Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

    ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ

(20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2022)

 


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΚΓ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)

Ἀ­δελ­φοί, ὁ Θε­ὸς πλο­ύ­σιος ὢν ἐν ἐ­λέ­ει, διὰ τὴν πολ­λὴν ἀ­γά­πην αὐ­τοῦ ἣν ἠ­γά­πη­σεν ἡ­μᾶς, καὶ ὄν­τας ἡ­μᾶς νε­κροὺς τοῖς πα­ρα­πτώ­μα­σιν συ­νε­ζω­ο­πο­ί­η­σεν τῷ Χρι­στῷ· χά­ρι­τί ἐ­στε σε­σῳ­σμέ­νοι· καὶ συ­νή­γει­ρεν καὶ συ­νε­κά­θι­σεν ἐν τοῖς ἐ­που­ρα­νί­οις ἐν Χρι­στῷ ᾽Ι­η­σοῦ, ἵ­να ἐν­δε­ί­ξη­ται ἐν τοῖς αἰ­ῶ­σι τοῖς ἐ­περ­χο­μέ­νοις τὸν ὑ­περ­βάλ­λον­τα πλοῦ­τον τῆς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ ἐν χρη­στό­τη­τι ἐφ᾽ ἡ­μᾶς ἐν Χρι­στῷ ᾽Ι­η­σοῦ. Τῇ γὰρ χά­ρι­τί ἐ­στε σε­σῳ­σμέ­νοι διὰ τῆς πί­στε­ως· καὶ τοῦ­το οὐκ ἐξ ὑ­μῶν, Θε­οῦ τὸ δῶ­ρον· οὐκ ἐξ ἔρ­γων, ἵ­να μή τις καυ­χή­ση­ται. Αὐ­τοῦ γάρ ἐ­σμεν πο­ί­η­μα, κτι­σθέν­τες ἐν Χρι­στῷ ᾽Ι­η­σοῦ ἐ­πὶ ἔρ­γοις ἀ­γα­θοῖς οἷς προ­η­το­ί­μα­σεν ὁ Θε­ὸς ἵ­να ἐν αὐ­τοῖς πε­ρι­πα­τή­σω­μεν.

                                   (Ἐφεσ. β΄[2] 4-10).

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀ­δελ­φοί, ὁ Θε­ός πού εἶ­ναι πλού­σιος σέ ἔ­λε­ος, ἐ­ξαι­τί­ας τς πολ­λῆς του ἀ­γά­πης μέ τήν ὁ­ποί­α μς ἀ­γά­πη­σε, κι ἐ­νῶ ἀ­κό­μη ἤ­μα­σταν πνευ­μα­τι­κά νε­κροί ἐ­ξαι­τί­ας τν πα­ρα­βά­σε­ών μας, μς ζω­ο­ποί­η­σε πνευ­μα­τι­κά μα­ζί μέ τόν Χρι­στό. Μέ τή χά­ρη το Θε­οῦ ἔ­χε­τε σω­θεῖ, κι ὄ­χι μέ δι­κά σας κα­τορ­θώ­μα­τα. Καί μς ἀ­νέ­στη­σε μα­ζί μέ τόν Χρι­στό καί μς ἔ­βα­λε νά κα­θί­σου­με μα­ζί του στά ἐ­που­ρά­νια. Καί ἀ­νά­στα­ση καί ἀ­νύ­ψω­σή μας αὐ­τή ἔ­γι­νε μέ τήν ἕ­νω­σή μας μέ τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Μς εὐ­ερ­γέ­τη­σε λοι­πόν τό­σο πο­λύ Θε­ός, γιά νά δεί­ξει στούς ­τε­λεύ­τη­τους αἰ­­νες τς μελ­λον­τι­κῆς ζω­ῆς τόν ­σύλ­λη­πτο πλοῦ­το τς χά­ρι­τός του μέ τήν ­γα­θό­τη­τα πού ­πέ­δει­ξε σέ μς μέ­σῳ το ­η­σοῦ Χρι­στοῦΚαί εἶ­ναι ὄν­τως ­σύλ­λη­πτος πλοῦ­τος τς χά­ρι­τος το Θε­οῦ. Δι­ό­τι μέ τή χά­ρη του ἔ­χε­τε σω­θεῖ μέ­σῳ τς πί­στε­ως. Καί σω­τη­ρί­α σας αὐ­τή διά τς πί­στε­ως δέν προ­ῆλ­θε ἀ­πό σς· δῶ­ρο Θε­οῦ εἶ­ναι αὐ­τό. Δέν σω­θή­κα­τε μέ τά δι­κά σας ἔρ­γα, γιά νά μήν ἔ­χει κα­νείς τό δι­καί­ω­μα νά καυ­χη­θεῖ. Δι­ό­τι καί ς ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λά προ­πάν­των ς ἀ­να­γεν­νη­μέ­νοι Χρι­στια­νοί, δι­κό του δη­μι­ούρ­γη­μα εἴ­μα­στε, πού δη­μι­ουρ­γη­θή­κα­με γιά νά μέ­νου­με ἑ­νω­μέ­νοι μέ τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό καί νά κά­νου­με κα­λά ἔρ­γα, γιά τά ὁ­ποῖ­α μς προ­ε­τοί­μα­σε Θε­ός ὥ­στε νά πο­ρευ­θοῦ­με καί νά ζή­σου­με τήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή μας μ᾿ αὐ­τά.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶ­πεν ὁ Κύριος τήν πα­ρα­βο­λὴν ταύτην.· Ἀν­θρώ­που τι­νὸς πλου­σί­ου εὐ­φό­ρη­σεν χώ­ρα· κα δι­ε­λο­γί­ζε­το ν ἑ­αυ­τῷ λέ­γων· τ ποι­ή­σω, ὅ­τι οκ ἔ­χω πο συ­νά­ξω τος καρ­πο­ύς μου; κα εἶ­πε· τοῦ­το ποι­ή­σω· κα­θε­λῶ μου τς ἀ­πο­θή­κας κα με­ί­ζο­νας οἰ­κο­δο­μή­σω, κα συ­νά­ξω ἐ­κεῖ πάντα τ γεν­νή­μα­τά μου κα τ ἀ­γα­θά μου, κα ἐ­ρῶ τ ψυ­χῇ μου· ψυ­χή, ἔ­χεις πολ­λὰ ἀ­γα­θὰ κε­ί­με­να ες ἔ­τη πολ­λά· ἀ­να­πα­ύ­ου, φά­γε, πί­ε, εὐφρα­ί­νου. εἶ­πε δ αὐ­τῷ Θε­ός· ἄ­φρον, τα­ύ­τῃ τ νυ­κτὶ τν ψυ­χήν σου ἀ­παι­τοῦ­σιν ἀ­πὸ σο· δ ἡ­το­ί­μα­σας τί­νι ἔ­σται; οὕ­τως θη­σαυ­ρί­ζων ἑαυ­τῷ κα μ ες Θε­ὸν πλου­τῶν. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.

                                 (Λουκ. ιβ΄[12] 16 – 21)

 

Ο ΑΦΡΩΝ ΠΛΟΥΣΙΟΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

1.   ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ

Ὁ πλούσιος μεγαλοκτηματίας τῆς Παραβολῆς ἦταν πολὺ εὐχαριστημένος διότι ἐκείνη τὴν χρονιὰ «εὐφόρησεν ἡ χώρα», ἦρθαν εὐνοϊκὲς οἱ καιρικὲς συνθῆκες, καὶ τὰ χωράφια ἀπέδωσαν μεγαλύτερη παραγωγή. Κι αὐτὸς ἔγινε πλουσιότερος. Ὅμως τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀντὶ νὰ τοῦ δώσει χαρά, τὸν βύθισε σὲ πελάγη ἀγωνίας. «Τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;» Τί νὰ κάνω, ποῦ νὰ συγκεντρώσω τοὺς καρποὺς ποὺ μοῦ περισσεύουν, γιὰ νὰ μὴ τοὺς χάσω;

Ἐπιτέλους, μετὰ ἀπὸ τίς βασανιστικές του σκέψεις ὁ πλούσιος βρίσκει τὴ λύση! «Τοῦτο ποιήσω»! Θὰ γκρεμίσω τίς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες. Καὶ θὰ συγκεντρώσω ἐκεῖ ὅλους τοὺς καρπούς μου. Καὶ μετὰ θὰ καθήσω νὰ τοὺς ἀπολαύσω. Θὰ πῶ στὴν ψυχή μου: Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθά, ποὺ φθάνουν γιὰ νὰ περάσεις μέσα στὴ χλιδὴ μιὰ ὁλόκληρη ζωή. Λοιπόν, καιρὸς νὰ ξεκουρασθεῖς. «'Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Ἀπόλαυσε τὴ ζωή σου. Χόρτασε τὸν πλοῦτο σου.

ΤΙ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ! Πραγματικὰ ἄφρων, ἄμυαλος ὁ πλούσιος τῆς Παραβολῆς. Φαντάζεται πὼς μὲ τὴν ἐπέκταση τῶν ἀποθηκῶν του θὰ χαρεῖ, θὰ χορτάσει τὴν ψυχή του.

Ὅμως τὸ λάθος αὐτὸ τοῦ ἄφρονος πλουσίου ἐπαναλαμβάνεται σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ ἰδιαιτέρως στὴ σύγχρονη ἄπληστη κοινωνία μας. Κι ὄχι μόνο στοὺς πλούσιους, ἀλλὰ στοὺς περισσότερους ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ σὲ ἀρκετοὺς πιστοὺς Χριστιανούς. Δυστυχῶς οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι σήμερα στηρίζουμε τὴ ζωή μας στὴν οἰκονομικὴ ἄνεση, στὸ χρῆμα, στὴν ἐπίδειξη. Ἀναζητοῦμε ἐπιτυχίες ἐγκόσμιες καὶ μάταιες. Θέλουμε νὰ ἔχουμε κάθε τί ποὺ προσφέρει ἡ σύγχρονη ζωή. Ἐξαρτοῦμε λίγο ἢ πολὺ τὴ ζωή μας ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Καὶ πιστεύουμε πὼς ἔτσι θὰ εὐτυχήσουμε.

Τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ὅμως δὲν μποροῦν νὰ χορτάσουν τὴν ψυχή μας. Διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνον ὑλικὸ ὄν. Ἔχει σῶμα, ἀλλὰ ἔχει καὶ ψυχὴ πνευματική, ἀθάνατη. Εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ χορτάσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ψυχή του μὲ ὑλικὰ ἀγαθά; Ἡ ψυχὴ θέλει τὸ ἀνώτερο, τὸ πνευματικό, τὸ ἅγιο γιὰ νὰ χορτάσει, νὰ εὐτυχήσει. Οἱ πόθοι τῆς ψυχῆς εἶναι ἄπειροι καὶ μόνο μὲ τὸν ἄπειρο Θεὸ μποροῦν νὰ ἱκανοποιηθοῦν.

Ἀλλὰ ἐπιπλέον, μέχρι πότε μπορεῖ νὰ διατηρήσει κανεὶς τὸν πλοῦτο του; Κι ἂν δὲν τὸν χάσει ὅσο ζεῖ, ἔρχεται κάποτε ξαφνικὰ καὶ ἀμετάκλητα νὰ τὸν ληστέψει ὁ μεγάλος κλέφτης, ὁ θάνατος: ὅπως ἔγινε καὶ στὸν πλούσιο τῆς Παραβολῆς.

 

2. Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Τὴν ὥρα ποὺ ὁ πλούσιος καλεῖ τὴν ταλαιπωρημένη ψυχή του ν᾿ ἀπολαύσει τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, βρόντησε ξαφνικὰ ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. «Ἀφρον». Ἀνόητε ἄνθρωπε, ποὺ στήριξες τὴν εὐτυχία σου στὶς ὑλικές σου ἀπολαύσεις. «Ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ». Αὐτὴ τὴ νύχτα ἀπαιτοῦν τὴν ψυχή σου οἱ σκοτεινοὶ  καὶ  ἀπαίσιοι  δαίμονες,  γιὰ  νὰ  τὴν σύρουν στὸν ὄλεθρο. Αὐτὴ τὴ νύχτα θὰ πεθάνεις. Κι ὅλα αὐτὰ ποὺ μιὰ ζωὴ μὲ κόπο συγκέντρωνες σὲ ποιόν πλέον θὰ ἀνήκουν; Καὶ ὁ Κύριος σφραγίζει τὴν Παραβολὴ λέγοντας: «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν». Παρόμοιο τέλος θὰ ἔχει καὶ ὅποιος θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸν ὑλικὸ πλοῦτο καὶ δὲν ἐνδιαφέρεται νὰ πλουτίζει «εἰς Θεόν».

ΠΟΙΟΣ ΟΜΩΣ εἶναι αὐτὸς ὁ «εἰς Θεὸν» πλοῦτος; Οἱ θησαυροὶ ποὺ δὲν χάνονται, καθὼς κανεὶς ἀποχαιρετᾶ αὐτὴ τὴ ζωή, εἶναι οἱ ἀρετές. Διότι οἱ ἀρετὲς μᾶς συνδέουν μὲ τὸν Χριστό. Κι ὅταν ἔχουμε τὸν Χριστό, ἔχουμε τὸ πᾶν, ἔχουμε τὸν πιὸ πολύτιμο θησαυρὸ μέσα μας. Βέβαια οἱ ἀρετὲς σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γῆ δὲν ἐντυπωσιάζουν τοὺς πολλούς. Εἶναι ὅμως ὁ μοναδικὸς θησαυρός, γιὰ τὸν ὁποῖο ἀξίζει νὰ δώσει κανεὶς ὅλη του τὴν ἀγάπη καὶ τὴ θέληση. Γιατί ἡ ἀξία τους εἶναι μεγάλη καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο στὴν ἄλλη, τὴν αἰώνια.

Ἡ ἀρετὴ ἱκανοποιεῖ πλήρως τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν παθῶν καὶ ἐγκαθιδρύει στὴν ψυχὴ τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρά, ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦν νὰ ἐξαγοράσουν ὅλοι οἱ θησαυροὶ τοῦ κόσμου. Πόσο μεγάλη, ἀλήθεια, εὐτυχία καὶ ἀνάπαυση νιώθει σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχει εἰρηνικὴ τὴ συνείδηση του, ὅταν κάνει τὸ καλὸ στὸν συνάνθρωπο, ὅταν κάνει ἐλεημοσύνες καὶ ἀγαθοεργίες, ὅταν ἀντιστέκεται καὶ νικᾶ τοὺς πειρασμούς! Ἀλλὰ καὶ στὴν ἄλλη ζωή, ὅποιος θησαυρίζει μὲ ἀρετές, θὰ ἀξιωθεῖ νὰ κατοικεῖ ὄχι σὲ ἐπίγεια, πρόσκαιρα παλάτια, ἀλλὰ στὴν πανένδοξη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἔχει ἑτοιμάσει γι' αὐτὸν στέφανο γιὰ νὰ τὸν βραβεύσει, θρόνο γιὰ νὰ τὸν δοξάσει, Βασιλεία γιὰ νὰ τὸν κάνει κληρονόμο Του.

Λοιπόν, ἂς ἀγαπήσουμε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀρετή. Ἔτσι θὰ γίνουμε πραγματικὰ πλούσιοι. Γιὰ πάντα πλούσιοι. Πρίγκιπες στὸ παλάτι τοῦ Θεοῦ.

    (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2022

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Η΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ (ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

Ι­Ε­ΡΑ Μ­Η­Τ­Ρ­Ο­Π­Ο­Λ­ΙΣ Π­Α­Φ­ΟΥ

Ι­Ε­Ρ­ΟΣ Ν­Α­ΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ 

                  

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Η΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ

(ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ)

(13 Ν­Ο­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ 2022)

 


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΙΕΡΑΡΧΟΥ)

Ἀδελφοί, τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. Ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον. Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, τῶν ῾Αγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.

(Ἑβρ. ζ[7] 26-28, η΄[8] 1-2)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἀδελφοί, τέτοιος καί μέ τέτοια προσόντα ἀρχιερεύς μᾶς χρειαζόταν: εὐσεβής καί ἅγιος, ἀπαλλαγμένος ἀπό κακία καί πονηρία, ἀμόλυντος, χωρισμένος ἀπό τούς ἁμαρτωλούς καί ἀνέγγιχτος ἀπό τήν ἁμαρτία. Κι ὅσο ζοῦσε στή γῆ, ἦταν τελείως χωρισμένος κι ἀνέγγιχτος ἀπό τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδή ἦταν ἀπόλυτα ἀναμάρτητος· ἐπιπλέον ὅμως τώρα καί ἐπειδή ἀνυψώθηκε πάνω ἀπό τούς οὐρανούς καί κάθεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ. Αὐτός ὁ νέος ἀρχιερέας δέν ἔχει ἀνάγκη, ὅπως οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ νόμου, νά προσφέρει κάθε μέρα θυσίες πρῶτα γιά τίς δικές του ἁμαρτίες κι ἔπειτα γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ. Δέν ἔχει ἀνάγκη νά προσφέρει θυσίες γιά τόν ἑαυτό του, διότι ἦταν ἀναμάρτητος. Δέν ἔχει ἀνάγκη νά προσφέρει κάθε μέρα θυσίες καί γιά τόν λαό του, διότι αὐτό τό ἔκανε μιά γιά πάντα θυσιάζοντας τόν ἑαυτό του γιά χάρη τοῦ λαοῦ του. Ὁ ἀρχιερέας μας ἄλλωστε διαφέρει πάρα πολύ ἀπό τούς ἀρχιερεῖς τοῦ νόμου. Διότι ὁ νόμος ἐγκαθιστᾶ ὡς ἀρχιερεῖς ἀνθρώπους πού ἔχουν ἠθική ἀσθένεια καί εἶναι θνητοί. Ὁ λόγος ὅμως καί ἡ ἔνορκη ὑπόσχεση πού δόθηκε ὕστερα ἀπό τόν νόμο καί συνεπῶς τόν ἀντικατέστησε, ἐγκαθιστᾶ ἀρχιερέα τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε στήν ἐπίγεια ζωή του ἀναμάρτητος καί τέλειος, καί μένει ἀναμάρτητος καί τέλειος αἰωνίως. Τό σπουδαιότερο λοιπόν ἀπ’ ὅσα εἴπαμε εἶναι αὐτό: ὅτι ἔχουμε τέτοιον ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος κάθισε στά δεξιά τοῦ θρόνου τῆς μεγαλειότητος τοῦ Θεοῦ στούς οὐρανούς καί ἔγινε λειτουργός τῶν Ἁγίων πού βρίσκονται στούς οὐρανούς, καί τῆς ἀληθινῆς σκηνῆς, πού δέν τήν κατασκεύασε κάποιος ἄνθρωπος, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Κύριος.

 

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ Ε­Υ­Α­Γ­Γ­Ε­Λ­ΙΟ

Τῷ κ­α­ι­ρῷ ἐ­κ­ε­ί­νῳ, ν­ο­μ­ι­κ­ός τ­ις π­ρ­ο­σ­ῆ­λ­θε τῷ ᾿Ι­η­σ­οῦ, π­ε­ι­ρ­ά­ζ­ων α­ὐ­τ­ὸν, καὶ λ­έ­γ­ων· Δ­ι­δ­ά­σ­κ­α­λε, τί π­ο­ι­ή­σ­ας ζ­ω­ὴν α­ἰ­ώ­ν­ι­ον κ­λ­η­ρ­ο­ν­ο­μ­ή­σω; Ὁ δὲ ε­ἶ­πε π­ρ­ὸς α­ὐ­τ­όν· ἐν τῷ ν­ό­μῳ τί γ­έ­γ­ρ­α­π­τ­αι; π­ῶς ἀ­ν­α­γ­ι­ν­ώ­σ­κ­ε­ις; Ὁ δὲ ἀ­π­ο­κ­ρ­ι­θεὶς ε­ἶ­π­εν· Ἀ­γ­α­π­ή­σ­ε­ις Κ­ύ­ρ­ι­ον τ­ὸν Θ­ε­όν σ­ου ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς κ­α­ρ­δ­ί­ας σ­ου, κ­αὶ ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς ψ­υ­χ­ῆς σ­ου, κ­αὶ ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς ἰ­σ­χ­ύ­ος σ­ου, κ­αὶ ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς δ­ι­α­νο­ί­ας σ­ου, κ­αὶ τ­ὸν π­λ­η­σ­ί­ον σ­ου ὡς ἑ­α­υ­τ­όν. Ε­ἶ­πε δὲ α­ὐ­τῷ· Ὀ­ρ­θ­ῶς ἀ­π­ε­κ­ρ­ί­θ­ης· τ­ο­ῦ­το π­ο­ί­ει κ­αὶ ζ­ή­σῃ. Ὁ δὲ θ­έ­λ­ων δ­ι­κ­α­ι­ο­ῦν ἑ­α­υ­τ­ὸν, ε­ἶ­πε π­ρ­ὸς τ­ὸν ᾿Ι­η­σ­ο­ῦν· Κ­αί τ­ίς ἐ­σ­τί μ­ου π­λ­η­σ­ί­ον; Ὑ­π­ο­λ­α­β­ὼν δὲ ὁ ᾿Ι­η­σ­ο­ῦς ε­ἶ­π­εν· Ἄ­ν­θ­ρ­ω­π­ός τ­ις κ­α­τ­έ­β­α­ι­ν­εν ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρ­ο­υ­σ­α­λ­ὴμ ε­ἰς ῾Ι­ε­ρ­ι­χώ, κ­αὶ λ­η­σ­τ­α­ῖς π­ε­ρ­ι­έ­π­ε­σ­εν· οἳ καὶ ἐ­κ­δ­ύ­σ­α­ν­τ­ες α­ὐ­τ­ὸν, κ­αὶ π­λ­η­γ­ὰς ἐ­π­ι­θ­έ­ν­τ­ες ἀ­π­ῆ­λ­θ­ον, ἀ­φ­έ­ν­τ­ες ἡ­μ­ι­θ­α­νῆ τ­υ­γ­χ­ά­ν­ο­ν­τα. Κ­α­τὰ σ­υ­γ­κ­υ­ρ­ί­αν δὲ ἱ­ε­ρ­ε­ύς τ­ις κ­α­τ­έ­β­α­ι­ν­εν ἐν τῇ ὁ­δῷ ἐ­κ­ε­ί­νῃ, κ­αὶ ἰ­δ­ὼν α­ὐ­τ­ὸν ἀ­ν­τ­ι­π­α­ρ­ῆ­λ­θ­εν. Ὁ­μ­ο­ί­ως δὲ κ­αὶ Λ­ε­υ­ΐ­τ­ης, γ­ε­ν­ό­μ­ε­ν­ος κ­α­τὰ τ­ὸν τ­ό­π­ον, ἐ­λ­θ­ὼν κ­αὶ ἰ­δ­ὼν, ἀ­ν­τ­ι­π­α­ρ­ῆ­λ­θε. Σ­α­μ­α­ρ­ε­ί­τ­ης δέ τ­ις ὁ­δ­ε­ύ­ων ἦ­λ­θε κ­ατ᾿ α­ὐ­τ­όν, κ­αὶ ἰ­δ­ὼν α­ὐ­τ­ὸν ἐ­σ­π­λ­α­γ­χ­ν­ί­σ­θη, κ­αὶ π­ρ­ο­σ­ε­λ­θ­ὼν κ­α­τ­έ­δ­η­σε τὰ τ­ρ­α­ύ­μ­α­τα α­ὐ­τ­οῦ, ἐ­π­ι­χ­έ­ων ἔ­λ­α­ι­ον κ­αὶ ο­ἶ­ν­ον, ἐ­π­ι­β­ι­β­ά­σ­ας δὲ α­ὐ­τ­ὸν ἐ­πὶ τὸ ἴ­δ­ι­ον κ­τ­ῆ­ν­ος, ἤ­γ­α­γ­εν α­ὐ­τ­ὸν ε­ἰς π­α­ν­δ­ο­χ­ε­ῖ­ον, κ­αὶ ἐ­π­ε­μ­ε­λ­ή­θη α­ὐ­τ­οῦ· κ­αὶ ἐ­πὶ τ­ὴν α­ὔ­ρ­ι­ον ἐ­ξ­ελ­θ­ών, ἐ­κ­β­α­λ­ὼν δ­ύο δ­η­ν­ά­ρ­ια ἔ­δ­ω­κε τῷ π­α­ν­δ­ο­χ­εῖ κ­αὶ εἶ­π­εν α­ὐ­τῷ· Ἐ­π­ι­μ­ε­λή­θ­η­τι α­ὐ­τ­οῦ, κ­αὶ ὅ,τι ἂν π­ρ­ο­σ­δ­α­π­α­ν­ή­σ­ῃς, ἐ­γὼ ἐν τῷ ἐ­π­α­ν­έ­ρ­χ­ε­σ­θ­αί με ἀ­πο­δ­ώ­σω σ­οι. Τ­ίς ο­ὖν τ­ο­ύ­τ­ων τ­ῶν τ­ρ­ι­ῶν π­λ­η­σ­ί­ον δ­ο­κ­εῖ σ­οι γ­ε­γ­ο­ν­έ­ν­αι τ­οῦ ἐ­μ­π­ε­σ­ό­ν­τ­ος ε­ἰς τ­ο­ὺς λ­ῃ­σ­τ­άς;  Ὁ δὲ ε­ἶ­π­εν· Ὁ π­ο­ι­ή­σ­ας τὸ ἔ­λ­ε­ος μ­ετ᾿ α­ὐ­τ­οῦ. Ε­ἶ­π­εν ο­ὖν α­ὐ­τῷ ὁ ᾿Ι­η­σ­ο­ῦς· Π­ο­ρ­ε­ύ­ου κ­αὶ σὺ π­ο­ί­ει ὁ­μ­ο­ί­ως.

                                                  

  (Λ­ο­υκ. ι΄[10] 25 – 37)

Ο ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ

1. ΟΙ «ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»

-Διδάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάνω για νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; ρώτησε κάποτε ἕνας νομοδιδάσκαλος τὸν Κύριο θέλοντας νὰ Τὸν παγιδεύσει. Κι Ἐκεῖνος τὸν παρέπεμψε στὶς ἐντολὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Τότε ὁ νομοδιδάσκαλος ἀνέφερε τὶς δύο βασικότερες ἐντολὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Θέλοντας ὅμως νὰ δικαιολογηθεῖ, ἐπειδὴ ἔθεσε ἕνα ἐρώτημα στὸ ὁποῖο τοῦ ἦταν γνωστὴ ἡ ἀπάντηση, ἔθεσε κι ἕνα δεύτερο: Ποιὸν πρέπει νὰ θεωρῶ πλησίον μου; Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα στάθηκε ἡ ἀφορμὴ νὰ διηγηθεῖ ὁ Κύριος μία ὑπέροχη παραβολή, τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου.

Κάποιος ἄνθρωπος, εἶπε, κατέβαινε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἱεριχὼ καὶ ἔπεσε σὲ ἐνέδρα ληστῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν λήστεψαν, τὸν ἔγδυσαν, τὸν καταπλήγωσαν καὶ τὸν ἐγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Κάποια στιγμὴ ἕνας ἱερεὺς ποὺ κατέβαινε στὸ δρόμο ἐκεῖνο, ἐνῶ τὸν εἶδε ἀπὸ μακριά, πέρασε ἀπὸ τὸ ἀπέναντι μέρος χωρὶς νὰ τοῦ δώσει καμία βοήθεια. Παρόμοια καὶ κάποιος Λευΐτης, ὑπηρέτης τοῦ ναοῦ, ἔφθασε στὸ μέρος ἐκεῖνο. Αὐτὸς φάνηκε ἀκόμη πιὸ ἄσπλαχνος. Ἦλθε πολὺ κοντά, εἶδε τὴν ἄθλια κατάσταση τοῦ πληγωμένου ἀνθρώπου κι ἔφυγε. Ὁ ἱερεὺς ἔφυγε ἀπὸ ἐνστικτώδη φιλαυτία, ἐνῶ ὁ Λευΐτης ἔπειτα ἀπὸ ὑπολογισμό.

Καὶ τὰ δύο ὅμως πρόσωπα, ὁ ἱερέας καὶ ὁ Λευΐτης εἶχαν κάτι κοινό: Ἦταν δύο πρόσωπα ποὺ εἶχαν ἀξίωμα καὶ ἔργο ἱερό. Αὐτοὶ ἐξαιτίας τῆς ἰδιότητός τους θὰ ἔπρεπε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ εἶναι συμπονετικοὶ καὶ σπλαχνικοί, νὰ δείξουν ἀγάπη στὸν ἑτοιμοθάνατο διαβάτη. Αὐτοὶ λόγω τῆς θέσεώς τους δίδασκαν καὶ τοὺς ἄλλους τὸ καθῆκον τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον. Κι ὅμως ἀθέτησαν τὸ καθῆκον τους αὐτό. Εἶναι θλιβερό, ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ δίνουν τὸ παράδειγμα τῆς ἀγάπης, νὰ γίνονται παραδείγματα σκληρότητος. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ νὰ δυσφημοῦν τόσο πολὺ τὸν Θεό.

Κάτι τέτοιο δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται πολλὲς φορὲς μέσα στὴν ἱστορία σὲ «ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ». Καὶ εἶναι φοβερὸ νὰ συμβαίνει κάποτε καὶ σέ μᾶς. Σὲ μᾶς ποὺ θέλουμε νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἀποδεικνυόμαστε στὴν πράξη ἄσπλαχνοι, σκληροί, ἀδιάφοροι στὸν ἀνθρώπινο πόνο. Εἶναι τραγικὸ νὰ ἰσχύει κάτι τέτοιο καὶ γιὰ μᾶς. Ἐὰν δὲν δείξουμε ἐμεῖς οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ἀγάπη, ποιὸς ἄλλος θὰ δείξει; Ὁ Κύριός μας τὰ ξεκαθάρισε ὅτι χωρὶς τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας, Βασιλεία οὐρανῶν δὲν πρόκειται νὰ κληρονομήσουμε. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον εἶναι ἡ σφραγίδα τῆς γνησιότητάς μας, ἡ βασικὴ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας μας.

2. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ

Ἡ συνέχεια τῆς παραβολῆς εἶναι γνωστή. Κάποια στιγμὴ ἕνας Σαμαρείτης ποὺ διάβαινε ἀπὸ τὸ δρόμο ἐκεῖνο εἶδε τὸν καταπληγωμένο ἄνθρωπο, πλησίασε κοντά του καὶ τὸν σπλαχνίστηκε. Δὲν φοβήθηκε μὴν πάθει τὰ ἴδια, ἔμεινε κοντά του, ἔπλυνε τὰ τραύματά του, τὰ ἄλειψε μὲ λάδι καὶ κρασί, τὰ ἔδεσε μὲ ἐπιδέσμους. Καὶ ἀφοῦ μὲ πολὺ κόπο ἀνέβασε τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν στὸ ζῶο του, τὸν μετέφερε σὲ κάποιο πανδοχεῖο καὶ τὸν περιποιήθηκε ὅλη τὴ νύχτα. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἔδωσε δύο δηνάρια στὸν ξενοδόχο καὶ τοῦ εἶπε: Περιποιήσου τον για νὰ γίνει καλά. Καὶ ὅ,τι ἄλλο ξοδέψεις, καθὼς θὰ ἐπιστρέφω στὴν πατρίδα μου καὶ θὰ περάσω πάλι ἀπὸ ἐδῶ, θὰ σοῦ τὸ ἐξοφλήσω.

Λοιπόν, ρώτησε ὁ Κύριος τὸν νομοδιδάσκαλο, ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτούς ἐπιτέλεσε τὸ καθῆκον του πρὸς τὸν πλησίον; Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: Αὐτὸς ποὺ τὸν συμπόνεσε καὶ τὸν ἐλέησε. Ὁ Κύριος τότε τοῦ εἶπε: Πήγαινε καὶ κάνε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο.

Αὐτὴ τὴν προσταγὴ δίνει καὶ σὲ μᾶς ὁ Κύριος. Μᾶς ζητᾶ δηλαδὴ νὰ δείχνουμε ἀγάπη σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ πάσχει, χωρὶς νὰ ἐξετάζουμε ἂν αὐτὸς εἶναι δικός μας, ξένος ἢ ἐχθρός μας, καὶ χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε θυσίες καὶ κόπους καὶ δαπάνες. Αὐτὸ μᾶς τὸ δίδαξε ὁ Κύριος ὄχι μόνο μέσα ἀπὸ τὴν παραβολὴ αὐτὴ ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μέσα ἀπὸ τὴ ζωή του. Διότι ὁ Ἴδιος ἔγινε ὁ καλὸς Σαμαρείτης γιὰ μᾶς. Ἀγάπησε τοὺς ἀνθρώπους μέχρι θανάτου. Ἡ ἀγάπη του κορυφώθηκε καὶ ἔλαμψε σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο ἐπάνω στὸ Σταυρό. Καὶ μᾶς ζητᾶ νὰ μάθουμε κι ἐμεῖς νὰ ἀγαπᾶμε, νὰ γινόμαστε καλοὶ Σαμαρεῖτες στοὺς γύρω μας.

Δυστυχῶς ὅμως στὴν ἐποχή μας, ἐνὼ ὅλοι μιλοῦμε γιὰ ἀγάπη, πραγματικὴ ἀγάπη δὲν ἔχουμε. Κι αὐτὸ φαίνεται περισσότερο στὶς σχέσεις μας μὲ τὰ δικά μας πρόσωπα. Πῶς τοὺς μιλᾶμε, πῶς τοὺς φερόμαστε; Ἀλλὰ ἂν δυσκολευόμαστε νὰ ἀγαπήσουμε τοὺς δικούς μας, πόσο μᾶλλον τοὺς ξένους; Γι᾿ αὐτὸ ὑποφέρουμε. Διότι ἀγάπη σημαίνει θυσία, σημαίνει νὰ δίνουμε κι ὄχι νὰ ἀπαιτοῦμε νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι καλοὶ γιὰ νὰ τοὺς ἀγαπήσουμε. Ἀγάπη σημαίνει νὰ γίνει πλατιὰ ἡ καρδιά μας ὅπως τῶν ἁγίων γιὰ νὰ χωράει ὅλους. Ἀκόμη κι αὐτοὺς ποὺ μᾶς δυσκολεύουν. Νὰ τοὺς προσφέρουμε τὴν ἀγάπη μας μὲ ἁπαλὸ τρόπο, χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν αἴσθηση ὅτι κάνουμε προσπάθεια γιὰ νὰ τοὺς ἀγαπήσουμε. Νὰ ἀκοῦμε μὲ πόνο τὸν πόνο τους, νὰ τοὺς ἀνακουφίζουμε στὸ πρόβλημά τους. Κατανοώντας τὸν χαρακτήρα τους, νὰ διαισθανόμαστε τὴν κούρασή τους, τὶς δυσκολίες τους, τὶς ἐπιθυμίες τους. Καὶ νὰ τοὺς προσφέρουμε τὴν ἀγάπη μας ἄλλοτε μ᾿ ἕνα στοργικὸ λόγο κι ἄλλοτε μὲ τὴ σιωπή μας· ἄλλοτε μὲ τὴ διακονία μας κι ἄλλοτε μὲ θυσίες ποὺ κοστίζουν ἴσως πολύ. Ἔτσι θὰ γίνουμε καλοὶ Σαμαρεῖτες. Ἔτσι θὰ δοῦμε πρόσωπο Θεοῦ.

(Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)