Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

Ι­Ε­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ
Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΩΝ ΠΑΥ­ΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡ­ΝΑ­ΒΑ
ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩ­ΤΩΝ
 (3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016)

Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ (ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩ­ΤΩΝ)
Τέ­κνον Τι­μό­θε­ε, νῆ­φε ν πᾶ­σι, κα­κο­πά­θη­σον, ἔρ­γον πο­ί­η­σον εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ, τν δι­α­κο­νί­αν σου πλη­ρο­φό­ρη­σον. ἐ­γὼ γρ ἤ­δη σπέν­δο­μαι, κα και­ρὸς τς ἐ­μῆς ἀ­να­λύ­σε­ως ἐ­φέ­στη­κε. τν κα­λὸν ἀ­γῶ­να ἠ­γώ­νι­σμαι, τν δρό­μον τε­τέ­λε­κα, τν πί­στιν τε­τή­ρη­κα· λοι­πὸν ἀ­πό­κει­ταί μοι τς δι­και­ο­σύ­νης στέ­φα­νος, ν ἀ­πο­δώ­σει μοι Κύ­ριος ν ἐ­κε­ί­νῃ τ ἡ­μέ­ρᾳ, δί­και­ος κρι­τής, ο μό­νον δ ἐ­μοὶ, ἀλ­λὰ κα πᾶ­σι τος ἠ­γα­πη­κό­σι τν ἐ­πι­φά­νειαν αὐ­τοῦ.
                                                                            (Β΄ Τιμ. δ΄[4] 5 – 8)                                           
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
          Τέ­κνον Τι­μό­θε­ε, ἐσύ πρό­σε­χε ἄ­γρυ­πνα ὅ­λα ὅ­σα σοῦ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ποι­μαν­τι­κό σου ἔρ­γο. Κο­πί­α­σε, κάνε ἔρ­γο εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ, ὁ­λο­κλή­ρω­σε μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὴ δι­α­κο­νί­α πού σοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Νὰ ἀ­γρυ­πνεῖς καὶ νὰ κο­πιά­ζεις, δι­ό­τι ἐγώ τώ­ρα χύ­νω τὸ αἷ­μα μου ὡς σπον­δὴ καὶ θυ­σί­α στὸ Θε­ό· καὶ ὁ και­ρὸς τῆς ἀ­να­χω­ρή­σε­ώς μου ἀ­πὸ τὸν κό­σμο αὐ­τὸ εἶ­ναι πο­λὺ κον­τά. Ἔ­χω ἀ­γω­νι­σθεῖ τὸν κα­λὸ ἀ­γώ­να γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ἔ­χω φθά­σει στὸ τέ­λος τοῦ δρό­μου τῆς ἀ­ρε­τῆς καὶ τῆς τη­ρή­σε­ως τοῦ κα­θή­κον­τος. Ἔ­χω δι­α­φυ­λά­ξει τὴν πί­στη. Λοι­πὸν τώ­ρα πιὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει τὸ στε­φά­νι πού ἀνήκει ὡς βραβεῖο στὴ δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὴν ἀ­ρε­τή. Τὸ στε­φά­νι αὐ­τὸ θὰ μοῦ τὸ δώ­σει ὡς ἀν­τα­μοι­βὴ ὁ Κύ­ριος κα­τὰ τὴν ἔν­δο­ξη ἐ­κεί­νη ἡμέρα τῆς Κρί­σε­ως, ὁ δί­και­ος κρι­τής. Θὰ τὸ δώ­σει μά­λι­στα ὄ­χι μό­νο σὲ μέ­να, ἀλλά καὶ σ' ὅ­λους ὅ­σους ἔ­χουν ἀ­γα­πή­σει καὶ μὲ πό­θο πε­ρι­μέ­νουν τὴν ἔν­δο­ξη ἐμ­φά­νι­σή του.
ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ (ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩ­ΤΩΝ)
Ἀρ­χὴ το εὐ­αγ­γε­λί­ου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, υἱ­οῦ το Θε­οῦ. ς γέ­γρα­πται ν τος προ­φή­ταις, ἰ­δοὺ ἐ­γὼ ἀ­πο­στέλ­λω τν ἄγ­γε­λόν μου πρ προ­σώ­που σου, ς κα­τα­σκευ­ά­σει τν ὁ­δόν σου ἔμ­προ­σθέν σου· φω­νὴ βο­ῶν­τος ν τ ἐ­ρή­μῳ, ἑ­τοι­μά­σα­τε τν ὁ­δὸν Κυ­ρί­ου, εὐ­θε­ί­ας ποι­εῖ­τε τς τρί­βους αὐ­τοῦ, ἐ­γέ­νε­το Ἰ­ω­άν­νης βα­πτί­ζων ν τ ἐ­ρή­μῳ κα κη­ρύσ­σων βά­πτι­σμα με­τα­νο­ί­ας ες ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν. κα ἐ­ξε­πο­ρε­ύ­ε­το πρς αὐ­τὸν πᾶ­σα Ἰ­ου­δα­ί­α χώ­ρα κα ο Ἱ­ε­ρο­σο­λυ­μῖ­ται, κα ἐ­βα­πτί­ζον­το πάν­τες ν τ Ἰ­ορ­δά­νῃ πο­τα­μῷ ὑ­π' αὐ­τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γο­ύ­με­νοι τς ἁ­μαρ­τί­ας αὐ­τῶν. ν δ Ἰ­ω­άν­νης ἐν­δε­δυ­μέ­νος τρί­χας κα­μή­λου κα ζώ­νην δερ­μα­τί­νην πε­ρὶ τν ὀ­σφὺν αὐ­τοῦ, κα ἐ­σθί­ων ἀ­κρί­δας κα μέ­λι ἄ­γριον. κα ἐ­κή­ρυσ­σε λέ­γων· Ἔρ­χε­ται ὁ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρός μου ὀ­πί­σω μου, ο οκ εἰ­μὶ ἱ­κα­νὸς κύ­ψας λῦ­σαι τν ἱ­μάν­τα τν ὑ­πο­δη­μά­των αὐ­τοῦ. ἐ­γὼ μν ἐ­βά­πτι­σα ὑ­μᾶς ἐν ὕ­δα­τι, αὐ­τὸς δ βα­πτί­σει ὑ­μᾶς ἐν Πνε­ύ­μα­τι ἁ­γί­ῳ.                             
                                                   (Μαρκ. α΄[1]  1-8)                                                                               
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πρό­δρο­μος ἔ­γι­νε ἡ ἀρ­χή τοῦ χα­ρο­ποι­οῦ μη­νύ­μα­τος γιὰ τὴν ἔ­λευ­ση στὸν κό­σμο τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ πού ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος. Καὶ ἔ­γι­νε ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἡ ἀρ­χή τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου, ὅ­πως ἔ­χει προ­φη­τευ­θεῖ καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νο στοὺς προ­φῆ­τες. Στὸ βι­βλί­ο δη­λα­δὴ τοῦ προ­φή­τη Μα­λα­χί­α λέ­ει ὁ ἐ­που­ρά­νιος Πα­τέ­ρας στὸ Μεσ­σί­α: Ἰ­δού, ἐ­γώ ἀ­πο­στέλ­λω τὸν ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρο μου πρὶν ἀ­πὸ σέ­να καὶ μπρο­στὰ ἀ­πὸ σέ­να. Αὐ­τὸς θὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων γιὰ νὰ σὲ ὑ­πο­δε­χθοῦν ὡς Σω­τή­ρα καὶ Λυ­τρω­τή. Κι ἔ­τσι θὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὸ δρό­μο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ πλη­σιά­σεις ὡς δι­δά­σκα­λος καὶ Σω­τή­ρας τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρος αὐ­τὸς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­φή­τευ­σε ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας τὰ ἑ­ξῆς: Φω­νὴ ἀν­θρώ­που πού κραυ­γά­ζει στὴν ἔ­ρη­μο καὶ λέ­ει: Ἑ­τοι­μά­στε τὸ δρό­μο ἀ­π’ τόν ὁ­ποῖ­ο θὰ ἔλ­θει σὲ σᾶς ὁ Κύ­ριος· κά­νε­τε ἴ­σι­ες καὶ ὁ­μα­λὲς τὶς δι­α­βά­σεις ἀ­π' τὶς ὁ­ποῖ­ες θὰ πε­ρά­σει. Ξε­ρι­ζῶ­στε δη­λα­δὴ ἀ­π' τὶς ψυ­χὲς σας τὰ ἀγ­κά­θια τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν πα­θῶν καὶ ρίξ­τε μα­κριὰ τὶς πέ­τρες τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ καὶ τῆς πω­ρώ­σε­ως· καὶ κα­θα­ρί­στε μὲ τὴ με­τά­νοι­α τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό σας, γιὰ νὰ δε­χθεῖ τὸν Κύ­ριο. Καὶ ἔ­γι­νε ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἀρ­χή τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου, μὲ τὸ νὰ βα­πτί­ζει στὴν ἔ­ρη­μο καὶ μὲ τὸ νὰ κη­ρύτ­τει βά­πτι­σμα πού ἔ­πρε­πε νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται μὲ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ με­τά­νοι­α, ἔ­τσι ὥ­στε οἱ βα­πτι­σμέ­νοι νὰ λά­βουν ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν τους, τὴν ὁ­ποί­α θὰ τοὺς ἐ­ξα­σφά­λι­ζε ὁ Μεσ­σί­ας πού θὰ ἐρ­χό­ταν με­τὰ τὸν Ἰ­ω­άν­νη. Καὶ πή­γαι­ναν σ' αὐ­τὸν οἱ κά­τοι­κοι ὅ­λης τῆς Ἰ­ου­δαί­ας καὶ οἱ Ἱ­ε­ρο­σο­λυ­μί­τες. Καὶ βα­πτί­ζον­ταν ὅ­λοι ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ω­άν­νη στὸν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μό, ἐ­νῶ συγ­χρό­νως ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ταν φα­νε­ρὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τους. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ ὅ­λη ζω­ὴ καὶ ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Ἰ­ω­άν­νη ἦ­ταν σύμ­φω­νη μὲ τὸ κή­ρυγ­μά του σὲ ὅ­λα. Φο­ροῦ­σε δη­λα­δὴ ἔν­δυ­μα ὑ­φα­σμέ­νο ἀ­πὸ τρί­χες κα­μή­λας καὶ εἶ­χε δερ­μά­τι­νη ζώ­νη γύ­ρω ἀ­π' τὴ μέ­ση του, κι ἔ­τρω­γε ἀ­κρί­δες, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες πού ἔ­φερ­νε ὁ ἄ­νε­μος σὰν σύν­νε­φο ἀ­π' τὴν Ἀ­ρα­βί­α στὴν ἔ­ρη­μο, καὶ μέ­λι πού ἀ­πο­θή­κευ­αν τὰ ἄ­γρια με­λίσ­σια μέ­σα στὶς σχι­σμὲς τῶν βρά­χων. Καὶ κή­ρυτ­τε λέ­γον­τας: Ἔρ­χε­ται ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μέ­να ἐ­κεῖ­νος πού εἶ­ναι πιὸ δυ­να­τὸς ἀ­πὸ μέ­να λό­γῳ τοῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τός του καὶ τῆς θεί­ας φύ­σε­ώς του. Μπρο­στά του ἐ­γώ δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ σκύ­ψω καὶ νὰ λύ­σω ὡς δοῦ­λος τὸ λου­ρὶ τῶν ὑ­πο­δη­μά­των του. Ἐ­γὼ σᾶς βά­πτι­σα μὲ νε­ρό, αὐ­τὸς ὅ­μως θὰ σᾶς βα­πτί­σει μὲ Πνεῦ­μα Ἅ­γιον, τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κα­θα­ρί­σει καὶ τὶ­ς ψυ­χές σας.

Η Βάπτιση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
Οι Χριστιανικές γιορτές είναι γεγονότα, που έχουν σκοπό να καθοδηγήσουν τον άνθρωπο στο μεγάλο μυστήριο της σωτηρίας και για αυτό είναι λυτρωτικές για τον πιστό. Έτσι ο χρόνος για τον άνθρωπο, που συμμετέχει σε όλες τις γιορτές της Εκκλησίας, μεταφέρει το μήνυμα της εν Χριστώ αναγέννησης, την οποία καμία άλλη κοσμική γιορτή δεν μπορεί να προσφέρει ή να αντικαταστήσει.
Τα Θεοφάνεια ή Θεοφάνια ή γιορτή των Επιφανείων ή Αγίων Φώτων είναι μια από τις δεσποτικές γιορτές του Χριστού μας μέσα στο λειτουργικό πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που γιορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου. Είναι η τρίτη και τελευταία γιορτή του Δωδεκαημέρου (γιορτών των Χριστουγέννων). Η γιορτή αυτή είναι η αρχαιότερη μετά το Πάσχα δεσποτική γιορτή, που άρχισε κατά το 2ο αιώνα μ.Χ. και συνδέεται με την αποκάλυψη του Θεού, δηλαδή τη φανέρωση του ενός Τριαδικού Θεού στην ενανθρώπηση του Υιού του Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Είναι η αρχή της δημόσιας φανέρωσης της ένσαρκης οικονομίας του Υιού του Θεού, που συνδέεται με τη βάπτιση Tου στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και η οποία τον ανέδειξε Σωτήρα και Λυτρωτή του κάθε πιστού. Η βάπτιση του Χριστού μας κατέστη ο θεμέλιος λίθος της σύνδεσης του κάθε πιστού με το μυστήριο της βάπτισής του, με το οποίο ξαναγεννιέται και εισέρχεται στη νέα εν Χριστώ ζωή.
Στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού η Μητρόπολη των Εορτών, τα Χριστούγεννα, και τα Θεοφάνεια γιορτάζονταν μαζί. Τον 4ο αιώνα μ.Χ., όμως, τα Χριστούγεννα χωρίστηκαν από τα Θεοφάνεια και αποτέλεσαν ιδιαίτερη Δεσποτική γιορτή, που γιορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου. 
Η αρχή της γιορτής είναι ανάλογη με τη γιορτή των Χριστουγέννων. Στις 6 Ιανουαρίου, οι Εθνικοί της Αιγύπτου και Αραβίας γιόρταζαν το χειμερινό ηλιοστάσιο, το οποίο κατά τους αρχαίους υπολογισμούς συνέπιπτε με την 6η Ιανουαρίου. Στους ψεύτικους Θεούς των ειδωλολατρών, η Χριστιανική Εκκλησία πρόβαλε τον αληθινό Θεό, Βασιλέα Χριστό, τα αληθινά Θεοφάνεια. Επίσης, τη λατρεία του ήλιου, που νικά κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο το σκοτάδι της νύχτας, αντικατέστησε με τη λατρεία του αληθινού ήλιου, του Χριστού, μεσσία και λυτρωτή, που κατά τον Ησαΐα ανέτειλε στον εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενο κόσμο. Η φωνή του Πατέρα, που ακούγεται κατά τη βάπτιση του Χριστού υποδηλώνει την ενθρόνισή Του, ως του μόνου και αληθινού Βασιλέως και Κυρίου της ανθρωπότητας. Στον Ιορδάνη ποταμό, ο Χριστός αγίασε τα ύδατα, ώστε να γίνουν, σύμφωνα και με τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο σε ομιλία του για τον Μεγάλο αγιασμό στη γιορτή των Θεοφανείων, κατά την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και τον καθαγιασμό του ύδατος από τον ιερέα «...πηγή αφθαρσίας, αγιασμού δώρον, λυτήριo (συγχωρητικό) αμαρτημάτων, αλεξιτήριο (φάρμακο) νοσημάτων, δαίμοσιν ολέθριον» (εξολοθρευτικό δαιμόνων). Στους πρώτους μάλιστα Χριστιανικούς αιώνες, την ημέρα των Θεοφανείων γινόταν και ο φωτισμός, δηλαδή το βάπτισμα των κατηχουμένων, από το οποίο η γιορτή των Θεοφανείων ονομάστηκε και γιορτή των Φώτων.
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, στο ευαγγέλιό του, αναφέρει τη σχέση της Βάπτισης του Χριστού και του μυστηρίου του βαπτίσματος. Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος μιλά, για το βάπτισμα του ύδατος, το οποίο εκείνος υπηρετούσε σύμφωνα με τη θεία εντολή, και εξηγεί, ότι ο ερχόμενος Χριστός θα το μετέτρεπε σε βάπτισμα Πνεύματος, με το οποίο θα εισέρχονταν οι άνθρωποι στη βασιλεία του Θεού: Ο Ιωάννης μαρτύρησε και είπε, ότι είδε το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν Περιστερά από τον ουρανό και να μένει πάνω Του. Επίσης, είπε, ότι δεν τον γνώριζε, αλλά Εκείνος, που τον έστειλε του είπε, ότι σε όποιον δεις το Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει επάνω του, αυτός θα είναι Εκείνος, που θα βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο. Είπε, ακόμη, ότι το είδε αυτό και το μαρτύρησε, ότι δηλαδή αυτός είναι ο Υιός του Θεού (Ιωάνν.: Α: 32-34). Αυτό, ακριβώς διαβεβαίωσε, και ο ίδιος ο Κύριος, όταν είπε στον Νικόδημο, Αμήν, αμήν σου λέγω, εάν κάποιος δεν γεννηθεί εξ ύδατος και πνεύματος δεν είναι δυνατόν να εισέλθει εις την βασιλεία του Θεού (Ιωάνν.: Γ: 4-6). Η κάθοδος, λοιπόν, του Αγίου Πνεύματος στη βάπτιση του Χριστού φανέρωσε το μυστήριο του βαπτίσματος, το οποίο επιτελεί ο Χριστός με το Άγιο Πνεύμα. Είναι το βάπτισμα, το οποίο παρέδωσε ο Χριστός στους μαθητές Του σαν βασικό στοιχείο της αποστολικής διακονίας τους στον κόσμο.
Στους δύο συνοπτικούς Ευαγγελιστές, τους Ματθαίο και Μάρκο, τονίζεται η αναγκαιότητα του μυστηρίου του βαπτίσματος, ως μέσο συμμετοχής των ανθρώπων στη σωτηρία, που προσφέρει ο Χριστός. Αυτό φαίνεται, στην εντολή του Αναστημένου Κυρίου στους μαθητές Του να κηρύξουν το Ευαγγέλιο και να βαπτίσουν τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Πορευθείτε λοιπόν, μαθητεύσατε όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους να τηρούν όλα όσα σας παράγγειλα ( Ματθ΄: ΚΗ: 19-20). Το ίδιο ακριβώς αναφέρει και ο Μάρκος με συντομότερο τρόπο. Πορευθείτε σε όλον τον κόσμο και κηρύξτε το Ευαγγέλιο σε ολόκληρη την κτίση. Όποιος πιστέψει και βαπτιστεί θα σωθεί (Μάρκ.: ΙΣΤ: 15-16).
Έτσι, το βάπτισμα του Ιωάννη του Βαπτιστή είναι η αφετηρία της επανασύνδεσής μας με το δημιουργό μας, που είναι και ο αρχηγός και τελειωτής της σωτηρίας μας. Το βάπτισμα του Προδρόμου ήταν βάπτισμα μετανοίας, που υποδήλωνε την επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό και την υπακοή του στο θείο θέλημα. Ήταν ένα είδος προπαρασκευής και προετοιμασίας, που απέβλεπε στη μεσολάβηση του Θεού μέσω του Μεσσία, δηλαδή στη δικαίωση των ανθρώπων και στη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα λόγια του Χριστού προς τον Βαπτιστή Ιωάννη (Ματθ. Γ: 14-17). Όταν ο Χριστός προσήλθε στο βάπτισμα του Ιωάννη, σαν άνθρωπος αποδέχτηκε το θείο θέλημα εκ μέρους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Και τότε η μαρτυρία του ουράνιου Πατέρα, που τον αναγνώρισε σαν τον Υιό Του τον αγαπητό και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος σωματικά εν είδη περιστεράς σήμανε την αποδοχή του Χριστού από τον Πατέρα ως τον Μεσσία, που θα φέρει τη βασιλεία του Θεού στους ανθρώπους. Στον Εσπερινό της παραμονής των Θεοφανείων, ακούγεται το Λύτρωση έρχεται ο Χριστός να δώσει με τη βάπτιση σε όλους τους πιστούς. Γιατί με αυτήν καθαρίζει τον Αδάμ, υψώνει τον πεσμένο, ντροπιάζει τον τύραννο, που προκάλεσε την πτώση, ανοίγει τους ουρανούς, κατεβάζει το θείο Πνεύμα, και χαρίζει την αφθαρσία (Ωδή 8η). Ακόμη, σήμερα στα ρείθρα του Ιορδάνη ήρθε ο Κύριος, και λέει στον Ιωάννη: Μη δειλιάσεις να με βαπτίσεις, γιατί ήρθα να σώσω τον Αδάμ τον πρωτόπλαστο (Οίκος). Τέλος, ως άνθρωπος ήρθες Χριστέ Βασιλεύ στον ποταμό, και δουλικό βάπτισμα σπεύδεις να λάβεις από τα χέρια του Προδρόμου, για τις δικές μας αμαρτίες, φιλάνθρωπε! (Σωφρονίου Ιεροσολύμων). Ο απόστολος Παύλος αναφέρεται, επίσης, στην επιφάνεια της δόξης του μεγάλου Θεού (Τίτ.: Β: 13), και τονίζει ότι, διά του Χριστού, επεφάνη η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις (Τίτ.: Β: 11). Δεν παραλείπει, ακόμη, να μιλήσει για τον Θεό, που εφανερώθη εν σαρκί (Α´ Τιμοθ.: Γ: 16).  Αναμφίβολα, τόσο οι φράσεις του Αποστόλου των Εθνών, όσο και η εκκλησιαστική υμνωδία εισαγάγουν τους πιστούς στο μυστήριο της σωτηρίας και του αγιασμού.   Η γιορτή των Θεοφανείων είναι προσκλητήριο ανανέωσης και επιστροφής στον Κύριο της δόξης, ο οποίος αν και ήταν Θεός ταπείνωσε τον εαυτόν του και έγινε άνθρωπος, αναμάρτητος, συγχωρητικός και ελεήμων, η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Το βαθύτερο νόημα της γιορτής των Θεοφανείων, όμως, φανερώνεται σε εκείνους, που  θα καθαρίσουν με τον αγιασμό τις αισθήσεις τους από το σκοτάδι της αμαρτωλής καθημερινότητας, για να ελευθερωθούν και σωθούν.    
Κοντάκιο Θεοφανίων:
Ἐπεφάνης σήμερον τῇ οἰκουμένῃ
καὶ τὸ Φῶς Σου Κύριε ἐσημειώθη ἐφ´ ἡμᾶς
ἐν ἐπιγνώσει ὑμνοῦντάς Σε
Ἦλθες ἐφάνης τὸ Φῶς τὸ ἀπρόσιτον.
Ἐξαποστειλάριον
Ἐπεφάνη ὁ Σωτήρ, ἡ χάρις ἡ ἀλήθεια,
ἐν ῥείθροις τοῦ Ἰορδάνου, καὶ τοὺς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ,
καθεύδοντας ἐφώτισε· καὶ γὰρ ἦλθεν ἐφάνη,
τὸ φῶς τὸ ἀπρόσιτον.
Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού, Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος
ΠΗΓΗ: http://www.churchofcyprus.org.cy/article.php?articleID=1021

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
(27 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΟΣ)  
Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, Στέ­φα­νος πλή­ρης πί­στε­ως καὶ δυ­νά­με­ως ἐ­πο­ί­ει τέ­ρα­τα καὶ ση­μεῖ­α με­γά­λα ἐν τῷ λα­ῷ. Ἀ­νέ­στη­σαν δέ τι­νες τῶν ἐκ τῆς συ­να­γω­γῆς τῆς λε­γο­μέ­νης Λι­βερ­τί­νων καὶ Κυ­ρη­να­ί­ων καὶ ᾿Α­λε­ξαν­δρέ­ων καὶ τῶν ἀ­πὸ Κι­λι­κί­ας καὶ ᾿Α­σί­ας συ­ζη­τοῦν­τες τῷ Στε­φά­νῳ, καὶ οὐκ ἴ­σχυ­ον ἀν­τι­στῆ­ναι τῇ σο­φί­ᾳ καὶ τῷ πνε­ύ­μα­τι ᾧ ἐ­λά­λει. Τότε ὑ­πέ­βα­λον ἄν­δρας λέ­γον­τας ὅ­τι ἀ­κη­κό­α­μεν αὐ­τοῦ λα­λοῦν­τος ῥή­μα­τα βλά­σφη­μα εἰς Μω­ϋ­σῆν καὶ τὸν Θε­όν· συ­νε­κί­νη­σάν τε τὸν λα­ὸν καὶ τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους καὶ τοὺς γραμ­μα­τεῖς, καὶ ἐ­πι­στάν­τες συ­νήρ­πα­σαν αὐ­τὸν καὶ ἤ­γα­γον εἰς τὸ συ­νέ­δρι­ον, ἔ­στη­σάν τε μάρ­τυ­ρας ψευ­δεῖς λέ­γον­τας· Ὁ ἄν­θρω­πος οὗ­τος οὐ πα­ύ­ε­ται ῥή­μα­τα βλά­σφη­μα λα­λῶν κα­τὰ τοῦ τό­που τοῦ ἁ­γί­ου καὶ τοῦ νό­μου· ἀ­κη­κό­α­μεν γὰρ αὐ­τοῦ λέ­γον­τος ὅ­τι ᾿Ι­η­σοῦς ὁ Να­ζω­ραῖ­ος οὗ­τος κα­τα­λύ­σει τὸν τό­πον τοῦ­τον καὶ ἀλ­λά­ξει τὰ ἔ­θη ἃ πα­ρέ­δω­κεν ἡ­μῖν Μω­ϋ­σῆς. Καὶ ἀ­τε­νί­σαν­τες εἰς αὐ­τὸν ἅ­παν­τες οἱ κα­θε­ζό­με­νοι ἐν τῷ συ­νε­δρί­ῳ εἶ­δον τὸ πρό­σω­πον αὐ­τοῦ ὡ­σεὶ πρό­σω­πον ἀγ­γέ­λου. Εἶ­πε δὲ ὁ ἀρ­χι­ε­ρε­ύς· Εἰ ἄ­ρα ταῦ­τα οὕ­τως ἔ­χει; Ὁ δὲ ἔ­φη· Ἄν­δρες ἀ­δελ­φοὶ καὶ πα­τέ­ρες, ἀ­κο­ύ­σα­τε. Ὁ Θε­ὸς τῆς δό­ξης ὤ­φθη τῷ πα­τρὶ ἡ­μῶν ᾿Α­βρα­ὰμ ὄν­τι ἐν τῇ Με­σο­πο­τα­μί­ᾳ, πρὶν ἢ κα­τοι­κῆ­σαι αὐ­τὸν ἐν Χαρ­ράν, καὶ εἶ­πε πρὸς αὐ­τόν· «Ἔ­ξελ­θε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγ­γε­νί­ας σου, καὶ δεῦ­ρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δε­ί­ξω». Τότε ἐ­ξελ­θὼν ἐκ γῆς Χαλ­δα­ί­ων κα­τῴ­κη­σεν ἐν Χαρ­ράν. Κἀ­κεῖ­θεν με­τὰ τὸ ἀ­πο­θα­νεῖν τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τοῦ με­τῴ­κι­σεν αὐ­τὸν εἰς τὴν γῆν τα­ύ­την εἰς ἣν ὑ­μεῖς νῦν κα­τοι­κεῖ­τε· καὶ οὐκ ἔ­δω­κεν αὐ­τῷ κλη­ρο­νο­μί­αν ἐν αὐ­τῇ οὐ­δὲ βῆ­μα πο­δός. Σο­λο­μὼν δὲ ᾠ­κο­δό­μη­σεν αὐ­τῷ οἶ­κον. Ἀλλ᾿ οὐχ ὁ ὕ­ψι­στος ἐν χει­ρο­ποι­ή­τοις να­οῖς κα­τοι­κεῖ, κα­θὼς ὁ προ­φή­της λέ­γει· «Ὁ οὐ­ρα­νός μοι θρό­νος, ἡ δὲ γῆ ὑ­πο­πό­δι­ον τῶν πο­δῶν μου· ποῖ­ον οἶ­κον οἰ­κο­δο­μή­σε­τέ μοι, λέ­γει Κύριος, ἢ τίς τό­πος τῆς κα­τα­πα­ύ­σε­ώς μου; Οὐ­χὶ ἡ χε­ίρ μου ἐ­πο­ί­η­σε ταῦ­τα πάν­τα;» Σκλη­ρο­τρά­χη­λοι καὶ ἀ­πε­ρί­τμη­τοι τῇ καρ­δί­ᾳ καὶ τοῖς ὠ­σίν, ὑ­μεῖς ἀ­εὶ τῷ Πνε­ύ­μα­τι τῷ ῾Α­γί­ῳ ἀν­τι­πί­πτε­τε, ὡς οἱ πα­τέ­ρες ὑ­μῶν καὶ ὑ­μεῖς. Τίνα τῶν προ­φη­τῶν οὐκ ἐ­δί­ω­ξαν οἱ πα­τέ­ρες ὑ­μῶν; καὶ ἀ­πέ­κτει­ναν τοὺς προ­κα­ταγ­γε­ί­λαν­τας πε­ρὶ τῆς ἐ­λε­ύ­σε­ως τοῦ δι­κα­ί­ου, οὗ νῦν ὑ­μεῖς προ­δό­ται καὶ φο­νεῖς γε­γέ­νη­σθε· οἵ­τι­νες ἐ­λά­βε­τε τὸν νό­μον εἰς δι­α­τα­γὰς ἀγ­γέ­λων, καὶ οὐκ ἐ­φυ­λά­ξα­τε. ᾿Α­κο­ύ­ον­τες δὲ ταῦ­τα δι­ε­πρί­ον­το ταῖς καρ­δί­αις αὐ­τῶν καὶ ἔ­βρυ­χον τοὺς ὀ­δόν­τας ἐπ᾿ αὐ­τόν. Ὑ­πάρ­χων δὲ πλή­ρης Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου, ἀ­τε­νί­σας εἰς τὸν οὐ­ρα­νὸν εἶ­δε δό­ξαν Θε­οῦ καὶ ᾿Ι­η­σοῦν ἑ­στῶ­τα ἐκ δε­ξι­ῶν τοῦ Θε­οῦ, καὶ εἶ­πεν· Ἰ­δοὺ θε­ω­ρῶ τοὺς οὐ­ρα­νοὺς ἀ­νε­ωγ­μέ­νους καὶ τὸν υἱ­ὸν τοῦ ἀν­θρώ­που ἐκ δε­ξι­ῶν τοῦ Θε­οῦ ἑ­στῶ­τα. Κρά­ξαν­τες δὲ φω­νῇ με­γά­λῃ συ­νέ­σχον τὰ ὦ­τα αὐ­τῶν καὶ ὥρ­μη­σαν ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἐπ᾿ αὐ­τόν, καὶ ἐκ­βα­λόν­τες ἔ­ξω τῆς πό­λε­ως ἐ­λι­θο­βό­λουν. Καὶ οἱ μάρ­τυ­ρες ἀ­πέ­θεν­το τὰ ἱ­μά­τι­α αὐ­τῶν πα­ρὰ τοὺς πό­δας νε­α­νί­ου κα­λου­μέ­νου Σα­ύ­λου, καὶ ἐ­λι­θο­βό­λουν τὸν Στέ­φα­νον, ἐ­πι­κα­λο­ύ­με­νον καὶ λέ­γον­τα· Κύριε ᾿Ι­η­σοῦ, δέ­ξαι τὸ πνεῦ­μά μου. Θεὶς δὲ τὰ γό­να­τα ἔ­κρα­ξε φω­νῇ με­γά­λῃ· Κύριε, μὴ στή­σῃς αὐ­τοῖς τὴν ἁ­μαρ­τί­αν τα­ύ­την. καὶ τοῦ­το εἰ­πὼν ἐ­κοι­μή­θη.         
   (Πράξ. Στ΄8 – ζ΄5, 47 – 60)
Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό, ὁ Στέφανος, πού ἦταν γεμάτος μέ πίστη καί δυνατό χάρισμα εὐγλωττίας, ἔκανε μεγάλα θαύματα ἀνάμεσα στό λαό  θαύματα πού προκαλοῦσαν κατάπληξη καί ἀποδείκνυαν τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστιανικοῦ κηρύγματος. Μερικοὶ ὅμως ἀπό τὴ συναγωγὴ ποὺ λεγόταν συναγωγὴ τῶν Λιβερτίνων καὶ τῶν Κυρηναίων καὶ τῶν Ἀλεξανδρέων, καθὼς καὶ τῶν Ἰουδαίων ποὺ κατάγονταν ἀπό τὴν Κιλικία καὶ τὴν Ἀσία, σηκώθηκαν μὲ φανατισμὸ κι ἄρχισαν νὰ συζητοῦν μὲ τὸν Στέφανο. Δὲν μποροῦσαν ὅμως νὰ ἀντισταθοῦν στὴ σοφία καὶ στὸ πνευματικὸ χάρισμα μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ ὁποίου μιλοῦσε ὁ Στέφανος. Τότε ὑποκίνησαν καὶ δωροδόκησαν ἀνθρώπους, γιὰ νὰ ποῦν, σύμφωνα μὲ τὶς ἰδιαίτερες ὁδηγίες ποὺ πῆραν, ὅτι τὸν ἔχουμε ἀκούσει μὲ τ' αὐτιά μας νὰ λέει λόγια βλάσφημα ἐναντίον τοῦ Μωυσῆ καὶ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἐρέθισαν πολὺ καὶ ξεσήκωσαν τὸ λαὸ καί τούς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων καὶ τοὺς γραμματεῖς. Καὶ μετὰ ἀπ' αὐτὸ ἦλθαν ξαφνικὰ κι ἄρπαξαν ὅλοι μαζὶ τὸν Στέφανο καὶ μὲ τὴ βία τὸν ἔφεραν στὸ συνέδριο. Καὶ παρουσίασαν ἐκεῖ ψευδομάρτυρες ποὺ ἔλεγαν: Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν σταματᾶ νὰ λέει λόγια βλάσφημα ἐναντίον τοῦ ἁγίου τόπου τοῦ ναοῦ καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου. Δὲν μᾶς μένει ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι λέει λόγια βλάσφημα γιὰ τὸ ναὸ καὶ τὸ νόμο. Διότι τὸν ἔχουμε ἀκούσει οἱ ἴδιοι νὰ λέει ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, αὐτὸς ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ σώσει τὸν ἑαυτό του, θὰ καταστρέψει τὸν ἱερὸ αὐτὸν τόπο καὶ θὰ ἀλλάξει τὰ ἱερὰ ἔθιμα καὶ τοὺς θεσμοὺς ποὺ μᾶς παρέδωσε μὲ τὸ νόμο ὁ Μωυσής. Κάποια στιγμὴ ὅμως, καθὼς ὅλοι οἱ δικαστὲς ποὺ κάθονταν στὸ συνέδριο κοίταξαν τὸν Στέφανο, εἶδαν τὸ πρόσωπό του νά ἀστράφτει σάν νά ἦταν πρόσωπο ἀγγέλου. Τότε ὁ ἀρχιερέας ρώτησε τὸν Στέφανο: Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, ὅπως τὰ καταγγέλλουν οἱ μάρτυρες; Κι ὁ Στέφανος ἀποκρίθηκε: Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκοῦστε. Ὁ Θεὸς ὁ ἔνδοξος, ὁ ὁποῖος συγχρόνως εἶναι καὶ ἡ πηγὴ τῆς πραγματικῆς καὶ αἰώνιας δόξας, ἐμφανίσθηκε στὸν πατέρα μας Ἀβραάμ, ὅταν ἦταν ἀκόμη στή Μεσοποταμία, πρὶν ἔλθει νὰ κατοικήσει στὴ Χαρράν, καὶ τοῦ εἶπε: Φύγε ἀπό τὴν πατρίδα σου καὶ ἀπό τούς συγγενεῖς σου καὶ πήγαινε στὴ χώρα ποὺ θὰ σοὺ δείξω. Τότε ὁ Ἀβραάμ, ὑπακούοντας στὴν ἐντολὴ αὐτή, ἔφυγε ἀπό τὴ χώρα τῶν Χαλδαίων καὶ πῆγε νὰ κατοικήσει στὴ Χαρράν. Κι ἀπό ἐκεῖ, ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του, τὸν ὁδήγησε ὁ Θεὸς στὴ γῆ αὐτὴ Χαναάν, στήν ὁποία ἐσεῖς τώρα κατοικεῖτε. Κι ὅσο ζοῦσε ὁ Ἀβραάμ, ὁ Θεὸς δὲν τοῦ ἔδωσε οὔτε ἕνα βῆμα γῆς γιὰ κληρονομιὰ στὴ χώρα αὐτή. Ἀλλὰ ὁ Σολομών ἔκτισε τόν οἶκο αὐτὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὕψιστος Θεὸς ὅμως δὲν κατοικεῖ σὲ ναοὺς ποὺ κατασκευάζονται ἀπό τὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων καὶ μὲ τὴν τέχνη τους  ὅπως λέει ὁ προφήτης Ἡσαΐας: «Θρόνος γιὰ μένα εἶναι ὁ οὐρανός, καὶ ὁλόκληρη ἡ γῆ εἶναι τὸ στήριγμα ποὺ ἀκουμποῦν τὰ πόδια μου. Ποιὸ σπίτι μπορεῖτε νὰ κτίσετε γιὰ μένα, ποὺ δὲν μὲ χωράει ὁλόκληρος ὁ κόσμος; λέει ὁ Κύριος. Ἤ ποιός θὰ εἶναι ὁ τόπος τῆς διαρκοῦς καὶ μόνιμης ἀναπαύσεώς μου, στὸν ὁποῖο θὰ κατοικῶ χωρὶς νὰ μετακινοῦμαι; Ὅλα αὐτὰ ποὺ μπορεῖτε ἐσεῖς οἱ ἄνθρωποι νά μοῦ προσφέρετε, δικά μου δὲν εἶναι, καὶ τὸ παντοδύναμο χέρι μου δὲν τὰ ἔκανε»; (Κι ἐπειδὴ στὸ μεταξὺ τὰ μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου ἐκδήλωσαν μὲ τὴν ἔκφραση τοῦ προσώπου τους καὶ τοὺς μορφασμοὺς τους λυσσασμένη ἀγανάκτηση καὶ σκληρότητα, ὁ Στέφανος ἄρχισε νὰ τοὺς ἐλέγχει λέγοντας:) Εἶστε σκληροτράχηλοι καὶ ἄκαμπτοι, καὶ δέν ὑποτάσσεσθε στὸ Θεό. Δὲν ἔχετε περικόψει τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀναισθησία τῆς καρδιᾶς σας καὶ δὲν θελήσατε νὰ ἀπαλλαγεῖτε ἀπό τὴν πνευματικὴ σας κουφαμάρα, γιά νά ἀκοῦτε μὲ καλὴ καὶ εὐπειθή διάθεση τήν ἀλήθεια. Γι΄ αὐτὸ πάντοτε ἐναντιώνεσθε στό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Ὅπως ἀπειθοῦσαν καί ἐναντιώνονταν οἱ πατέρες σας, ἔτσι σήμερα ἐναντιώνεσθε καὶ σεῖς. Ποιὸν ἀπό τούς προφῆτες δὲν καταδίωξαν οἱ πρόγονοί σας; Καὶ σκότωσαν ἐκείνους ποὺ προανήγγειλαν τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ ἀπολύτως ἀναμάρτητος καὶ κατ' ἐξοχὴν δίκαιος. Ἀλλά καί σεῖς τώρα ἔχετε γίνει προδότες καὶ φονιάδες του. Ἐσεῖς πήρατε τὸ νόμο τὸν ὁποῖο διέταξε ὁ Θεὸς διαμέσου ἀγγέλων, καὶ δὲν τὸν τηρήσατε ἀλλά τόν παραβήκατε. Κι ἐνῶ τὰ ἄκουγαν αὐτά, ξεσχίζονταν οἱ καρδιές τους ἀπό ἀγανάκτηση καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια τους ἐναντίον τοῦ Στεφάνου. Οἱ ἀπειλὲς ὅμως αὐτὲς δὲν διήγειραν ἐχθρικὰ συναισθήματα καὶ στὴν καρδιὰ τοῦ πρωτομάρτυρα. Ἀντιθέτως αὐτὸς ἦταν πάντοτε εἰρηνικὸς καὶ γεμάτος μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐνῶ λοιπὸν βρισκόταν σὲ τέτοια ψυχικὴ κατάσταση, ἔστρεψε ἀκίνητο καὶ προσηλωμένο τό βλέμμα του στὸν οὐρανὸ καὶ εἶδε τὴν ἔνδοξη λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ ἕτοιμος νὰ τὸν βοηθήσει. Καὶ εἶπε: Νά, βλέπω καθαρὰ τοὺς οὐρανοὺς νὰ εἶναι ἀνοιγμένοι, καὶ τὸν υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου τόν βλέπω νά στέκεται στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως τότε ἔβγαλαν δυνατὲς κραυγές, ἔκλεισαν τὰ αὐτιά τους γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦν τὰ λόγια τοῦ Στεφάνου, πού τὰ θεωροῦσαν βλάσφημα, καὶ μὲ μανιασμένη διάθεση ὅλοι μαζὶ ὅρμησαν καταπάνω του. Κι ἀφοῦ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπό τὴν πόλη, ἄρχισαν νὰ τὸν λιθοβολοῦν. Καὶ οἱ μάρτυρες, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο ἔπρεπε πρῶτοι νὰ ρίξουν πέτρες ἐναντίον του, ἄφησαν τὰ ροῦχα τους κοντὰ στὰ πόδια κάποιου νέου ποὺ λεγόταν Σαῦλος, γιὰ νὰ τὰ φυλάει. Κι ἐνῶ ἐκεῖνοι λιθοβολοῦσαν τὸν Στέφανο, αὐτὸς ἐπικαλοῦνταν τὸν Κύριο κι ἔλεγε: Κύριε Ἰησοῦ, δέξου τὸ πνεῦμα μου. Ὕστερα γονάτισε, κραύγασε μὲ μιὰ δυνατὴ φωνή, ποὺ ἀκούστηκε κι ἀπ' τοὺς φονιάδες του, καὶ εἶπε: Κύριε, μὴν τοὺς λογαριάσεις τὴν ἁμαρτία αὐτή. Καὶ μ' αὐτὰ τὰ λόγια ἔκλεισε τὰ μάτια του, γιά νά παραδοθεῖ στὸν εἰρηνικὸ ὕπνο τοῦ θανάτου. Ὁ Σαῦλος στὸ μεταξὺ ἐπικροτοῦσε καὶ ἐπιδοκίμαζε μαζὶ μὲ τοὺς φονιάδες τὴ θανατικὴ ἐκτέλεση τοῦ Στεφάνου.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ)
Ἀ­να­χω­ρη­σάν­των τῶν μά­γων, ἰ­δοὺ ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου φα­ί­νε­ται κα­τ' ὄ­ναρ τ Ἰ­ω­σὴφ λέ­γων· Ἐ­γερ­θεὶς πα­ρά­λα­βε τ παι­δί­ον κα τν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ κα φεῦ­γε ες Αἴ­γυ­πτον, κα ἴ­σθι ἐ­κεῖ ἕ­ως ἂν εἴ­πω σοι· μέλ­λει γρ Ἡ­ρῴ­δης ζη­τεῖν τ παι­δί­ον το ἀ­πο­λέ­σαι αὐ­τό. δ ἐ­γερ­θεὶς πα­ρέ­λα­βε τ παι­δί­ον κα τν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ νυ­κτὸς κα ἀ­νε­χώ­ρη­σεν ες Αἴ­γυ­πτον, κα ν ἐ­κεῖ ἕ­ως τς τε­λευ­τῆς Ἡ­ρῴ­δου· ἵ­να πλη­ρω­θῇ τ ῥη­θὲν ὑ­πὸ Κυ­ρί­ου δι­ὰ το προ­φή­του λέ­γον­τος· ξ Αἰ­γύ­πτου ἐ­κά­λε­σα τν υἱ­όν μου. Ττε Ἡ­ρῴ­δης ἰ­δὼν ὅ­τι ἐ­νε­πα­ί­χθη ὑ­πὸ τν μά­γων ἐ­θυ­μώ­θη λί­αν, κα ἀ­πο­στεί­λας ἀ­νεῖ­λεν πάν­τας τος παῖ­δας τος ν Βη­θλέ­εμ κα ν πᾶ­σι τος ὁ­ρί­οις αὐ­τῆς ἀ­πὸ δι­ε­τοῦς κα κα­τω­τέ­ρω, κα­τὰ τν χρό­νον ν ἠ­κρί­βω­σε πα­ρὰ τν μά­γων. τό­τε ἐ­πλη­ρώ­θη τ ῥη­θὲν δι­ὰ Ἰ­ε­ρε­μί­ου το προ­φή­του λέ­γον­τος· φω­νὴ ν Ρα­μᾷ ἠ­κο­ύ­σθη, κλαυθ­μὸς κα ὀ­δυρ­μὸς πο­λύς· Ρα­χὴλ κλα­ί­ου­σα τ τκνα αὐ­τῆς, κα οκ ἤ­θε­λεν πα­ρα­κλη­θῆ­ναι, ὅ­τι οκ εἰ­σίν. Τε­λευ­τή­σαν­τος δ το Ἡ­ρῴ­δου ἰ­δοὺ ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου φα­ί­νε­ται κα­τ' ὄ­ναρ τ Ἰ­ω­σὴφ ἐν Αἰ­γύ­πτῳ λέ­γων· Ἐ­γερ­θεὶς πα­ρά­λα­βε τ παι­δί­ον κα τν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ κα πο­ρε­ύ­ου ες γν Ἰσ­ρα­ήλ, τε­θνή­κα­σι γρ ο ζη­τοῦν­τες τν ψυ­χὴν το παι­δί­ου. δ ἐ­γερ­θεὶς πα­ρέ­λα­βε τ παι­δί­ον κα τν μη­τέ­ρα αὐ­τοῦ κα εἰ­σῆλ­θεν ες γν Ἰσ­ρα­ήλ. ἀ­κο­ύ­σας δ ὅ­τι Ἀρ­χέ­λα­ος βα­σι­λεύ­ει τς Ἰ­ου­δα­ί­ας ἀν­τὶ το πα­τρὸς αὐ­τοῦ Ἡ­ρῴ­δου ἐ­φο­βή­θη ἐ­κεῖ ἀ­πελ­θεῖν· χρη­μα­τι­σθεὶς δ κα­τ' ὄ­ναρ ἀ­νε­χώ­ρη­σεν ες τ μέ­ρη τς Γα­λι­λα­ί­ας, κα ἐλ­θὼν κα­τῴ­κη­σεν ες πό­λιν λε­γο­μέ­νην Να­ζα­ρέτ, ὅ­πως πλη­ρω­θῇ τ ῥη­θὲν δι­ὰ τν προ­φη­τῶν ὅ­τι Να­ζω­ραῖ­ος κλη­θή­σε­ται.
                                                   (Ματθ. β΄[2] 13 – 23)
«ΟΙ ΖΗΤΟΥΝΤΕΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ»
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ   
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ μᾶς περιγράφει στὸ ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς τὰ γεγονότα πού ἀκολούθησαν μετά τὴ θαυμαστὴ προσκύνηση τῶν Μάγων. Ἄγγελος Κυρίου, μᾶς λέγει, παραγγέλλει στὸν Ἰωσὴφ νὰ πάρει τόν νεογέννητο Ἰησοῦ καὶ τὴν Μητέρα Του, τὴν Παναγία, καὶ νὰ καταφύγει στὴν Αἴγυπτο, ἕως ὅτου καὶ πάλιν τὸν εἰδοποιήσει, διότι ἐπρόκειτο ὁ Ἡρώδης «ζητῆσαι τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό», νὰ ἀναζητήσει τὸν Ἰησοῦ γιὰ νὰ τὸν θανατώσει.
Ἔτσι ἀρχίζει τὴν ἱστορία Του ἐπί τῆς γῆς ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός. Ἀπό τὴν πρώτη ἀκόμη ἡλικία γίνεται στόχος τῆς δολοφονικῆς μανίας ἑνὸς παράφρονος τυράννου καί ἀναγκάζεται νά πάρει τὸν δρόμο τῆς προσφυγιᾶς.
Νύχτα ἀκόμη σηκώνεται ὁ Ἰωσήφ, παίρνει τὸ Βρέφος καὶ τὴν Μητέρα Του καὶ φεύγει στὴν Αἴγυπτο, ὅπου παρέμεινε μέχρι τὸν θάνατο τοῦ Ἡρώδη, γιά νά πραγματοποιηθεῖ ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ προφήτου Ὠσηέ, πού ἔλεγε: Ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ἐκάλεσα τὸν υἱό μου νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του.
ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ ὁ Ἡρώδης βρισκόταν σέ κατάσταση ἔξαλλη. Περίμενε τοὺς Μάγους, γιὰ νὰ μάθει ἀπ’ αὐτοὺς τὸν τόπο τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ οἱ Μάγοι δὲν φαίνονταν. Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τοὺς εἶχε παραγγείλει νὰ μή ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρώδη. Ἔτσι ἐκεῖνοι ἔφυγαν ἀπό ἄλλο δρόμο γιὰ τὴν πατρίδα τους.
Ὅταν λοιπὸν ὁ Ἡρώδης συνειδητοποίησε ὅτι τόν ἐξαπάτησαν οἱ Μάγοι, «ἐθυμώθη λίαν» καὶ ἔστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι θανάτωσαν ὅλα τὰ κάτω τῶν δύο ἐτῶν παιδιά τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων της, ὅπως ὑπολόγισε τὸν χρόνο ἀπό τὶς πληροφορίες τῶν Μάγων.
Θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμός πολὺς στὴν πενθοῦσα πόλη. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ εἶχε προφητεύσει ὁ προφήτης Ἱερεμίας: Οἱ  μητέρες - ἀπόγονοι τῆς Ραχήλ, τῆς συζύγου τοῦ Ἰακώβ, θρηνοῦν ἀπαρηγόρητες γιά τὰ χαμένα παιδιά τους.
Ἕνα τραγικὸ τέλος γιὰ τὰ ἀθῶα βλαστάρια, ποὺ ἔγιναν ἔτσι οἱ πρῶτοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας, τῶν ὁποίων τὴ μνήμη ἑορτάζουμε κάθε χρόνο στὶς 29 Δεκεμβρίου.
ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ἔγκλημα τοῦ αἱμοσταγοῦς τυράννου. Ἔπειτα ἀπό λίγο ἀπέθανε. Καὶ ὁ Ἄγγελος εἰδοποιεῖ πάλιν τὸν Ἰωσὴφ νὰ πάρει τὸν Ἰησοῦ καὶ τὴ Μητέρα Του καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὴν Παλαιστίνη, διότι ἦσαν πλέον νεκροὶ αὐτοί πού ζητοῦσαν νὰ ἀφαιρέσουν τὴ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ  «τεθνήκασιν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου».
Ὁ Ἰωσὴφ ἐπέστρεψε. Διαπιστώνοντας ὅμως ὅτι στὴν Ἰουδαία βασιλεύει ὁ υἱὸς τοῦ Ἡρώδη, ὁ Ἀρχέλαος, φοβήθηκε νά κατοικήσει ἐκεῖ. Καθοδηγούμενος ἀπό τὸν Θεὸ πῆγε στὴ Γαλιλαία, στὴν πόλη Ναζαρέτ, γιὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν ἔτσι καί οἱ προβλέψεις τῶν Προφητῶν γιὰ τὸν Κύριον, ποὺ ἔλεγαν ὅτι θά περιφρονηθεῖ πολύ, ὅπως καὶ ἔγινε μὲ τὸ νὰ ἀποκαλεῖται περιφρονητικὰ Ναζωραῖος.
ΕΤΣΙ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΟΛΟΙ
Ὁ φρικτὸς διώκτης τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Ἡρώδης, νεκρός. Τὸ ἀνθρωπόμορφο θηρίο, ὁ σφαγέας τόσων ἀθώων βρεφῶν, ἐξαφανίζεται μέσα σὲ ἕνα τάφο.
Ἔτσι πεθαίνουν καὶ ἐξαφανίζονται ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ. Λυσσομανοῦν καὶ ἀφρίζουν γιὰ ἕνα διάστημα καὶ ἔπειτα χάνονται, καταλήγουν στὸ χώμα τοῦ τάφου, τοὺς σιγοτρώγουν τὰ σκουλήκια τῆς γῆς. Οὔτε οἱ στρατοί τους, οὔτε τὰ ὅπλα τους μποροῦν νὰ τοὺς προστατεύσουν ἀπό αὐτὸν τὸν τελευταῖο ἐχθρό. Ἀνίσχυροι παραδίδονται στὴ φθορά.
Δύο χιλιετίες περιπετειῶν καὶ διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας τὸ βεβαιώνουν αὐτὸ ἀπολύτως. Δύο χιλιάδων ἐτῶν ἱστορία θὰ μποροῦσε νά συμπυκνωθεῖ σὲ μιά καί μόνη φράση: «τεθνήκασιν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου»! «Τεθνήκασιν»! Ἔχουν πεθάνει.
Τύραννοι καὶ διῶκτες, δήμιοι καὶ προδότες, μικροὶ καὶ μεγάλοι «τεθνήκασι». Γιὰ λίγο φοβερίζουν, ἀπειλοῦν, βασανίζουν, θανατώνουν, καὶ ἔπειτα χάνονται. Ἀπό τὸν Ἡρώδη καὶ τὸν Νέρωνα μέχρι τὸν Στάλιν καὶ τὸν Ἐμβέρ Χότζα οἱ τύραννοι τῶν λαῶν καὶ διῶκτες τοῦ Χριστοῦ καταλήγουν στὸ νεκροταφεῖο τῆς Ἱστορίας, ἀφοῦ προλάβουν νά χαρίσουν στὴν Ἐκκλησία τὰ ὡραιότερα στολίδια τῶν ἐνδυμάτων της, τὰ ἱερά αἵματα τῶν Μαρτύρων της.
Οἱ πιστοὶ ὀφείλουμε αὐτὸ νὰ μή τὸ λησμονοῦμε ποτέ. «Πόσοι ἐπολέμησαν τὴν Ἐκκλησίαν; Καὶ οἱ πολεμήσαντες ἀπώλοντο (=χάθηκαν)». Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρα. Μὴ φοβηθοῦμε λοιπόν, ἄν καὶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει τὴν ἐχθρότητα τῶν σκοτεινῶν κέντρων τοῦ δαιμονοκρατουμένου κόσμου.
Καὶ αὐτοί καί οἱ ἑπόμενοι καὶ οἱ ὁποιοιδήποτε ἄλλοι ἐχθροὶ της ἁπλῶς θὰ τῆς αὐξήσουν τὰ στολίδια  θὰ τῆς χαρίσουν νέα διαμάντια, Ὁμολογητές καὶ Μάρτυρες τῆς πίστεώς της. Ἔπειτα αὐτοί θὰ ἐξαφανισθοῦν. Ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία θὰ θριαμβεύει πάντα καὶ γιὰ πάντα.
 (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)