Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Η ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
(25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΟΡΘΡΟΥ
Τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἡ Γέν­νη­σις οὕ­τως ἦν. Μνη­στευ­θε­ί­σης γὰρ τῆς μη­τρὸς αὐ­τοῦ Μα­ρί­ας τῷ ᾿Ι­ω­σήφ, πρὶν ἢ συ­νελ­θεῖν αὐ­τοὺς, εὑ­ρέ­θη ἐν γα­στρὶ ἔ­χου­σα ἐκ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου. ᾿Ι­ω­σὴφ δὲ ὁ ἀ­νὴρ αὐ­τῆς, δί­και­ος ὢν, καὶ μὴ θέ­λων αὐ­τὴν πα­ρα­δειγ­μα­τί­σαι, ἐ­βου­λή­θη λά­θρα ἀ­πο­λῦ­σαι αὐ­τήν. Ταῦ­τα δὲ αὐ­τοῦ ἐν­θυ­μη­θέν­τος, ἰ­δοὺ Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου κατ᾿ ὄ­ναρ ἐ­φά­νη αὐ­τῷ, λέ­γων· ᾿Ι­ω­σὴφ, υἱ­ὸς Δαυ­ΐδ, μὴ φο­βη­θῇς πα­ρα­λα­βεῖν Μα­ριὰμ τὴν γυ­ναῖ­κα σου· τὸ γὰρ ἐν αὐ­τῇ γεν­νη­θὲν ἐκ Πνε­ύ­μα­τός ἐ­στιν ῾Α­γί­ου. Τέ­ξε­ται δὲ υἱ­ὸν, καὶ κα­λέ­σεις τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ᾿Ι­η­σοῦν· αὐ­τὸς γὰρ σώ­σει τὸν λα­ὸν αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν αὐ­τῶν.­  Τοῦ­το δὲ ὅ­λον γέ­γο­νεν, ἵ­να πλη­ρω­θῇ τὸ ρη­θὲν ὑ­πὸ τοῦ Κυ­ρί­ου διὰ τοῦ Προ­φή­του, λέ­γον­τος· Ἰ­δοὺ ἡ παρ­θέ­νος ἐν γα­στρὶ ἕ­ξει, καὶ τέ­ξε­ται Υἱ­όν, καὶ κα­λέ­σου­σι τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ᾿Εμ­μα­νου­ήλ· ὅ ἐ­στι με­θερ­μη­νευ­ό­με­νον, Μεθ᾿ ἡ­μῶν ὁ Θε­ός. Δι­ε­γερ­θεὶς δὲ ὁ ᾿Ι­ω­σὴφ ἀ­πὸ τοῦ ὕ­πνου, ἐ­πο­ί­η­σεν ὡς προ­σέ­τα­ξεν αὐ­τῷ ὁ Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου, καὶ πα­ρέ­λα­βε τὴν γυ­ναῖ­κα αὐ­τοῦ, καὶ οὐκ ἐ­γί­νω­σκεν αὐ­τὴν, ἕ­ως οὗ ἔ­τε­κε τὸν Υἱ­ὸν αὐ­τῆς τὸν πρω­τό­το­κον· καὶ ἐ­κά­λε­σε τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ᾿Ι­η­σοῦν.
                                                                                 (Ματθ. α΄[1] 18-25)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἡ γέν­νη­ση τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἔ­γι­νε μὲ τὸν ἑξῆς ὑ­περ­φυ­σι­κὸ καὶ πρω­το­φα­νῆ τρό­πο: Ὅ­ταν δη­λα­δὴ ἡ μη­τέ­ρα του Μα­ρί­α ἀρ­ρα­βω­νι­ά­σθη­κε μὲ τὸν Ἰ­ω­σήφ, προ­τοῦ συγ­κα­τοι­κή­σουν ὡς σύ­ζυ­γοι, βρέ­θη­κε ἡ Μα­ρί­α ἔγ­κυ­ος μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος. Κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ ὁ  ἀρρα­βω­νι­α­στι­κός της, ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν ἐγ­κυ­μο­σύ­νη, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἐ­νά­ρε­τος καὶ ἀ­γα­θὸς καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὴ δι­α­πομ­πεύ­σει γιὰ δη­μό­σιο πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμό, σκέ­φθη­κε νὰ τῆς δώ­σει μυ­στι­κὰ δι­α­ζύ­γιο. Ἐ­νῶ ὅ­μως σκε­πτό­ταν αὐ­τά, ἰ­δού, ἕ­νας ἄγ­γε­λος τοῦ Κυ­ρί­ου φά­νη­κε στὸ ὄ­νει­ρό του καὶ τοῦ εἶ­πε: Ἰ­ω­σήφ, ἀ­πό­γο­νε τοῦ Δα­βίδ, μὴ δι­στά­σεις καὶ μὴ φο­βη­θεῖς νὰ πα­ρα­λά­βεις στὸ σπί­τι σου τὴ Μα­ρί­α τὴ μνη­στή σου. Δι­ό­τι τὸ παι­δὶ πού συ­νέ­λα­βε μέ­σα της προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος. Θὰ γεν­νή­σει γιό, καὶ σὺ πού ἀ­πὸ τὸ νό­μο τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἀ­να­γνω­ρί­ζε­σαι ὡς προ­στά­της καὶ πα­τέ­ρας του, θὰ τοῦ δώ­σεις τὸ ὄ­νο­μα «Ἰ­ησοῦς», τὸ ὁποῖο ση­μαί­νει «σω­τή­ρας». Καὶ θὰ τοῦ δώ­σεις αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα, δι­ό­τι αὐ­τὸς θὰ σώ­σει ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες του τὸν νέ­ο Ἰσ­ρα­ήλ, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν πι­στέ­ψει ὡς σω­τή­ρα καὶ θὰ γί­νει μὲ τὴν πί­στη αὐ­τὴ ὁ πραγ­μα­τι­κὸς λα­ός του. Μὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ θαῦμα τῆς ὑ­περ­φυ­σι­κῆς συλ­λή­ψε­ως τῆς Παρ­θέ­νου, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε πλή­ρως καὶ ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­πε ὁ Κύ­ριος μέ­σω τοῦ προ­φή­τη Ἡ­σα­ΐ­α, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀ­πὸ πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες εἶ­πε: «Νά, ἡ παρ­θέ­νος, πού δὲν γνώ­ρι­σε ἄν­δρα, θὰ συλ­λά­βει καὶ θὰ γεν­νή­σει υἱ­ό, καὶ ὅ­σοι θὰ πι­στεύ­ουν σ' αὐ­τὸν θὰ τὸν ὀ­νο­μά­σουν Ἐμ­μα­νου­ήλ, ὄ­νο­μα ἑ­βρα­ϊ­κὸ πού ση­μαί­νει «ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι μα­ζί μας».
Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Ἰ­ω­σὴφ ση­κώ­θη­κε ἀ­π' τὸν ὕπνο, ἔ­κα­νε ὅ­πως τὸν δι­έ­τα­ξε ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ Κυ­ρί­ου. Καὶ πα­ρέ­λα­βε τὴ μνη­στή του στὸ σπί­τι του καὶ δὲν ἦλ­θε σὲ σχέ­ση συ­ζυ­γι­κὴ μα­ζί της πο­τέ, ἄ­ρα καὶ ἕ­ως ὅ­του γέν­νη­σε τὸν πρῶ­το καὶ μο­νά­κρι­βο υἱ­ό της. Καὶ τό­τε ὁ Ἰ­ω­σὴφ τοῦ ἔ­δω­σε τὸ ὄ­νο­μα «Ἰ­η­σοῦς»

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ)
Ἀ­δελ­φοί, ὅ­τε ἦλ­θε τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου, ἐ­ξα­πέ­στει­λεν ὁ Θε­ὸς τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ, γε­νό­με­νον ἐκ γυ­ναι­κός, γε­νό­με­νον ὑ­πὸ νό­μον, ἵ­να τοὺς ὑ­πὸ νό­μον ἐ­ξα­γο­ρά­σῃ, ἵ­να τὴν υἱ­ο­θε­σί­αν ἀ­πο­λά­βω­μεν. ῞Ο­τι δέ ἐ­στε υἱ­οί, ἐ­ξα­πέ­στει­λεν ὁ Θε­ὸς τὸ Πνεῦ­μα τοῦ υἱ­οῦ αὐ­τοῦ εἰς τὰς καρ­δί­ας ὑ­μῶν, κρᾶ­ζον· Ἀβ­βᾶ ὁ πα­τήρ. Ὥ­στε οὐ­κέ­τι εἶ δοῦ­λος, ἀλλ᾿ υἱ­ός· εἶ δὲ υἱ­ός, καὶ κλη­ρο­νό­μος Θε­οῦ διὰ Χρι­στοῦ.
                                              (Γαλ. δ΄[4] 4 – 7)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀ­δελ­φοί, ὅταν συμπληρώθηκε ὁ χρόνος ποὺ εἶχε ὁρίσει ἡ πανσοφία τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο τὸν Υἱό του, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος ἀπὸ γυναίκα καὶ ὑποτάχθηκε στὸ Μωσαϊκὸ νόμο, προκειμένου νὰ ἑξαγοράσει ἐκείνους ποὺ ἦταν ὑποδουλωμένοι στὴν κατάρα τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, γιὰ νὰ λάβουμε τὴν υἱοθεσία ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς εἶχε ὑποσχεθεῖ. Ναί. Δὲν εἶστε πλέον δοῦλοι ἀλλὰ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ. Κι ἐπειδὴ εἶστε υἱοὶ τοῦ ἐπουρανίου Πατρός, γι᾿ αὐτὸ ἀπέστειλε ὁ Θεὸς στὶς καρδιές σας τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ του, τὸ ὁποῖο σᾶς δίνει τὴν πληροφορία καὶ τὴν παρρησία νὰ ἀπευθύνεσθε στὸ Θεὸ μὲ τὴν κραυγὴ καὶ τὴν ἐπίκληση: Ἀββά, δηλαδή, Πατέρα. Ἄρα λοιπόν, σύμφωνα μ᾿ ὅλα αὐτά, ἐσὺ ποὺ πίστεψες στὸ Χριστὸ δὲν εἶσαι πλέον δοῦλος, ἀλλὰ εἶσαι κατὰ χάριν υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν λοιπὸν εἶσαι υἱός, εἶσαι συγχρόνως καὶ κληρονόμος τοῦ Θεοῦ. Καὶ γίνεσαι κληρονόμος διαμέσου τοῦ Χριστοῦ.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ)
Τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ γεν­νη­θέν­τος ἐν Βη­θλε­ὲμ τῆς ᾿Ι­ου­δα­ί­ας, ἐν ἡ­μέ­ραις ῾Η­ρῴ­δου τοῦ βα­σι­λέ­ως, ἰ­δοὺ, Μά­γοι ἀ­πὸ Ἀ­να­το­λῶν πα­ρε­γέ­νον­το εἰς ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, λέ­γον­τες· Ποῦ ἐ­στιν ὁ τε­χθεὶς Βα­σι­λεὺς τῶν ᾿Ι­ου­δα­ί­ων; εἴ­δο­μεν γὰρ αὐ­τοῦ τὸν ἀ­στέ­ρα ἐν τῇ Ἀ­να­το­λῇ καὶ ἤλ­θο­μεν προ­σκυ­νῆ­σαι αὐ­τῷ. ᾿Α­κο­ύ­σας δὲ ῾Η­ρῴ­δης ὁ βα­σι­λεὺς ἐ­τα­ρά­χθη, καὶ πᾶ­σα ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα μετ᾿ αὐ­τοῦ. Καὶ συ­να­γα­γὼν πάν­τας τοὺς Ἀρ­χι­ε­ρεῖς καὶ Γραμ­μα­τεῖς τοῦ λα­οῦ, ἐ­πυν­θά­νε­το παρ᾿ αὐ­τῶν, ποῦ ὁ Χρι­στὸς γεν­νᾶ­ται. Οἱ δὲ εἶ­πον αὐ­τῷ· ἐν Βη­θλε­ὲμ τῆς ᾿Ι­ου­δα­ί­ας. Οὕ­τω γὰρ γέ­γρα­πται διὰ τοῦ Προ­φή­του· Καὶ σὺ Βη­θλε­έμ, γῆ ᾿Ι­ο­ύ­δα, οὐ­δα­μῶς ἐ­λα­χί­στη εἶ ἐν τοῖς ἡ­γε­μό­σιν ᾿Ι­ο­ύ­δα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐ­ξε­λε­ύ­σε­ται Ἡ­γο­ύ­με­νος, ὅς τις ποι­μα­νεῖ τὸν λα­όν μου τὸν ᾿Ισ­ρα­ήλ. Τό­τε ῾Η­ρῴ­δης, λά­θρα κα­λέ­σας τοὺς Μά­γους, ἠ­κρί­βω­σε παρ᾿ αὐ­τῶν τὸν χρό­νον τοῦ φαι­νο­μέ­νου ἀ­στέ­ρος. Καὶ πέμ­ψας αὐ­τοὺς εἰς Βη­θλε­ὲμ εἶ­πε· Πο­ρευ­θέν­τες, ἀ­κρι­βῶς ἐ­ξε­τά­σα­τε πε­ρὶ τοῦ Παι­δί­ου, ἐ­πὰν δὲ εὕ­ρη­τε, ἀ­παγ­γε­ί­λα­τέ μοι, ὅ­πως κἀ­γὼ ἐλ­θὼν προ­σκυ­νή­σω αὐ­τῷ. Οἱ δὲ ἀ­κο­ύ­σαν­τες τοῦ Βα­σι­λέ­ως, ἐ­πο­ρε­ύ­θη­σαν· καὶ ἰ­δοὺ, ὁ ἀ­στὴρ, ὃν εἶ­δον ἐν τῇ Ἀ­να­το­λῇ, προ­ῆ­γεν αὐ­το­ύς, ἕ­ως ἐλ­θὼν ἔ­στη ἐ­πά­νω οὗ ἦν τὸ Παι­δί­ον. Ἰ­δόν­τες δὲ τὸν ἀ­στέ­ρα, ἐ­χά­ρη­σαν χα­ρὰν με­γά­λην σφό­δρα. Καὶ ἐλ­θόν­τες εἰς τὴν οἰ­κί­αν, εἶ­δον τὸ Παι­δί­ον με­τὰ Μα­ρί­ας τῆς μη­τρὸς αὐ­τοῦ, καὶ πε­σόν­τες προ­σε­κύ­νη­σαν αὐ­τῷ· καὶ ἀ­νοί­ξαν­τες τοὺς θη­σαυ­ροὺς αὐ­τῶν, προ­σή­νεγ­καν αὐ­τῷ δῶ­ρα, χρυ­σὸν, καὶ λί­βα­νον, καὶ σμύρναν. Καὶ χρη­μα­τι­σθέν­τες κατ᾿ ὄ­ναρ, μὴ ἀ­να­κάμ­ψαι πρὸς ῾Η­ρῴ­δην, δι᾿ ἄλ­λης ὁ­δοῦ ἀ­νε­χώ­ρη­σαν εἰς τὴν χώ­ραν αὐ­τῶν.     
                                                                                 (Ματθ. β΄[2] 1-12)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ὅταν ὁ Ἰησοῦς γεννήθηκε στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας τὶς ἡμέρες τοῦ βασιλιὰ Ἡρώδη, ἰδού, σοφοὶ ἀστρονόμοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἀνατολῆς ἦλθαν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶπαν: Ποῦ εἶναι ὁ βασιλιὰς τῶν Ἰουδαίων ποὺ τώρα τελευταία γεννήθηκε; Διότι εἴδαμε τὸ ἀστέρι του νὰ ἀνατέλλει καὶ νὰ δίνει ἔτσι τὴν εἴδηση γιὰ τὴ γέννηση τοῦ νέου βασιλιᾶ, καὶ ἤλθαμε νὰ τὸν προσκυνήσουμε. Ὅταν ὅμως ὁ βασιλιὰς Ἡρώδης ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ποὺ εἶπαν οἱ μάγοι, ταράχθηκε, ἐπειδὴ φοβήθηκε μήπως ὁ νέος βασιλιὰς γίνει ἀντίζηλός του. Συγχρόνως ὅμως ταράχθηκαν μαζὶ μ᾿ αὐτὸν καὶ οἱ κάτοικοι ὅλης τῆς πόλεως τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐπειδὴ φοβήθηκαν μήπως ἡ ταραχὴ τοῦ σκληροῦ Ἡρώδη ξεσπάσει πάνω τους. Τότε λοιπὸν μάζεψε ὁ Ἡρώδης ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ποὺ θεωροῦνταν γνῶστες καὶ διδάσκαλοι τοῦ νόμου, καὶ ζητοῦσε νὰ μάθει ἀπ᾿ αὐτοὺς σὲ ποιὸ μέρος σύμφωνα μὲ τὶς προφητεῖες θὰ γεννιόταν ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας δηλαδὴ καὶ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ. Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν: Γεννιέται στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, διότι ἔτσι ἔχει γραφεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μέσω τοῦ προφήτη Μιχαία: Καὶ σύ, Βηθλεέμ, ποὺ περιλαμβάνεσαι στὴ χώρα τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, ἂν καὶ φαίνεσαι μικρὸ χωριό, δὲν εἶσαι ὅμως καθόλου ἡ πιὸ ἀσήμαντη πόλη ἀπὸ τὶς πρωτεύουσες ποὺ ξεχωρίζουν στὴν περιοχὴ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. Καὶ δὲν εἶσαι ἡ πιὸ μικρή, διότι ἀπὸ σένα θὰ βγεῖ ἄρχοντας, ὁ ὁποῖος θὰ ποιμάνει τὸ λαό μου τὸν Ἰσραήλ. Τότε ὁ Ἡρώδης, ἀφοῦ κρυφὰ κάλεσε τοὺς μάγους, ἐξακρίβωσε ἀπ᾿ αὐτοὺς τὸ διάστημα τοῦ χρόνου ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισε νὰ φαίνεται τὸ ἄστρο. Κι ἀφοῦ τοὺς ὁδήγησε νὰ πᾶνε στὴ Βηθλεέμ, τοὺς εἶπε: Πηγαίνετε ἐκεῖ καὶ ἐξετάστε μὲ κάθε ἀκρίβεια κάθε τι σχετικὰ μὲ τὸ παιδί. Κι ὅταν μαζέψετε πληροφορίες, φέρτε μου εἴδηση, γιὰ νὰ ἔλθω κι ἐγὼ στὴ Βηθλεὲμ νὰ τὸ προσκυνήσω. Αὐτοὶ λοιπόν, ἀφοῦ ἄκουσαν τὰ λόγια τοῦ βασιλιᾶ, ἔφυγαν γιὰ τὴ Βηθλεέμ. Καὶ νά, τὸ ὑπερφυσικὸ ἀστέρι ποὺ ἔλαμπε καὶ τὴν ἡμέρα, τὸ ἴδιο ἀστέρι ποὺ εἶδαν ἐξαρχῆς στὴν ἀνατολή του, πήγαινε μπροστὰ ἀπ᾿ αὐτούς, μέχρι ποῦ ἦλθε καὶ στάθηκε πάνω ἀπ᾿ τὸ σπίτι ποὺ ἦταν τὸ παιδί. Μόλις λοιπὸν οἱ μάγοι εἶδαν τὸ ἄστρο, χάρηκαν μὲ πολὺ μεγάλη χαρά, διότι εἶχαν πλέον ἀσφαλὴ ὁδηγό. Κι ὅταν ἦλθαν στὸ σπίτι, εἶδαν τὸ παιδὶ μὲ τὴ μητέρα του Μαρία, κι ἀφοῦ ἔπεσαν στὴ γῆ, τὸ προσκύνησαν κι ἀνοίγοντας τὰ θησαυροφυλάκιά τους τοῦ πρόσφεραν δῶρα: χρυσάφι, κι ἀπ` τὰ πολύτιμα ἀρώματα τῆς Ἀραβίας λιβάνι καὶ σμύρνα. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Θεὸς τοὺς ἔδωσε στὸ ὄνειρό τους τὴν ὁδηγία νὰ μὴν ξαναγυρίσουν στὸν Ἡρώδη, ἀναχώρησαν ἀπὸ ἄλλο δρόμο γιὰ τὴν πατρίδα τους.


Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
(18 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ)
Ἀδελφοί, πστει πα­ρῴ­κη­σεν Ἀβραάμ ες τήν γν τς ἐ­παγ­γε­λί­ας ὡς ἀλ­λο­τρί­αν, ν σκη­ναῖς κα­τοι­κή­σας με­τὰ Ἰ­σα­ὰκ κα Ἰ­α­κὼβ τν συγ­κλη­ρο­νό­μων τς ἐ­παγ­γε­λί­ας τς αὐ­τῆς· ἐ­ξε­δέ­χε­το γρ τν τος θε­με­λί­ους ἔ­χου­σαν πό­λιν, ς τε­χνί­της κα δη­μι­ουρ­γὸς Θε­ός.  Κα τ ἔ­τι λέ­γω; ἐ­πι­λε­ί­ψει γρ με δι­η­γο­ύ­με­νον χρό­νος πε­ρὶ Γε­δε­ών, Βα­ράκ, Σαμ­ψών, Ἰ­ε­φθά­ε, Δαυ­ῒδ τε κα Σα­μου­ὴλ κα τν προ­φη­τῶν, ο δι­ὰ πί­στε­ως κα­τη­γω­νί­σαν­το βα­σι­λε­ί­ας, εἰρ­γά­σαν­το δι­και­ο­σύ­νην, ἐ­πέ­τυ­χον ἐ­παγ­γε­λι­ῶν, ἔ­φρα­ξαν στό­μα­τα λε­όν­των, ἔ­σβε­σαν δύ­να­μιν πυ­ρός, ἔ­φυ­γον στό­μα­τα μα­χα­ί­ρας, ἐ­νε­δυ­να­μώ­θη­σαν ἀ­πὸ ἀ­σθε­νε­ί­ας, ἐ­γε­νή­θη­σαν ἰ­σχυ­ροὶ ἐν πο­λέ­μῳ, πα­ρεμ­βο­λὰς ἔ­κλι­ναν ἀλ­λο­τρί­ων· ἔ­λα­βον γυ­ναῖ­κες ξ ἀ­να­στά­σε­ως τος νε­κροὺς αὐ­τῶν· ἄλ­λοι δ ἐ­τυμ­πα­νί­σθη­σαν, ο προσ­δε­ξά­με­νοι τν ἀ­πο­λύ­τρω­σιν, ἵ­να κρε­ίτ­το­νος ἀ­να­στά­σε­ως τύ­χω­σιν· ἕ­τε­ροι δ ἐμ­παιγ­μῶν κα μα­στί­γων πεῖ­ραν ἔ­λα­βον, ἔ­τι δ δε­σμῶν κα φυ­λα­κῆς· ἐ­λι­θά­σθη­σαν, ἐ­πρί­σθη­σαν, ἐ­πει­ρά­σθη­σαν, ν φό­νῳ μα­χα­ί­ρας ἀ­πέ­θα­νον, πε­ρι­ῆλ­θον ν μη­λω­ταῖς, ν αἰ­γε­ί­οις δέρ­μα­σιν, ὑ­στε­ρο­ύ­με­νοι, θλι­βό­με­νοι, κα­κου­χο­ύ­με­νοι, ν οκ ν ἄ­ξι­ος ὁ κό­σμος, ἐ­ν ἐ­ρη­μί­αις πλα­νώ­με­νοι κα ὄ­ρε­σι κα σπη­λα­ί­οις κα τας ὀ­παῖς τς γς. Κα οὗ­τοι πάν­τες μαρ­τυ­ρη­θέν­τες δι­ὰ τς πί­στε­ως οκ ἐ­κο­μί­σαν­το τν ἐ­παγ­γε­λί­αν, το Θε­οῦ πε­ρὶ ἡ­μῶν κρεῖτ­τόν τι προ­βλε­ψα­μέ­νου, ἵ­να μ χω­ρὶς ἡ­μῶν τε­λει­ω­θῶ­σι.
         (Ἑβρ. ια΄[11] 9-10, 32- 40)

ΠΟΣΟ ΑΞΙΖΕΙ ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ!
ΛΟΓΟΣ ΣTO: «Ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος»
Μία Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὴν μεγάλη καὶ κοσμοχαρμόσυνη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει ἐνώπιόν μας ὅλους ἐκείνους τοὺς δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προπάτορες, προφῆτες καὶ μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν μέσα στὸ δράμα καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ Μεσσία. Περίμεναν μὲ πόθο ἀσίγαστο καὶ ἱερὴ λαχτάρα νὰ δοῦν τὸν «χριστὸν Κυρίου» (πρβλ. Ψαλ. β΄[2] 2). Ὅλοι αὐτοί, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐὰν συγκριθοῦν μὲ τὸν κόσμον ὁλόκληρον, ὁ καθένας τους εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερος. Μὲ ἀφορμὴ τοὺς λόγους αὐτούς, ἂς δοῦμε γενικώτερα γιατί κάθε Ἅγιος εἶναι πολυτιμότερος ἀπ᾿ ὅλο τὸν κόσμο καὶ τί σημασία ἔχει αὐτὸ γιὰ μᾶς.
1. ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΥΓΚΡΙΣΗ
Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάνει τὴν σύγκριση τοῦ κάθε δικαίου μὲ τὸν κόσμο, μὲ τὴν λέξη «κόσμος» δὲν ἐννοεῖ μόνον τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν κτίση. Λέγει δηλαδὴ ὅτι καὶ ὅλη ἡ κτίση μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους σὲ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ φανεῖ ἀντάξια τῶν Ἁγίων, δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ στὸ ἴδιο ὕψος μ᾿ αὐτούς. Ὅλες οἱ μυριάδες τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν αἰώνων, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸ σύμπαν ἀξίζουν πολὺ λιγότερο ἀπ᾿ ὅσο ἀξίζει ἕνας Ἅγιος. Διότι, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ ἱεροὶ Πατέρες, τόσο πολὺ ἀξίζουν οἱ Ἅγιοι, ὥστε γι᾿ αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν κόσμο, γι᾿ αὐτοὺς ἔγινε ἄνθρωπος, ὑπὲρ αὐτῶν Χριστὸς ἀπέθανε. Καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγει σχετικῶς: «Κρείσσων εἷς ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου ἢ μύριοι παράνομοι». Εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερος ὁ ἕνας ποὺ ἐπιτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ παρὰ μύριοι παράνομοι. Καὶ μᾶς ἐξηγεῖ ὁ ἱερὸς Πατὴρ ὅτι ἡ σύγκριση αὐτὴ μ᾿ ὅλο τὸν κόσμο γίνεται γιὰ νὰ καταλάβουμε πόση ἀξία ἔχει ἡ ἀρετὴ τῶν Ἁγίων.
Διότι οἱ Ἅγιοι κατεφρόνησαν αὐτὴ τὴν ζωὴ καὶ ὅλα τὰ μάταια καὶ ἁμαρτωλά. Ἔζησαν σὲ ἐποχὲς ἀποστασίας καὶ καταπτώσεως ὡς ἐπίγειοι ἄγγελοι καὶ οὐράνιοι ἄνθρωποι. Πέρασαν ἀπὸ τὴν γῆ ὡς ξένοι καὶ παρεπίδημοι ἔχοντας κάθε ἡμέρα τὴν σκέψη τους στὸν οὐρανό. Μὲ τὸν λόγο τους καὶ τὴν ζωή τους ἐπιβεβαίωναν κάθε στιγμὴ καὶ ὥρα τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, φανέρωναν τὴν ἀγάπη καὶ τὸ φῶς του. Μὲ τὸ σιωπηλὸ παράδειγμά τους διαλαλοῦσαν περίτρανα ὅτι ζεῖ Κύριος ὁ Θεός, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ δυνατός, ὁ κυρίαρχος τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ κόσμου.
Γι' αὐτὸ ἕνας καὶ μόνον Ἅγιος στὴν ἐποχή του ἔχει ἀξία ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο. Διότι εἶναι τὸ ὁμοίωμα καὶ ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἀποστατημένη κοινωνία. Ἀποτελεῖ ράπισμα ὀδυνηρὸ στὸν διάβολο ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἀντιθέους ἀνθρώπους. Διότι μὲ τὴν ζωή του ἐλέγχει συνειδήσεις, ἀποκαλύπτει καὶ ξεσκεπάζει τὰ κρύφια τῶν ἀνθρώπων. Γίνεται ἡ ἔμψυχη ἐπιστολὴ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ταχυδρόμος τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ, τὸ κάτοπτρο τοῦ θείου φωτὸς στὰ σκοτάδια τῆς ἄρνησης καὶ τῆς φθορᾶς.
2. ΤΑ ΑΛΕΞΙΚΕΡΑΥΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς τοὺς Ἁγίους του τοὺς τίμησε ἀσυγκρίτως περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ἄνθρωπο. Ὅλους αὐτοὺς ποὺ τόσο πολὺ περιφρονήθηκαν καὶ διώχθηκαν ἀπὸ τοὺς δυνατοὺς τῆς γῆς, ὁ Θεὸς τοὺς ἔδωσε χάρη καὶ δύναμη πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ τοὺς πάνοπλους βασιλεῖς τῆς γῆς. Διότι «οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις», ἐνῶ οἱ Ἅγιοι «ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ αὐτῶν ἐμεγαλύνθησαν» (Ψαλ. ιθ΄[19] 8). Μπροστά τους ἐξευτελίσθηκαν ὁλόκληρες αὐτοκρατορίες καὶ ἀποδείχθηκαν ἀνίσχυροι οἱ πάνοπλοι, καὶ ἄσοφοι οἱ κατὰ κόσμον σοφοί.
Οἱ Ἅγιοι ἄλλαξαν τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου, μεταμόρφωσαν τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες, σταμάτησαν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, εἵλκυσαν τὴν χάρη του, προστάτευσαν ἔθνη ἀπὸ φοβεροὺς ἐχθροὺς καὶ καταστροφές. Ὁ Θεὸς τοὺς κατέστησε ρυθμιστὰς τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου· πρεσβευτὰς τῆς ἀνθρωπότητος στὸν θρόνο τῆς χάριτος. Ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς διαβεβαίωσε, γιὰ δέκα καὶ μόνον δικαίους δὲν θὰ κατέστρεφε μιὰ ὁλόκληρη περιοχή: «Οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν δέκα» δικαίων «τὴν πόλιν καὶ πάντα τὸν τόπον» (Γεν. ιη΄[18] 26, 32). Γιὰ τοὺς Ἁγίους τῆς κάθε ἐποχῆς ὁ Θεὸς δὲν καταστρέφει τὰ ἔθνη καὶ τὸν κόσμο. Οἱ Ἅγιοι εἶναι τὰ ἀλεξικέραυνα τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ. Εἶναι οἱ πολυδύναμοι ὑπερασπισταὶ τῶν λαῶν. Ἔχουν τὴν δύναμη νὰ συντρίψουν ὅλες τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις ἀλλὰ καὶ κάθε ἐπίγειο ἐχθρό. Μὲ τὸ ἀστραφτερὸ παράδειγμά τους, προχωρώντας ἀντίθετα στὸ ρεῦμα ἐπηρεάζουν τοὺς ζαλισμένους ἀπὸ τὸν λίβα τῆς ἁμαρτίας ἀνθρώπους καὶ τοὺς ὁδηγοῦν σὲ μετάνοια. Εἶναι οἱ ἀκαταμάχητοι σύμμαχοί μας, οἱ παρηγορητὲς στὶς θλίψεις μας, οἱ ἰατροὶ στὶς ἀσθένειές μας, οἱ προστάτες μας στὶς ἀντιξοότητες, τὶς ἀδικίες καὶ τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς, οἱ ἀντιλήπτορες καὶ προνοητές μας στὸν πόνο μας, οἱ ἐνισχυτὲς στὸν ἀγώνα καὶ τὴν ἀγωνία μας.
Ἀδελφοί, ἂν περιφρονήσουμε τὴν ἁμαρτία καὶ τὶς ἠδονές της, τὸν κόσμο καὶ τὴν ματαιότητά του, θὰ πάρει ἡ ζωή μας ἀξία, θὰ γίνουμε κι ἐμεῖς πολυτιμότεροι ὅλου τοῦ κόσμου. Καὶ ἐδῶ στὴ γῆ λαμπρότεροι ἀπ᾿ ὅλη τὴν κτίση, καὶ στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λάμποντες, ἀστράπτοντες μέσα στὴ θεϊκὴ δόξα.
  (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ
ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ)
Ββλος γε­νέ­σε­ως Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, υἱ­οῦ Δαυ­ῒδ, υἱ­οῦ Ἀ­βρα­άμ. Ἀ­βρα­ὰμ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­σα­άκ, Ἰ­σα­ὰκ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­α­κώβ, Ἰ­α­κὼβ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­ο­ύ­δαν κα τος ἀ­δελ­φοὺς αὐ­τοῦ, Ἰ­ο­ύ­δας δ ἐ­γέν­νη­σε τν Φα­ρὲς κα τν Ζα­ρὰ κ τς Θμαρ, Φα­ρὲς δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἑσ­ρώμ, Ἑσ­ρὼμ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἀ­ράμ, Ἀ­ρὰμ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἀ­μι­να­δάβ, Ἀ­μι­να­δὰβ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Να­ασ­σών, Να­ασ­σὼν δ ἐ­γέν­νη­σε τν Σαλ­μών, Σαλ­μὼν δ ἐ­γέν­νη­σε τν Βο­ὸζ κ τς Ρα­χάβ, Βο­ὸζ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ὠ­βὴδ ἐκ τς Ρούθ, Ὠ­βὴδ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­εσ­σαί, Ἰ­εσ­σαὶ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Δαυ­ῒδ τν βα­σι­λέ­α. Δαυ­ῒδ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Σο­λο­μῶν­τα κ τς το Οὐ­ρί­ου, Σο­λο­μὼν δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ρο­βο­άμ, Ρο­βο­ὰμ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἀ­βιά, Ἀ­βι­ὰ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἀ­σά, Ἀ­σὰ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­ω­σα­φάτ, Ἰ­ω­σα­φὰτ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­ω­ράμ, Ἰ­ω­ρὰμ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ὀ­ζί­αν, Ὀ­ζί­ας δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­ω­ά­θαμ, Ἰ­ω­ά­θαμ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἀ­χαζ, Ἀ­χαζ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἑ­ζε­κί­αν, Ἑ­ζε­κί­ας δ ἐ­γέν­νη­σε τν Μα­νασ­σῆ, Μα­νασ­σῆς δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἀ­μών, Ἀ­μὼν δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­ω­σί­αν, Ἰ­ω­σί­ας δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­ε­χο­νί­αν κα τος ἀ­δελ­φοὺς αὐ­τοῦ ἐ­πὶ τς με­τοι­κε­σί­ας Βα­βυ­λῶ­νος. Με­τὰ δ τν με­τοι­κε­σί­αν Βα­βυ­λῶ­νος Ἰ­ε­χο­νί­ας ἐ­γέν­νη­σε τν Σα­λα­θι­ήλ, Σα­λα­θι­ὴλ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ζο­ρο­βά­βελ, Ζο­ρο­βά­βελ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἀ­βι­ο­ύδ, Ἀ­βι­οὺδ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἐ­λι­α­κε­ίμ, Ἐ­λι­α­κεὶμ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἀ­ζώρ, Ἀ­ζὼρ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Σα­δώκ, Σα­δὼκ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἀ­χε­ίμ, Ἀ­χεὶμ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἐ­λι­ούδ, Ἐ­λι­οὺδ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἐ­λε­ά­ζαρ, Ἐ­λε­ά­ζαρ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ματ­θάν, Ματ­θὰν δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­α­κώβ, Ἰ­α­κὼβ δ ἐ­γέν­νη­σε τν Ἰ­ω­σὴφ τν ἄν­δρα Μα­ρί­ας, ξ ς ἐ­γεν­νή­θη Ἰ­η­σοῦς ὁ λε­γό­με­νος Χρι­στός. Πᾶ­σαι ον α γε­νε­αὶ ἀ­πὸ Ἀ­βρα­ὰμ ἕ­ως Δαυ­ῒδ γε­νε­αὶ δε­κα­τέσ­σα­ρες, κα ἀ­πὸ Δαυ­ῒδ ἕ­ως τς με­τοι­κε­σί­ας Βα­βυ­λῶ­νος γε­νε­αὶ δε­κα­τέσ­σα­ρες, κα ἀ­πὸ τς με­τοι­κε­σί­ας Βα­βυ­λῶ­νος ἕ­ως το Χρι­στοῦ γε­νε­αὶ δε­κα­τέσ­σα­ρες. Το δ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ γέ­ννη­σις οὕ­τως ν· μνη­στευ­θε­ί­σης τς μη­τρὸς αὐ­τοῦ Μα­ρί­ας τ Ἰ­ω­σήφ, πρν συ­νελ­θεῖν αὐ­τοὺς εὑ­ρέ­θη ν γα­στρὶ ἔ­χου­σα ἐκ Πνε­ύ­μα­τος ἁ­γί­ου. Ἰ­ω­σὴφ δ ἀ­νὴρ αὐ­τῆς, δί­και­ος ν κα μ θέ­λων αὐ­τὴν πα­ρα­δειγ­μα­τί­σαι, ἐ­βου­λή­θη λά­θρᾳ ἀ­πο­λῦ­σαι αὐ­τήν. Ταῦ­τα δ αὐ­τοῦ ἐν­θυ­μη­θέν­τος ἰ­δοὺ ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου κα­τ' ὄ­ναρ ἐ­φά­νη αὐ­τῷ λέ­γων· Ἰ­ω­σὴφ υἱ­ὸς Δαυ­ῒδ, μ φο­βη­θῇς πα­ρα­λα­βεῖν Μα­ρι­ὰμ τν γυ­ναῖ­κά σου, τ γρ ν αὐ­τῇ γεν­νη­θὲν κ πνεύ­μα­τός ἐ­στιν ἁ­γί­ου· τέ­ξε­ται δ υἱ­ὸν κα κα­λέ­σεις τ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ Ἰ­η­σοῦν, αὐ­τὸς γρ σώ­σει τν λα­ὸν αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τν ἁ­μαρ­τι­ῶν αὐ­τῶν. Τοῦ­το δ ὅ­λον  γέ­γο­νεν ἵ­να πλη­ρω­θῇ τ ῥη­θὲν ὑ­πὸ το Κυ­ρί­ου δι­ὰ το προ­φή­του λέ­γον­τος· Ἰ­δοὺ ἡ παρ­θέ­νος ν γα­στρὶ ἕ­ξει κα τέ­ξε­ται υἱ­όν, κα κα­λέ­σου­σι τ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ Ἐμ­μα­νου­ήλ, ἐ­στιν με­θερ­μη­νευ­ό­με­νον Μεθ' ἡ­μῶν ὁ Θε­ός. Δι­ε­γερ­θεὶς δ Ἰ­ω­σὴφ ἀ­πὸ το ὕ­πνου ἐ­πο­ί­η­σεν ὡς προ­σέ­τα­ξεν αὐ­τῷ ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου κα πα­ρέ­λα­βε τν γυ­ναῖ­κα αὐ­τοῦ, κα οκ ἐ­γί­νω­σκεν αὐ­τὴν ἕ­ως ο ἔ­τε­κε τν υἱ­όν αὐ­τῆς τν πρω­τό­το­κον, κα ἐ­κά­λε­σε τ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ Ἰ­η­σοῦν.                
                             (Ματθ. α΄[1] 1-25)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Γε­νε­α­λο­γι­κὸς κα­τά­λο­γος στὸν ὁποῖο φαί­νε­ται ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ ποῦ κα­τά­γε­ται ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὁ ἀ­πό­γο­νος τοῦ Δα­βίδ, ὁ ὁποῖος πά­λι ἦ­ταν ἀ­πό­γο­νος τοῦ Ἀ­βρα­άμ. Ὁ Ἀ­βρα­ὰμ γέν­νη­σε τὸν Ἰ­σα­άκ, ὁ Ἰ­σα­ὰκ γέν­νη­σε τὸν Ἰ­α­κώβ, ὁ Ἰ­α­κὼβ γέν­νη­σε τὸν Ἰ­ού­δα καὶ τοὺς ἀ­δελ­φούς του, ὁ Ἰ­ού­δας γέν­νη­σε δί­δυ­μα παι­διά, τὸν Φα­ρὲς καὶ τὸν Ζα­ρὰ ἀ­πὸ τὴ νύ­φη του τὴ Θά­μαρ, ὁ Φα­ρὲς γέν­νη­σε τὸν Ἐσρώμ, ὁ Ἐσρώμ γέν­νη­σε τὸν Ἀ­ράμ, ὁ Ἀ­ρὰμ γέν­νη­σε τὸν Ἀμιναδάβ, ὁ Ἀ­μι­να­δὰβ γέν­νη­σε τὸν Να­ασ­σών, ὁ Ναασσών γέν­νη­σε τὸν Σαλ­μών, ὁ Σαλμών γέν­νη­σε τὸν Βο­ὸζ ἀ­πὸ τὴ Ρα­χὰβ τὴν πόρνη, ἡ ὁποία δέ­χθη­κε στὴν Ἱ­ε­ρι­χώ τοὺς κα­τα­σκό­πους τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ καὶ τοὺς φυ­γά­δευ­σε σώ­ους· ὁ Βο­ὸζ γέν­νη­σε τὸν Ὠβήδ ἀ­πὸ τὴ Ρούθ, ἡ ὁ­ποί­α ὡς προσή­λυ­τη Μω­α­βί­τισ­σα κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ ἔ­θνος πο­λὺ μι­ση­τὸ σ­τοὺς Ἑ­βραί­ους· ὁ Ὠβήδ γέν­νη­σε τὸν Ἰεσσαί, ὁ Ἰεσσαί γέν­νη­σε τὸν Δα­βὶδ τὸν βα­σι­λιά. Ὁ Δα­βὶδ ὁ βα­σι­λιὰς γέν­νη­σε τὸν Σο­λο­μών­τα ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα πού ὑ­πῆρ­ξε σύ­ζυ­γος τοῦ Οὐρία, γιὰ νὰ φαί­νε­ται σα­φῶς ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­πτώ­σεις τῆς Θά­μαρ καὶ τῆς Ραχάβ, ἀλλά καὶ ἀ­πὸ τὸ ὀ­λί­σθη­μα αὐ­τὸ τοῦ Δα­βίδ, ὅ­τι ἡ ἁ­μαρ­τί­α εἶ­χε εἰ­σχω­ρή­σει καὶ σ' αὐ­τοὺς τοὺς προ­γό­νους τοῦ Μεσ­σί­α. Ὁ Σο­λο­μών γέν­νη­σε τὸν Ρο­βο­άμ, ὁ Ρο­βο­ὰμ γέν­νη­σε τὸν Ἀ­βιά, ὁ Ἀ­βιὰ γέν­νη­σε τὸν Ἀ­σά, ὁ Ἀ­σὰ ἀ­πέ­κτη­σε τρι­σέγ­γο­νο τὸν Ἰωσαφάτ, ὁ Ἰωσαφάτ γέν­νη­σε τὸν Ἰωράμ, ὁ Ἰωράμ ἀ­πέ­κτη­σε τρι­σέγ­γο­νο τὸν Ὀζία, ὁ Ὀζίας γέν­νη­σε τὸν Ἰωάθαμ, ὁ Ἰωάθαμ γέν­νη­σε τὸν Ἄχαζ, ὁ Ἄχαζ γέν­νη­σε τὸν Ἐζεκία, ὁ Ἐζεκίας γέν­νη­σε τὸν Μα­νασ­σῆ, ὁ Μανασσῆς γέν­νη­σε τὸν Ἀμών, ὁ Ἀμών γέν­νη­σε τὸν Ἰ­ωσία, ὁ Ἰωσίας γέν­νη­σε τὸν Ἰωαχίμ ἢ Ἰεχονία καὶ τοὺς ἀ­δελ­φούς του στὰ χρό­νια ἐ­κεῖ­να τῆς αἰχ­μα­λω­σί­ας τῶν Ἰ­ου­δαί­ων στὴ Βα­βυ­λώ­να. Ὅ­ταν λοι­πὸν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι με­τα­φέρ­θη­καν ὡς αἰχ­μά­λω­τοι στὴ Βα­βυ­λώ­να, ὁ Ἰεχονίας γέννησε ἐκεῖ τὸν Σα­λα­θι­ήλ, ὁ Σα­λα­θι­ὴλ γέν­νη­σε τὸν Ζο­ρο­βά­βελ, καὶ τοῦ Ζο­ρο­βά­βελ ἀ­πό­γο­νος ὑ­πῆρ­ξε ὁ Ἀ­βιούδ. Ὁ Ἀ­βιοὺδ γέν­νη­σε τὸν Ἐλιακείμ, ὁ Ἐλιακείμ γέν­νη­σε τὸν Ἀ­ζώρ, ὁ Ἀ­ζὼρ γέν­νη­σε τὸν Σα­δώκ, ὁ Σα­δὼκ γέν­νη­σε τὸν Ἀχείμ, ὁ Ἀχείμ γέν­νη­σε τὸν Ἐλιούδ, ὁ Ἐλιούδ γέν­νη­σε τὸν Ἐ­λε­ά­ζαρ, ὁ Ἐ­λε­ά­ζαρ γέν­νη­σε τὸν Ματ­θάν, ὁ Ματ­θάν γέν­νη­σε τὸν Ἰ­α­κώβ, κι ὁ Ἰ­α­κὼβ γέν­νη­σε τὸν Ἰ­ω­σὴφ τὸν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κὸ τῆς Μα­ρί­ας. Ἀλλά καί ἡ Μα­ρί­α κα­τα­γό­ταν ἀ­π' τὸ ἴ­διο γέ­νος ἀ­πὸ τὸ ὁποῖ­ο κα­τα­γό­ταν κι ὁ Ἰ­ω­σήφ. Ἀ­πὸ τὴ Μα­ρί­α αὐ­τή, ἡ ὁποία ἦ­ταν ἀ­πό­γο­νος τοῦ Δα­βὶδ καὶ τοῦ Ἀ­βρα­άμ, γεν­νή­θη­κε ὁ Ἰησοῦς πού ἐ­πο­νο­μά­ζε­ται Χρι­στός. Σύμ­φω­να λοι­πὸν μὲ τὸν πα­ρα­πά­νω κα­τά­λο­γο ὅ­λες οἱ γε­νι­ὲς πού ἔ­ζη­σαν ἀ­πὸ τὸν Ἀ­βρα­ὰμ μέ­χρι τὸν Δα­βίδ, ὅ­πως ἀ­ριθ­μοῦν­ται ἀ­πό τους συν­τά­κτες τοῦ κα­τα­λό­γου, εἶ­ναι γε­νι­ὲς δε­κα­τέσ­σε­ρις· καί οἱ γε­νι­ὲς ἀ­πὸ τὸν Δα­βὶδ μέ­χρι τὴν ἐ­πο­χὴ πού οἰ Ἰ­ου­δαῖ­οι με­τα­φέρ­θη­καν ὡς αἰχ­μά­λω­τοι στὴ Βα­βυ­λώ­να εἶ­ναι γε­νι­ὲς δε­κα­τέσ­σε­ρις· καί οἱ γε­νι­ὲς πού ἔ­ζη­σαν ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ πού οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι με­τα­φέρ­θη­καν στὴ Βα­βυ­λώ­να μέ­χρι τὰ χρό­νια τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι γε­νι­ὲς δε­κα­τέσ­σε­ρις.
Ἡ γέν­νη­ση τοῦ Ίησοῦ Χριστοῦ ἔ­γι­νε μὲ τὸν ἑξῆς  ὑ­περ­φυ­σι­κὸ καὶ πρω­το­φα­νῆ τρό­πο: Ὅ­ταν δη­λα­δὴ ἡ μη­τέ­ρα του Μα­ρί­α ἀρ­ρα­βω­νι­ά­σθη­κε μὲ τὸν Ἰ­ω­σήφ, προ­τοῦ συγ­κα­τοι­κή­σουν ὡς σύ­ζυ­γοι, βρέ­θη­κε ἡ Μα­ρί­α ἔγ­κυ­ος μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος. Κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κός της, ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν ἐγ­κυ­μο­σύ­νη, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἐ­νά­ρε­τος καὶ ἀ­γα­θὸς καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὴ δι­α­πομ­πεύ­σει γιὰ δη­μό­σιο πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμό, σκέ­φθη­κε νὰ τῆς δώ­σει μυ­στι­κὰ δι­α­ζύ­γιο. Ἐ­νῶ ὅ­μως σκε­πτό­ταν αὐ­τά, ἰ­δού, ἕ­νας ἄγ­γε­λος τοῦ Κυ­ρί­ου φά­νη­κε στὸ ὄ­νει­ρό του καὶ τοῦ εἶ­πε: Ἰ­ω­σήφ, ἀ­πό­γο­νε τοῦ Δα­βίδ, μὴ δι­στά­σεις καὶ μὴ φο­βη­θεῖς νὰ πα­ρα­λά­βεις στὸ σπί­τι σου τὴ Μα­ρί­α τὴ μνη­στή σου. Δι­ό­τι τὸ παι­δὶ πού συ­νέ­λα­βε μέ­σα της προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος. Θά γεν­νή­σει γιό, καὶ σὺ πού ἀ­πὸ τὸ νό­μο τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἀ­να­γνω­ρί­ζε­σαι ὡς προ­στά­της καὶ πα­τέ­ρας του, θὰ τοῦ δώ­σεις τὸ ὄ­νο­μα «Ἰ­η­σοῦς», τὸ ὁποῖο ση­μαί­νει «σω­τή­ρας». Καὶ θὰ τοῦ δώ­σεις αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα, δι­ό­τι αὐ­τὸς θὰ σώ­σει ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες του τὸν νέ­ο Ἰσ­ρα­ήλ, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν πι­στέ­ψει ὡς σω­τή­ρα καὶ θὰ γί­νει μὲ τὴν πί­στη αὐ­τὴ ὁ πραγ­μα­τι­κὸς λα­ός του. Μὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ θα­ῦμα τῆς ὑ­περ­φυ­σι­κῆς συλ­λή­ψε­ως τῆς Παρ­θέ­νου, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε πλή­ρως καὶ ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε ἐ­κεῖ­νο πού εἶπε ὁ Κύ­ριος μέ­σῳ τοῦ προ­φή­τη Ἡ­σα­ΐ­α, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀ­πὸ πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες εἶ­πε: Νά, ἡ παρ­θέ­νος, πού δὲν γνώ­ρι­σε ἄν­δρα, θὰ συλ­λά­βει καὶ θὰ γεν­νή­σει υἱ­ό, καὶ ὅ­σοι θὰ πι­στεύ­ουν σ' αὐ­τὸν θὰ τὸν ὀ­νο­μά­σουν Ἐμ­μα­νου­ήλ, ὄ­νο­μα ἑ­βρα­ϊ­κὸ πού ση­μαί­νει «ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι μα­ζί μας». Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Ἰ­ω­σὴφ ση­κώ­θη­κε ἀπ’ τόν ὑπνο, ἔ­κα­νε ὅ­πως τὸν δι­έ­τα­ξε ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ Κυ­ρί­ου. Καὶ πα­ρέ­λα­βε τὴ μνη­στή του στὸ σπί­τι του καὶ δὲν ἦλ­θε σὲ σχέ­ση συ­ζυ­γι­κὴ μα­ζί της πο­τέ, ἄ­ρα καὶ ἕ­ως ὅ­του γέν­νη­σε τὸν πρῶ­το καὶ μο­νά­κρι­βο υἱ­ό της. Καὶ τό­τε ὁ Ἰ­ω­σὴφ τοῦ ἔ­δω­σε τὸ ὄ­νο­μα «Ἰ­η­σοῦς».