Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ
(13 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2019)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ)
Ἀδελφοί, ἑ­νὶ ἑ­κά­στῳ ἡ­μῶν ἐ­δό­θη ἡ χά­ρις κα­τὰ τ μέ­τρον τς δω­ρε­ᾶς το Χρι­στοῦ. δι­ὸ λέ­γει· ἀ­να­βὰς ες ὕ­ψος ᾐχ­μα­λώ­τευ­σεν αἰχ­μα­λω­σί­αν κα ἔ­δω­κε δό­μα­τα τος ἀν­θρώ­ποις. τ δ ἀ­νέ­βη τ ἐ­στιν ε μ ὅ­τι κα κα­τέ­βη πρῶ­τον ες τ κα­τώ­τε­ρα μέ­ρη τς γς; κα­τα­βὰς αὐ­τός ἐ­στι κα ἀ­να­βὰς ὑ­πε­ρά­νω πάν­των τν οὐ­ρα­νῶν, ἵ­να πλη­ρώ­σῃ τ πάν­τα. κα αὐ­τὸς ἔ­δω­κε τος μν ἀ­πο­στό­λους, τος δ προ­φή­τας, τος δ εὐ­αγ­γε­λι­στάς, τος δ ποι­μέ­νας κα δι­δα­σκά­λους, πρς τν κα­ταρ­τι­σμὸν τν ἁ­γί­ων ες ἔρ­γον δι­α­κο­νί­ας, ες οἰ­κο­δο­μὴν το σώ­μα­τος το Χρι­στοῦ, μέ­χρι κα­ταν­τή­σω­μεν ο πάν­τες ες τν ἑ­νό­τη­τα τς πί­στε­ως κα τς ἐ­πι­γνώ­σε­ως το υἱ­οῦ το Θε­οῦ, ες ἄν­δρα τέ­λει­ον, ες μέ­τρον ἡ­λι­κί­ας το πλη­ρώ­μα­τος το Χρι­στοῦ.
                           (Ἐφεσ. δ΄[4], 7 – 13)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἀδελφοί, πρέπει ν εμαστε λοι να. Βέβαια λοι οἱ πιστο δν χουμε λάβει τ δια χαρίσματα, ἀλλὰ διάφορα κα ποικίλα. Ατ ὅμως ἡ διανομ γι κανένα λόγο δν πιτρέπεται ν γίνεται ατία χωρισμοῦ μεταξ τν πιστν. Διότι ἡ διανομ ατ δν εναι τυχαία, ἀλλὰ γίνεται ἀπ' τν διο τν Χριστό. Ατς δηλαδ στν καθένα ξεχωριστ ἀπὸ μς δωσε τ θεία χάρη, σύμφωνα μ τ μέτρο πο μ σοφία κα δικαιοσύνη χρησιμοποιε στ διανομ τς δωρες του.Κι πειδδιος ὁ Χριστς διανέμει τ χαρίσματα, γι᾿ ατ λέει καγία Γραφ στος ψαλμούς: Ὅταν ὁ Χριστς μ τν νάληψή του νέβηκε ψηλ στν ορανό, δεσε αχμάλωτους τος χθρούς του, δηλαδὴ τν σαταν κα τὸν θάνατο, κι δωσε χαρίσματα στος νθρώπους. Λέγοντας λοιπν ἡ γία Γραφ γι τν Χριστ ὅτι νέβηκε, τί λλο σημαίνει παρ ὅτι πρωτύτερα κα κατέβηκε στ κατώτερα μέρη τς γς, ἀφοῦ γινε ἄνθρωπος κα σταυρώθηκε; Ὁ Χριστς πο κατέβηκε, εναι ὁ διος πο κα νέβηκε πάνω ἀπ᾿ λους τος ορανούς, γι ν γεμίσει μ τν παρουσία του κα τς δωρεές του τ πάντα. Κι ατς δωσε διάφορα χαρίσματα κα διακονίες: λλους θεσε ποστόλους, λλους προφτες, ἄλλους εαγγελιστές, λλους ποιμένες κα διδασκάλους, γι ν καταρτίζονται οἱ Χριστιανο κα ν πιτελεῖται τ ργο τς διακονίας, μ τ ὁποῖο οκοδομεται τὸ σμα τοῦ Χριστοῦ. Μέχρι ν φθάσουμε ν χουμε λοι μία κα τν ἴδια ληθιν πίστη κα τέλεια γνώση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεο καὶ νὰ προοδεύσουμε πνευματικά, ως ὅτου γίνουμε ἕνας τέλειος ἄνθρωπος· κα ν᾿ ποκτήσουμε τ μέτρο τῆς πνευματικῆς ὡριμότητος κα τελειότητος τοῦ Χριστοῦ δηλαδὴ νὰ χουμε πλήρεις τς δωρες κα τν πνευματικὴ τελειότητά του.


ΤΟ ΙΕΡΟΝ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ (ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ)
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἀ­κο­ύ­σας ὁ ᾿Ι­η­σοῦς ὅ­τι ᾿Ι­ω­άν­νης πα­ρε­δό­θη, ἀ­νε­χώ­ρη­σεν εἰς τὴν Γα­λι­λα­ί­αν· καὶ κα­τα­λι­πὼν τὴν Να­ζα­ρὲτ, ἐλ­θὼν κα­τῴ­κη­σεν εἰς Κα­περ­να­οὺμ τὴν πα­ρα­θα­λασ­σί­αν, ἐν ὁ­ρί­οις Ζα­βου­λὼν καὶ Νε­φθα­λείμ, ἵ­να πλη­ρω­θῇ τὸ ῥη­θὲν δι­ὰ ῾Η­σα­ΐ­ου τοῦ προ­φή­του, λέ­γον­τος· Γῆ Ζα­βου­λὼν καὶ γῆ Νε­φθα­λε­ίμ, ὁ­δὸν θα­λάσ­σης, πέ­ραν τοῦ ᾿Ι­ορ­δά­νου, Γα­λι­λα­ί­α τῶν ἐ­θνῶν, ὁ λα­ὸς ὁ κα­θή­με­νος ἐν σκό­τει εἶ­δε φῶς μέ­γα, καὶ τοῖς κα­θη­μέ­νοις ἐν χώ­ρᾳ καὶ σκι­ᾷ θα­νά­του, φῶς ἀ­νέ­τει­λεν αὐ­τοῖς.  Ἀ­πὸ τό­τε ἤρ­ξα­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς κη­ρύσ­σειν καὶ λέ­γειν· Με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν.  
                        (Ματ­θ. δ΄[4], 12-17)

«Ἀ­κού­σας δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­τι Ἰ­ω­άν­νης πα­ρε­δό­θη, ἀ­νε­χώ­ρη­σεν εἰς τὴν Γα­λι­λαί­αν»
(Ὅ­ταν δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς ἄ­κου­σε ὅ­τι ὁ Ἰ­ω­άν­νης συ­νε­λή­φθη κα­τὰ δι­α­τα­γὴ τοῦ Ἡ­ρώ­δη Ἀν­τύ­πα καὶ ὁ­δη­γή­θη­κε στὴ φυ­λα­κή, ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἰ­ου­δαί­α γιὰ τὴν Γα­λι­λαί­α).
Γιὰ ποι­ὸν λό­γο ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­να­χω­ρεῖ; 
Ἐ­πει­δὴ πά­λι θέ­λει νὰ μᾶς δι­δά­ξει νὰ μὴ σπεύ­δου­με νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με κα­τὰ μέ­τω­πον τοὺς πει­ρα­σμούς, ἀλ­λὰ νὰ ὑ­πο­χω­ροῦ­με καὶ νὰ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε ἀ­πὸ αὐ­τούς· δι­ό­τι ἀ­ξι­ο­κα­τά­κρι­το δὲν εἶ­ναι τὸ νὰ μὴ ρί­χνεις τὸν ἑ­αυ­τό σου στὸν κίν­δυ­νο, ἀλ­λὰ τὸ νὰ μὴν ἀν­τι­στα­θεῖς μὲ γεν­ναι­ό­τη­τα, ὅ­ταν πέ­σεις σ᾿ αὐ­τόν. Αὐ­τὸ λοι­πὸν θέ­λον­τας νὰ δι­δά­ξει καὶ προ­σπα­θών­τας νὰ πε­ρι­ο­ρί­σει τὸν φθό­νο τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, ἀ­να­χω­ρεῖ γιὰ τὴν Κα­περ­να­ούμ. Ἔ­τσι, ἀ­φε­νὸς καὶ τὴν προ­φη­τεί­α ἐκ­πλη­ρώ­νει καὶ ἀ­φε­τέ­ρου σπεύ­δει γιὰ νὰ ἁ­λι­εύ­σει τοὺς μελ­λον­τι­κοὺς δι­δα­σκά­λους τῆς οἰ­κου­μέ­νης, ἐ­πει­δὴ βέ­βαι­α δι­έ­με­ναν ἐ­κεῖ, ἀ­σχο­λού­με­νοι βι­ο­πο­ρι­στι­κὰ μὲ τὸ ψά­ρε­μα.
Ἐ­σύ, ὅ­μως, πρό­σε­ξε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μὲ ποι­ὸν τρό­πο, ἀ­πὸ παν­τοῦ σκο­πεύ­ον­τας νὰ στρα­φεῖ στοὺς ἐ­θνι­κούς, ἀ­πὸ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους λαμ­βά­νει τὶς αἰ­τί­ες. Πραγ­μα­τι­κά, καὶ στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, αὐ­τοὶ εἶ­ναι πού, ἐ­πει­δὴ ἐ­πι­βου­λεύ­τη­καν τὸν Πρό­δρο­μο καὶ τὸν ἔ­ρι­ξαν στὸ δε­σμω­τή­ριο, ὠ­θοῦν τὸν Ἰ­η­σοῦ πρὸς τὴν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴ Γα­λι­λαί­α (:τὴν «Γα­λι­λαί­α τῶν Ἐ­θνῶν»). Ὅ­τι, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, δὲν ἐν­νο­εῖ ἕ­να μέ­ρος τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ ἔ­θνους, οὔ­τε ὑ­παι­νίσ­σε­ται ὅ­λες τὶς φυ­λές, πρό­σε­ξε μὲ ποι­ὸν τρό­πο προσ­δι­ο­ρί­ζει τὴν πε­ρι­ο­χὴ ἐ­κεί­νη ὁ προ­φή­της, λέ­γον­τας τὰ ἑ­ξῆς: «Γῆ Ζα­βου­λὼν καὶ γῆ Νε­φθα­λείμ, ὁ­δὸν θα­λάσ­σης πέ­ραν τοῦ Ἰ­ορ­δά­νου, Γα­λι­λαί­α τῶν ἐ­θνῶν· ὁ λα­ὸς ὁ κα­θή­με­νος ἐν σκό­τει, εἶ­δε φῶς μέ­γα»(:Ἡ πε­ρι­ο­χὴ τῆς φυ­λῆς Ζα­βου­λὼν καὶ ἡ πε­ρι­ο­χὴ τῆς φυ­λῆς Νε­φθα­λείμ, ποὺ ἐ­κτεί­νε­ται πλη­σί­ον της θά­λασ­σας τῆς Γε­νη­σα­ρὲτ καὶ ἀ­να­το­λι­κά του Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μοῦ, ἡ Γα­λι­λαί­α ἡ γε­μά­τη ἀ­πὸ εἰ­δω­λο­λά­τρες· ὁ λα­ὸς που κα­θό­ταν στὸ σκο­τά­δι της θρη­σκευ­τι­κῆς ἄ­γνοι­ας καὶ πλά­νης, εἶ­δε πνευ­μα­τι­κὸ φῶς μέ­γα, τὸν Χρι­στὸ (Ἡ­σα­ΐ­ας θ΄[9] 1· Ματθ. δ΄[4] 15)». Σκό­το­ς ἐ­δώ λέ­γει ὄ­χι τὸ αἰ­σθη­τό, ἀλ­λὰ τὴν πλα­νη­μέ­νη πί­στη καὶ ἀ­σέ­βεια, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ πρό­σθε­σε: «Τοῖς κα­θη­μέ­νοις ἐν χώ­ρᾳ καὶ σκιᾷ θα­νά­του, φῶς ἀ­νέ­τει­λεν αὐ­τοί­ς»(:καὶ σὲ αὐ­τοὺς ποὺ κά­θον­ταν ψυ­χι­κὰ ὑ­πό­δου­λοι στὴ χώ­ρα, ποὺ τὴ σκε­πά­ζει κα­τα­θλι­πτι­κὸ τὸ πυ­κνό­τα­το σκο­τά­δι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τοῦ θα­νά­του, ἀ­νέ­τει­λε καὶ ἔ­λαμ­ψε φῶς ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ (:Ἡσα­ΐ­ας θ΄[9] 2, Ματθ. δ΄[4] 16)».
Γιὰ νὰ μά­θεις λοι­πὸν ὅ­τι οὔ­τε φῶς, οὔ­τε σκο­τά­δι αἰ­σθη­τὸ ἐν­νο­εῖ, πρό­σε­ξε ὅ­τι, ὅ­ταν ὁ­μι­λεῖ γιὰ τὸ φῶς, δὲν τὸ ἀ­πο­κα­λεῖ ἁ­πλῶς «φῶς», ἀλ­λὰ «φῶς με­γά­λο», τὸ ὁ­ποῖ­ο σὲ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὀ­νο­μά­ζε­ται «τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νὸν» (Ἰ­ω. α΄[1] 9: «Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νόν, ὃ φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον ἐρ­χό­με­νον εἰς τὸν κό­σμο­ν»[: Ὁ Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν πάν­το­τε τὸ ἀ­λη­θι­νὸ φῶς, τὸ ὁ­ποῖ­ο φω­τί­ζει κά­θε ἄν­θρω­πο, ποὺ ἔρ­χε­ται στὸν κό­σμο]»). Ἑρ­μη­νεύ­ον­τας ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τὸ «σκό­τος», τὸ ὀ­νό­μα­σε «σκιὰν θα­νά­του». Ἔ­πει­τα, δεί­χνον­τας ὅ­τι δὲ βρῆ­καν τὸ φῶς, ἐ­πει­δὴ οἱ ἴ­διοι τὸ εἶ­χαν ἀ­να­ζη­τή­σει, ἀλ­λά ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ ψη­λά τοὺς φα­νε­ρώ­θη­κε, λέ­γει: «Φῶς ἀ­νέ­τει­λε γι᾿ αὐ­τούς»· δη­λα­δὴ τὸ ἴ­διο τὸ φῶς ἀ­νέ­τει­λε καὶ ἔ­λαμ­ψε, δὲν ἔ­τρε­ξαν αὐ­τοὶ πρῶ­τοι πρὸς τὸ φῶς. Πραγ­μα­τι­κὰ οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν φτά­σει σὲ ἔ­σχα­τα ση­μεῖ­α ἀ­πελ­πι­σί­ας, πρὶν ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, κα­θὼς οὔ­τε κἂν περ­πα­τοῦ­σαν στὸ σκο­τά­δι, ἀλ­λὰ κά­θον­ταν μέ­σα στὸ σκο­τά­δι. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἦ­ταν ση­μά­δι ὅ­τι μή­τε κἂν ἔλ­πι­ζαν ὅ­τι θὰ ἀ­παλ­λα­γοῦν ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι αὐ­τό. Για­τί σὰν νὰ μὴν ἤ­ξε­ραν κἂν πρὸς ποῦ πρέ­πει νὰ προ­χω­ρή­σουν, ἔ­τσι, ἀ­φοῦ τοὺς εἶ­χε κα­τα­λά­βει τὸ σκο­τά­δι, κά­θον­ταν, χω­ρὶς νὰ μπο­ροῦν πλέ­ον οὔ­τε νὰ εἶ­ναι ὄρ­θιοι.
«Ἀ­πὸ τό­τε ἤρ­ξα­το ὁ Ἰ­η­σοῦς κη­ρύσ­σειν καὶ λέ­γειν· με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν»: ( Ἀ­πὸ τό­τε πλέ­ον ἄρ­χι­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς νὰ κη­ρύτ­τει δη­μο­σί­α καὶ νὰ λέ­γει· “με­τα­νο­εῖ­τε, δι­ό­τι ἔ­χει πλη­σιά­σει πλέ­ον ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν, ἡ πνευ­μα­τι­κὴ καὶ ἁ­γί­α ζω­ὴ τῆς λυ­τρώ­σε­ως καὶ τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τας) [Ματθ. δ΄[4], 17].
«Ἀ­πὸ τό­τε»· πό­τε, δη­λα­δή; Α­πό τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Ἰ­ω­άν­νης ρί­χτη­κε στὴ φυ­λα­κή. Καὶ γιὰ ποι­ὸ λό­γο ὁ Ἰ­η­σοῦς δὲν κή­ρυ­ξε ἐ­ξαρ­χῆς σὲ αὐ­τούς; Για­τί ἐ­πί­σης ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου χρει­α­ζό­ταν τὸν Ἰ­ω­άν­νη, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ μαρ­τυ­ρί­α τῶν ἔρ­γων Του κή­ρυτ­τε ἀ­πὸ μό­νη της γιὰ τὸ Ποι­ὸς ἦ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς; Για νὰ μά­θεις καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ τὴν ἀ­ξί­α Του, ὅ­τι ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ὁ Πα­τέ­ρας, ἔ­τσι καὶ Αὐ­τὸς ἔ­χει προ­φῆ­τες· αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς καὶ ὁ Ζα­χα­ρί­ας ἔ­λε­γε: «Καὶ σύ, παι­δί­ον, Προ­φή­της Ὑ­ψί­στου κλη­θή­ση» (:Καὶ σύ, παι­δί μου, θὰ ἀ­να­δει­χτεῖς καὶ θὰ ὀ­νο­μα­στεῖς ‘’­προ­φή­της τοῦ Ὑ­ψί­στου­’’) [Λουκ. α΄[1] 76]· καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀ­φή­σει κα­μί­α δι­και­ο­λο­γί­α στοὺς ἀ­ναί­σχυν­τους τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους.
Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς καὶ ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος πα­ρέ­θε­σε ὡς πα­ρα­τή­ρη­ση γιὰ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους, λέ­γον­τας: «Ἦλ­θεν Ἰ­ω­άν­νης μή­τε ἐ­σθί­ων, μή­τε πί­νων, καὶ λέ­γου­σι· δαι­μό­νιον ἔ­χει. Ἦλ­θεν ὁ Υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­σθί­ων καὶ πί­νων, καὶ λέ­γου­σιν· Ἰ­δοὺ ἄν­θρω­πος φά­γος καὶ οἰ­νο­πό­της, φί­λος τε­λω­νῶν καὶ ἁ­μαρ­τω­λῶν. καὶ ἐ­δι­και­ώ­θη ἡ σο­φί­α ἀ­πὸ τῶν τέ­κνων αὐ­τῆς!» (:ἦρ­θε ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ποὺ ζοῦ­σε ἀ­σκη­τι­κὴ ζω­ή, χω­ρὶς νὰ τρώ­γει καὶ χω­ρὶς νὰ πί­νει ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι, καὶ εἶ­παν οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς γε­νε­ᾶς αὐ­τῆς ὅ­τι ἔ­χει δαι­μό­νιο. Ἦρ­θε ὁ Υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος καὶ τρώ­γει καὶ πί­νει, ὅ­πως κά­θε φυ­σι­ο­λο­γι­κός, ἐγ­κρα­τὴς καὶ κοι­νω­νι­κὸς ἄν­θρω­πος, καὶ λέ­γουν· ‘’­νά, ἄν­θρω­πος φα­γᾶς καὶ οἰ­νο­πό­της, φί­λος τε­λω­νῶν καὶ ἀ­μαρ­τω­λῶ­ν’’. Και ἔ­τσι ἡ θεί­α σο­φί­α θαυ­μά­στη­κε καὶ δι­και­ώ­θη­κε μό­νο ἀ­πὸ τὰ συ­νε­τὰ τέ­κνα της, δι­ό­τι χρη­σι­μο­ποι­εῖ πάν­το­τε σο­φοὺς καὶ δι­καί­ους τρό­πους γιὰ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που”) [Ματθ. ια΄[11] 19].
Ἐ­ξάλ­λου, ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἄλ­λον προ­η­γου­μέ­νως νὰ λε­χθοῦν τὰ σχε­τι­κὰ μὲ Αὐ­τόν, καὶ ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν Ἴ­διο· δι­ό­τι, ἐ­ὰν ἀ­κό­μη καὶ με­τὰ ἀ­πὸ τό­σο πολ­λὲς καὶ τό­σο με­γά­λες, καὶ μαρ­τυ­ρί­ες καὶ ἀ­πο­δεί­ξεις, ἔ­λε­γαν: «σὺ πε­ρὶ σε­αυ­τοῦ μαρ­τυ­ρεῖς· ἡ μαρ­τυ­ρί­α σου οὐκ ἔ­στιν ἀ­λη­θή­ς» (: σὺ δί­δεις μό­νος σου μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου. Ἡ μαρ­τυ­ρί­α σου ὅ­μως αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, ἐ­φό­σον κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν τὴν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει) (Ἰ­ω. η΄[8] 13), ἐ­άν, χω­ρὶς νὰ ἔ­χει προ­η­γη­θεῖ ἡ μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Ἰ­ω­άν­νη, ἐμ­φα­νι­ζό­ταν πρῶ­τος ὁ Ἴ­διος καὶ ἔ­δι­δε μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὸν Ἑ­αυ­τό Του, τί δὲν θὰ ἔ­λε­γαν; Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, οὔ­τε κή­ρυ­ξε πρὶν ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ω­άν­νη, οὔ­τε θαυ­μα­τούρ­γη­σε, μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­κεῖ­νος κλεί­στη­κε στὴ φυ­λα­κή, ὤ­στε να μὴ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ δι­χα­σμὸς ἀ­νά­με­σα στὸ λα­ό. Γι᾿ αὐ­τὸ οὔ­τε ἕ­να θαυ­μα­τουρ­γι­κὸ ση­μεῖ­ο δὲν ἔ­κα­νε ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ὥ­στε καὶ μὲ ἐ­κεῖ­νον τὸν τρό­πο νὰ πα­ρα­δώ­σει τὸ πλῆ­θος στὸν Ἰ­η­σοῦ, κα­θὼς τὰ θαύ­μα­τα θὰ τοὺς προ­σέλ­κυ­αν πρὸς ἐ­κεῖ­νον. Δι­ό­τι, μο­λο­νό­τι οἰ­κο­νο­μή­θη­καν τό­σα πρίν, καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴ φυ­λά­κι­ση τοῦ Ἰ­ω­άν­νη στὸ δε­σμω­τή­ριο, καὶ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τήν, Τὸν ἀν­τι­με­τώ­πι­ζαν μὲ ζη­λο­τυ­πί­α οἱ μα­θη­τὲς τοῦ Ἰ­ω­άν­νου καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ὑ­πο­ψι­ά­ζον­ταν ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς ὁ Χρι­στός, ἀλ­λὰ ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ἐ­ὰν δὲ γι­νό­ταν τί­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τά, τί δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­βεῖ;
Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ματ­θαῖ­ος κά­νει τὴν ἐ­πι­σή­μαν­ση ὅ­τι «ἀ­πὸ τό­τε ἄρ­χι­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς νὰ κη­ρύτ­τει»· καὶ ὅ­ταν ἄρ­χι­σε τὸ κή­ρυγ­μα, ὅ,τι κή­ρυτ­τε ὁ Ἰ­ω­άν­νης, τὸ ἴ­διο καὶ ὁ Ἰ­η­σοῦς δί­δα­σκε (πρβλ. Ματθ. γ΄[3] 1-2: «Ἐν δὲ ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις πα­ρα­γί­νε­ται Ἰ­ω­άν­νης ὁ βα­πτι­στὴς κη­ρύσ­σων ἐν τῆ ἐ­ρή­μῶ τῆς Ἰ­ου­δαί­ας καὶ λέ­γων· με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν» καὶ Ματθ. δ΄[4] 17: «Ἀ­πὸ τό­τε ἤρ­ξα­το ὁ Ἰ­η­σοῦς κη­ρύσ­σειν καὶ λέ­γειν· με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν») καὶ δὲν ἀ­να­φέ­ρει τί­πο­τε ἀ­κό­μη γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό Του τὸ κή­ρυγ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κα­νε· δι­ό­τι ἦ­ταν ἀρ­κε­τὸ γιὰ τό­τε, τὸ νὰ πα­ρα­δε­χθοῦν καὶ αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν ἀ­κό­μη τὴν ἁρ­μό­ζου­σα γνώ­ση γι᾿ Αὐ­τόν. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει δὲν λέ­γει τί­πο­τε τὸ δυ­σά­ρε­στο καὶ τὸ βα­ρύ, ὅ­πως ὁ Ἰ­ω­άν­νης, μνη­μο­νεύ­ον­τας τὴν ἀ­ξί­να καὶ τὸ κο­πτό­με­νο δέν­τρο, καὶ τὸ φτυά­ρι καὶ τὸ ἁ­λώ­νι καὶ τὸ ἄ­σβε­στο πῦρ [πρβ. κή­ρυγ­μα Ἰ­ω­άν­νη τοῦ Βα­πτι­στῆ, Μάτθ. γ΄[3] 10: «ἤ­δη δὲ καὶ ἡ ἀ­ξί­νη πρὸς τὴν ρί­ζαν τῶν δέν­δρων κεῖ­ται· πᾶν οὖν δέν­δρον μὴ ποι­οῦν καρ­πὸν κα­λὸν ἐκ­κό­πτε­ται καὶ εἰς πῦρ βάλ­λε­ται» (: Τώ­ρα δὲ καὶ τὸ τσε­κού­ρι βρί­σκε­ται πλέ­ον κον­τὰ στὴ ρί­ζα τῶν δέν­τρων. (Ἔ­φτα­σε δη­λα­δὴ ὁ και­ρός, ποὺ θὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ ἡ δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ)· κά­θε δέν­δρο, ποὺ δὲν κά­νει καρ­πὸ κα­λό, κό­πτε­ται σύ­ρι­ζα καὶ ρί­χνε­ται στὴ φω­τιὰ (αὐ­τὸ θὰ πά­θει κά­θε ἄν­θρω­πος, τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ ἔρ­γα δὲν εἶ­ναι κα­λά)»], ἀλ­λά α­να­φε­ρει στὸ προ­οί­μιο τῆς δι­δα­σκα­λί­ας Του πράγ­μα­τα χρη­στὰ καὶ ἀ­γα­θά, εὐ­αγ­γε­λι­ζό­με­νος στοὺς ἀ­κρο­α­τές Του τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ τὴν ἐ­κεῖ βα­σι­λεί­α. […]
Ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πὸ τὴν ὁ­μι­λί­α ΙΔ΄ τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου, ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, τοῦ Χρυ­σο­στό­μου. 

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ. ΤΑ ΑΝΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
(6 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2019)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ)
Τέ­κνον Τί­τε, ἐ­πε­φά­νη ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ ἡ σω­τή­ριος πᾶ­σιν ἀν­θρώ­ποις, παι­δε­ύ­ου­σα ἡ­μᾶς ἵ­να ἀρ­νη­σά­με­νοι τὴν ἀ­σέ­βειαν καὶ τὰς κο­σμι­κὰς ἐ­πι­θυ­μί­ας σω­φρό­νως καὶ δι­κα­ί­ως καὶ εὐ­σε­βῶς ζή­σω­μεν ἐν τῷ νῦν αἰ­ῶ­νι, προσ­δε­χό­με­νοι τὴν μα­κα­ρί­αν ἐλ­πί­δα καὶ ἐ­πι­φά­νειαν τῆς δό­ξης τοῦ με­γά­λου Θε­οῦ καὶ σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ὃς ἔ­δω­κεν ἑ­αυ­τὸν ὑ­πὲρ ἡ­μῶν, ἵ­να λυ­τρώ­ση­ται ἡ­μᾶς ἀ­πὸ πά­σης ἀ­νο­μί­ας καὶ κα­θα­ρί­σῃ ἑ­αυ­τῷ λα­ὸν πε­ρι­ο­ύ­σιον, ζη­λω­τὴν κα­λῶν ἔρ­γων. Ὅ­τε δὲ ἡ χρη­στό­της καὶ ἡ φι­λαν­θρω­πί­α ἐ­πε­φά­νη τοῦ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Θε­οῦ, οὐκ ἐξ ἔρ­γων τῶν ἐν δι­και­ο­σύ­νῃ ἃ ἐ­ποι­ή­σα­μεν ἡ­μεῖς ἀλ­λὰ κα­τὰ τὸ αὐ­τοῦ ἔ­λε­ος ἔ­σω­σεν ἡ­μᾶς διὰ λου­τροῦ πα­λιγ­γε­νε­σί­ας καὶ ἀ­να­και­νώ­σε­ως πνε­ύ­μα­τος ἁ­γί­ου, οὗ ἐ­ξέ­χε­εν ἐφ᾽ ἡ­μᾶς πλου­σί­ως διὰ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ τοῦ σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν, ἵ­να δι­και­ω­θέν­τες τῇ ἐ­κε­ί­νου χά­ρι­τι κλη­ρο­νό­μοι γε­νώ­με­θα κατ᾽ ἐλ­πί­δα ζω­ῆς αἰ­ω­νί­ου. 
                                     (Τίτ. β΄[2] 11 – 14, γ΄[3] 4 – 7)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Τέ­κνον Τί­τε, μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση το Υἱ­οῦ το Θε­οῦ φα­νε­ρώ­θη­κε χά­ρις το Θε­οῦ, ὁ­ποί­α σώ­ζει ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους. Καί μς παι­δα­γω­γεῖ χά­ρις το Θε­οῦ ὥ­στε, ἀ­φοῦ ἀρ­νη­θοῦ­με τήν ἀ­σέ­βεια καί τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες το μά­ται­ου καί ἁ­μαρ­τω­λοῦ αὐ­τοῦ κό­σμου, νά ζή­σου­με στή ζω­ή αὐ­τή μέ ἐγ­κρά­τεια στόν ἑ­αυ­τό μας, μέ δι­και­ο­σύ­νη πρός τούς γύ­ρω μας ἀν­θρώ­πους καί μέ εὐ­σέ­βεια πρός τόν Θε­ό.  Καί νά ἐ­νι­σχυ­ό­μα­στε στήν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή πε­ρι­μέ­νον­τας μέ χα­ρά τή μα­κα­ρι­ό­τη­τα πού ἐλ­πί­ζου­με καί τή φα­νέ­ρω­ση τς δό­ξας το με­γά­λου Θε­οῦ καί σω­τῆ­ρος μας, το Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, Καί νά ἐ­νι­σχυ­ό­μα­στε στήν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή πε­ρι­μέ­νον­τας μέ χα­ρά τή μα­κα­ρι­ό­τη­τα πού ἐλ­πί­ζου­με καί τή φα­νέ­ρω­ση τς δό­ξας το με­γά­λου Θε­οῦ καί σω­τῆ­ρος μας, το Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ποος δωσε τόν αυτό του σέ θάνατο γιά χάρη μας, γιά νά μς ξαγοράσει πό κάθε παράβαση το νόμου, νά μς καθαρίσει καί νά μς κάνει τσι δικό του κλεκτό λαό, λαό γεμάτο ζλο γιά καλά ργα. Ὅ­ταν ὅ­μως φα­νε­ρώ­θη­κε ἀ­γα­θό­τη­τα καί φι­λαν­θρω­πί­α το σω­τῆ­ρος μας Θε­οῦ, μς ἔ­σω­σε ὄ­χι ἀ­πό ἔρ­γα ἀ­ρε­τῆς πού κά­να­με ἐ­μεῖς, ἀλ­λά σύμ­φω­να μέ τό ἔ­λε­ός του, μέ τό λου­τρό το ἁ­γί­ου βα­πτί­σμα­τος, στό ὁ­ποῖ­ο μς ἀ­να­γεν­νᾶ καί μς ἀ­να­και­νουρ­γώ­νει τό Ἅ­γιον Πνεῦ­μα, πού Θε­ός τό ἔ­χυ­σε ἐ­πά­νω μας πλού­σια δι­α­μέ­σου το Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, το σω­τῆ­ρος μας. Καί μς τό ἔ­χυ­σε πλού­σια, γιά νά δι­και­ω­θοῦ­με καί νά ἁ­γι­α­σθοῦ­με πρῶ­τα μέ τή χά­ρη ἐ­κεί­νου καί νά γί­νου­με ἔ­πει­τα κλη­ρο­νό­μοι αἰ­ώ­νιας ζω­ῆς σύμ­φω­να μέ τήν ἐλ­πί­δα μας.  

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παραγίνεται ὁ ᾽Ιησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν ᾽Ιορδάνην πρὸς τὸν ᾽Ιωάννην τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ᾽ αὐτοῦ. Ὁ δὲ ᾽Ιωάννης διεκώλυεν αὐτὸν λέγων, ᾽Εγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾽Ιησοῦς εἶπεν πρὸς αὐτόν· ῎Αφες ἄρτι, οὕτως γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. τότε ἀφίησιν αὐτόν. καὶ βαπτισθεὶς ὁ ᾽Ιησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ ἠνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾽ αὐτόν·καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα.                                 
   (Ματθ. γ[3] 13-17)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Τό­τε ἦλ­θε ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­π’ τή Γα­λι­λαί­α στόν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μό πρός τόν Ἰ­ω­άν­νη γιά νά βα­πτι­σθεῖ ἀ­π’ αὐ­τόν.  Ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὅ­μως τόν ἐμ­πό­δι­ζε ἐ­πί­μο­να κι ἔ­λε­γε: Ἐ­γώ ἔ­χω ἀ­νάγ­κη νά βα­πτι­σθῶ ἀ­πό σέ­να τόν ἀ­να­μάρ­τη­το, καί σύ ἔρ­χε­σαι σέ μέ­να γιά νά δε­χθεῖς τό βά­πτι­σμα; Ὁ Κύ­ριος ὅ­μως τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Ἄ­φη­σε τώ­ρα τίς ἀν­τιρ­ρή­σεις καί μή φέρ­νεις δυ­σκο­λί­α νά βα­πτι­σθῶ. Δι­ό­τι μ᾿ αὐ­τόν τόν τρό­πο, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο τα­πει­νώ­νο­μαι, πρέ­πει νά ἐκ­πλη­ρώ­σω κά­θε ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος σοῦ ἀ­νέ­θε­σε ὡς κα­θῆ­κον νά βα­πτί­ζεις. Τό­τε ὁ Ἰ­ω­άν­νης τόν ἄ­φη­σε νά βα­πτι­σθεῖ. Κι ὅ­ταν βα­πτί­σθη­κε ὁ Ἰ­η­σοῦς, ἐ­πει­δή ὡς ἀ­να­μάρ­τη­τος δέν εἶ­χε τί­πο­τε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ, ἀ­νέ­βη­κε ἀ­μέ­σως ἀ­π’ τό νε­ρό τοῦ Ἰ­ορ­δά­νη καί δέν ἔ­μει­νε σ’ αὐ­τό, ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι πού τήν ὥ­ρα τοῦ βα­πτί­σμα­τός τους ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ταν τίς ἁ­μαρ­τί­ες τους. Καί ξαφ­νι­κά ἄ­νοι­ξαν γι’ αὐ­τόν οἱ οὐ­ρα­νοί, καί εἶ­δε τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ νά κα­τε­βαί­νει μέ ἐ­ξω­τε­ρι­κή μορ­φή πού ἔ­μοια­ζε μέ πε­ρι­στέ­ρι, καί νά ἔρ­χε­ται πά­νω του. Καί τό­τε ἀ­κού­στη­κε μιά φω­νή ἀ­π’ τούς οὐ­ρα­νούς πού ἔ­λε­γε: Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος, στόν ὁ­ποῖ­ο εὐ­α­ρε­στή­θη­κα. Τόν γέν­νη­σα προ­αι­ω­νί­ως καί εἶ­ναι ὡς Θε­ός ὁ μο­νά­κρι­βός μου Υἱ­ός, καί ὡς ἄν­θρω­πος ὁ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­να­μάρ­τη­τος. Πάν­το­τε ἔ­κα­νε τό ἀ­ρε­στό ἐ­νώ­πιόν μου.

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
το ν γίοις πατρς ἡμν Πρόκλου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως
Φάνηκε Χριστς στν κόσμο κα τν χαρο κόσμο στόλισε μ᾿ πέραντη εφροσύνη. Σήκωσε πάνω Του τν μαρτία το κόσμου, κα κατεπάτησε γι πάντα τν χθρό το κόσμου. γίασε τς πηγς τν δάτων κα φώτισε τς ψυχς τν νθρώπων. Θαύματα ναμείχθηκαν μ μεγαλύτερα θαύματα.
Σήμερα, π τ χαρ πο φερε Σωτήρας μας Χριστός, χωρίστηκαν γ κα θάλασσα κα ἀπ᾿ ἄκρη ς κρη γέμισε κόσμος εφροσύνη. σημεριν γιορτ ποκαλύπτει μεγαλύτερα θαύματα π κείνη τς Χριστουγεννιάτικης νυχτις.
Γιατί κείνη τν νύχτα πο μς πέρασε χαιρότανε μονάχα γ, καθς βάσταζε πάνω της στν γκαλι τς φάτνης τν Παντοκράτορα Θεό.   Σήμερα μως, πο γιορτάζουμε τ Θεοφάνεια, εφραίνεται μαζί της κα θάλασσα. Κα εφραίνεται γιατί δι μέσου του ορδάνη λαμβάνει μέρος κα ατ στν ελογία το γιασμο.
Στ γιορτ τς θείας Γέννησης Θες φάνηκε βρέφος μικρό, νεογέννητο, δείχνοντας τσι τ δική μας νηπιότητα. Σήμερα μως Τν βλέπουμε τέλειο νθρωπο, τέλειο Υό, π τέλειο Πατέρα γεννημένον. κε φανέρωσε τ θεο βρέφος τ στέρι πο νέτειλε π τν νατολή, κα δ μολογε γι᾿ Ατν π τν οραν Θες Πατέρας, π Τν ποον γεννήθηκε πρ τν αώνων.
κε Τοπρόσφεραν ὡσὰν σὲ βασιλιά – δῶρα ο Μάγοι, πο πεζοπόρησαν π τν νατολή. δ γγελοι π τν οραν φερμένοι Το πρόσφεραν τ διακονία πο πρέπει μόνο σ Θεό. κε τυλίχτηκε μέσα στ σπάργανα κα δ λύνει μ τ βάπτισμα τς σειρς τν παραπτωμάτων κα τ δεσμ τς μαρτίας μας. κε βασιλις τν ορανν ντύθηκε σν βασιλικ λουργίδα τν κόσμο, δ πηγ τς ζως ντύνεται λόγυρα τ ποταμίσια κύματα.
λτε λοιπν ν δετε παράδοξα θαύματα. λιος τς δικαιοσύνης λούζεται στο ορδάνη τ νερά. φωτι βουτάει κα σμίγει μ τ νερά. Καί Θες π νθρωπο γιάζεται.
Σήμερα λόκληρη κτίση βροντοφωνάζει κα νυμνε: «Ελογημένος ρχόμενος ν νόματι Κυρίου!!» Σ πο ρχεσαι δι τς Προνοίας Σου μέσα ἀπ᾿ λα τ κτίσματά Σου. Σ πο συντηρες τ ψος το στερεώματος κα ντεχνα δηγες σν μερο λογο μ χαλινάρι τν τροχι το λιου. Σ πο βάζεις σ τάξη χωρς διόλου ν᾿ νακατεύονται τ πλήθη τν στέρων κα μς κερνς πλούσια γέρα γι ν ναπνέουμε σταμάτητα ζωή.
Σ πο ζεσταίνεις κα ζωογονες τ μάννα γ στε ν μς χαρίζει τος καρπούς της λοχρονίς. Σ πο δαμάζεις κα σταματς τν πολυκύμαντη θάλασσα ζώνοντάς την λοτρόγυρα μ᾿ να μικρούτσικο χαλινάρι π μμοχάλικο. Συ πο σπρώχνεις τ νερ π τς γῆς τ σπλάχνα κα φτιάχνεις τς πηγές. Σ πο καθοδηγες τς ποταμίσιες χθες ν πορεύονται χωρς χαμ κα περιπλάνηση ς τ θάλασσα. 
Τοτα λα τ θαυμάσια ναλογιζόμαστε κα π τ κατάβαθά μας βγαίνει κραυγή: «Ελογημένος ρχόμενος ν νόματι Κυρίου».
Πές μας λοιπόν, Ποις εναι Ατός, μακάριε Δαυίδ;
Κύριος κα Θεός μας πο μς φανερώθηκε μ᾿ νθρώπινη μορφή.
λλ δν τ λέει ατ μόνον προφήτης Δαυίδ. Τ λέει κα πόστολος Παλος πο συμφωνε μαζί του κα διδάσκει: «Μς φανερώθηκε Χάρη το Θεο πο σώζει κάθε νθρωπο κα μς διδάσκει λους μας». χι μερικος λλ λους μας. Σ᾿ λους, ουδαίους κα λληνες χαρίζει μὲ τὸ βάπτισμα τ σωτηρία κα ποδείχνει τ σωτήριο ατ λουτρὸ σὰν εεργέτημα δοσμένο δωρεν σ κάθε νθρώπινη ψυχ πο τ ζητάει.
λτε ν δετε πρωτόγνωρο κατακλυσμό, πολ μεγαλύτερον κα δυνατότερον ἀπ᾿ ἐκενον πο γίνηκε τν ποχ το Νε. κε τ νερ πνιξε τος νθρώπους κα δ τ νερ το βαπτίσματος, κείνους πο εχαν πεθάνει πνευματικ ξαναζωντάνεψε, μ τ δύναμη το Θεο πο σήμερα βαπτίστηκε.
κε Νε ἔφτιαξε κιβωτ στέρεα π ξύλα κα δ Χριστς νοητς Νε, προσέλαβε π τν φθορο παρθένο Μαρία τν κιβωτ το σώματος. κε Νε λειψε τν κιβωτ ξωτερικ μ σφαλτο πίσσα. δ Χριστς δυνάμωσε κα περιφρούρησε τν κιβωτ το σώματος μ τ χρίσμα τς πίστεως. Ἐκεί περιστερ πο βάσταζε κλαδ λις προμήνυσε τν εωδία το Δεσπότου Χριστο. δ τ Πνεμα τ γιον μ τ μορφ λόασπρης περιστερς παρουσιάστηκε κα σ᾿ λους φανέρωσε τν λεήμονα Κύριο.
λλ μ καταπλήττει περβολικ ταπείνωση το Κυρίου. Γιατί δν ρκέστηκε, Ατς γεννημένος τέλειος Υἱὸς π τέλειο Πατέρα, ν γεννηθε κα π γῆς τέλειο βρέφος π τ σπλάχνα μις γυναίκας. Δν ρκέστηκε κενος πο εναι σύνθρονος μ τν Θε Πατέρα ν λάβει τ μορφ το δούλου λλ κα σν τν τελευταο μαρτωλ προσέρχεται ν βαπτισθε.
λλ ς μ γίνει κοιν γι λους τοὺς νθρώπους εεργεσία σκάνδαλο γι᾿ ατος πο τούτη τν ρα μ κονε. Γιατί βαπτίζεται Δεσπότης πάντων Χριστς χι γιατί χει νάγκη π ψυχικ καθαρισμό, λλ γι ν οκονομήσει μ δυ τρόπους τ συμφέρον τν ψυχν μας, στε κα μ τ νερ ν μς δωρίσει τν γιαστικ χάρη κα ν προτρέψει τν καθένα μας ν βαπτιστε.
Καθς μς λέει ερς Εαγγελιστής, ρθε ησος π τ Γαλιλαία στν ορδάνη που βρισκόταν ωάννης γι ν βαπτιστε ἀπ᾿ ατόνΤ τί συνέβηκε τότε δελφοί μου δν μπορε ν τ χωρέσει νος νθρώπινος. Γιατί ξεπερννε κάθε θέαμα κα κουσμα σα συνέβηκαν κε. Τρέμει νος. Χάνεται λαλι μ τολμώντας ν ξιστορήσει τ νέκφραστα. Γι᾿ ατ λοιπν κα ταν εδε ωάννης τν Δεσπότη μας Χριστ ν τν πλησιάζει, μ πολ καρδιοχτύπι, πέφτοντας κα γκαλιάζοντας τ πόδια Του το επε παρακλητικά:
Γιατί βιάζει μένα τν δύνατο νθρωπο Παντοδύναμος Θεός μου ν κάνω κάτι ποὺ ξεπερνάει τς δυνάμεις μου; Δν εμαι γ σ θέση ν πιχειρήσω κάτι τέτοιο. Πς ν τολμήσω ν Σ βαπτίσω; Πότε συνέβηκε ν καθαριστε φωτι π τ ξερ χορτάρι; Πότε πλυνε λάσπη τν πηγή; Πς ν βαπτίσω σένα τν Κριτ τς οκουμένης γ πεύθυνος γι τόσες μαρτίες; Πς ν Σ βαπτίσω, Δέσποτά μου; Δν βλέπω μαρτία πάνω Σου. Δν χεις πέσει θύμα τς κατάρας το προπάτορα δάμ. Δν χεις καθόλου λερωθε π τν μαρτία. Γιατί ν κα κλινες ορανος κα κατέβηκες, τίποτα π τ θελήματα το Θεο Πατέρα δν παρέβηκες.
Τί κάνεις, Δέσποτά μου; Γιατί μ᾿ ναγκάζεις ν κάνω κάτι ποὺ ξεπερνάει τς δυνάμεις μου; Ποτ κα τίποτα δν τόλμησα ν κάνω ἀπ᾿ λα σα παροργίζουν τν γαθωσύνη Σου.
Σν δολος πιστός, γεμάτος γάπη κα σεβασμ γι τν φέντη του, πρότρεξα κα μήνυσα στν κόσμο τν παρουσία Σου. ν βρισκόμουνα κόμη μέσα στν κοιλι τς μάνας μου, δανείστηκα τ γλώσσα της κα Θε το κόσμου Σ κήρυξα. λους τοὺς προετοίμασα ν Σ δεχθον, ν Σ᾿ παντήσουν.
Πές μου λοιπν, Κύριέ μου, πῶς θ᾿ νεχθε ν δε λιος τν Παντοκράτορα Θε τσι ν ξευτελίζεται π τν τόλμη νς δούλου Του κα δν θ ρίξει καυτερς φωτοβολίδες ν μ κατακάψει, πως κανε κείνους τος καιρος τος σωτους Σοδομίτες; Πῶς θ ντέξει γ ν δε κενον πο γιάζει τος γγέλους, πέριττα ν βαπτίζεται π χέρι νθρώπου ἁμαρτωλοῦ κα δν θ᾿ νοίξει τ σπλάχνα της γι ν μ καταπιε, πως κανε τν βειρν κα τν Δαθν;
Πς ν βαπτίσω, Δέσποτά μου, σένα ποὺ δν μολύνθηκες π τς φυσικς γέννησης τ λέρωμα; «ξ σπόρου γαστρός, σπορος προλθε καρπός». Πς, λοιπν, γ χιλιολερωμένος π τν μαρτία νθρωπος ν ἁγνίσω τν Θεό; Θε ναμάρτητο;
γ χω νάγκη ν βαπτιστ π Σένα κα Σ ρχεσαι σ μένα; Μ᾿ στειλες ν βαπτίζω, Κύριέ μου, κα δν παράκουσα τν ντολή Σου. Πρότρεπα λους πρς τ βάπτισμα κα τος λεγα: «μολογστε νώπιόν του Κυρίου τς μαρτίες σας, γιατί Ατς εναι μόνος γαθός. Ατς πο ρχεται πίσω μου δν εναι βλοσυρς κα αστηρός. Εναι γαθς κα Υἱὸς Πατέρα γαθο. Δν φέρεται γι λίγο μονάχα μ᾿ γαθωσύνη κα στερα λλάζει διάθεση γι τν μαρτωλ νθρωπο, λλ τ λεός Του μένει ες τν αώνα. Κα πειδ τ λεός Του εναι μέτρητο γι᾿ ατ κα ο οράνιες δυνάμεις νυμνώντας Το λεγαν:
«Ελογημένος Σ πο ρχεσαι στ  νομα το Κυρίου». Ὁ Κύριος κα Θεός μας μς φανερώθηκε. Μς φανερώθηκε λιος τς δικαιοσύνης κα διέλυσε τ σκοτάδι τς γνοιας που μς περιέλουζε. Μς φανερώθηκε οράνιος τσοπάνης κα ἔδιωξε π τ κοπάδι τν παιδιν Του τος λύκους τοῦ  διαβόλου. Μς φανερώθηκε Μονογενς Υἱὸς το Πατρς κα χάρισε μ τ βάπτισμα τν υοθεσία στος πιστούς. Μς φανερώθηκε ζω λόκληρου τοῦ κόσμου κα μ τὸν θάνατό Του θανάτωσε τν θάνατο ς θάνατος κα ξίωσε ν ζήσουν ζω θάνατη, κενοι πο εχαν πέσει στ φθορ κα στ θάνατο.
λλ ν γίνονταν λα ατά, Θες Πατέρας γαλλώμενος μ τν περβολικ ταπείνωση το Υο, νοίγει διάπλατα τς πύλες το ορανο κα μ βροντερ φων ξεχειλισμένη π ασθήματα πο πλημμυρίζουνε μία πατρικ καρδιά, νακράζει: «Ατς εναι Υός μου γαπητός».
Κα γι ν μν μπερδευτε νος σων κούγανε λα τοτα ν εναι δηλαδ Υἱὸς Βαπτιστς Χριστς ρχεται τ γιον Πνεμα, σν σπρο περιστέρι κα δείχνει κεῖνον ποὺ βαπτιζόταν κα πο Θες Πατέρας τν μαρτυροσε στος νθρώπους σν μονογεν Υό Του.
Σ᾿ Ατν πρέπει δόξα, τ κράτος, τιμ κα προσκύνηση σήμερα κα πάντοτε κα ες τος αἰῶνας τν αώνων. μήν.