Σάββατο 20 Ιουλίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΜΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ          

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(21 ΙΟΥΛΙΟΥ 2024)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Δ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ Ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις. ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς, Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ' ἠγέρθη. μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα. καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἒδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

(Λουκ. κδ΄[24] 1 – 12)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

1 Τὴν πρώτη ὅμως ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τὰ βαθιὰ χαράματα ἦλθαν οἱ γυναῖκες στὸ μνῆμα φέρνοντας τὰ ἀρώματα ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει. Μαζί τους ἦλθαν καὶ μερικὲς ἄλλες. 2 Βρῆκαν τότε τὴν πέτρα ποὺ ἔφραζε τὸ μνημεῖο νὰ εἶναι κυλισμένη μακριὰ ἀπ᾿ αὐτό. 3 Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. 4 Κι ἐνῶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἀπορία γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό,  ξαφνικά, δύο ἄγγελοι παρουσιάσθηκαν μπροστά τους ὡς ἄνδρες μὲ στολὲς ποὺ ἄστραφταν ἀπὸ λαμπρότητα. 5 Κι ἐνῶ αὐτὲς κατατρομαγμένες ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ ἀπὸ εὐλάβεια κι ἐπειδὴ δὲν ἄντεχαν τὴ λάμψη τῶν ἀγγέλων, εἶπαν οἱ ἄγγελοι σ᾿ αὐτές: Γιατί ζητᾶτε ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς αὐτὸν ποὺ τώρα πλέον εἶναι ζωντανός; 6 Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ ἀναστήθηκε. Θυμηθεῖτε πῶς σᾶς μίλησε καὶ τί σᾶς εἶχε πεῖ ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ Γαλιλαία, 7 λέγοντας ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ νὰ σταυρωθεῖ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὸ θάνατό του νὰ ἀναστηθεῖ. 8 Τότε οἱ μυροφόρες γυναῖκες θυμήθηκαν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. 9 Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο, τὰ ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕνδεκα μαθητὲς καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους. 10 Οἱ γυναῖκες ποὺ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ στοὺς ἀποστόλους ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ὑπόλοιπες ποὺ ἦταν μαζί τους. 11 Τὰ λόγια τους ὅμως αὐτὰ φάνηκαν στοὺς μαθητὲς σὰν φλυαρία καὶ ἐπινόηση τῆς φαντασίας τους. Καὶ δὲν τὶς πίστευαν. 12 Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι᾿ αὐτό πού εἶχε γίνει.

 

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

­δελ­φοί, ­λευ­θε­ρω­θέν­τες ­πὸ τῆς ­μαρ­τί­ας ­δου­λώ­θη­τε τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ. Ἀν­θρώ­πι­νον λέ­γω διὰ τὴν ἀ­σθέ­νειαν τῆς σαρ­κὸς ὑ­μῶν. Ὥ­σπερ γὰρ πα­ρε­στή­σα­τε τὰ μέ­λη ὑ­μῶν δοῦ­λα τῇ ἀ­κα­θαρ­σί­ᾳ καὶ τῇ ἀ­νο­μί­ᾳ εἰς τὴν ἀ­νο­μί­αν, οὕ­τω νῦν πα­ρα­στή­σα­τε τὰ μέ­λη ὑ­μῶν δοῦ­λα τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ εἰς ἁ­για­σμόν. Ὅ­τε γὰρ δοῦ­λοι ἦ­τε τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἐ­λε­ύ­θε­ροι ἦ­τε τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ. Τί­να οὖν καρ­πὸν εἴ­χε­τε τό­τε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐ­παι­σχύ­νε­σθε; τὸ γὰρ τέ­λος ἐ­κε­ί­νων θά­να­τος. Νυ­νὶ δὲ ἐ­λευ­θε­ρω­θέν­τες ἀ­πὸ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας δου­λω­θέν­τες δὲ τῷ Θε­ῷ ἔ­χε­τε τὸν καρ­πὸν ὑ­μῶν εἰς ἁ­για­σμόν, τὸ δὲ τέ­λος ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον. Τὰ γὰρ ὀ­ψώ­νια τῆς ἁ­μαρ­τί­ας θά­να­τος, τὸ δὲ χά­ρι­σμα τοῦ Θε­οῦ ζω­ὴ αἰ­ώ­νιος ἐν Χρι­στῷ ᾿Ι­η­σοῦ τῷ Κυ­ρί­ῳ ἡ­μῶν.

                                   (Ρωμ. στ΄[6] 18 – 23)

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. ΔΟΥΛΟΙ Ἤ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ;

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μακριὰ ἀπό τὸν Θεό, ἀντίθετα πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Ἂν κάποτε ἐπιστρέψει κοντὰ στὸν Θεό, γίνεται ἐπανάσταση στὴ ζωή του, ἐλευθερώνεται ἀπό τὴν τυραννικὴ σκλαβιὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ γίνεται δοῦλος τῆς ἀρετῆς, δοῦλος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι τό νόημα τῶν λόγων τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴν ἀρχή τοῦ σημερινοῦ Ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος. «Ἐλευθερωθέντες ἀπό τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ», λέγει.

Τί συνέβη λοιπόν; Ὁ ἄνθρωπος ἦταν δοῦλος, ἔκανε μιὰ ἐπανάσταση καί κατάντησε πάλι δοῦλος;

Μὴν ξαφνιάζεστε, συνεχίζει ὁ Ἀπόστολος, «ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν». Χρησιμοποιεῖ αὐτὸν τὸν ἀνθρώπινο τρόπο ἐκφράσεως, λόγω τῆς ἀδυναμίας, πού ὡς ἄνθρωποι ἔχετε. Τὴν ἀδυναμία δηλαδὴ νά αἰσθάνεστε κοπιαστικὴ τὴν ἐργασία τῆς ἀρετῆς, σάν νά πρόκειται γιά ἐργασία, ποὺ γίνεται ἀπό ἀνάγκη, σάν νὰ εἶναι δουλεία.

Πόσο σημαντικὰ εἶναι τὰ ὅσα λέγει ὁ Ἀπόστολος! Ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἐμβαθύνουμε λίγο σ' αὐτά.

Οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι νομίζουν πώς ἐλευθερία εἶναι νὰ κάνουν ὅ,τι θέλουν. Ἡ ἐλευθερία ὅμως αὐτὴ σύντομα μετατρέπεται σὲ φρικτὴ σκλαβιά, καθὼς τὰ πάθη ὑποδουλώνουν τὴ θέλησή τους παραλύοντας κάθε δύναμη ἀντιστάσεως μέσα τους. Ἀληθινὴ ἐλευθερία εἶναι μόνο ἡ ὑποταγή στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Βέβαια στὴν ἀρχή αὐτή ἡ ὑποταγή παρουσιάζει δυσκολίες. Τὰ πάθη ζοῦν καὶ ὁ πιστὸς πρέπει νὰ ἀσκεῖ καθημερινὰ βία στὸν ἑαυτό του, νά τὸν μεταχειρίζεται δηλαδὴ σάν δοῦλο, ποὺ θέλει σπρώξιμο, ἀπειλή, τιμωρία. Βρίσκεται ἑπομένως πάλι σὲ κατάσταση δουλείας.

Ὅμως πόσο διαφορετικὴ ἀτμόσφαιρα τώρα! Μόνο στὴν ἐπιφάνεια μοιάζει μὲ δουλεία. Στὴν πραγματικότητα εἶναι γλυκειά, γλυκύτατη ἐλευθερία. Ἐλευθερία, πού, ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια καὶ ὁ πιστὸς προοδεύει στὴν πνευματικὴ ζωή, θὰ ἀπαλλάσσεται καὶ ἀπό τὴν ἐπιφανειακὴ αὐτὴ δουλικότητα καὶ θὰ γίνεται τέλεια ἐλεύθερος. Θὰ ζεῖ μιὰ κατάσταση, στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος θὰ ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, σάν τὸ πιο φυσικὸ πράγμα στὸν κόσμο. Τί εὐλογημένη κατάσταση!

2. Η ΦΡΙΚΤΗ ΠΛΗΡΩΜΗ

Πόσο φοβερὴ εἶναι ἡ δουλεία στὴν ἁμαρτία, φαίνεται, λέγει στὴ συνέχεια ὁ Ἀπόστολος, ἀπό τὰ ἀποτελέσματά της. Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ ντροπή, ποὺ γεμίζει τὸν ἄνθρωπο μὲ ἀηδία, πίκρα, τύψεις, στενοχώρια, ταραχή. Ἀξιοθρήνητη κατάσταση. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ χειρότερο, ποὺ σὲ δύο σημεῖα τὸ ὑπογραμμίζει ὁ Ἀπόστολος: «τὸ τέλος ἐκείνων θάνατος», λέγει· καὶ παρακάτω: «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος». Ἡ λέξη «ὀψώνια» σημαίνει μισθός, πληρωμή. Καὶ ἑπομένως τὰ λόγια αὐτὰ σημαίνουν πώς ἡ πληρωμή, ποὺ δίνει ἡ ἁμαρτία σὲ ὅσους εἶναι δοῦλοι της, εἶναι ὁ θάνατος.

Ὁ θάνατος! Φρικτή, ἀπαίσια πληρωμή! Καὶ δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ τὸν σωματικὸ θάνατο μόνο, ποὺ ἄλλωστε τὸν ὑφιστάμεθα ὅλοι μας. Ἀλλὰ πρόκειται γιὰ τὸν πνευματικὸ θάνατο. Τί εἶναι αὐτὸς ὁ πνευματικὸς θάνατος; Ὁ πνευματικὸς θάνατος εἶναι ὁ αἰώνιος χωρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τὸν Θεό. Αὐτὸ ποὺ πιό ἁπλᾶ λέμε Κόλαση.

Νά, λοιπόν, τὸ τραγικὸ κατάντημα τῆς ἁμαρτίας, νά, ἡ ἀπαίσια πληρωμή της! Ἐδῶ μέν, σ' αὐτή τὴν πρόσκαιρη ζωή, γεμίζει τὸν ἄνθρωπο μὲ ντροπή, μὲ φόβο, μὲ ἀνησυχία, μὲ ἀγωνία, μὲ ἄγχος καὶ ὅλα τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα τῆς σκλαβιᾶς της. Τὸ χειρότερο δὲ ὅτι στὸ τέλος τὸν ὁδηγεῖ ὁριστικὰ μακριὰ ἀπό τὸν Θεό, στὴ φρίκη τῆς αἰωνίου κολάσεως. Φοβερό!

3. ΤΟ ΥΠΕΡΟΧΟ ΔΩΡΟ

Ἂν ἡ πληρωμὴ τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ ἐλεεινὴ αὐτὴ κατάσταση, ποὺ περιγράψαμε, ποιὰ ἄραγε νὰ εἶναι ἡ πληρωμὴ τῆς ἀρετῆς; Καμμία, φαίνεται νὰ λέγει τὸ ἀνάγνωσμά μας. Καμμία; εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἀπορήσουμε. Ἀδύνατον! Κι ὅμως, ἐπιμένει ὁ Ἀπόστολος, αὐτὸ ποὺ παίρνει ὁ πιστός, ὅταν ἐφαρμόζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του, δὲν εἶναι πλέον πληρωμή, ἀλλά χάρισμα! «Τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν», λέγει.

Ἡ ἀλλαγὴ αὐτή τῆς λέξεως δὲν εἶναι τυχαία. Ἔχει νόημα βαθύτατο. Εἶναι σάν νά λέγει ὁ Ἀπόστολος: Ἀδελφοί μου, ἐσεῖς, ποὺ ἀγωνίζεστε τὸν καλὸν ἀγώνα καὶ προσπαθεῖτε νὰ ζεῖτε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μὴν περιμένετε πληρωμή. Ἂν πρόκειται νὰ πληρωθεῖτε σύμφωνα μέ τὰ ἔργα σας, ἡ πληρωμή σας θὰ εἶναι λίγη, ἐλάχιστη. Ὅσο ἀκριβῶς ἀξίζουν τὰ ἔργα σας - ἄν ἀξίζουν. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν σᾶς δίνει αὐτὸ τὸ λίγο, τὸ ἐλάχιστο, ὅσο ἀξίζουν τὰ ἔργα σας, ποὺ καὶ αὐτὰ μὲ τὴ δική Του Χάρη τὰ κάνετε. Σᾶς δίνει κάτι ἀφάνταστα ὑπέροχο. Κάτι ἀσύλληπτο. Κάτι ποὺ δὲν τὸ χωράει ὁ νοῦς σας. Κάτι ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ φανταστεῖ ἡ φαντασία σας. Κάτι ἐκπληκτικό, μοναδικό, μεγαλειῶδες. Τί; Σᾶς δίνει αἰώνια ζωὴ «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»!

Σᾶς παίρνει δηλαδὴ κοντά Του, σᾶς χαρίζει τὴ Βασιλεία Του, σᾶς κάνει συγκληρονόμους τοῦ Υἱοῦ τῆς ἀγάπης Του, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σᾶς χαρίζει ὄχι μόνο ὅλα τὰ ἀγαθά Του, ἀλλά τὸν Ἴδιο τὸν Ἑαυτό Του. Καὶ σᾶς τὰ δίνει ὅλα αὐτὰ αἰωνίως. Ὄχι γιὰ 50 ἢ 100 χρόνια, ὅσα περίπου ἐσεῖς κοπιάσατε. Οὔτε γιὰ χίλια ἢ ἑκατομμύρια χρόνια. Ἀλλά αἰωνίως! Γιὰ πάντοτε!

Ὤ, Κύριε! Θυμήσου μας καὶ μᾶς ὅλους, «ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βσιλείᾳ Σου». Ἀμήν! 

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐλ­θόν­τι τῷ Ἰ­η­σοῦ εἰς Κα­περ­να­οὺμ, προ­σῆλ­θεν αὐ­τῷ Ἑ­κα­τόν­ταρ­χος, πα­ρα­κα­λῶν αὐ­τὸν, καὶ λέ­γων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέ­βλη­ται ἐν τῇ οἰ­κί­ᾳ πα­ρα­λυ­τι­κός, δει­νῶς βα­σα­νι­ζό­με­νος. Καὶ λέ­γει αὐ­τῷ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· ἐ­γὼ ἐλ­θὼν θε­ρα­πε­ύ­σω αὐ­τόν. Καὶ ἀ­πο­κρι­θεὶς ὁ Ἑ­κα­τόν­ταρ­χος ἔ­φη· Κύριε, οὐκ εἰ­μὶ ἱ­κα­νὸς ἵ­να μου ὑ­πὸ τὴν στέ­γην εἰ­σέλ­θῃς· ἀλ­λὰ μό­νον εἰ­πὲ λό­γῳ, καὶ ἰ­α­θή­σε­ται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐ­γὼ ἄν­θρω­πός εἰ­μι ὑ­πὸ ἐ­ξουσί­αν, ἔ­χων ὑπ᾿ ἐ­μαυ­τὸν στρα­τι­ώ­τας, καὶ λέ­γω το­ύ­τῳ, πο­ρε­ύ­θη­τι, καὶ πο­ρε­ύ­ε­ται· καὶ ἄλ­λῳ, ἔρ­χου, καὶ ἔρ­χε­ται· καὶ τῷ δο­ύ­λῳ μου, πο­ί­η­σον τοῦ­το, καὶ ποι­εῖ. Ἀ­κο­ύ­σας δὲ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς, ἐ­θα­ύ­μα­σε, καὶ εἶ­πε τοῖς ἀ­κο­λου­θοῦ­σιν· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, οὐ­δὲ ἐν τῷ ᾿Ισ­ρα­ὴλ το­σα­ύ­την πί­στιν εὗ­ρον. Λέγω δὲ ὑ­μῖν, ὅ­τι πολ­λοὶ ἀ­πὸ ἀ­να­το­λῶν καὶ δυ­σμῶν ἥ­ξου­σι, καὶ ἀ­να­κλι­θή­σον­ται με­τὰ ᾿Α­βρα­ὰμ καὶ ᾿Ι­σα­ὰκ καὶ ᾿Ι­α­κὼβ ἐν τῇ βα­σι­λε­ί­ᾳ τῶν οὐ­ρα­νῶν· οἱ δὲ υἱ­οὶ τῆς βα­σι­λε­ί­ας ἐκ­βλη­θή­σον­ται εἰς τὸ σκό­τος τὸ ἐ­ξώ­τε­ρον· ἐ­κεῖ ἔ­σται ὁ κλαυθ­μὸς καὶ ὁ βρυγ­μὸς τῶν ὀ­δόντων. Καὶ εἶ­πεν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς τῷ Ἑ­κα­τον­τάρ­χῳ· Ὕ­πα­γε, καὶ ὡς ἐ­πί­στευ­σας γε­νη­θή­τω σοι. Καὶ ἰ­ά­θη ὁ παῖς αὐ­τοῦ ἐν τῇ ὥ­ρᾳ ἐ­κε­ί­νῃ.

                                                    (Ματθ. η΄[8] 5 - 13)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό μό­λις μπῆ­κε ὁ Ἰ­η­σοῦς στὴν Κα­περ­να­ούμ, ἦλ­θε κον­τὰ του ἕ­νας ἑ­κα­τόν­ταρ­χος, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε καὶ τοῦ ἔ­λε­γε: Κύ­ρι­ε, ὁ δοῦ­λος μου εἶ­ναι κα­τά­κοι­τος καὶ πα­ρά­λυ­τος στὸ σπί­τι καὶ βα­σα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τρο­με­ροὺς πό­νους. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τό­τε τοῦ λέ­ει: Θὰ ἔλ­θω ἐ­γώ στὸ σπί­τι σου καὶ θὰ τὸν θε­ρα­πεύ­σω. Κι ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Κύ­ρι­ε, δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ εἰ­σέλ­θεις κά­τω ἀ­πὸ τὴ στέ­γη τοῦ σπι­τιοῦ μου. Ἀλ­λά πὲς αὐ­τὸ πού θέ­λεις μό­νο μ' ἕ­ναν ἁ­πλό λό­γο, καὶ θὰ γι­α­τρευ­θεῖ ὁ δοῦ­λος μου. Δι­ό­τι κι ἐ­γώ ἄν­θρω­πος εἶ­μαι κά­τω ἀ­πὸ ἐ­ξου­σί­α καὶ παίρ­νω δι­α­τα­γὲς ἀ­πὸ ἀ­νω­τέ­ρους, ἀλ­λά κι ἔ­χω στὶς δι­α­τα­γές μου στρα­τι­ῶ­τες· καὶ λέ­ω σ' ἕ­να στρα­τι­ώ­τη: πή­γαι­νε· καὶ πη­γαί­νει. Καὶ σ' ἄλ­λον λέ­ω, ἔ­λα, κι ἔρ­χε­ται. Καὶ στὸ δοῦ­λο μου λέ­ω, κά­νε αὐ­τό, καὶ τὸ ἐ­κτε­λεῖ. Πό­σο μᾶλ­λον θὰ ἐ­κτε­λε­σθεῖ ὁ δι­κός σου λό­γος. Δι­ό­τι ἐ­σύ δὲν εἶ­σαι κά­τω ἀ­πὸ τὶς δι­α­τα­γὲς κα­νε­νός, ἀλ­λά ἔ­χεις ἐ­ξου­σί­α πά­νω σὲ ὅ­λες τὶς ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις! Ὅ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς ἄ­κου­σε τὰ λό­για του αὐ­τά, θαύ­μα­σε καὶ εἶ­πε σ' ἐ­κεί­νους πού τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν: Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω, τό­σο με­γά­λη πί­στη δὲν βρῆ­κα οὔ­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι ὁ ἐ­κλε­κτὸς λα­ὸς τοῦ Θε­οῦ. Σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω λοι­πὸν ὅ­τι πολ­λοὶ σὰν τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο θὰ ἔλ­θουν ἀ­πὸ ἀ­να­το­λὴ καὶ δύ­ση, ἀ­π' ὅ­λα τὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, καὶ θὰ κα­θί­σουν μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀ­βρα­άμ, τὸν Ἰ­σα­ὰκ καὶ τὸν Ἰ­α­κὼβ στὸ εὐ­φρό­συ­νο δεῖ­πνο τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι πού κα­τά­γον­ται ἀ­πὸ τὸν Ἀ­βρα­ὰμ καὶ σύμ­φω­να μὲ τὶς ἐ­παγ­γε­λί­ες καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι κλη­ρο­νό­μοι τῆς βα­σι­λεί­ας, θὰ ρι­χθοῦν ἔ­ξω ἀ­π' αὐ­τήν, στὸ σκο­τά­δι πού εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­κεῖ θὰ κλαῖ­νε καὶ θὰ τρί­ζουν τὰ δόν­τια τους. Καὶ εἶ­πε ὁ Ἰ­η­σοῦς στὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο: Πή­γαι­νε στό σπί­τι σου κι ἂς γί­νει σὲ σέ­να ὅ­πως τὸ πί­στε­ψες (ὅ­τι δη­λα­δὴ μό­νο μὲ τὸ λό­γο μου καὶ ἀ­πὸ μα­κριὰ μπο­ρῶ νὰ θε­ρα­πεύ­σω τὸ δοῦ­λο σου). Καὶ πράγ­μα­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θε­ρα­πεύ­θη­κε ὁ δοῦ­λος του.

 

Σάββατο 13 Ιουλίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

(14 ΙΟΥΛΙΟΥ 2024)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Γ΄

Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωΐ πρώτῃ Σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ' ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ' αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι. Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ' αὐτῆς ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις, εἰς ἀγρόν. Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς, οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. Ὕστερον, ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε τήν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον, οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς, σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας, κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἀροῦσι, κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει, ἐπὶ ἀῤῥώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν. Ὁ μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.

(Μᾶρκ. ιϚ΄[16]  9 – 20)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

9 Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς τὸ πρωὶ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, ἐμφανίστηκε πρῶτα στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτὰ δαιμόνια.  10 Ἐκείνη πῆγε καὶ τὸ ἀνήγγειλε αὐτὸ στοὺς μαθητὲς ποὺ ἦταν πρωτύτερα μαζί του καὶ τώρα πενθοῦσαν κι ἔκλαιγαν γιὰ τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου τους.  11 Ἀλλὰ ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ζεῖ καὶ ὅτι αὐτὴ τὸν εἶδε, δὲν πίστεψαν στὰ λόγια της.
 12 Καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτά, ἐμφανίστηκε μὲ ἄλλη μορφή, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε προτοῦ σταυρωθεῖ, σὲ δύο ἀπ᾿ αὐτούς, καθὼς βάδιζαν καὶ πήγαιναν σὲ κάποιο χωράφι.  13 Κι ἐκεῖνοι πῆγαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν αὐτὸ στοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους. Ἀλλὰ οὔτε σὲ κείνους πίστεψαν.  14 Ὕστερα ἐμφανίστηκε στοὺς ἕντεκα μαθητές, ὅταν αὐτοὶ εἶχαν καθίσει νὰ δειπνήσουν. Καὶ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὴν ὁλιγοπιστία τους καὶ γιὰ τὴ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους, διότι δὲν πίστεψαν σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὸν εἶδαν ἀναστημένο.   15 Ἔπειτα τοὺς εἶπε: Νὰ πᾶτε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη καὶ νὰ κηρύξετε τὸ εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ λογικὴ κτίση, σ᾿ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.  16 Ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιστέψει στὸ κήρυγμά σας καὶ θὰ βαπτισθεῖ, θὰ σωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν θὰ πιστέψει, θὰ καταδικασθεῖ.  17 Καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ πιστέψουν, θὰ ἀκολουθήσουν αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικὰ σημάδια, ποὺ θὰ ἀποδεικνύουν τὴ θεία χάρη ποὺ θὰ ἐνεργεῖ μέσα ἀπ᾿ τοὺς κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς τους. Αὐτοὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός μου θὰ βγάζουν δαιμόνια ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ μιλοῦν ξένες γλῶσσες ποὺ θὰ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς νέες κι ἄγνωστες μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη,  18 θὰ πιάνουν στὰ χέρια τους φίδια φαρμακερά, χωρὶς νὰ παθαίνουν τίποτε ἀπ᾿ τὰ δαγκώματά τους· κι ἂν ἀκόμη πιοῦν δηλητήριο ποὺ φέρνει θάνατο, δὲν θὰ πάθουν τίποτε· θὰ βάζουν τὰ χέρια τους πάνω σὲ ἀρρώστους, κι ἐκεῖνοι θὰ γίνονται καλά.  19 Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Κύριος τοὺς μίλησε ἐπανειλημμένα καὶ τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων κι αὐτά, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός.  20 Κι ἐκεῖνοι βγῆκαν καὶ περιδιάβηκαν τὴν οἰκουμένη, καὶ κήρυξαν τὸ εὐαγγέλιο σὲ κάθε μέρος. Κι ὁ Κύριος ἦταν συνεργός τους καὶ ἐπιβεβαίωνε τὸ λόγο τοῦ κὴρύγματός τους μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπακολουθοῦσαν στὸ κήρυγμά τους. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  

Τέκνον Τίτε, πιστός λό­γος· κα πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ο πε­πι­στευ­κό­τες τ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τ κα­λὰ κα ὠ­φέ­λι­μα τος ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δ ζη­τή­σεις κα γε­νε­α­λο­γί­ας κα ἔ­ρεις κα μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γρ ἀ­νω­φε­λεῖς κα μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν κα δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος κα ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρς σε Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρς με ες Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τν νο­μι­κὸν κα Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. Μαν­θα­νέ­τω­σαν δ κα ο ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ες τς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε ο με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τος φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. χά­ρις με­τὰ πάν­των ­μῶν· μν.        

  (Τίτ. γ΄[3] 8 – 15)

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. ΜΝΗΜΗ ΙΕΡΗ!

Ἀπό τ πέρατα τς Οκουμένης, μ συνοχή καρδίας, μ τ θεία γάπη ν φλογίζει τς ψυχές τους, πέταξαν σάν ετο κα φτασαν πέναντι ἀπό τν Κωνσταντινούπολη, στ Χαλκηδόνα, οἱ 630 θεοφόροι Πατέρες, πο συνεκρότησαν τν γία Δ' Οκουμενικ Σύνοδο τ 451 μ.Χ.

πως κάθε χρόνο, τσι κα φέτος, ἡ σημερινή Κυριακὴ, 14η ουλίου, εναι φιερωμένη στν ερ τους μνήμη. Κι εναι να χρέος πιτακτικ ν τιμομε τς μεγάλες ατς μορφές, πο γιναν ργανα το γίου Πνεύματος καί, θριαμβεύοντας ἐπί τν αρετικν Μονοφυσιτν κα Νεστοριανν, διακήρυξαν μ τ πάγχρυσα στόματά τους κα πόλυτη κρίβεια τ χριστολογικ δόγμα, τν λήθεια δηλαδ για τ ποιός εναι ὁ Χριστός μας, ὅτι εναι ταυτοχρόνως τέλειος Θες κα τέλειος ἄνθρωπος. Ατ διακηρύσσονται στ δογματικ κείμενο τς Συνόδου, τν περίφημο ὅρο τς Χαλκηδόνος, ὅπως καθιερώθηκε νά νομάζεται.

Εγνώμονες κα μες στν νεκτίμητη προσφορά τους, ς μπνευσθομε ἀπό τίς ἡρωικές μορφές τους κα ς ντλήσουμε διδάγματα ερ ἀπό τ μνήμη τους, μβαθύνοντας σ κάποια σημεα το ποστολικο ναγνώσματος, πού μαζ μ τ Εαγγέλιο κα τος πέροχους μνους ἡ κκλησία καθώρισε πρς τιμή τους.

 

 

2. ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

«Πιστς ὁ λόγος· κα περ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι», γράφει πρς τν Τίτο ὁ πόστολος Παλος. Δηλαδή, τ λόγια πο πρίν σοῦ νάπτυξα, εναι ξια πόλυτης μπιστοσύνης, κα ατ πιθυμ ν κηρύττεις κα ἐσύ μ κύρος κα βεβαιότητα.

πιστς ατς λόγος, ὅπως τν ξέθεσε στος μέσως προηγουμένους στίχους ὁ Ἀπόστολος, εναι ὅτι μς τος νόητους κα λεεινος ὁ φιλάνθρωπος Θες μς νέσυρε ἀπό τ βάραθρα τς μαρτίας, στ ποῖα εχαμε πέσει, μς νεγέννησε μ τ γιο Βάπτισμα κα μς χάρισε δι το σωτρος μας ησο Χριστο τ γιο Πνεῦμα, ὥστε μ τ Χάρη Του νά γίνουμε κληρονόμοι τς αωνίου Βασιλείας Του.

Ατς ὅμως ὁ πιστς λόγος δν εναι παρ συμπυκνωμένος ὁ λόγος τοῦ Εαγγελίου κα τ αώνιο κήρυγμα τς κκλησίας. Ατς εναι κα τν γίων Πατέρων ὁ λόγος, ἡ μόνη κα προσφιλς τους διδασκαλία. Κα κριβς γι' ατ γωνίστηκαν σ ὅλη τους τ ζωή, γι' ατ θηριομάχησαν μ τος αρετικούς, γι' ατ συνεκρότησαν τς Οκουμενικς Συνόδους: για ν διαφυλάξουν νόθευτο τὸν λόγο το Εὐαγγελίου, γιά νά μήν τεθεῖ σ κίνδυνο τ ργο τς σωτηρίας μας.

Γνώριζαν οἱ μακάριοι αὐτοί ἄνδρες ὅτι τίποτε πολυτιμότερο δν πάρχει στν κόσμο μας ἀπό τ κήρυγμα περ τς σωτηρίας μας. Γνώριζαν κόμη ὅτι τυχόν νόθευση τοῦ λόγου αὐτοῦ μ τ δηλητήριο τν αρετικν διδασκαλιν θ εχε καταστρεπτικς συνέπειες στ ζω τς κκλησίας. Γι' ατό, ἐνῶ κατ τ λλα ἦσαν πράοι κα ποχωρητικοί, στ θέματα τς πίστεως ἦσαν ἀπόλυτοι. Δν δέχονταν τν παραμικρ συμβιβασμό.

διαιτέρως οἱ Πατέρες τς Δ' Οκουμενικς Συνόδου δειξαν μφανέστερα ατ τ χαρακτηριστικό, διότι βρέθηκαν νάμεσα στς συμπληγάδες δύο φοβερν αρέσεων. Τοῦ Νεστοριανισμοῦ, πού χώριζε τς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ μας σάν νά ὑπῆρχαν δύο Χριστο (ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καί ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου). Κα τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, πο φτασε στ λλο κρο, διδάσκοντας πώς ἡ νθρώπινη φύση το Κυρίου πορροφήθηκε ἀπό τ θεία φύση Του, κα ἑπομένως ὁ Κύριος δν εχε παρ μόνο μία φύση, τή θεία.

Μ τὸν φωτισμ τοῦ γίου Πνεύματος οἱ γιοι Πατέρες δν κατευθύνθηκαν οὔτε πρς τ Σκύλλα τοῦ Νεστοριανισμοῦ οὔτε πρς τ Χάρυβδη τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ἀλλά διατύπωσαν μ τέλειο τρόπο τν παντοτιν πίστη τς κκλησίας μας, ὅτι ὁ Χριστς μας ταν νας – να πρόσωπο – μ δύο ὅμως τέλειες φύσεις. ταν δηλαδ ταυτοχρόνως τέλειος Θες κα τέλειος ἄνθρωπος.

Ατ τν κρυστάλλινη σωστικ διδασκαλία τν γίων μας Πατέρων ς τν κρατομε νόθευτη καί μες οἱ σημερινο πιστοί, γωνιζόμενοι μ ὅλες μας τς δυνάμεις κατ τν ποικίλων αρετικν, πού καί σήμερα κόμη προσπαθον ν τ νοθεύσουν.

3. Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

«Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετ μίαν κα δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδώς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοτος...», παραγγέλλει στ συνέχεια ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος στν Τίτο. Δηλαδή, ἄνθρωπο αρετικό, πο τν συμβούλεψες μία κα δύο φορς καί δν διορθώνεται, παράτησέ τον, ἀπόφευγέ τον, διότι ατς πλέον χει διαστραφεῖ.

Ατ κριβς φάρμοσαν κα οἱ θεόπνευστοι Πατέρες τς Δ' Οκουμενικς Συνόδου, ὅταν διαπίστωσαν ὅτι οἱ αρετικο πέμεναν πεισματικά στς βλασφημίες τους. Τος ναθεμάτισαν! Τος κοψαν ἀπό τ Σμα τς κκλησίας, γιά νά μή βλάψουν μ τ σατανικ διδασκαλία τους κα λλους πιστούς. Τος παράδωσαν στὸν σαταν, μήπως συγκλονιστον καί μετανοήσουν.

Δυστυχς οἱ ἄνθρωποι ατο ποδείχτηκαν τελείως διεστραμμένοι. Οδέποτε μετανόησαν, ἀλλά πολέμησαν μ λύσσα τος Πατέρες κα τ διδασκαλία τς Συνόδου. Κα τ σπουδαο εναι τοτο, ὅτι καί οἱ δύο αρέσεις, τόσο ντίθετες μεταξύ τους, συμφωνοσαν πόλυτα σ να μόνο σημεῖο: στ ν βρίζουν χυδαιότατα τν γία Οκουμενικ Σύνοδο τς Χαλκηδόνος.

Περασαν ἀπό τότε πάνω ἀπό 1500 χρόνια. Οἱ σημερινο παδοί τους, παρ' λο πο χουν ποκηρύξει τς κρότητες τῶν προγόνων τους, σ να πράγμα δν ννοον ν ποχωρήσουν: στ ν ναγνωρίσουν τν Οκουμενικ Σύνοδο τς Χαλκηδόνος. Στν θεολογικ διάλογο, πο γινε τ τελευταῖα χρόνια μαζί τους, λεγαν στος ρθοδόξους ντιπροσώπους: ς ἑνωθοῦμε! Ἔχουμε τν δια πίστη μαζί σας, ἀλλά Σύνοδο Χαλκηδόνος δν ναγνωρίζουμε!

πλανεμένοι! Πιστεύετε πώς θά βρεθεῖ στω κα νας ρθόδοξος πιστς – Ἐπίσκοπος, ερεύς, μοναχς λαϊκς – πού θ δεχθεῖ νά ἐνωθεῖ μαζί σας, χωρς ν ναγνωρίσετε τν γία Οκουμενικ Σύνοδο τς Χαλκηδόνος; Οἱ ρθόδοξοι δν θ προδώσουμε ποτ τν πίστη τν Πατέρων μας, ἀλλά μέχρι τν τελευταία μας πνο θ μολογομε μ εγνωμοσύνη: Τν ἀοιδίμων γίων Πατέρων τς Συνόδου τς Χαλκηδόνος αωνία ἡ μνήμη. μήν!

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς.  ὑ­μεῖς ἐ­στε τ φς το κό­σμου. ο δύ­να­ται πό­λις κρυ­βῆ­ναι ἐ­πά­νω ὄ­ρους κει­μέ­νη· οὐ­δὲ κα­ί­ου­σι λύ­χνον κα τι­θέ­α­σιν αὐ­τὸν ὑ­πὸ τν μό­δι­ον, ἀλ­λ' ἐ­πὶ τν λυ­χνί­αν, κα λάμ­πει πᾶ­σι τος ν τ οἰ­κί­ᾳ. Οὕ­τω λαμ­ψά­τω τ φς ὑ­μῶν ἔμ­προ­σθεν τν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἴ­δω­σιν ὑ­μῶν τ κα­λὰ ἔρ­γα κα δο­ξά­σω­σι τν πα­τέ­ρα ὑ­μῶν τν ν τος οὐ­ρα­νοῖς. Μ νο­μί­ση­τε ὅ­τι ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι τν νό­μον τος προ­φή­τας· οκ ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι ἀλ­λὰ πλη­ρῶ­σαι. ἀ­μὴν γρ λέ­γω ὑ­μῖν, ἕ­ως ἂν πα­ρέλ­θῃ οὐ­ρα­νὸς κα γ, ἰ­ῶ­τα ἓν μί­α κε­ρα­ί­α ο μ παρέλ­θῃ ἀ­πὸ το νό­μου ἕ­ως ἂν πάν­τα γέ­νη­ται. ς ἐ­ὰν ον λύ­σῃ μί­αν τν ἐν­το­λῶν το­ύ­των τν ἐ­λα­χί­στων κα δι­δά­ξῃ οὕ­τω τος ἀν­θρώ­πους, ἐ­λά­χι­στος κλη­θή­σε­ται ν τ βα­σι­λε­ί­ᾳ τν οὐ­ρα­νῶν· ς δ' ν ποι­ή­σῃ κα δι­δά­ξῃ, οὗ­τος μέ­γας κλη­θή­σε­ται ν τ βα­σι­λε­ί­ᾳ τν οὐ­ρα­νῶν.                         

                                         (Ματθ. ε΄[5] 14 – 19)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Επεν Κύριος στος μαθητές Του· Ἐ­σεῖς εἶ­στε τὸ φῶς τοῦ κό­σμου, δι­ό­τι ἔ­χε­τε προ­ο­ρι­σμὸ μὲ τὸ φω­τει­νό σας πα­ρά­δειγ­μα καὶ μὲ τὰ λό­για σας πού με­τα­δί­δουν τὸ φῶς τῆς ἀ­λή­θειας νὰ φω­τί­ζε­τε τοὺς ἀν­θρώ­πους πού βρί­σκον­ται στὸ σκο­τά­δι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τῆς πλά­νης. Μιὰ πό­λη πού βρί­σκε­ται πά­νω σὲ βου­νὸ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ κρυ­φτεῖ. Ἔ­τσι καὶ ἡ δι­κή σας ζω­ὴ θὰ γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὴ ἀ­π' ὅ­λους. Οὔ­τε οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­νά­βουν λυ­χνά­ρι γιὰ νὰ τὸ βά­λουν κά­τω ἀ­π' τὸν κά­δο μὲ τὸν ὁποῖο με­τροῦν τὸ σι­τά­ρι. Ἀλλά τὸ το­πο­θε­τοῦν πά­νω στὸ λυ­χνο­στά­τη κι ἔ­τσι φω­τί­ζει μὲ τὴ λάμ­ψη του ὅ­λους ὅ­σους εἶ­ναι μέ­σα στὸ σπί­τι. Ἔ­τσι σὰν λυ­χνά­ρι πού εἶ­ναι σω­στὰ το­πο­θε­τη­μέ­νο ἂς λάμ­ψει τὸ φῶς τῆς ἀ­ρε­τῆς σας μπρο­στὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ νὰ δοῦν τὰ κα­λά σας ἔρ­γα καὶ νὰ δο­ξά­σουν γιὰ τὰ ἐ­νά­ρε­τα καὶ ἅ­για παι­διὰ του τὸν Πα­τέ­ρα σας, ὁ ὁποῖος εἶ­ναι βέ­βαι­α πα­ρὼν παν­τοῦ, ἀλλά κυ­ρί­ως φα­νε­ρώ­νει τὴν πα­ρου­σί­α του στοὺς οὐ­ρα­νούς. Μὴ νο­μί­σε­τε ὅ­τι ἦλ­θα γιὰ νὰ κα­ταρ­γή­σω καὶ ν' ἀ­κυ­ρώ­σω τὸν ἠ­θι­κὸ νό­μο τοῦ Μω­υ­σῆ ἢ τὴν ἠ­θι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν προ­φη­τῶν. Δὲν ἦλ­θα νὰ τὰ κα­ταρ­γή­σω αὐ­τά, ἀλλά νὰ τὰ συμ­πλη­ρώ­σω καὶ νὰ σᾶς τὰ πα­ρα­δώ­σω τέ­λεια. Δι­ό­τι ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω καὶ μὲ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι ὅ­σο πα­ρα­μέ­νει καὶ δὲν κα­τα­στρέ­φε­ται ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ, οὔτε ἕ­να γι­ώ­τα ἢ ἕ­να κόμ­μα, οὔ­τε δη­λα­δὴ ἡ πιὸ μι­κρὴ ἀ­πὸ τὶς ἐν­το­λὲς δὲν θὰ πα­ρα­πέ­σει ἀ­πὸ τὸν Νό­μο καὶ δὲν θὰ χά­σει τὸ κύ­ρος της, μέ­χρι νὰ ἐ­πα­λη­θευ­θοῦν καὶ νὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν ὅ­λα ὅ­σα δι­α­τά­ζει ὁ Νό­μος· καὶ θὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν μὲ τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς μου ὅ­σα λέ­χθη­καν προ­φη­τι­κῶς, ἀλλά καὶ μὲ τὴ ζω­ὴ τῶν γνή­σι­ων μα­θη­τῶν μου, οἱ ὁποῖοι θὰ τη­ροῦν αὐ­τὰ μὲ ἀ­κρί­βεια. Ἀ­φοῦ λοι­πὸν οἱ ἐν­το­λὲς ἔ­χουν κύ­ρος καὶ ἰ­σχὺ ἀ­κα­τά­λυ­τη, ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε πα­ρα­βεῖ μί­α κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ἀ­κό­μη τὶς ἐν­το­λές μου πού φαί­νον­ται πο­λὺ μι­κρὲς καὶ δι­δά­ξει ἔ­τσι τοὺς ἀν­θρώ­πους, νὰ τὶς θε­ω­ροῦν δη­λα­δὴ μι­κρὲς κι ἀ­σή­μαν­τες, θὰ κη­ρυ­χθεῖ ἐ­λά­χι­στος καὶ τε­λευ­ταῖ­ος στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως πού θὰ ἐ­φαρ­μό­σει ὅ­λες ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τὶς ἐν­το­λὲς καὶ θὰ δι­δά­ξει καὶ τοὺς ἄλ­λους νὰ τὶς τη­ροῦν, αὐ­τὸς θὰ ἀ­να­κη­ρυ­χθεῖ με­γά­λος στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Κι αὐ­τὲς λοι­πὸν τὶς ἐν­το­λὲς πού οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι πα­ρα­με­ρί­ζουν μὲ τὶς ἀν­θρώ­πι­νες πα­ρα­δό­σεις τους, πρέ­πει νὰ τὶς προ­σέ­χε­τε καὶ νὰ τὶς ἐ­φαρ­μό­ζε­τε.