὰ κρυ­πτὰ τῶν ἀν­θρώ­πων κα­τὰ τὸ εὐ­αγ­γέ­λι­όν μου διὰ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ.   

                                          (Ρωμ.β΄[2] 10 - 16)

 

ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ: «Ὅ­σοι ἐν νό­μῳ ἥ­μαρ­τον, διὰ νό­μου κρι­θή­σον­ται».  

Κα­λὰ ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε Χρι­στια­νοί, Βα­πτι­σμέ­νοι, Ὀρ­θό­δο­ξοι. Τό­σα δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια ὅ­μως, ποὺ δὲν εἶ­ναι Χρι­στια­νοὶ Κι­νέ­ζοι, Ἰν­δοὶ κ.τ.λ. τί θὰ γί­νουν; Ὅ­λοι αὐ­τοὶ στὴν Κό­λα­ση θὰ πᾶ­νε;»

Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τὸ εἶ­ναι ἴ­σως τὸ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νο στὰ χεί­λη πολ­λῶν, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἡ συ­ζή­τη­ση γυ­ρί­ζει σὲ θρη­σκευ­τι­κὰ θέ­μα­τα. Ἂς ἀ­φή­σου­με ὅ­μως τὸ ἐ­ρώ­τη­μα, καὶ ἂς κυτ­τά­ξου­με κά­τι, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν πά­ει κα­λὰ ἐ­δῶ πέ­ρα. Τὸ ὅ­τι δη­λα­δὴ οἱ ἀ­δελ­φοί μας αὐ­τοὶ φαί­νε­ται πὼς τὸ ἔ­χουν σί­γου­ρο ὅ­τι θὰ σω­θοῦν, μιὰ καὶ εἶ­ναι Βα­πτι­σμέ­νοι καὶ Ὀρ­θό­δο­ξοι. Μή­πως ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α λι­γό­τε­ρο ἢ πε­ρισ­σό­τε­ρο βρί­σκει ἔ­δα­φος καὶ σὲ μᾶς, καὶ νο­μί­ζου­με πὼς σὰν Ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοὶ θὰ τύ­χου­με κά­ποι­ας ἰ­δι­αί­τε­ρης καὶ μά­λι­στα εὐ­νο­ϊ­κῆς με­τα­χεί­ρι­σης κα­τὰ τὴν ἔ­σχα­τη Κρί­ση;

Μιὰ ἐμ­βά­θυν­ση στὸ νό­η­μα τοῦ στί­χου, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀρ­χί­σα­με, θὰ μᾶς δεί­ξει ὅ­τι πράγ­μα­τι θὰ τύ­χου­με ἰ­δι­αί­τε­ρης με­τα­χεί­ρι­σης, ἀλ­λὰ κα­τὰ τοῦ­το ἰ­δι­αί­τε­ρης: ὅ­τι θὰ κρι­θοῦ­με αὐ­στη­ρό­τε­ρα ἀ­πό τους ἄλ­λους.

Τὸ θέ­μα λοι­πὸν εἶ­ναι σο­βα­ρὸ καὶ ἀ­ξί­ζει νὰ μᾶς ἀ­πα­σχό­λη­σει σή­με­ρα. Νὰ δοῦ­με: Τί προ­νό­μια, ἀλ­λὰ καὶ τί εὐ­θύ­νες ἔ­χου­με ὡς Ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί.

1. ΤΟ ΥΨΙΣΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ

Τὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα βέ­βαι­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στοὺς Ἑ­βραί­ους καὶ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει τὴν ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὁ Νό­μος, τὸν ὁ­ποῖ­ο τοὺς ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς διὰ τοῦ Μω­υ­σέ­ως, ἦ­ταν ἀ­σφα­λῶς ἕ­να ἐκ­πλη­κτι­κὸ προ­νό­μιο, ποὺ κα­νεὶς ἄλ­λος λα­ὸς τό­τε δὲν τὸ εἶ­χε. Ἦ­ταν ὅ­μως ταυ­το­χρό­νως καὶ μιὰ εὐ­θύ­νη με­γά­λη, δι­ό­τι αὐ­τοὶ πλέ­ον δὲν θὰ ἐ­κρί­νον­ταν μὲ ἐ­πι­εί­κεια, ὅ­πως οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες, ἀλ­λὰ μὲ αὐ­στη­ρό­τη­τα βά­σει τοῦ Νό­μου, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­λα­βαν.

Λοι­πόν, τὸ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε. Ἂν οἱ Ἑ­βραῖ­οι δὲ­χθη­καν μί­α με­γά­λη εὐ­ερ­γε­σί­α ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ τὸν Νό­μο Του ἐ­μεῖς, οἱ πι­στοὶ Χρι­στια­νοὶ καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι, ἔ­χου­με δε­χθεῖ ἀ­συγ­κρί­τως πε­ρισ­σό­τε­ρα. Πρω­τί­στως ὅ­τι δε­χθή­κα­με τὸν νέ­ο Νό­μο τοῦ Θε­οῦ, τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη, καὶ μπο­ροῦ­με νὰ με­λε­τοῦ­με καὶ νὰ γνω­ρί­ζου­με τὶς ὑ­ψη­λὲς ἀ­λή­θει­ες, ποὺ μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει. Ἀλ­λὰ καὶ κά­τι ση­μαν­τι­κό­τε­ρο· ὅ­τι δε­χθή­κα­με καὶ Αὐ­τὸν τὸν Νο­μο­θέ­τη. Ὁ ἴ­διος ὁ ἄ­πει­ρος Θε­ὸς ἦλ­θε κον­τά μας, καὶ θυ­σι­ά­στη­κε γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας. Καί, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με, αὐ­τὸς ὁ ἐρ­χο­μός Του καὶ ἡ θυ­σί­α Του ὑ­πῆρ­ξαν πη­γὴ ἀ­πεί­ρων δω­ρε­ῶν γιὰ μᾶς. Τὰ ὅ­σα μᾶς χά­ρι­σε καὶ μᾶς χα­ρί­ζει μέ­σα στὴν ἁ­γί­α Του Ἐκ­κλη­σί­α ξε­περ­νοῦν ἀ­κό­μη καὶ τὴν πιὸ τολ­μη­ρὴ φαν­τα­σί­α! Μᾶς ἔ­κα­νε μέ­λη Του, ἀ­δελ­φούς Του, υἱ­οὺς κα­τὰ Χά­ρη τοῦ Οὐ­ρα­νί­ου Πα­τρός, με­τό­χους τῆς Χά­ρι­τος τῶν θεί­ων καὶ ἱ­ε­ρῶν Μυ­στη­ρί­ων στὴν Ἐκ­κλη­σί­α Του.

Καὶ μό­νον νὰ ἀ­να­φέ­ρου­με τὴν ὑ­ψί­στη δω­ρε­ὰ ὅ­λων τῶν ὑ­ψί­στων δω­ρε­ῶν, τὸ ὅ­τι δη­λα­δὴ μπο­ροῦ­με μὲ τὸ ὑ­περ­φυ­ὲς Μυ­στή­ριο τῆς θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας νὰ κοι­νω­νοῦ­με Σῶ­μα καὶ Αἷ­μα Χρι­στοῦ, φτά­νει γιὰ νὰ δεί­ξει τὸ μέ­γε­θος τῶν εὐ­ερ­γε­σι­ῶν τοῦ Θε­οῦ πρὸς ἐ­μᾶς. Ἔρ­χε­ται Ἐ­κεῖ­νος, ὁ ὑ­πε­ρά­πει­ρος Θε­ός, καὶ ἑ­νώ­νε­ται μα­ζί μας, καὶ κά­νει τὴν καρ­διά μας κα­τοι­κη­τή­ριό Του, καὶ μᾶς προ­σκα­λεῖ νὰ κλη­ρο­νο­μή­σου­με τὴν ἄ­πει­ρη δό­ξα καὶ χα­ρὰ τῆς αἰ­ω­νί­ου Βα­σι­λεί­ας Του.

Ἀ­νά­με­σα στὰ δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια τῶν ἀν­θρώ­πων μᾶς δι­ά­λε­ξε ὁ Δη­μι­ουρ­γός μας καὶ μᾶς χά­ρι­σε αὐ­τὲς τὶς ἐκ­πλη­κτι­κὲς δω­ρε­ές Του, τὶς ὁ­ποῖ­ες οἱ ἄλ­λοι λα­οὶ οὔ­τε κἂν μπο­ροῦν νὰ τὰ φαν­τα­σθοῦν.

Εἴ­μα­στε λοι­πὸν εὐ­νο­η­μέ­νοι, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

2. Η ΤΡΟΜΕΡΗ ΕΥΘΥΝΗ

Εὐ­νο­η­μέ­νοι, ναί! Ἀλ­λὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μι­σὴ ἀ­λή­θεια. Ἡ ἄλ­λη μι­σὴ λέ­γει πὼς ἔ­χου­με ταυ­το­χρό­νως φορ­τω­θεῖ καὶ με­γά­λη, φο­βε­ρὴ εὐ­θύ­νη. Ἐ­μεῖς πλέ­ον δὲν θὰ κρι­θοῦ­με, ὅ­πως οἱ λα­οὶ ἐ­κεῖ­νοι, ποὺ βρί­σκον­ται στὴν ἄ­γνοι­α. Ἐ­μεῖς θὰ κρι­θοῦ­με βά­σει τῶν δω­ρε­ῶν, ποὺ λά­βα­με. Καὶ ἑ­πο­μέ­νως θὰ κρι­θοῦ­με ΑΥΣΤΗΡΑ! Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρες δω­ρε­ὲς ἔ­χει πά­ρει κά­ποι­ος ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, τό­σο αὐ­στη­ρό­τε­ρα θὰ κρι­θῆ.

ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΑ! «Παν­τὶ ᾧ ἐ­δό­θη πο­λύ, πο­λὺ ζη­τη­θή­σε­ται παρ᾿ αὐ­τοῦ» (Ἀ­ποκ. ι­β'[12] 48). Σὲ κα­θέ­να ποὺ τοῦ δό­θη­κε πο­λύ, πο­λὺ θὰ ζη­τη­θεῖ ἀπ᾿ αὐ­τόν. Πο­λύ! Καὶ ἐ­ὰν δὲν ἔ­χει τοὺς ἀ­νά­λο­γους καρ­πούς, θὰ ὑ­πο­στεῖ τὶς ἀ­ναγ­καῖ­ες συ­νέ­πει­ες. Ἐ­ὰν μά­λι­στα ἁ­μαρ­τά­νει καθ᾿ ὅν τρό­πο καὶ οἱ ἄ­πι­στοι, τό­τε θὰ τι­μω­ρη­θεῖ αὐ­στη­ρό­τα­τα. «Φο­βε­ρὸν τὸ ἐμ­πε­σεῖν εἰς χεῖ­ρας Θε­οῦ ζῶν­τος» (Ἑ­βρ. ι΄[10] 31). Φο­βε­ρὸ εἶ­ναι νὰ πέ­σει κα­νεὶς στὰ χέ­ρια τοῦ Ζῶν­τος Θε­οῦ. Ὁ Θε­ὸς μᾶς δί­νει ἀ­μέ­τρη­τες εὐ­και­ρί­ες, γιὰ νὰ καλ­λι­ερ­γη­θοῦ­με πνευ­μα­τι­κὰ καὶ νὰ ἁ­γι­α­σθοῦ­με. Ἂν ὅ­μως ἐ­μεῖς τὶς ἀ­φή­νου­με νὰ περ­νοῦν ἀ­νεκ­με­τάλ­λευ­τες καὶ ἡ ζω­ή μας δὲν δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ τῶν ἀ­πί­στων, ἂς μὴν ἀμ­φι­βάλ­λου­με πὼς κά­πο­τε θὰ δώ­σου­με λό­γο γιὰ ὅ­λες αὐ­τές. Γιὰ τὰ βι­βλί­α ποὺ δι­α­βά­σα­με, γιὰ τὰ κη­ρύγ­μα­τα ποὺ ἀ­κού­σα­με, γιὰ ὅ­σες φο­ρὲς κοι­νω­νή­σα­με, γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ποὺ ὁ Θε­ὸς πα­ρου­σί­α­σε στὴ ζω­ή μας, γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ καὶ τό­σα ἄλ­λα θὰ λο­γο­δο­τή­σου­με.

Λοι­πόν, τὸ πράγ­μα εἶ­ναι φα­νε­ρό. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη, ποὺ μᾶς δό­θη­κε δω­ρε­άν, θὰ μᾶς κρί­νει αὐ­στη­ρά. Δὲν μᾶς χα­ρί­στη­κε γιὰ νὰ κα­μα­ρώ­νου­με, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ με­τα­μορ­φώ­σει τὴ ζω­ή μας, νὰ τὴν ἁ­γιά­σει, νὰ τὴν κά­νει εὐ­ά­ρε­στη στὸν Θε­ὸ καὶ Δη­μι­ουρ­γό μας. Ἂν αὐ­τὸ δὲν συμ­βεῖ, ἀλ­λὰ τὴν ἔ­χου­με μό­νο γιὰ ὀ­μορ­φιὰ ἐ­νῶ ἡ ζω­ή μας εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τή της τό­τε...

Ἀ­δελ­φοί, σ᾿ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο ἄλ­λοι γεν­νι­οῦν­ται πλού­σιοι, ἄλ­λοι ἀρ­χον­τό­που­λα,   ἄλ­λοι φτω­χοὶ καὶ   ἀ­σή­μαν­τοι. Ἐ­μεῖς θέ­λη­σε ὁ Θε­ὸς καὶ γεν­νη­θή­κα­με πριγ­κη­πό­που­λα τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ: Χρι­στια­νοί, Ὀρ­θό­δο­ξοι! Καὶ μά­λι­στα Ἕλ­λη­νες ποὺ στὴ γλώσ­σα μας εἶ­ναι γραμ­μέ­νο τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Κυ­ρί­ου μας.

Δὲν ἔ­χου­με ἑ­πο­μέ­νως τὸ δι­καί­ω­μα νὰ ζοῦ­με σὰν βάρ­βα­ροι. Ἡ ζω­ή μας πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη μὲ τὴν τι­μή, ποὺ μᾶς χα­ρί­στη­κε. Ἀλ­λοι­ῶς, θὰ ὑ­πο­στοῦ­με τι­μω­ρί­α πα­ρα­δειγ­μα­τι­κή.

Μα­κά­ρι νὰ τὸ κα­τα­λά­βου­με αὐ­τό, ὅ­σο εἶ­ναι και­ρός, ὥ­στε νὰ ἀ­ξι­ω­θοῦ­με νὰ εὑ­ρε­θοῦ­με καὶ ἐ­μεῖς μα­ζὶ μὲ τοὺς ἁ­γί­ους μας συμ­βα­σι­λεῖς τοῦ Κυ­ρί­ου στὴν αἰ­ώ­νια δό­ξα τῆς  Βα­σι­λεί­ας Του.

Ἀ­μήν!   

  (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, πε­ρι­πα­τῶν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς πα­ρὰ τὴν θά­λασ­σαν τῆς Γα­λι­λα­ί­ας, εἶ­δε δύ­ο ἀ­δελ­φο­ύς, Σίμωνα τὸν λε­γό­με­νον Πέτρον καὶ ᾿Αν­δρέ­αν τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ, βάλ­λον­τας ἀμ­φί­βλη­στρον εἰς τὴν θά­λασ­σαν· ἦ­σαν γὰρ ἁ­λι­εῖς· καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Δεῦ­τε ὀ­πί­σω μου καὶ ποι­ή­σω ὑ­μᾶς ἁ­λι­εῖς ἀν­θρώ­πων. Οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὰ δί­κτυ­α ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ. Καὶ προ­βὰς ἐ­κεῖ­θεν, εἶ­δεν ἄλ­λους δύ­ο ἀ­δελ­φο­ύς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζε­βε­δα­ί­ου καὶ ᾿Ι­ω­άν­νην τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ, ἐν τῷ πλο­ί­ῳ με­τὰ Ζε­βε­δα­ί­ου τοῦ πα­τρὸς αὐ­τῶν, κα­ταρ­τί­ζον­τας τὰ δί­κτυ­α αὐ­τῶν· καὶ ἐ­κά­λε­σεν αὐ­το­ύς. Οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὸ πλοῖ­ον καὶ τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τῶν, ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ. Καὶ πε­ρι­ῆ­γεν ὅ­λην τὴν Γα­λι­λα­ί­αν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς δι­δά­σκων ἐν ταῖς συ­να­γω­γαῖς αὐ­τῶν, καὶ κη­ρύσ­σων τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον τῆς βα­σι­λε­ί­ας, καὶ θε­ρα­πεύ­ων πᾶ­σαν νό­σον καὶ πᾶ­σαν μα­λα­κί­αν ἐν τῷ λα­ῷ.  

                                                                       (Ματθ. δ΄[4] 18 – 23)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Κα­θὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς περ­πα­τοῦ­σε κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα τῆς Γα­λι­λαίας, εἶ­δε δυ­ὸ ἀ­δελ­φούς, τὸν Σί­μω­να, τὸν ὁποῖο κα­τό­πιν ὀ­νό­μα­σε Πέ­τρο, καὶ τὸν Ἀν­δρέ­α τὸν ἀ­δελ­φό του, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­ρι­χναν δί­χτυ­α στὴ θά­λασ­σα, δι­ό­τι ἦ­ταν ψα­ρά­δες. Καὶ τοὺς λέ­ει: Ἀ­κο­λου­θῆ­στέ με, καὶ θὰ σᾶς κά­νω ἱ­κα­νοὺς νὰ ψα­ρεύ­ε­τε ἀν­τὶ γιὰ ψά­ρια ἀν­θρώ­πους. Αὐ­τοὺς θὰ ἑλ­κύ­ε­τε στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν μὲ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δί­χτυ­α τοῦ κη­ρύγ­μα­τος. Κι αὐ­τοὶ ἀ­μέ­σως ἄ­φη­σαν τὰ δί­χτυ­ά τους καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν. Κι ἀφοῦ προ­χώ­ρη­σε πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ ἐκεῖ, εἶ­δε ἄλ­λους δύ­ο ἀ­δελ­φούς, τὸν Ἰ­ά­κω­βο, τὸν γιὸ τοῦ Ζε­βε­δαί­ου, καὶ τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν ἀ­δελ­φό του, νὰ ἑ­τοι­μά­ζουν τὰ δί­χτυ­ά τους μέ­σα στὸ πλοῖ­ο μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τέ­ρα τους Ζε­βε­δαῖο. Καὶ τοὺς κά­λε­σε. Κι αὐ­τοὶ ἀ­μέ­σως ἄ­φη­σαν τὸ πλοῖ­ο καὶ τὸν πα­τέ­ρα τους καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν.

Καὶ πε­ρι­ό­δευ­ε ὁ Ἰησοῦς ὅ­λη τὴ Γα­λι­λαί­α δι­δά­σκον­τας στὶς συ­να­γω­γές τους, ὅ­που κά­θε Σάβ­βα­το μα­ζεύ­ον­ταν οἱ Ἑ­βραῖ­οι γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς καὶ νὰ προ­σευ­χη­θοῦν. Καὶ κή­ρυτ­τε ἐκεῖ τὸ χαρ­μό­συ­νο ἄγ­γελ­μα ὅ­τι πλη­σί­α­ζε ὁ χρό­νος τῆς πνευ­μα­τι­κῆς βα­σι­λεί­ας, πού θὰ ἔ­φερ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν ἀ­πο­λύ­τρω­ση καὶ τὴ χα­ρά. Καὶ θε­ρά­πευ­ε κά­θε εἴ­δους ἀ­σθέ­νεια καὶ ἀ­δι­α­θε­σί­α στὸ λα­ό.