Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
(6 ΜΑΡΤΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Κυριακῆς)
Ἀδελ­φοί,  βρῶ­μα ἡ­μᾶς οὐ πα­ρί­στη­σι τῷ Θε­ῷ· οὔ­τε γὰρ ἐ­ὰν φά­γω­μεν πε­ρισ­σεύ­ο­μεν, οὔ­τε ἐ­ὰν μὴ φά­γω­μεν ὑ­στε­ρο­ύ­με­θα. βλέ­πε­τε δὲ μή­πως ἡ ἐ­ξου­σί­α ὑ­μῶν αὕ­τη πρό­σκομ­μα γέ­νη­ται τοῖς ἀ­σθε­νοῦ­σιν. ἐ­ὰν γάρ τις ἴ­δῃ σε, τὸν ἔ­χον­τα γνῶ­σιν, ἐν εἰ­δω­λε­ί­ῳ κα­τα­κε­ί­με­νον, οὐ­χὶ ἡ συ­νε­ί­δη­σις αὐ­τοῦ ἀ­σθε­νοῦς ὄν­τος οἰ­κο­δο­μη­θή­σε­ται εἰς τὸ τὰ εἰ­δω­λό­θυ­τα ἐ­σθί­ειν; καὶ ἀ­πο­λεῖ­ται ὁ ἀ­σθε­νῶν ἀ­δελ­φὸς ἐ­πὶ τῇ σῇ γνώ­σει, δι' ὃν Χρι­στὸς ἀ­πέ­θα­νεν. οὕ­τω δὲ ἁ­μαρ­τά­νον­τες εἰς τοὺς ἀ­δελ­φοὺς καὶ τύ­πτον­τες αὐ­τῶν τὴν συ­νε­ί­δη­σιν ἀ­σθε­νοῦ­σαν εἰς Χρι­στὸν ἁ­μαρ­τά­νε­τε. δι­ό­περ εἰ βρῶ­μα σκαν­δα­λί­ζει τὸν ἀ­δελ­φόν μου, οὐ μὴ φά­γω κρέ­α εἰς τὸν αἰ­ῶ­να, ἵ­να μὴ τὸν ἀ­δελ­φόν μου σκαν­δα­λί­σω. Οὐκ εἰ­μὶ ἀ­πό­στο­λος; οὐκ εἰ­μὶ ἐ­λε­ύ­θε­ρος; οὐ­χὶ Ἰ­η­σοῦν Χρι­στὸν τὸν Κύριον ἡ­μῶν ἑ­ώ­ρα­κα; οὐ τὸ ἔρ­γον μου ὑ­μεῖς ἐ­στε ἐν Κυ­ρί­ῳ; εἰ ἄλ­λοις οὐκ εἰ­μὶ ἀ­πό­στο­λος, ἀλ­λά γε ὑ­μῖν εἰ­μι· ἡ γὰρ σφρα­γὶς τῆς ἐ­μῆς ἀ­πο­στο­λῆς ὑ­μεῖς ἐ­στε ἐν Κυ­ρί­ῳ. 
                                       (Α’Κορ. η΄[8] 8 – θ΄[9] 2)

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ «Οὐ μή φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω»
Στὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ἐὰν αὐτὸ ποὺ τρώγω γίνεται ἀφορμή σκανδάλου στὸν ἀδελφό μου, «οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω». Καὶ μᾶς δίνει ἔτσι ὑπόδειγμα νὰ θυσιάζουμε κι ἐμεῖς ἀκόμη, καὶ θεμιτὰ δικαιώματά μας, ὅταν αὐτὰ γίνονται ἀφορμὴ σκανδαλισμοῦ τῶν ἀδελφῶν μας Χριστιανῶν.
Ἄς δοῦμε λοιπὸν σήμερα πόσο μεγάλο εἶναι τὸ ἁμάρτημα τοῦ σκανδαλισμοῦ καὶ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάση μας, ὥστε νὰ μὴ σκανδαλίζουμε.
1. ΤΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ
Ποιὸ ἦταν τὸ σκάνδαλο τῆς Κορίνθου; Κάποιοι Χριστιανοὶ ἔτρωγαν ἀπὸ ὅλα τὰ κρέατα τὰ ὀποῖα ἐπωλοῦσαν τὰ κρεοπωλεῖα χωρὶς νὰ ἐξετάζουν ἐὰν αὐτὰ προέρχονταν ἀπὸ εἰδωλολατρικὲς θυσίες. Διότι ἐγνώριζαν ὅτι οἱ θεοὶ τῶν εἰδώλων ἦσαν ἀνύπαρκτοι καὶ ἄρα καὶ τὰ κρέατα απὸ τὶς θυσίες αὐτὲς δὲν ἦσαν μολυσμένα καὶ μποροῦσαν νὰ τὰ τρῶνε. Ὑπήρχαν ὅμως καὶ κάποιοι εὐαίσθητοι Χριστιανοὶ οἱ ὁποῖοι σκανδαλίζονταν μὲ τὴν συμπεριφορά τους αὐτή. Ἔρχεται λοιπὸν ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ λέγει ὅτι εἶναι προτιμότερο νὰ μὴν φάγει ποτὲ κρέας προκειμένου νὰ σκανδαλίσει τὸν ἀδελφό του. Καὶ τὸ λέγει αὐτὸ ὄχι διότι θεωρεῖ ὁ ἴδιος τὰ κρέατα αὐτὰ μολυσμένα, ἀλλὰ διότι θέλει νὰ μᾶς δείξει πόσο μεγάλη σημασία ἔχει τὸ ἁμάρτημα τοῦ σκανδαλισμοῦ τῶν ἀδελφῶν μας. Διότι μπορεῖ πράγματι οἱ Χριστιανοὶ ποὺ ἔτρωγαν ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα νὰ μὴν ἁμάρταναν μὲ τὶς τροφὲς ποὺ ἔτρωγαν, ἁμάρταναν ὅμως σοβαρὰ ἐπειδὴ δημιουργοῦσαν πρόβλημα στὶς συνειδήσεις κάποιων εὐαίσθητων Χριστιανῶν.
Τὸ ἁμάρτημα αὐτὸ εἶναι πολὺ σοβαρό, διότι, ὅπως τονίζει καὶ πάλι ὁ θεῖος Ἀπόστολος, «ἁμάρτανοντες εἰς τοὺς ἀδελφούς... εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνομεν».   
Καί νὰ σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι τὰ λέγει αὐτὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ σκανδαλισμοὺς στοὺς ὁποίους δὲν φταῖμε. Πόσο βαρύτερο λοιπὸν εἶναι τὸ ἁμάρτημα τοῦ σκανδαλισμοῦ, ὅταν φταῖμε, ὅταν δηλαδὴ σκανδαλίζουμε μὲ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη μας. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει «οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται» (Ματθ. ιη΄[18] 7). Καὶ ἀλλοῦ λέγει «ὅς ἄν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, καλόν ἐστιν αὐτῷ μᾶλλον εἰ περίκειται λίθος μυλικὸς περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ βέβληται εἰς τὴν θάλασσαν» (Μάρκ. θ'[9] 42). Εἶναι προτιμότερο δηλαδὴ νὰ δέσει κανεὶς στὸ λαιμὸ του μιὰ μυλόπετρα καὶ νὰ πέσει νὰ πνιγεῖ στὴν θάλασσα παρὰ νὰ σκανδαλίσει ἕναν ἀδύνατο στὴν πίστη ἀδελφό.
2. ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΟΥΜΕ;
Στὶς μέρες μας πολὺς λόγος γίνεται γιὰ σκάνδαλα ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν ὅμως θέλουμε πραγματικὰ νὰ διδαχθοῦμε ἐμεῖς ἀπὸ τὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, θὰ πρέπει νὰ στρέψουμε τὸν φακὸ τῆς προσοχῆς μας στὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσουμε μὲ εἰλικρίνεια: Μήπως ἐμεῖς σκανδαλίζουμε τοὺς ἀδελφούς μας μὲ τὴν ἀπρόσεκτη συμπεριφορά μας, τὸ κακὸ παράδειγμα μας, τὰ διάφορα πάθη μας, τοὺς θυμοὺς καὶ τὶς ἀπροσεξίες μας, τὴν πλεονεξία, τὴν ὑποκρισία καὶ τόσα ἄλλα; Ἀντὶ νὰ κοιτάζουμε ἐὰν σκανδαλίζουν κάποιοι ἄλλοι, νὰ προσέξουμε σοβαρὰ μήπως σκανδαλίζουμε ἐμεῖς, καὶ νὰ διορθωθοῦμε. Νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὁ καθένας μας γιὰ τὸν ἑαυτό του θὰ δώσει λόγο στὸν Θεό. Ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη ὅλοι μας· ἰδιαιτέρως ὅσοι ἀκοῦμε ἐπὶ χρόνια πολλὰ τόσα καὶ τόσα διδάγματα τοῦ Θεοῦ. Μήπως ἰσχύει καὶ γιὰ μᾶς ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅταν λέγει: «δι᾿ ὑμᾶς βλασφημεῖται τὸ ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσι»; (Ρωμ.β'[2] 24).
Πῶς μποροῦμε νὰ εἴμαστε Χριστιανοί εὐσεβεῖς, φιλέορτοι καὶ φιλάρετοι, καὶ ταυτοχρόνως στὴν πράξη νὰ σκανδαλίζουμε μὲ τὶς ἀπροσεξίες μας καὶ τὶς παραβάσεις μας; Διότι οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι γύρω μας δὲν προσέχουν τόσο τί ὡραῖα λόγια τοὺς λέμε, ἀλλά πῶς ζοῦμε. Καὶ σκανδαλίζονται ὅταν μᾶς βλέπουν νὰ ζοῦμε μέσα σὲ χλιδή, πολυτέλεια καὶ σπατάλη, νὰ ντυνόμαστε ἀπρεπῶς ἢ πολυτελῶς καὶ ἄλλοι δίπλα μας νὰ πεινοῦν  ὅταν μᾶς βλέπουν ὅτι εἴμαστε ἀνειλικρινεῖς καὶ διπλοπρόσωποι, νὰ λέμε ψεύδη ἀσύστολα, νὰ πράττουμε ἀδικίες ἢ παρανομίες· νὰ συμπεριφερόμαστε σὲ συγγενικὰ πρόσωπα ἢ συνεργάτες μας μὲ σκληρότητα, ψυχρότητα ἢ νεῦρα.
Πόσο σκανδαλίζονται κάποιοι ὅταν μᾶς βλέπουν γιὰ λόγους ὑγείας νὰ καταλύουμε τὴ νηστεία ἀδιάκριτα μπροστὰ στὰ μάτια τους. Καὶ τοὺς ἐξωθοῦμε ἔτσι νὰ περιφρονήσουν τὴν ἐντολὴ τῆς νηστείας! Πόσο σκανδαλίζονται τόσα παιδιὰ ὅταν βλέπουν τοὺς γονεῖς τους νὰ μὴ τηροῦν ὅσα τοὺς διδάσκουν, νὰ διαπληκτίζονται ἢ νὰ λογομαχοῦν, νὰ παρακολουθοῦν μὲ ἀπερισκεψία ἀπρεπῆ ἔργα στὴν τηλεόραση, νὰ ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὶς Κυριακὲς ἢ νὰ παραβαίνουν κάποιες ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ μπροστά στὰ μάτια τους!
Ἀδελφοί, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ὅλα καταρρέουν, ὁ κόσμος θέλει νὰ βλέπει στοὺς Χριστιανοὺς παράδειγμα γνήσιο καὶ ζωὴ ἀληθινή. Μᾶς θέλει ἄμεμπτους καὶ ἀκέραιους. Ἀλλὰ καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς ζητεῖ νὰ εἴμαστε ἅλας καὶ φῶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή μας. Καὶ γι᾿ αὐτὴν θὰ κριθοῦμε. Ἂς ἀγωνισθοῦμε λοιπόν.
 (Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)                      

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος· ὅ­ταν  ἔλ­θῃ ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ἐν τῇ δό­ξῃ αὐ­τοῦ καὶ πάν­τες οἱ ἅ­γι­οι ἄγ­γε­λοι με­τ' αὐ­τοῦ, τό­τε κα­θί­σει ἐ­πὶ θρό­νου δό­ξης αὐ­τοῦ· καὶ συ­να­χθή­σε­ται ἔμ­προ­σθεν αὐ­τοῦ πάν­τα τὰ ἔ­θνη, καὶ ἀ­φο­ρι­εῖ αὐ­τοὺς ἀ­π' ἀλ­λή­λων, ὥ­σπερ ὁ ποι­μὴν ἀ­φο­ρί­ζει τὰ πρό­βα­τα ἀ­πὸ τῶν ἐ­ρί­φων, καὶ στή­σει τὰ μὲν πρό­βα­τα ἐκ δε­ξι­ῶν αὐ­τοῦ τὰ δὲ ἐ­ρί­φι­α ἐξ εὐ­ω­νύ­μων. τό­τε ἐ­ρεῖ ὁ βα­σι­λεὺς τοῖς ἐκ δε­ξι­ῶν αὐ­τοῦ· δεῦ­τε, οἱ εὐ­λο­γη­μέ­νοι τοῦ πα­τρός μου, κλη­ρο­νο­μή­σα­τε τὴν ἡ­τοι­μα­σμέ­νην ὑ­μῖν βα­σι­λε­ί­αν ἀ­πὸ κα­τα­βο­λῆς κό­σμου· ἐ­πε­ί­να­σα γὰρ καὶ ἐ­δώ­κα­τέ μοι φα­γεῖν, ἐ­δί­ψη­σα καὶ ἐ­πο­τί­σα­τέ με, ξέ­νος ἤ­μην καὶ συ­νη­γά­γε­τέ με, γυ­μνὸς καὶ πε­ρι­ε­βά­λε­τέ με, ἠ­σθέ­νη­σα καὶ ἐ­πε­σκέ­ψα­σθέ με, ἐν φυ­λα­κῇ ἤ­μην καὶ ἤλ­θε­τε πρός με. τό­τε ἀ­πο­κρι­θή­σον­ται αὐ­τῷ οἱ δί­και­οι λέ­γον­τες· κύ­ρι­ε, πό­τε σε εἴ­δο­μεν πει­νῶν­τα καὶ ἐ­θρέ­ψα­μεν, ἢ δι­ψῶν­τα καὶ ἐ­πο­τί­σα­μεν; πό­τε δέ σε εἴ­δο­μεν ξέ­νον καὶ συ­νη­γά­γο­μεν, ἢ γυ­μνὸν καὶ πε­ρι­ε­βά­λο­μεν; πό­τε δέ σε εἴ­δο­μεν ἀ­σθε­νῆ ἢ ἐν φυ­λα­κῇ καὶ ἤλ­θο­μεν πρός σε; καὶ ἀ­πο­κρι­θεὶς ὁ βα­σι­λεὺς ἐ­ρεῖ αὐ­τοῖς· ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, ἐ­φ' ὅ­σον ἐ­ποι­ή­σα­τε ἑ­νὶ τού­των τῶν ἀ­δελ­φῶν μου τῶν ἐ­λα­χί­στων, ἐ­μοὶ ἐ­ποι­ή­σα­τε. Τότε ἐ­ρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐ­ω­νύ­μων· πο­ρε­ύ­ε­σθε ἀ­π' ἐ­μοῦ οἱ κα­τη­ρα­μέ­νοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰ­ώ­νι­ον τὸ ἡ­τοι­μα­σμέ­νον τῷ δι­α­βό­λῳ καὶ τοῖς ἀγ­γέ­λοις αὐ­τοῦ· ἐ­πε­ί­να­σα γὰρ καὶ οὐκ ἐ­δώ­κα­τέ μοι φα­γεῖν, ἐ­δί­ψη­σα καὶ οὐκ ἐ­πο­τί­σα­τέ με, ξέ­νος ἤ­μην καὶ οὐ συ­νη­γά­γε­τέ με, γυ­μνὸς καὶ οὐ πε­ρι­ε­βά­λε­τέ με, ἀ­σθε­νὴς καὶ ἐν φυ­λα­κῇ καὶ οὐκ ἐ­πε­σκέ ψα­σθέ με. τό­τε ἀ­πο­κρι­θή­σον­ται αὐ­τῷ καὶ αὐ­τοὶ λέ­γον­τες· κύ­ρι­ε, πό­τε σε εἴ­δο­μεν πει­νῶν­τα ἢ δι­ψῶν­τα ἢ ξέ­νον ἢ γυ­μνὸν ἢ ἀ­σθε­νῆ ἢ ἐν φυ­λα­κῇ καὶ οὐ δι­η­κο­νή­σα­μέν σοι; τό­τε ἀ­πο­κρι­θή­σε­ται αὐ­τοῖς λέ­γων·  ἀ­μὴν  λέ­γω  ὑ­μῖν,  ἐφ' ὅσον  οὐκ  ἐποιήσατε  ἑνὶ  τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. καὶ ἀ­πε­λε­ύ­σον­ται οὗ­τοι εἰς κό­λα­σιν αἰ­ώ­νι­ον, οἱ δὲ δί­και­οι εἰς ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον.             
                  (Ματθ. κε΄[25] 31 - 46)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὅ­ταν θά ἔρ­θει ὁ Υἱ­ός τοῦ Ἀν­θρώ­που μὲ τὴ δό­ξα του καὶ μα­ζί του ὅ­λοι οἱ ἅ­γι­οι ἄγ­γε­λοι, τό­τε θὰ κα­θί­σει σὲ θρό­νο ἔν­δο­ξο καὶ λαμ­πρό. Καὶ θὰ συ­να­χθοῦν μπρο­στά του ὅ­λα τὰ ἔ­θνη, ὅ­λοι δη­λα­δὴ οἱ ἄν­θρω­ποι πού ἔ­ζη­σαν ἀ­π' τὴν ἀρχή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου. Καὶ θὰ τοὺς χω­ρί­σει τὸν ἕ­να ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο, ὅ­πως ὁ βο­σκὸς χω­ρί­ζει τὰ πρό­βα­τα ἀ­πὸ τὰ γί­δι­α. Καὶ θὰ το­πο­θε­τή­σει τοὺς δι­καί­ους, πού εἶ­ναι ἥ­με­ροι σὰν τὰ πρό­βα­τα, στὰ δε­ξι­ὰ του· ἐνῶ τούς ἁ­μαρ­τω­λούς, πού εἶ­ναι ἀ­τί­θα­σοι καὶ ἄ­τα­κτοι σὰν τὰ γί­δι­α, θὰ τοὺς βά­λει στὰ ἀ­ρι­στε­ρά του. Τό­τε θὰ πεῖ ὁ βα­σι­λι­ὰς σ' ἐ­κεί­νους πού θά εἶναι στὰ δε­ξι­ά του: Ἐ­λᾶ­τε ἐσεῖς πού εἶ­στε εὐ­λο­γη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ­ρα μου, κλη­ρο­νο­μῆ­στε τὴ βα­σι­λεί­α πού ἔ­χει ἑ­τοι­μα­στεῖ γι­ὰ σᾶς ἀ­πὸ τό­τε πού θε­με­λι­ω­νό­ταν ὁ κό­σμος. Σᾶς ἀ­νή­κει λοι­πὸν ἡ κλη­ρο­νο­μι­ὰ αὐ­τὴ· δι­ό­τι πεί­να­σα καὶ μοῦ δώ­σα­τε νὰ φά­ω, ἤ­μουν δι­ψα­σμέ­νος καὶ μοῦ δώ­σα­τε νὰ πι­ῶ, ἤ­μουν ξέ­νος καὶ δὲν εἶ­χα ποῦ νὰ μεί­νω καὶ μὲ πε­ρι­μα­ζέ­ψα­τε στὸ σπί­τι σας, ἤ­μουν γυ­μνὸς καὶ μὲ ντύ­σα­τε, ἀρ­ρώ­στη­σα καὶ μὲ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­τε, ἤ­μουν μέ­σα στὴ φυ­λα­κὴ καὶ ἤλ­θα­τε νὰ μὲ δεῖτε καὶ νὰ μὲ πα­ρη­γο­ρή­σε­τε. Τό­τε θὰ τοῦ ἀ­πο­κρι­θοῦν οἱ δί­και­οι: Κύ­ρι­ε, πό­τε σὲ εἴ­δα­με πει­να­σμέ­νο καὶ σὲ θρέ­ψα­με, ἢ δι­ψα­σμέ­νο καὶ σοῦ δώ­σα­με νὰ πιεῖς; Καὶ πό­τε σὲ εἴ­δα­με ξέ­νο καὶ σὲ πε­ρι­μα­ζέ­ψα­με, ἢ γυ­μνὸ καὶ σὲ ντύ­σα­με; Καὶ πό­τε σὲ εἴ­δα­με ἄρ­ρω­στο ἢ φυ­λα­κι­σμέ­νο καὶ ἤλ­θα­με νὰ σὲ ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με; Τό­τε θὰ τοὺς ἀ­πο­κρι­θεῖ ὁ βα­σι­λι­άς: Ἀ­λη­θι­νά σάς λέ­ω ὅ­τι κά­θε τί πού κά­να­τε σ' ἕ­ναν ἀ­πό τους φτω­χοὺς αὐ­τοὺς ἀ­δελ­φούς μου πού φαί­νον­ταν ἄ­ση­μοι καὶ πο­λὺ μι­κροί, τὸ κά­να­τε σὲ μέ­να.
Τό­τε θὰ πεῖ καὶ σὲ κεί­νους πού θὰ εἶ­ναι στὰ ἀ­ρι­στε­ρά του: Ἐ­σεῖς πού ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα σας γί­να­τε κα­τα­ρα­μέ­νοι, φύ­γε­τε μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ μέ­να στὸ πῦρ τὸ αἰ­ώ­νι­ο, πού ἔ­χει ἑ­τοι­μα­σθεῖ γι­ὰ τὸ δι­ά­βο­λο καὶ τοὺς ἀγ­γέ­λους του. Δι­ό­τι πεί­να­σα καὶ δὲν μοῦ δώ­σα­τε νὰ φά­ω, δί­ψα­σα καὶ δὲν μοῦ δώ­σα­τε νὰ πι­ῶ, ἤ­μουν ξέ­νος καὶ δὲν μὲ πε­ρι­μα­ζέ­ψα­τε νὰ μὲ φι­λο­ξε­νή­σε­τε, ἤ­μουν γυ­μνὸς καὶ δὲν μὲ ντύ­σα­τε, ἤ­μουν ἄρ­ρω­στος καὶ μέ­σα στὴ φυ­λα­κὴ καὶ δὲν μὲ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­τε. Τό­τε θὰ τοῦ ἀ­πο­κρι­θοῦν κι αὐ­τοί: Κύ­ρι­ε, πό­τε σὲ εἴ­δα­με νὰ πει­νᾶς ἢ νὰ δι­ψᾶς ἢ νὰ εἶ­σαι ξέ­νος ἢ γυ­μνὸς ἢ ἄρ­ρω­στος ἢ φυ­λα­κι­σμέ­νος, καὶ δὲν σὲ ὑ­πη­ρε­τή­σα­με; Τό­τε θὰ τοὺς ἀ­πο­κρι­θεῖ: Ἀ­λη­θι­νά σας λέ­ω, κά­θε τί πού δὲν κά­να­τε σ' ἕ­ναν ἀ­π' αὐ­τοὺς πού ὁ κό­σμος θε­ω­ροῦ­σε πο­λὺ μι­κρούς, οὔ­τε σὲ μέ­να τὸ κά­να­τε.
       Καὶ θὰ ὁ­δη­γη­θοῦν αὐ­τοὶ σὲ κό­λα­ση πού δὲν θὰ ἔ­χει τέ­λος, ἀλλά θὰ εἶ­ναι αἰ­ώ­νι­α· ἐ­νῶ οἱ δί­και­οι θὰ πᾶ­νε γι­ὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν ζω­ὴ αἰ­ώ­νι­α.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου