Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΛΟΥΚΑ. ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

  ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  

ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΛΟΥΚΑ

 (23 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2022)



(ΙΑΚΩΒΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ)

 

 Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  (ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ)  

Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾿ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾿ ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾿Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. ῞Οτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾿Αραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. ῎Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· Ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.

(Γαλ.α΄[1] 11-19)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Σᾶς γνωστοποιῶ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅτι τό Εὐαγγέλιο πού σᾶς κήρυξα δέν ἀποτελεῖ ἀνθρώπινη ἐπινόηση. Διότι ὄχι μόνο οἱ ὑπόλοιποι ἀπόστολοι, ἀλλά κι ἐγώ δέν τό παρέλαβα οὔτε τό διδάχθηκα ἀπό κάποιον ἄνθρωπο, ἀλλά τό παρέλαβα μέ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπευθείας μοῦ φανέρωσε καί μοῦ ἀποκάλυψε τόν Κύριο Ἰησοῦ. Καί τό ὅτι τό Εὐαγγέλιο μοῦ παραδόθηκε μέ ὑπερφυσική ἀποκάλυψη ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, ἀποδεικνύεται ἀπό τή δράση μου στό παρελθόν. Διότι ἀσφαλῶς ἔχετε ἀκούσει γιά τή διαγωγή πού ἔδειξα κάποτε, ὅταν ἀκολουθοῦσα τόν νόμο καί τά ἔθιμα τῶν Ἰουδαίων. Ἀκούσατε δηλαδή ὅτι καταδίωκα ὑπερβολικά τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καί προσπαθοῦσα νά τήν ἐξολοθρεύσω. Καί προόδευα στόν Ἰουδαϊσμό περισσότερο ἀπό πολλούς συνομήλικους συμπατριῶτες μου καί ἔδειχνα περισσότερο ζῆλο ἀπ’ αὐτούς γιά τίς παραδόσεις πού κληρονομήσαμε ἀπό τούς πατέρες μας. Ὅταν ὅμως εὐαρεστήθηκε ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μέ ξεχώρισε καί μέ διάλεξε ἀπό τόν καιρό ἀκόμη πού ἤμουν στήν κοιλιά τῆς μητέρας μου, καί μέ κάλεσε μέ τή χάρη του, χωρίς ἐγώ ἀπό τά ἔργα μου νά εἶμαι ἄξιος γιά μία τέτοια ἐκλογή, νά ἀποκαλύψει στό βάθος τῆς ψυχῆς μου τόν Υἱό του, γιά νά τόν κηρύττω στά ἔθνη, ἀμέσως δέν συμβουλεύθηκα σάρκα καί αἷμα, δηλαδή κάποιον θνητό ἄνθρωπο, οὔτε ἀνέβηκα στά Ἱεροσόλυμα γιά νά συναντήσω τούς ἀποστόλους πού εἶχαν κληθεῖ πρίν ἀπό μένα στό ἀποστολικό ἀξίωμα, ἀλλά πῆγα στήν Ἀραβία καί πάλι ἐπέστρεψα στή Δαμασκό. Ἔπειτα, μετά ἀπό τρία χρόνια ἀπό τότε πού εἶχα ἐπιστρέψει στό Χριστό, ἀνέβηκα στά Ἱεροσόλυμα γιά νά γνωρίσω ἀπό κοντά τόν Πέτρο, κι ἔμεινα μαζί του δεκαπέντε μέρες. Ἄλλον ἀπό τούς ἀποστόλους δέν εἶδα, παρά μόνο τόν Ἰάκωβο, τόν ἀδελφό τοῦ Κυρίου.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ  ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ ες τν χώ­ραν τν Γα­δα­ρη­νῶν ὑ­πήν­τη­σεν αὐ­τῷ ἀ­νήρ τις κ τς πό­λε­ως, ς εἶ­χε δαι­μό­νι­α κ χρό­νων ἱ­κα­νῶν, κα ἱ­μά­τι­ον οκ ἐ­νε­δι­δύ­σκε­το, κα ν οἰ­κί­ᾳ οκ ἔ­με­νεν, ἀλ­λ' ἐν τος μνή­μα­σιν. ἰ­δὼν δ τν Ἰ­η­σοῦν κα ἀ­να­κρά­ξας προ­σέ­πε­σεν αὐ­τῷ κα φω­νῇ με­γά­λῃ εἶ­πε· Τ ἐ­μοὶ κα σο, Ἰ­η­σοῦ υἱ­ὲ το Θε­οῦ το ὑ­ψί­στου; δέ­ο­μαί σου, μ με βα­σα­νί­σῃς. πα­ρήγ­γει­λε γρ τ πνε­ύ­μα­τι τ ἀ­κα­θάρ­τῳ ἐ­ξελ­θεῖν ἀ­πὸ το ἀν­θρώ­που. πολ­λοῖς γρ χρό­νοις συ­νηρ­πά­κει αὐ­τόν, κα ἐ­δε­σμεῖ­το ἁ­λύ­σε­σι κα πέ­δαις φυ­λασ­σό­με­νος, κα δι­αρ­ρήσ­σων τ δε­σμὰ ἠ­λα­ύ­νε­το ὑ­πὸ το δα­ί­μο­νος ες τς ἐ­ρή­μους.ἐ­πη­ρώ­τη­σε δ αὐ­τὸν Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Τ σο ἐ­στιν ὄ­νο­μα; δ εἶ­πε· Λε­γε­ών· ὅ­τι δαι­μό­νι­α πολ­λὰ εἰ­σῆλ­θεν ες αὐ­τόν· κα πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸν ἵ­να μ ἐ­πι­τά­ξῃ αὐ­τοῖς ες τν ἄ­βυσ­σον ἀ­πελ­θεῖν. ν δ ἐ­κεῖ ἀ­γέ­λη χο­ί­ρων ἱ­κα­νῶν βο­σκο­μέ­νη ν τ ὄ­ρει· κα πα­ρε­κά­λουν αὐ­τὸν ἵ­να ἐ­πι­τρέ­ψῃ αὐ­τοῖς ες ἐ­κε­ί­νους εἰ­σελ­θεῖν· κα ἐ­πέ­τρε­ψεν αὐ­τοῖς. ἐ­ξελ­θόν­τα δ τ δαι­μό­νι­α ἀ­πὸ το ἀν­θρώ­που εἰ­σῆλ­θον ες τος χο­ί­ρους, κα ὥρ­μη­σεν ἡ ἀ­γέ­λη κα­τὰ το κρη­μνοῦ ες τν λί­μνην κα ἀ­πε­πνί­γη. ἰ­δόν­τες δ ο βό­σκον­τες τ γε­γε­νη­μέ­νον ἔ­φυ­γον, κα ἀ­πήγ­γει­λαν ες τν πό­λιν κα ες τος ἀ­γρο­ύς. ἐ­ξῆλ­θον δ ἰ­δεῖν τ γε­γο­νὸς, κα ἦλ­θον πρς τν Ἰ­η­σοῦν, κα εὗ­ρον κα­θή­με­νον τν ἄν­θρω­πον, ἀ­φ' ο τ δαι­μό­νι­α ἐ­ξε­λη­λύ­θει, ἱ­μα­τι­σμέ­νον κα σω­φρο­νοῦν­τα πα­ρὰ τος πό­δας το Ἰ­η­σοῦ, κα ἐ­φο­βή­θη­σαν. ἀ­πήγ­γει­λαν δ αὐ­τοῖς ο ἰ­δόν­τες πς ἐ­σώ­θη ὁ δαι­μο­νι­σθείς. κα ἠ­ρώ­τη­σαν αὐ­τὸν ἅ­παν τ πλῆ­θος τς πε­ρι­χώ­ρου τν Γα­δα­ρη­νῶν ἀ­πελ­θεῖν ἀ­π' αὐ­τῶν, ὅ­τι φό­βῳ με­γά­λῳ συ­νε­ί­χον­το· αὐ­τὸς δ ἐμ­βὰς ες τ πλοῖ­ον ὑ­πέ­στρε­ψεν. ἐ­δέ­ε­το δ αὐ­τοῦ ἀ­νὴρ, ἀ­φ' ο ἐ­ξε­λη­λύ­θει τ δαι­μό­νι­α, εἶ­ναι σν αὐ­τῷ· ἀ­πέ­λυ­σε δ αὐ­τὸν Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Ὑ­πό­στρε­φε ες τν οἶ­κόν σου κα δι­η­γοῦ ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σέ σοι Θε­ός. κα ἀ­πῆλ­θε κα­θ' ὅ­λην τν πό­λιν κη­ρύσ­σων ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σεν αὐ­τῷ Ἰ­η­σοῦς.   

                                        (Λουκ. η΄ 26 – 39)

 

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

1. ΟΙ ΑΛΥΣΙΔΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Σὰν ἀγρίμι ἔτρεχε στὶς ἐρημιὲς κυριευμένος ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα ὁ δαιμονισμένος τῆς χώρας τῶν Γαδαρηνῶν. Χρόνια ὁλόκληρα τὸν βασάνιζαν ἀμέτρητα δαιμόνια μὲ ἀπερίγραπτη σκληρότητα. Δὲν ἄντεχε νὰ μένει σὲ σπίτι, ἀλλὰ ἐξαγριωμένος τριγυρνοῦσε σὰν θηρίο στὰ μνήματα. Ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς. Τὸν ἔδεναν μὲ χοντρὲς ἁλυσίδες καὶ δεσμά, γιὰ νὰ μὴ κάνει κακὸ στοὺς ἄλλους· ἀλλὰ ἐκεῖνος μὲ μιὰ ὑπερφυσική, δαιμονικὴ δύναμη τὰ ἔσπαζε ὅλα καὶ τρομοκρατοῦσε τὸν κόσμο. «Διαρρήσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους».

ΠΟΣΟ ἀξιοθρήνητος λοιπὸν καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τὸν κυβερνοῦν οἱ δαίμονες! Καὶ μὴ φανταζόμαστε μόνο τὸν δαιμονισμένο τῶν Γαδαρηνῶν ἢ ἄλλους δαιμονισμένους. Δυστυχῶς πάμπολλοι ἄνθρωποι παρασύρονται ἀπὸ τίς φοβερὲς παγίδες τοῦ διαβόλου. Καὶ ἰδιαιτέρως στὴν ἐποχή μας πόσοι νέοι στὴν ἡλικία γίνονται θύματα τῆς πονηρίας του! Νομίζουν πὼς θὰ βροῦν τὴν εὐτυχία τους μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀρετή, σπάζοντας κάθε φραγμὸ ἠθικῆς. Καὶ ὁ μισάνθρωπος διάβολος, ἀφοῦ τοὺς παρασύρει στὰ δίχτυά του, δὲν ἱκανοποιεῖται ἐὰν δὲν τοὺς ὁδηγήσει στὴν ἔσχατη ἐξαθλίωση, γιὰ νὰ τοὺς ἐξευτελίση.

Καὶ εἶναι φοβερὸ νὰ βλέπει κανεὶς στὶς μέρες μας τόσες βασανισμένες νεανικὲς ὑπάρξεις μὲ ἀνειρήνευτη ψυχὴ καὶ ἀγριεμένα πρόσωπα ποὺ μέθυσαν ἀπὸ τὸ κρασὶ τῆς εὔκολης ἡδονῆς καὶ ἀπογυμνώθηκαν ἀπὸ ἀρετὴ καὶ σεμνότητα. Δὲν τοὺς χωροῦν τὰ σπίτια τους καὶ περιδιαβαίνουν ἡμιθανεῖς σὲ χώρους σκοτεινοὺς καὶ ἔρημους ἀπὸ θεῖα Χάρη, ζωντανοί – νεκροί. Ποιός λοιπὸν μπορεῖ νὰ βοηθήσει τίς ψυχὲς αὐτὲς νὰ συνέλθουν ἀπὸ τὴν παραζάλη τῆς ἀποστασίας; Κανείς, παρὰ μόνο ὁ κυβερνήτης τῆς ζωῆς μας Κύριος. Αὐτὸς ποὺ θεράπευσε σήμερα τὸν δαιμονισμένο τοῦ Εὐαγγελίου.

 

2. ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Ὁ ἐπικίνδυνος λοιπὸν δαιμονισμένος τῶν Γαδαρηνῶν, αὐτὸς ποὺ φοβέριζε καὶ ἀπειλοῦσε τοὺς πάντες γύρῳ του, σήμερα τρέμει ὁ ἴδιος, καθὼς ἀντικρίζει τὸν Κύριο μπροστά του.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ πέφτει στὰ πόδια Του καὶ μὲ φωνὴ δυνατὴ τοῦ λέει:

—«Τί ἐμοὶ καὶ σοί», ποιά σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ σένα, «Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου;» Ἦλθες ἐδῶ πρόωρα, πρὶν ἀπὸ τὴν παγκόσμια κρίση, νὰ μὲ βασανίσεις;

Ὁ Κύριος τότε τὸν ἐρωτᾶ:

—«Τί σοὶ ἐστιν ὄνομα;», ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου;

—«Λεγεών», τοῦ ἀπαντᾶ ἐκεῖνος. Διότι μέσα του εἰχε ὁλόκληρο τάγμα δαιμόνων.

Αὐτοὶ οἱ δαίμονες τώρα τρομοκρατημένοι ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ παντοδύναμου Κυρίου τὸν παρακαλοῦν:

—Μὴ μᾶς βασανίσεις καὶ μᾶς στείλεις πρὶν τὴν ὥρα μας στὴν αἰώνια κόλαση· ἀλλὰ ἐπίτρεψέ μας νὰ εἰσέλθουμε στὸ κοπάδι τῶν χοίρων ποὺ βόσκει ἐδῶ κοντά.

Μόλις ὁ Κύριος τοὺς ἔδωσε τὴν ἄδεια, τὸ θέαμα ἔγινε συγκλονιστικό. Καθὼς τὰ πονηρὰ πνεύματα ἔβγαιναν ἀπὸ τὸν δαιμονισμένο καὶ εἰσέρχονταν στὸ κοπάδι, οἱ χοῖροι μὲ ἀσυγκράτητη μανία ὡρμοῦσαν πρὸς τὸν γκρεμό, ἔπεφταν στὴ λίμνη καὶ πνίγονταν.

Πανικόβλητοι οἱ χοιροβοσκοί, μόλις εἶδαν τὸ φοβερὸ αὐτὸ γεγονός, ἔτρεξαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν στοὺς κατοίκους τῆς πόλεως. Αὐτοὶ ἀναστατωμένοι μαζεύτηκαν σὲ λίγο ἐκεῖ καὶ ἔκπληκτοι βλέπουν τὸν πρώην δαιμονισμένο νὰ κάθεται «παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ», «ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα», ντυμένο καὶ λογικό. Ἀντὶ ὅμως νὰ μετανοήσουν γιὰ τὴν παράνομη ἐκτροφὴ τῶν χοίρων καὶ νὰ τρέξουν στὸν Κύριο μὲ συντριβὴ γιὰ νὰ τοῦ δείξουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους, διότι τοὺς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ μάστιγα τῆς περιοχῆς τους, αὐτοὶ τρομοκρατήθηκαν μὴν πάθουν καὶ ἄλλα κακὰ γιὰ τίς παρανομίες τους, καὶ παρακάλεσαν τὸν Κύριο λέγοντας:

—Φύγε, Κύριε, ἀπὸ τὴν πόλη μας καὶ τὴ ζωή μας.

Ό Κύριος συγκαταβαίνοντας πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ὁ πρώην δαιμονισθεὶς ὅμως τρέχει τώρα μὲ λαχτάρα στὸν Εὐεργέτη του καὶ τὸν θερμοπαρακαλεῖ:

—Σὲ παρακαλῶ, Κύριε, πάρε κι ἐμένα μαζί σου!

Ἀλλὰ ὁ Κύριος, κρίνοντας διαφορετικά, τοῦ λέγει:

—Γύρισε στὸ σπίτι σου καὶ νὰ διηγεῖσαι τὸ μεγάλο θαῦμα ποὺ σοῦ ἔκανε ὁ Θεός.

Κι ἐκεῖνος ἔφυγε καὶ διακήρυττε τὴ μεγάλη εὐεργεσία ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς ὄχι μόνο στὸ σπίτι του ἀλλὰ σ᾿ ὅλη τὴν πόλη. Ἔγινε ἕνας ἰεραπόστολος στὸ περιβάλλον του μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ ζωή του.

ΕΤΣΙ μεταμορφώνει ὁ Κύριος καὶ κάθε ἄνθρωπο ποὺ προστρέχει μὲ μετάνοια σ᾿ Αὐτόν. Τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ τίς παγίδες τοῦ διαβόλου, λύνει τὰ δεσμὰ τῆς αἰχμαλωσίας του, δίνει πλούσια τὴν Χάρη Του, εἰρηνεύει τὴν ψυχή του, μεταβάλλει τίς διαθέσεις καὶ τίς ἐπιθυμίες του.

Ὁ ἄνθρωπος τώρα μέσα στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ γίνεται νέος ἄνθρωπος. Φωτεινός, «ἱματισμένος καὶ σωφρονῶν», ντυμένος μὲ τὴν ἀρετή, τὴ σύνεση, τὴν πραότητα. Μὲ τὴν ἱερὰ Ἐξομολόγηση ἀπαλλάσσεται ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, καὶ μὲ τὸ ὐπερφυὲς Μυστήριο τῆς θείας Κοινωνίας ἑνώνεται καὶ πάλι μὲ τὸν Χριστό. Ὁ Χριστὸς πλέον κατευθύνει τίς σκέψεις του, τίς ἐπιθυμίες του, τίς ἐνέργειές του, τὰ βιώματά του.

Ἄς μαθητεύουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς μὲ συντριβὴ καὶ ταπείνωση «παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ» κι Ἐκεῖνος θὰ μεταμορφώνει καὶ τὴ δική μας ζωή.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 


Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

      ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ

(ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)

(16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2022)

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)

Τέκνον Τίτε, πι­στὸς λό­γος· κα πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ο πε­πι­στευ­κό­τες τ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τ κα­λὰ κα ὠ­φέ­λι­μα τος ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δ ζη­τή­σεις κα γε­νε­α­λο­γί­ας κα ἔ­ρεις κα μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γρ ἀ­νω­φε­λεῖς κα μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν κα δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος κα ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρς σε Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρς με ες Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τν νο­μι­κὸν κα Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. μαν­θα­νέ­τω­σαν δ κα ο ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ες τς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε ο με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τος φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. χά­ρις με­τὰ πάν­των ὑ­μῶν· ἀ­μήν.                                     

     (Τίτ. γ΄[3] 8 – 15)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Παιδί μου Τίτε, τό ὅ­τι δι­και­ω­θή­κα­με καὶ ἀ­να­γεν­νη­θή­κα­με καὶ θὰ κλη­ρο­νο­μή­σου­με τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ὴ εἶ­ναι λό­γος καὶ ἀ­λή­θεια ἀ­ξι­ό­πι­στη. Καὶ γι' αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα θέ­λω νὰ μι­λᾶς μὲ βε­βαι­ό­τη­τα καὶ μὲ κύ­ρος, γιὰ νὰ φρον­τί­ζουν ὅ­σοι ἔ­χουν πι­στέ­ψει στὸ Θε­ὸ νὰ πρω­το­στα­τοῦν ἀ­κού­ρα­στα σὲ κα­λὰ ἔρ­γα. Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ κα­λὰ ἔρ­γα καὶ τὰ ὠ­φέ­λι­μα στοὺς ἀν­θρώ­πους· αὐ­τὰ γιὰ τὰ ὁποῖα σᾶς μί­λη­σα. Ἀ­πό­φευ­γε τὶς ἀ­νό­η­τες συ­ζη­τή­σεις καὶ τὶς γε­νε­α­λο­γί­ες γιὰ τοὺς μυ­θι­κοὺς θε­οὺς ἢ τοὺς εὐ­γε­νεῖς προ­γό­νους, ὅ­πως καὶ τὶς φι­λο­νι­κί­ες καὶ δι­α­μά­χες γιὰ τὸν ἰ­ου­δα­ϊ­κὸ νό­μο, δι­ό­τι δὲν φέρ­νουν κα­μί­α ὠ­φέ­λεια καὶ εἶ­ναι μά­ται­ες. Αἱ­ρε­τι­κὸ ἄν­θρω­πο πού ἐ­πι­μέ­νει νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ σκάν­δα­λα καὶ δι­αι­ρέ­σεις στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, μο­λο­νό­τι τὸν συμ­βού­λευ­σες γιὰ πρώ­τη καὶ δεύ­τε­ρη φο­ρά, πα­ρά­τη­σέ τον καὶ ἀ­πό­φευ­γέ τον. Γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἕ­νας τέ­τοι­ος ἄν­θρω­πος ἔ­χει διαστραφεῖ καὶ ἁ­μαρ­τά­νει· καὶ γιὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α του αὐ­τὴ ἐ­λέγ­χε­ται καὶ κα­τα­κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή του καὶ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό. Ὅ­ταν σοῦ στεί­λω τὸν Ἀρτεμᾶ ἢ τὸν Τυ­χι­κό, φρόν­τι­σε γρή­γο­ρα νὰ ἔλ­θεις στὴ Νι­κό­πο­λη, δι­ό­τι ἐκεῖ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πε­ρά­σω τὸ χει­μώ­να. Τὸν Ζη­νᾶ τὸ νο­μο­δι­δά­σκα­λο καὶ τὸν Ἀπολλώ κατευόδωσέ τους μὲ ἐ­πι­με­λη­μέ­νη προ­ε­τοι­μα­σί­α, γιὰ νὰ μὴν τοὺς λεί­πει τί­πο­τε στὸ τα­ξί­δι τους. Μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α μά­λι­στα τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας αὐ­τῆς ἂς παίρ­νουν μά­θη­μα καὶ οἱ δι­κοί μας νὰ πρω­το­στατοῦν καὶ νὰ ἐρ­γά­ζον­ται κα­λὰ ἔρ­γα καὶ νὰ συν­τρέ­χουν τοὺς ἀ­δελ­φοὺς στὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ὑ­λι­κές τους ἀ­νάγ­κες, γιά νὰ μὴ στε­ροῦν­ται ἀ­πὸ πνευ­μα­τι­κοὺς καρ­πούς. Σὲ χαι­ρε­τοῦν ἐγ­κάρ­δια ὅ­λοι ὅ­σοι εἶ­ναι μα­ζί μου. Χαιρέτησε ὅ­σους μᾶς ἀ­γα­ποῦν, ἐ­πει­δὴ ἔ­χουν κοι­νὴ πί­στη μέ μᾶς. Σᾶς εὔ­χο­μαι ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ νὰ εἶ­ναι μὲ ὅ­λους σας. Ἀ­μήν.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)

Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην. ἐ­ξῆλ­θεν ὁ σπε­ί­ρων το σπεῖ­ραι τν σπό­ρον αὐ­τοῦ. κα ν τ σπε­ί­ρειν αὐ­τὸν μν ἔ­πε­σε πα­ρὰ τν ὁ­δόν, κα κα­τε­πα­τή­θη, κα τ πε­τει­νὰ το οὐ­ρα­νοῦ κα­τέ­φα­γεν αὐ­τό· κα ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐ­πὶ τν πέ­τραν, κα φυ­ὲν ἐ­ξη­ράν­θη δι­ὰ τ μ ἔ­χειν ἰ­κμά­δα· κα ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐν μέ­σῳ τν ἀ­καν­θῶν, κα συμ­φυ­εῖ­σαι α ἄ­καν­θαι ἀ­πέ­πνι­ξαν αὐ­τό. κα ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ες τν γν τν ἀ­γα­θήν, κα φυ­ὲν ἐ­πο­ί­η­σε καρ­πὸν ἑ­κα­τον­τα­πλα­σί­ο­να. ταῦ­τα λέ­γων ἐ­φώ­νει· ἔ­χων ὦ­τα ἀ­κο­ύ­ειν ἀ­κου­έ­τω. Ἐ­πη­ρώ­των δ αὐ­τὸν ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ λέ­γον­τες· Τς εἴ­η πα­ρα­βο­λή αὕ­τη; δ εἶ­πεν· Ὑ­μῖν δέ­δο­ται γνῶ­ναι τ μυ­στή­ρι­α τς βα­σι­λε­ί­ας το Θε­οῦ, τος δ λοι­ποῖς ν πα­ρα­βο­λαῖς, ἵ­να βλέ­πον­τες μ βλέ­πω­σι κα ἀ­κο­ύ­ον­τες μ συ­νι­ῶ­σιν. Ἔ­στι δ αὕ­τη πα­ρα­βο­λή· σπό­ρος ἐ­στὶν ὁ λό­γος το Θε­οῦ· ο δ πα­ρὰ τν ὁ­δόν εἰ­σιν ο ἀ­κο­ύ­σαν­τες, εἶ­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος κα αἴ­ρει τν λό­γον ἀ­πὸ τς καρ­δί­ας αὐ­τῶν, ἵ­να μ πι­στε­ύ­σαν­τες σω­θῶ­σιν. ο δ ἐ­πὶ τς πέ­τρας ο ὅ­ταν ἀ­κού­σω­σι, με­τὰ χα­ρᾶς δέ­χον­ται τν λό­γον, κα οὗ­τοι ῥί­ζαν οκ ἔ­χου­σιν, ο πρς και­ρὸν πι­στε­ύ­ου­σι κα ν και­ρῷ πει­ρα­σμοῦ ἀ­φί­σταν­ται. τ δ ες τς ἀ­κάν­θας πε­σόν, οὗ­τοί εἰ­σιν ο ἀ­κού­σαν­τες, κα ὑ­πὸ με­ρι­μνῶν κα πλο­ύ­του κα ἡ­δο­νῶν το βί­ου πο­ρευ­ό­με­νοι συμ­πνί­γον­ται κα ο τε­λε­σφο­ροῦ­σι. τ δ ν τ κα­λῇ γ, οὗ­τοί εἰ­σιν οἵ­τι­νες ν καρ­δί­ᾳ κα­λῇ κα ἀ­γα­θῇ ἀ­κο­ύ­σαν­τες τν λό­γον κα­τέ­χου­σι κα καρ­πο­φο­ροῦ­σιν ν ὑ­πο­μο­νῇ.

                                                                                    (Λουκ. η΄[8] 5 – 15)

 

ΣΠΟΡΟΣ ΖΩΗΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

1. Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΛΟΓΟΥ

Στὴ θαυμάσια σημερινὴ παραβολὴ ὁ Κύριος μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ ἕνα γεωργό, ποὺ πῆγε στὸ χωράφι του γιὰ νὰ σπείρει. Καθὼς ἔσπερνε, ἕνα μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε κοντὰ στὸν δρόμο τοῦ χωραφιοῦ· ἐκεῖ τὸν καταπάτησαν οἱ διαβάτες καὶ τὸν κετάφαγαν τὰ πουλιά. Τὸ δεύτερο μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε πάνω σὲ πετρώδη γῆ καὶ φύτρωσε· ἐπειδὴ ὅμως οἱ ρίζες του δὲν εἶχαν ὑγρασία, ξεράθηκε. Ἄλλο μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε σὲ ἔδαφος ποὺ ἦταν γεμᾶτο ἀπὸ σπόρους ἀγκαθιῶν ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸν καλὸ σπόρο βλάστησαν καὶ τὰ ἀγκάθια, καὶ ἔπνιξαν τελείως τὸν σπόρο. Καὶ τέλος τὸ τέταρτο μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε στὴν εὔφορη γῆ καί, ὅταν φύτρωσε, ἔκανε καρπὸ ἑκατὸ φορὲς περισσότερο ἀπὸ τὸν σπόρο.

Ἡ παραστατικὴ αὐτὴ παραβολὴ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση στοὺς μαθητές, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν ἰδιαιτέρως καὶ ρώτησαν τὸν Διδάσκαλό τους ποιά ἦταν ἡ βαθύτερη σημασία τῆς παραβολῆς. Καὶ ὁ θεῖος Διδάσκαλος τοὺς ἐξήγησε: «ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ». Γιατί ὅμως ὁ Κύριος παρομοιάζει τὸν λόγο Του μὲ σπόρο;

Ο ΣΠΟΡΟΣ εἶναι ἕνας μικρὸς κόκκος. Ὅσο μένει ἔξω ἀπὸ τὸ χῶμα, δείχνει νεκρός. Ὅμως αὐτὸς ὁ ἐλάχιστος σπόρος κρύβει ἐκπληκτικὲς δυνάμεις! Μόλις βρεθεῖ στὸ βάθος τῆς γῆς, μόλις βρεῖ τίς κατάλληλες συνθῆκες, σαπίσει καὶ διαλυθεῖ, ἀπελευθερώνει ἀπίστευτη ἐνέργεια. Ἔχει τὴ δύναμη νὰ σπάζει βράχους, νὰ γίνεται φυτό, δένδρο, νὰ δημιουργεῖ ζωή.

Εἶναι φανερὸ λοιπὸν γιατί ὁ Κύριος παρομοιάζει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ μὲ σπόρο: γιὰ τὴ θαυμαστὴ δύναμη ποὺ περιέχει. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ θεῖος Γεωργός, σπείρει στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, ἔχει δύναμη μυστηριώδη. Ὁ ὑλικὸς σπόρος ἐκτινάσσει τὸ χῶμα καὶ γίνεται δένδρο! Ὁ πνευματικὸς σπόρος εἶναι ἀσυγκρίτως ἰσχυρότερος! Διασπᾶ βράχους μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀνασταίνει.

Διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι νεκρὸ γράμμα· εἶναι δραστικὸς καὶ φορτισμένος μὲ θεία Χάρη, ἡ ὁποία πέφτει σταγόνα – σταγὀνα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Εἰσχωρεῖ στὶς σκοτεινές της γωνιές, στὰ πληγωμένα της μέρη, συγκλονίζει τὸν ἄνθρωπο, χύνει ἄπλετο φῶς στὸ σκοτάδι. Ἀναμοχλεύει ἀκάθαρτους λογισμοὺς καὶ ἐπιθυμίες. Χειρουργεῖ τίς πληγές, καθαρίζει κάθε ἁμαρτία. Ἐτσι συντελεῖται μιὰ ἐσωτερικὴ ἀνακαίνιση. Νέα φρονήματα, νέοι πόθοι, νέα ἐνδιαφέροντα.

Ὅμως αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, παρ᾿ ὅλη τὴ δύναμή του, δὲν μπορεῖ νὰ καρποφορήσει ἀπὸ μόνος του. Χρειάζεται καὶ τὸ κατάλληλο ἔδαφος. Αὐτὸ μᾶς ἐξηγεῖ ὁ Κύριος στὴ συνέχεια τῆς παραβολῆς.

2. ΓΗ ΑΓΑΘΗ

Τὰ διάφορα μέρη τῆς γῆς, λέγει ὁ Κύριος, εἶναι οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Μερικὲς καρδιὲς ἀνθρώπων μοιάζουν μὲ τὸ ἔδαφος ποὺ εἶναι κοντὰ στὸν δρόμο. Ἡ ψυχή τους εἶναι σκληρὴ καὶ δὲν εἰσχωρεῖ σ᾿ αὐτοὺς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Μένουν στὴν ἐπιφάνεια. Ἔρχεται ἔπειτα ὁ διάβολος καὶ παίρνει τὸν σπόρο ἀπὸ τὶς καρδιές τους, γιὰ νὰ μὴ πιστεύσουν στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ σωθοῦν.

Ἄλλοι ἄνθρωποι μοιάζουν μὲ τὴ γῆ ποὺ ἔχει πάνω λίγο χῶμα, ὅμως ἀπὸ κάτω εἶναι πετρώδης. Αὐτοί, ὅταν ἀκούσουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν δέχονται μὲ ἐνθουσιασμό, δὲν ἔχουν ὅμως βαθύτερη πίστη. Πιστεύουν γιὰ λίγο χρόνο μόνο, κι ὅταν ἔλθει καιρὸς πειρασμοῦ ἢ διωγμοῦ, λησμονοῦν ἐκεῖνα ποὺ ἄκουσαν καὶ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν πίστη.

Ἡ τρίτη τάξη τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μὲ τὸ ἔδαφος ποὺ εἶναι γεμᾶτο σπόρους ἀγκαθιῶν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀκοῦν τὸν θεῖο λόγο καὶ ἀρχίζουν νὰ ἀγωνίζονται, σὲ λίγο ὅμως πνίγονται ἀπὸ τίς ἀγωνιώδεις φροντίδες γιὰ τὴν ἀπόκτηση πλούτου καὶ ἀπὸ τίς ἁμαρτωλὲς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς, καὶ τὰ ξεχνοῦν ὅλα.

Τέλος ὑπάρχουν κι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ μοιάζουν μὲ τὴν καλὴ καὶ εὔφορη γῆ. Αὐτοὶ ἔχουν καλὴ διάθεση, ἀκοῦν μὲ πολλὴ προσοχὴ τὸν θεῖο λόγο καὶ τὸν κρατοῦν σφικτὰ μέσα στὴν ψυχή τους, δείχνουν ὑπομονὴ στοὺς πειρασμοὺς καὶ τίς θλίψεις καὶ ἔτσι ἀποφέρουν πολλοὺς καρπούς.

ΠΟΣΟ θὰ θέλαμε κι ἐμεῖς νὰ ἦταν ἡ καρδιά μας γῆ ἀγαθὴ καὶ καρποφόρος! Πῶς μπορεῖ λοιπὸν ὁ καθένας μας νὰ ἔχει τέτοια καρδιά;

Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σπείρεται συχνὰ στὴν ψυχή μου, νὰ σκεφθεῖ καθένας μας. Δὲν πρέπει νὰ ἀδιαφορήσω στὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ ἔχω προθυμία στὸ νὰ ἀκούω καὶ νὰ δέχομαι τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Νὰ μὴν πῶ· «φτάνει· ἀρκετὰ διάβασα τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ». Ἀντιθέτως, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ θὰ πρέπει συνεχῶς νὰ κυκλοφορεῖ μέσα μου, γιὰ νὰ ἀποφέρει καρπούς.

Καὶ ταυτόχρονα νὰ ἀγωνίζομαι συστηματικὰ γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ ὅσων ἀκούω. Ἡ καρποφορία δὲν γίνεται αὐτομάτως. Χρειάζεται συστηματικὴ προσπάθεια καί μεθοδικότητα πάνω σὲ συγκεκριμένα σημεῖα καὶ ἐκδηλώσεις τοῦ χαρακτῆρα μου. Χρειάζεται ἐπιμονὴ στὸν ἀγῶνα καὶ ὑπομονή.

Καὶ ὅταν κάνω ἐγὼ αὐτὸ ποὺ πρέπει, ὁ Κύριος θὰ δίνει τὴν χάρη Του καὶ τὴν καρποφορία.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)