Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

(8 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2023)

 



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ)

Ἀδελφοί, ἑ­νὶ ἑ­κά­στῳ ἡ­μῶν ἐ­δό­θη ἡ χά­ρις κα­τὰ τ μέ­τρον τς δω­ρε­ᾶς το Χρι­στοῦ. δι­ὸ λέ­γει· ἀ­να­βὰς ες ὕ­ψος ᾐχ­μα­λώ­τευ­σεν αἰχ­μα­λω­σί­αν κα ἔ­δω­κε δό­μα­τα τος ἀν­θρώ­ποις. τ δ ἀ­νέ­βη τ ἐ­στιν ε μ ὅ­τι κα κα­τέ­βη πρῶ­τον ες τ κα­τώ­τε­ρα μέ­ρη τς γς; κα­τα­βὰς αὐ­τός ἐ­στι κα ἀ­να­βὰς ὑ­πε­ρά­νω πάν­των τν οὐ­ρα­νῶν, ἵ­να πλη­ρώ­σῃ τ πάν­τα. κα αὐ­τὸς ἔ­δω­κε τος μν ἀ­πο­στό­λους, τος δ προ­φή­τας, τος δ εὐ­αγ­γε­λι­στάς, τος δ ποι­μέ­νας κα δι­δα­σκά­λους, πρς τν κα­ταρ­τι­σμὸν τν ἁ­γί­ων ες ἔρ­γον δι­α­κο­νί­ας, ες οἰ­κο­δο­μὴν το σώ­μα­τος το Χρι­στοῦ, μέ­χρι κα­ταν­τή­σω­μεν ο πάν­τες ες τν ἑ­νό­τη­τα τς πί­στε­ως κα τς ἐ­πι­γνώ­σε­ως το υἱ­οῦ το Θε­οῦ, ες ἄν­δρα τέ­λει­ον, ες μέ­τρον ἡ­λι­κί­ας το πλη­ρώ­μα­τος το Χρι­στοῦ.

                                      (Ἐφεσ. δ΄[4], 7 – 13)

ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

1. ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Κυριακὴ μετὰ τὰ Θεοφάνια, καὶ ὅλη ἡ κτίσις εἶναι λουσμένη στὸ φῶς καὶ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Οἱ πιστοὶ μὲ εὐφροσύνη δεχθήκαμε «τὴν χάριν τῆς ἀπολυτρώσεως, τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἰορδάνου». Ἀκούσαμε στοὺς ὕμνους τῶν Θεοφανίων ὅτι «ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος», ἡ ὁποία καταυγάζει καὶ λαμπρύνει ὅλους τοὺς πιστούς. Κατὰ τοὺς πρώτους μάλιστα αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τελοῦσε κατὰ τὶς ἑορτὲς τῶν Φώτων ὁμαδικὲς βαπτίσεις κατηχουμένων. Ἔτσι ζοῦσε περισσότερο αἰσθητὰ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ φωτοχυσία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού δινόταν σὲ κάθε πιστὸ κατὰ τὴν Βάπτισή του καὶ τὴν σφράγισή του μὲ τὸ ἅγιο Χρίσμα.

Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς ἀναφέρεται σ᾿ αὐτὴν τὴν δωρεὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Μᾶς ἐξηγεῖ λοιπόν ὁ ἀπόστολος Παῦλος πὼς ὁ Χριστὸς παρέχει τὴν χάρη του σὲ κάθε βαπτισμένο Χριστιανό. Λέγει ὅτι στὸν κάθε πιστὸ ξεχωριστὰ «ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ». Ὁ Χριστὸς τὴν χάρη του αὐτὴ δὲν μᾶς τὴν ἔδωσε, ἐπειδὴ τὴν ἀξίζαμε ἢ ἐπειδὴ μᾶς τὴν χρωστοῦσε ἀλλὰ μᾶς τὴν πρόσφερε ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾶ καὶ θέλει νὰ πλουτίσει ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός του μὲ τὰ θεῖα του δῶρα, νὰ μᾶς στολίσει μὲ τὸ φῶς του. Δὲν ἔδωσε ὁ δωρεοδότης Κύριος στὸν καθένα μας τὴν ἴδια χάρη ἐξ ἴσου, ἀλλά κατὰ τὰ θεϊκὰ σχέδια του, κατὰ τὸ μέτρο τῆς δωρεᾶς του. Δηλαδὴ ὅπως ὁ Ἴδιος τὴν μέτρησε μὲ τὴν πανσοφία του καὶ τὴν δικαιοσύνη του. Ὑπολογίζοντας καὶ τὴν διαθεσή μας καὶ τὸ πνευματικὸ μας συμφέρον.

Ὅσοι λοιπὸν νομίζουμε ὅτι ἐλάβαμε λιγότερα ἢ μικρότερα χαρίσματα θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε πάντοτε μέσα μας τὴν βεβαιότητα ὅτι ὅση χάρη Θεοῦ ἐλάβαμε, τὴν μέτρησε πάνσοφα ὁ ἅγιος Θεὸς κατὰ τὴν δική του δικαιοσύνη καὶ τὴν δική μας δεκτικότητα. Αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς ἔχουμε χρέος νὰ κάνουμε δὲν εἶναι νὰ μειονεκτοῦμε γιὰ τὰ ὅσα δὲν ἐλάβαμε καὶ νὰ γογγύζουμε, ἢ νὰ ὑπερφρονοῦμε γιά ὅσα ἔχουμε, πολὺ δὲ περισσότερο νὰ μὴν ἀποδιώκουμε τὴν θεία χάρη μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἀλλὰ ἀντίθετα νὰ ἐκζητοῦμε μὲ πόθο καὶ δέος καθημερινὰ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα νὰ γινόμαστε δεκτικὰ δοχεῖα τῆς χάριτος. Διότι διαφορετικὰ δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε, ἀργοσβήνουμε πνευματικῶς καὶ χανόμαστε.

2. ΓΙΑ ΝΑ ΕΛΘΕΙ Η ΧΑΡΙΣ

Πῶς ὅμως ἡ ἀνθρωπότης ἔγινε κοινωνὸς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιά τὴν αἰχμαλωσία τῶν ἀνθρώπων στὸν διάβολο;

Ὁ Θεὸς ποὺ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κατ᾿ εἰκόνα του, τὸν ἔντυσε καὶ μὲ τὴν θεοΰφαντη στολὴ τῆς χάριτός του, γιά νά ἀκτινοβολεῖ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν χάρη ὁ ἄνθρωπος ζοῦσε, αὐτὴ τοῦ ἔδινε τὸ δικαίωμα νὰ βλέπει, νὰ ἀκούει, νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Θεό, νὰ ζεῖ ζωὴ πνευματική. Ὅταν ὅμως ὁ Ἀδὰμ ἀρνήθηκε τὸν Θεό, ἔχασε τὴν χάρη του, ἀσφυκτιοῦσε καὶ λιμοκτονοῦσε μακριὰ ἀπό τὸ φῶς της. Ἀργοπέθαινε αἰχμαλωτισμένος ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ τὰ πάθη του. Ἔπρεπε λοιπὸν κάποιος νὰ τὸν ἀπελευθερώσει ἀπό τὴν ἀνυπόφορη αὐτὴ σκλαβιά.

Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Γι' αὐτὸ κατέβηκε στὰ κατώτατα μέρη τῆς γῆς. Ἡ κατάβαση βέβαια αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ἐξωτερικὴ κατάβαση, ἀλλὰ δείχνει τὸ ὕψος τῆς ταπεινώσεώς του καὶ τῆς ἀγάπης του. Ὁ Θεὸς μας ἐσαρκώθη καὶ κατέβηκε ἀκόμη πιὸ χαμηλά, στὸν σκοτεινὸ καὶ κυρίαρχο Ἅδη. Ἀπό ἐκεῖ ὅμως μὲ τὴν Ἀναστασή του καὶ τὴν Ἀναληψή του ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς. Ὁ ἴδιος κατέβηκε καὶ ὁ ἴδιος ἀνέβηκε. Κατέβηκε ὡς Θεὸς καὶ ἀνέβηκε ὡς ἄνθρωπος. Καὶ ὡς Θεάνθρωπος θριαμβευτὴς ἔδεσε αἰχμαλωτισμένους τοὺς ἐχθρούς του, τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο. Κι ἀπελευθέρωσε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἦταν μέχρι τότε αἰχμαλωτισμένοι ἀπό αὐτόν, αἰχμαλωτίζοντας πλέον καὶ τὸν ἴδιο τὸν διάβολο. Καὶ ἐπανέφερε τὸν ἄνθρωπο στὴν πρώτη του θέση. Τοῦ ξανάδωσε «τὴν στολὴν τὴν πρώτην» τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τώρα πλέον κάθε πιστὸς μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ἐνδύεται τὴν στολὴ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὲ τὸ ἅγιο Χρίσμα πλημμυρίζει μὲ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νὰ λοιπὸν πῶς ὁ Χριστὸς μᾶς κάνει κοινωνοὺς τῆς χάριτός του.

3. Ο XΡΙΣΤΟΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

Ποιὲς ὅμως εἶναι οἱ πνευματικὲς μεταμορφώσεις ποὺ συντελοῦνται στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ; Μᾶς ἐξηγεῖ ὁ θεῖος Ἀπόστολος ὅτι ὁ χαριτοδότης Κύριός μας ἐμπιστεύθηκε τὴν χάρη του στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, στοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους, γιὰ νὰ μᾶς μεταγγίζουν τὴν θεία χάρη, νὰ μᾶς καταρτίζουν καὶ νὰ μᾶς καλλιεργοῦν. Γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε νήπιοι, ἀλλὰ ἄνδρες τέλειοι, προοδεύοντας σὲ ἁγιασμὸ καὶ τελειότητα. Γιὰ νὰ μορφωθεῖ, νὰ σχηματισθεῖ δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μέσα μας. Νὰ γεμίζει πλέον καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μας. Ὁ Χριστὸς νὰ ζεῖ καὶ νὰ ἐνεργεῖ μέσα μας. Κι ἐμεῖς νὰ ἔχουμε νοῦν Χριστοῦ, καρδιὰ Χριστοῦ, μάτια Χριστοῦ. Τί ὑπέροχο βίωμα! Νὰ ἐπιθυμοῦμε ὅ,τι θὰ ἐπιθυμοῦσε ὁ Χριστός, νὰ κάνουμε ὅ,τι θὰ ἔκανε ὁ Χριστός. Κι ἐμεῖς νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν μυστικὴ παρουσία του, νά ζοῦμε μέσα στὸ φῶς του καὶ τὴν χάρη του. Νὰ εἴμαστε χριστοφόροι καὶ θεοφόροι.

(Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟΝ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ (ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ)

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἀ­κο­ύ­σας ὁ ᾿Ι­η­σοῦς ὅ­τι ᾿Ι­ω­άν­νης πα­ρε­δό­θη, ἀ­νε­χώ­ρη­σεν εἰς τὴν Γα­λι­λα­ί­αν· καὶ κα­τα­λι­πὼν τὴν Να­ζα­ρὲτ, ἐλ­θὼν κα­τῴ­κη­σεν εἰς Κα­περ­να­οὺμ τὴν πα­ρα­θα­λασ­σί­αν, ἐν ὁ­ρί­οις Ζα­βου­λὼν καὶ Νε­φθα­λείμ, ἵ­να πλη­ρω­θῇ τὸ ῥη­θὲν δι­ὰ ῾Η­σα­ΐ­ου τοῦ προ­φή­του, λέ­γον­τος· Γῆ Ζα­βου­λὼν καὶ γῆ Νε­φθα­λε­ίμ, ὁ­δὸν θα­λάσ­σης, πέ­ραν τοῦ ᾿Ι­ορ­δά­νου, Γα­λι­λα­ί­α τῶν ἐ­θνῶν, ὁ λα­ὸς ὁ κα­θή­με­νος ἐν σκό­τει εἶ­δε φῶς μέ­γα, καὶ τοῖς κα­θη­μέ­νοις ἐν χώ­ρᾳ καὶ σκι­ᾷ θα­νά­του, φῶς ἀ­νέ­τει­λεν αὐ­τοῖς.  Ἀ­πὸ τό­τε ἤρ­ξα­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς κη­ρύσ­σειν καὶ λέ­γειν· Με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν.

                     (Ματ­θ. δ΄[4], 12-17)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὅ­ταν ἄ­κου­σε ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὁ Ἰ­ω­άν­νης πα­ρα­δό­θη­κε στή φυ­λα­κὴ ἀ­π' τὸν βα­σιλιά Ἀντί­πα, ἀ­να­χώ­ρη­σε καὶ πῆ­γε στὴ Γ­α­λ­ι­λ­α­ία. Κι ἀ­φ­οῦ ἄ­φ­η­σε τὴ Ν­α­ζ­α­ρ­έτ, π­ῆ­γε κ­αί κ­α­τ­ο­ί­κ­η­σε σ­τ­ὴν Κ­α­π­ε­ρ­ν­α­ο­ύμ, ἡ ὁ­ποία ἦ­τ­αν κ­τ­ι­σ­μ­έ­νη κ­ο­ν­τά σ­τή λ­ί­μ­νη τ­ῆς Γ­α­λ­ι­λ­α­ί­ας, σ­τὰ σὺ­ν­ο­ρα τ­ῶν φυ­λ­ῶν Ζ­α­β­ο­υ­λ­ών κ­αὶ Ν­ε­φ­θ­α­λ­ε­ίμ. Ἔ­τ­σι ἐ­π­α­λ­η­θ­ε­ύ­θ­η­κε καὶ π­ρ­α­γ­μ­α­τ­ο­πο­ι­ή­θ­η­κε ἐ­κ­ε­ῖ­νο π­ού ε­ἶ­πε ὁ Θ­ε­ὸς μ­έ­σω τ­οῦ π­ρ­ο­φ­ή­τ­ου Ἡ­σ­α­ΐα: Ἡ χώ­ρα τῆς φυ­λῆς Ζα­βου­λών καί ἡ χώρα τῆς φυ­λῆς Νε­φθα­λείμ, πού ἐ­κτεί­νον­ται κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μό, στὰ ἀ­να­το­λι­κά του, ἡ Γα­λι­λαί­α, στὴν ὁ­ποί­α κα­τοι­κοῦν πολ­λοὶ ἐ­θνι­κοί, ὁ λα­ὸς πού κά­θε­ται κα­θη­λω­μέ­νος κι ἀ­κί­νη­τος στὸ πνευ­μα­τι­κὸ σκο­τά­δι τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῆς πλά­νης καὶ τῆς ἀ­σέ­βει­ας εἶ­δε με­γά­λο πνευ­μα­τι­κὸ φῶς, τὸν Χρι­στὸ· κι ἔ­λαμ­ψε φῶς ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ σ᾿ ἐ­κεί­νους πού κά­θον­ται στὴ χώ­ρα πού σκι­ά­ζε­ται ἀ­πὸ τὸ πυ­κνό­τα­το σκο­τά­δι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τοῦ θα­νά­του. Ἀ­πὸ τό­τε ἄρ­χι­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς νὰ κη­ρύτ­τει συ­στη­μα­τι­κὰ καὶ νὰ λέ­ει: Με­τα­νο­εῖ­τε, δι­ό­τι πλη­σί­α­σαν οἱ ἡμέρες πού ὁ Μεσ­σί­ας θὰ ἐγ­κα­θι­δρύ­σει καὶ στὴ γῆ τὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν μὲ τὴ νέ­α, πνευ­μα­τι­κή, ἅ­γι­α καὶ οὐ­ρά­νι­α ζω­ή, ἡ ὁ­ποί­α θὰ με­τα­δί­δε­ται μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α του.

 

Ἀπολυτίκιον ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ Ἦχος α΄

Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις· τοῦ γὰρ Γεννήτορος ἡ φωνὴ προσεμαρτύρει σοι, ἀγαπητόν σε Υἱὸν ὀνομάζουσα· καὶ τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς, ἐβεβαίου τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Ὁ ἐπιφανεὶς Χριστὲ ὁ Θεός,

καὶ τὸν κόσμον φωτίσας δόξα σοι.

 

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (ΜΝΗΜΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

(ΜΝΗΜΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ)

(1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2023)




ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΟΡΘΡΟΥ (ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ)

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· ᾽Αμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶν καὶ λῃστής· ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστιν τῶν προβάτων. Τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα φωνεῖ κατ᾽ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά. Ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασιν τὴν φωνὴν αὐτοῦ· ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσουσιν ἀλλὰ φεύξονται ἀπ᾽ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασιν τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν. Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾽Ιησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς. Εἶπεν οὖν πάλιν ὁ ᾽Ιησοῦς, ᾽Αμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων. Πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ κλέπται εἰσὶν καὶ λῃσταί· ἀλλ᾽ οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα. Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει.

(Ἰωάν. ι΄[10] 1-9)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Νομίζετε ὅτι εστε οἱ ναγνωρισμένοι δηγο κα διδάσκαλοι τοῦ σραήλ. Σς διαβεβαιώνω ὅμως ἀληθιν ὅτι εστε κμεταλλευτς τοῦ ποιμνίου κα κλέφτες τν προβάτων. κενος πο δν μπαίνει ἀπὸ τν πόρτα στὴ μάνδρα, ὅπου φυλάγονται τ πρόβατα, ἀλλὰ νεβαίνει ἀπὸ λλο μέρος γι ν πηδήσει μέσα κρυφά, κενος εναι κλέφτης κα ληστής. (Δηλαδ εναι κλέφτης κα ληστὴς κενος πο χωρς ν κληθε κα ν νυψωθε άπὸ τν Θε στ ξίωμα τοῦ ποιμένος κα δηγοῦ τν προβάτων τοῦ Θεο, ζητ νὰ τ σφετερισθεῖ κα ν τ ἁρπάξει, ὅπως τ κάνατε σες οἱ Φαρισαῖοι κα οἱ γραμματεῖς. Διότι, ἐνῶ βλέπετε ἀπὸ τ θαύματά μου ὅτι εμαι ὁ ἀναγνωρισμένος ἀπὸ τν Θε ποιμένας, σφετερίζεσθε τὰ δικαιώματά μου κα τν ξουσία μου). ντίθετα, κενος πο μπαίνει στ μάνδρα χι λαθραία λλα φανερά, ἀπὸ τν πόρτα, εναι ποιμένας τν προβάτων. Σ' ατν ὁ θυρωρς πο φυλάει τ μάνδρα νοίγει τν πόρτα, ἀλλὰ κα τ πρόβατα ἀκοῦν τ φωνή του κα τ γνωρίζουν. Κι ατς πάλι, γεμάτος νδιαφέρον γι τ πρόβατά του, φωνάζει τ καθένα μ τ᾿ νομά του κα τ βγάζει ἀπὸ τ μάνδρα γι ν τ βοσκήσει. Κι ὅταν βγάλει τ δικά του προβατ ξω ἀπὸ τ μάνδρα, στν ὁποία μένουν κα λλα ποίμνια μαζί, πηγαίνει μπροστ ἀπ᾿ ατά, κα τ πρόβατά του τν κολουθον. Διότι γνωρίζουν τ φωνή του κα τ σφύριγμά του, μ τ ὁποῖο τ φωνάζει. ναν ξένο ὅμως δν θ τν κολουθήσουν ποτέ, ἀλλὰ θ φύγουν μακρι ἀπ` ατόν, διότι δν γνωρίζουν τ φων τν ξένων. τσι κα τ λογικ πρόβατά μου· θ μ ναγνωρίσουν ὡς ποιμένα τους, θ κούσουν τ διδασκαλία μου κα θ ασθανθον τ νδιαφέρον μου κα τ στοργή μου γι' ατά. Κα δν θ παρασυρθον ἀπὸ τοὺς πατενες, οἱ ποοι θ προσπαθήσουν ν τ ἐξαπατήσουν κα ν τ ποσπάσουν ἀπὸ μένα. Ατν τν λληγορικ λόγο τος επε ὁ ησοῦς. κενοι ὅμως δν κατάλαβαν ποι σημασία εἶχαν ατ πο τος λεγε. Ἀφοῦ λοιπν δν κατάλαβαν τ σημασία τς παραβολς ατς, τος επε πάλι ὁ ησος καθαρότερα κα σαφέστερα τ ἑξῆς: ληθινά, ληθινά σᾶς λέω ὅτι ἐγώ εμαι ἡ πόρτα ἀπὸ τν ὀποία τ πρόβατα μπαίνουν στ μάνδρα γι ν σφαλισθον, κα βγαίνουν γι ν βοσκήσουν. λοι ὅσοι ἦλθαν τ τελευταῖα ατ χρόνια, προτοῦ ν λθω ἐγώ, κα πῆραν μόνοι τους τ ξίωμα τοῦ δηγοῦ τν προβάτων, εναι κλέφτες κα ληστές, διότι πιδίωξαν ν κμεταλλευθον κα ν ξολοθρεύσουν τ πρόβατα. Ἀλλὰ τ πρόβατα δν τος κουσαν. Ἐγὼ εμαι ἡ θύρα. Ἀπ᾿ ατ κα μόνο ἐὰν μπε κανεὶς ἑνωμένος μαζί μου, θ σωθεῖ· κα θ εσέλθει ὅπως τ πρόβατο στ μάνδρα γι ν ναπαυθε κα ν σφαλισθε κατ τ διάρκεια τς νύχτας· κα θ βγε τ πρω ἀπὸ τ μάνδρα γι ν βοσκήσει, κα θ βρε τροφή. Κάθε ψυχ δηλαδή, μόνο ὅταν εναι ἑνωμένη μαζί μου, θ σφαλισθε ἀπὸ κάθε πνευματικ κίνδυνο. Θὰ τραφεῖ φθονα μ τ σωτηριώδη λήθεια κα θ κατακτήσει τν αώνια ζωή.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ)

Ἀδελφοί, βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν· ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς, καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, ἐν ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ τῶν νεκρῶν.        

                            (Κολ. β΄[2] 8-12)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Προσέχετε μήπως σς ἐξαπατήσει κανεὶς μὲ τὴν ψευδοφιλοσοφία κα τν ἀπάτη πο εναι δεια ἀπὸ φέλιμο περιεχόμενο κα στηρίζεται χι σ θεία ἀποκάλυψη ἀλλὰ στν παράδοση τν νθρώπων. Ατ εἶναι φτιαγμένη σύμφωνα μ τ στοιχειώδη κα παιδαριώδη θρησκευτικ διδασκαλία τοῦ πλανεμένου κόσμου καὶ χι σύμφωνα μ τ διδασκαλία τοῦ Χριστο. Μείνετε σταθερο στ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Διότι μέσα στ Χριστ κατοικε λόκληρη ἡ θεότητα σωματικς, δηλαδ μέσα στ σμα κα τν νθρώπινη φύση πο προσέλαβε μ τ σάρκωσή του. Κι ἐσεῖς ἑνωμένοι μ᾿ ατν εστε πλημμυρισμένοι ἀπὸ τς χάριτές του. Ατς εναι ἡ κεφαλ κα ἡ αἰτία κάθε ρχῆς κα ξουσίας γγέλων κα νθρώπων. χοντας κοινωνία μαζί του περιτμηθήκατε μ πνευματικὴ περιτομή, πο δν γίνεται ἀπὸ χέρι νθρώπινο, ὅπως ἡ ουδαϊκ περιτομή, ἀλλὰ νεργεται ἀπὸ τὸ γιον Πνεῦμα. Κα ἡ περιτομ ατ συνίσταται στ γδύσιμο κα τν ποβολ τοῦ σώματος ποὺ ταν ποδουλωμένο στς μαρτίες τς σάρκας. Κα τ γδύσιμο ατ δν γινε μ τν κατακοπὴ τοῦ σώματος, ἀλλὰ εναι ἡ περιτομ πο λάβατε ἀπὸ τν Χριστό, ὅταν θαφτήκατε μαζί του στ βάπτισμα. Κα δν θαφτήκατε μόνο, ἀλλὰ κα ναστηθήκατε μαζ μ τν Χριστ μυστηριακς μ τ βάπτισμα. Κι ὅλα ατ γιναν πειδ πιστέψατε στν νέργεια κα τ δύναμη τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος τν νέστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Πιστέψατε δηλαδ ὅτι ὁ Θες μ τν ἴδια δύναμη κα νέργεια θ ναστήσει κι σς ἀπὸ τοὺς νεκρούς.

    

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ (ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς. Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν αὐτόν, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾽Ιησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ. Τ δ παιδον ηξανε κα κραταιοτο πνεματι πληρομενον σοφας, κα χρις Θεο ν π’ ατ. Κα πορεοντο ο γονες ατο κατ’ τος ες ερουσαλμ τ ορτ το πσχα. κα τε γνετο τν δδεκα, ναβντων ατν ες εροσλυμα κατ τ θος τς ορτς κα τελειωσντων τς μρας, ν τ ποστρφειν ατος πμεινεν ησος πας ν ερουσαλμ, κα οκ γνω ωσφ κα μτηρ ατο. νομσαντες δ ατν ν τ συνοδίᾳ εναι λθον μρας δν κα νεζτουν ατν ν τος συγγενσι κα τος γνωστος· κα μ ερντες ατν πστρεψαν ες ερουσαλμ ζητοντες ατν. κα γνετο μεθ’ μρας τρες ερον ατν ν τ ερ καθεζμενον ν μσ τν διδασκλων κα κοοντα ατν κα περωτντα ατος· ξσταντο δ πντες ο κοοντες ατο π τ συνσει κα τας ποκρσεσιν ατο. κα δντες ατν ξεπλγησαν, κα πρς ατν μτηρ ατο επε· Τκνον, τ ποησας μν οτως; δο πατρ σου κγ δυνμενοι ζητομν σε. κα επεν πρς ατος· Τ τι ζητετ με; οκ δειτε τι ν τος το πατρς μου δε ενα με; κα ατο ο συνκαν τ ῥῆμα λλησεν ατος. κα κατβη μετ’ ατν κα λθεν ες Ναζαρτ, κα ν ποτασσμενος ατος. κα μτηρ ατο διετρει πντα τ ῥήματα τατα ν τ καρδίᾳ ατς. Κα ησος προκοπτε σοφίᾳ κα λικίᾳ κα χριτι παρ Θε κα νθρποις.

                                             (Λουκ.β΄[2] 20-21, 40-52)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Καί οἱ ποιμένες γύρισαν πίσω στό ποίμνιό τους καί δόξαζαν καί ὑμνολογοῦσαν τόν Θεό γιά ὅλα ὅσα ἄκουσαν ἀπό τόν ἄγγελο καί εἶδαν τά μάτια τους ὅταν πῆγαν στή Βηθλεέμ, καί τά ὁποῖα ἦταν ἀκριβῶς ὅπως τούς τά εἶπε ὁ ἄγγελος.  Κι ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ὀκτώ ἡμέρες γιά νά γίνει στό παιδί ἡ περιτομή, τοῦ ἔκαναν περιτομή, γιά νά ἐπιβεβαιωθεῖ καί μέ τήν πράξη αὐτή ὅτι ἦταν γνήσιος ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ. Καί τοῦ δόθηκε τό ὄνομα Ἰησοῦς, ὅπως δηλαδή τό εἶχε ὀνομάσει ὁ ἄγγελος προτοῦ ἀκόμα συλληφθεῖ τό παιδί στήν κοιλιά τῆς μητέρας του.Τό παιδί στό μεταξύ μεγάλωνε στό σῶμα. Καί ἡ θεότητα, μέ τήν ὁποία ἦταν ἑνωμένο, ἐνίσχυε τίς διανοητικές καί πνευματικές του δυνάμεις. Καί καθώς ἡ ἡλικία του προχωροῦσε, ἐκδήλωνε σταδιακά τή σοφία πού σέ τέλειο βαθμό τοῦ εἶχε μεταδώσει ἐξαρχῆς ἡ θεία του φύση. Καί ἦταν πάνω του ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τό ἐνίσχυε σ’ ὅλες τίς ἀρετές καί τό φύλαγε ἀπό κάθε ἁμαρτία, διευθύνοντας τήν ὁμαλή καί ἀπρόσκοπτη ἀνάπτυξή του. Κάθε χρόνο οἱ γονεῖς τοῦ Ἰησοῦ πήγαιναν στήν Ἱερουσαλήμ γιά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα, ὅπως ὅλοι οἱ εὐσεβεῖς Ἰσραηλίτες. Ὅταν λοιπόν τό παιδί ἔγινε δώδεκα ἐτῶν, καί ἀνέβηκαν αὐτοί στά Ἱεροσόλυμα σύμφωνα μέ τή συνήθεια πού εἶχε καθιερωθεῖ ἀπό τό νόμο γιά τήν ἑορτή, τό πῆραν κι αὐτό μαζί τους. Κι ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τῆς παραμονῆς τους στά Ἱεροσόλυμα καί ἐπέστρεφαν στήν πατρίδα τους, ὁ μικρός Ἰησοῦς ἔμεινε πίσω στήν Ἱερουσαλήμ. Αὐτό ὅμως δέν τό ἀντιλήφθηκαν ὁ Ἰωσήφ καί ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ. Κι ἐπειδή νόμισαν ὅτι αὐτός ἦταν στό καραβάνι τῶν προσκυνητῶν, προχώρησαν μιᾶς ἡμέρας δρόμο. Καί τό ἀπόγευμα ζητοῦσαν νά τόν βροῦν ἀνάμεσα στούς συγγενεῖς καί τούς γνωστούς τους. Κι ἐπειδή δέν τόν βρῆκαν, γύρισαν πίσω στήν Ἱερουσαλήμ, καί στό δρόμο ζητοῦσαν νά τόν βροῦν ρωτώντας καί τούς προσκυνητές πού συναντοῦσαν. Ὅταν τελικά ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ ὕστερα ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἀπό τότε πού εἶχαν ἀναχωρήσει ἀπό ἐκεῖ χωρίς τόν Ἰησοῦ, τόν βρῆκαν στόν ἱερό περίβολο τοῦ Ναοῦ νά κάθεται ἀνάμεσα στούς διδασκάλους, καί νά τούς ἀκούει καί νά τούς ρωτᾶ γιά σπουδαῖα ζητήματα, ἀσυνήθιστα γιά τήν ἡλικία του. Κι ὅλοι ὅσοι τόν ἄκουγαν ἀποροῦσαν καί θαύμαζαν γιά τήν ἐξαιρετική νοημοσύνη του καί γιά τίς ἀπαντήσεις πού ἔδινε. Μόλις τόν εἶδαν ὁ Ἰωσήφ καί ἡ Μαρία, καταλήφθηκαν ἀπό ἔκπληξη, διότι γιά πρώτη φορά ὁ μικρός Ἰησοῦς φαινόταν νά μή σκέπτεται τήν ἀνησυχία πού θά τούς προκαλοῦσε ἡ καθυστέρηση αὐτή. Καί ἡ μητέρα του τοῦ εἶπε: Παιδί μου, γιατί μᾶς τό ἔκανες αὐτό ἔτσι κι ἔμεινες πίσω; Ἰδού, ὁ πατέρας σου κι ἐγώ μέ πόνο καί λαχτάρα σέ ζητούσαμε. Καί ὁ Ἰησοῦς τούς εἶπε: Γιατί ζητούσατε νά μέ βρεῖτε; Δέν ξέρατε ὅτι πρέπει νά βρίσκομαι στό σπίτι τοῦ Πατέρα μου; Δέν ἔπρεπε λοιπόν νά ἀνησυχεῖτε, οὔτε ὑπῆρχε λόγος νά μέ ἀναζητεῖτε νομίζοντας ὅτι χάθηκα. Αὐτοί ὅμως δέν κατάλαβαν τά λόγια αὐτά πού τούς εἶπε, διότι δέν ἤξεραν ἀκόμη ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε καί τή θεία φύση καί ἦταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί συνεπῶς δικαιοῦνταν νά ὀνομάσει τόν ναό πατρική κατοικία του. Ἔπειτα ὁ Ἰησοῦς κατέβηκε μαζί τους ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί ἦλθε στή Ναζαρέτ. Καί ἐξακολουθοῦσε ὡς ὑπάκουο παιδί νά ὑποτάσσεται σ΄ αὐτούς. Ἡ μητέρα του μάλιστα διατηροῦσε τά λόγια καί τά γεγονότα αὐτά στή μνήμη της, βαθιά χαραγμένα στήν καρδιά της. Καί ὁ Ἰησοῦς βαθμιαῖα καί προοδευτικά ἐκδήλωνε τή θεία σοφία πού ἐξαρχῆς εἶχε. Ἐπίσης ἀναπτυσσόταν καί σωματικά. Καί σταδιακά ἀπεκάλυπτε τή χάρη πού τοῦ εἶχε δώσει ἐξαρχῆς ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐκδήλωνε τήν εὔνοιά του σ’ αὐτόν. Κατά τό μέτρο δηλαδή τῆς σωματικῆς αὐξήσεως καί ἀναπτύξεώς του ἀπεκάλυπτε περισσότερο τήν ἐνίσχυση καί τήν εὐλογία πού ὁ Θεός ἐξέχυνε πάνω στήν ἀνθρώπινη φύση του ἤδη ἀπό τή σύλληψή του. Ἀλλά καί οἱ ἄνθρωποι ἔβρισκαν σ’ αὐτόν ὁλοένα καί περισσότερο ἔκτακτα καί ἀσυνήθιστα χαρίσματα σοφίας, καλοσύνης καί ἀρετῆς.