Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
 (15 ΜΑΪΟΥ 2016)

  ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)
Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, πλη­θυ­νόν­των τῶν μα­θη­τῶν ἐ­γέ­νε­το γογ­γυ­σμὸς τῶν ῾Ελ­λη­νι­στῶν πρὸς τοὺς ῾Ε­βρα­ί­ους, ὅ­τι πα­ρε­θε­ω­ροῦν­το ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τῇ κα­θη­με­ρι­νῇ αἱ χῆ­ραι αὐ­τῶν. Προ­σκα­λε­σά­με­νοι δὲ οἱ δώ­δε­κα τὸ πλῆ­θος τῶν μα­θη­τῶν εἶ­πον· Οὐκ ἀ­ρε­στόν ἐ­στιν ἡ­μᾶς κα­τα­λε­ί­ψαν­τας τὸν λό­γον τοῦ Θε­οῦ δι­α­κο­νεῖν τρα­πέ­ζαις. Ἐ­πι­σκέ­ψα­σθε οὖν, ἀ­δελ­φοί, ἄν­δρας ἐξ ὑ­μῶν μαρ­τυ­ρου­μέ­νους ἑ­πτά, πλή­ρεις Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου καὶ σο­φί­ας, οὓς κα­τα­στή­σο­μεν ἐ­πὶ τῆς χρε­ί­ας τα­ύ­της· ἡ­μεῖς δὲ τῇ προ­σευ­χῇ καὶ τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τοῦ λό­γου προ­σκαρ­τε­ρή­σο­μεν. Καὶ ἤ­ρε­σεν ὁ λό­γος ἐ­νώ­πιον παν­τὸς τοῦ πλή­θους· καὶ ἐ­ξε­λέ­ξαν­το Στέ­φα­νον, ἄν­δρα πλή­ρη πί­στε­ως καὶ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου, καὶ Φί­λιπ­πον καὶ Πρό­χο­ρον καὶ Νι­κά­νο­ρα καὶ Τί­μω­να καὶ Παρ­με­νᾶν καὶ Νι­κό­λα­ον προ­σή­λυ­τον ᾿Αν­τι­ο­χέ­α, οὓς ἔ­στη­σαν ἐ­νώ­πιον τῶν ἀ­πο­στό­λων, καὶ προ­σευ­ξά­με­νοι ἐ­πέ­θη­καν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας. Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ηὔ­ξα­νε, καὶ ἐ­πλη­θύ­νε­το ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μα­θη­τῶν ἐν ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ σφό­δρα, πο­λύς τε ὄ­χλος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ὑ­πή­κου­ον τῇ πί­στει.     
  (Πράξ. στ΄[6] 1 – 7)  

ΟΙ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΙ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Ἐπισκέψασθε ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνέυματος Ἁγίου καὶ σοφίας»
Τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ἀναφέρει τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων, οἱ Ἑλληνιστές, οἱ Ἑβραῖοι δηλαδὴ ποὺ μιλοῦσαν τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἄρχισαν νὰ παραπονοῦνται, διότι οἱ χῆρες αὐτῶν παραμελοῦνταν κατὰ τὴν καθημερινὴ διανομὴ τροφῶν καὶ ἐλεημοσυνῶν. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι κατενόησαν ὅτι μιὰ νέα ἀνάγκη δημιουργεῖται, αὐτή τῆς διακονίας τῶν τραπεζῶν. Γι' αὐτὸ συγκέντρωσαν τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν καί τοὺς εἶπαν: Ἐξετάστε προσεκτικὰ καὶ ἐκλέξτε ἀπὸ ἐσᾶς τοὺς ἴδιους ἑπτὰ ἄνδρες, τοὺς ὁποίους θὰ ἐγκαταστήσουμε διακόνους στὴ διακονία τῶν τραπεζῶν. Τὰ κριτήρια τῆς ἐκλογῆς τῶν ἑπτὰ διακόνων ἦσαν νὰ ἔχουν τὴν καλὴ μαρτυρία ἀπὸ τοὺς πιστοὺς καὶ νὰ εἶναι πλήρεις Πνεύματος καὶ σοφίας. Αὐτὰ θὰ δοῦμε στὴν συνέχεια.
1. Η ΕΞΩΘΕΝ ΚΑΛΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὅταν ἀνεκοίνωσαν στοὺς πιστοὺς τὴν ἀνάγκη τῆς ἐκλογῆς τῶν ἑπτὰ διακόνων, ἔθεσαν σ' αὐτοὺς καὶ τὰ κριτήρια τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ πληροῦν οἱ ἑπτὰ αὐτοὶ ἄνδρες. Ἐζήτησαν ἀπὸ τοὺς πιστοὺς νὰ ἐκλέξουν «ἄνδρας μαρτυρουμένους ἑπτά». Τὸ πρῶτο λοιπὸν κριτήριο γιὰ τὴν ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων ἦταν νὰ ἔχουν τὴν καλὴ μαρτυρία ἀπὸ τοὺς πιστούς. Ἔπρεπε νὰ ἐκλέξουν διακόνους ποὺ νὰ εἶναι ἀποδεκτοὶ καὶ ἀγαπητοὶ ἀπὸ τοὺς πιστούς. Λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ἐνῶ θὰ μποροῦσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι νὰ ἐκλέξουν μόνοι τους ἑπτὰ διακόνους, κινούμενοι ἀπὸ τὴν πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ζητοῦν ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν νὰ τοὺς δώσουν τὴν μαρτυρία τους». Κι αὐτὸ ἀκριβῶς δείχνει πόσο μεγάλη σημασία ἔχει ἡ καλὴ μαρτυρία καὶ ἀποδοχὴ τῶν διακόνων ἀπὸ τοὺς πιστούς. Αὐτὸ τὸ στοιχεῖο ἀποτελοῦσε ἀναγκαία προϋπόθεση καὶ γιὰ κάθε λειτουργὸ τῆς Ἐκκλησίας. Φαίνεται αὐτὸ καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Τιμοθέου, ὁ ὁποῖος «ἐμαρτυρεῖτο ὑπὸ τῶν ἐν Λύστροις καὶ Ἰκονίῳ ἀδελφῶν» (Πράξ. ις'[16] 2).
Κάθε λειτουργὸς λοιπὸν τῆς Ἐκκλησίας θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἄνδρας ἀξιόπιστος καὶ ἀκέραιος, νὰ μὴν ἔχει δώσει καμμίαν ἀφορμὴ σκανδάλου. Ὄχι μόνον νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε κατηγορία, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβεβαιώνουν οἱ πιστοὶ ὅτι εἶναι ἐνάρετος. Ὅσοι λοιπὸν θέλουν νὰ διακονήσουν στὴν Ἐκκλησία θὰ πρέπει νὰ ἔχουν ζωὴ ἀνεπίληπτη καὶ χαρακτήρα λαμπρό. Αὐτὸ ἀκριβῶς τονίζει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λέγει ὅτι οἱ διάκονοι θὰ πρέπει νὰ εἶναι σεμνοὶ καὶ ἐγκρατεῖς καὶ ὄχι διπρόσωποι ἢ αἰσχροκερδεῖς, νὰ ἔχουν ζωὴ ἄμεμπτη καὶ συνείδηση καθαρή· νὰ ἐξετάζονται καὶ νὰ ἀποδεικνύονται ἀνέγκλητοι, ἀκατηγόρητοι καὶ ἄμεμπτοι (βλ. Α Τιμ.γ'[3] 8-10).
2. ΠΛΗΡΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Ἡ δεύτερη προϋπόθεση, τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ ἔχουν οἱ ἑπτὰ διάκονοι, ἦταν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας». Νὰ ἔχουν τὰ διοικητικὰ καὶ τὰ ἁγιαστικὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νὰ μὴν εἶναι ἁπλῶς πνευματικοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ νὰ εἶναι πλήρεις Πνεύματος, σοφίας καὶ συνέσεως. Νὰ πλημμυρίζει τὴν ψυχή τους καὶ τὴν ζωή τους ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι φαίνεται ξεκάθαρα ἀπὸ αὐτὸ ὅτι ἡ αἰτία ποὺ τοὺς κατέστησε διακόνους δὲν ἦταν μία ἁπλή πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ μιὰ πνευματικὴ ζωὴ πλήρης καὶ γνήσια. Λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Μὴ νομίζεις, ἐπειδὴ οἱ διάκονοι ἀρχικῶς δὲν διακονοῦσαν στὸ κήρυγμα ἀλλὰ στὴ διακονία τῶν τραπεζῶν, ὅτι δὲν εἶχαν ἀνάγκη τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς σοφίας καὶ συνέσεως· κάθε ἄλλο». Οἱ ἑπτὰ διάκονοι ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ εἶναι τίμιοι στὴν διαχείριση τῶν οἰκονομικῶν ἀλλὰ καὶ φρόνιμοι καὶ συνετοί, ὥστε νὰ προλαμβάνουν τὰ δίκαια παράπονα καὶ νὰ διανέμουν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἀνάλογα μὲ τὶς πραγματικὲς ἀνάγκες τῶν πιστῶν. Θὰ πρέπει νὰ ἔχουν ὄχι ἁπλῶς σύνεση ἀνθρώπινη ἀλλὰ σύνεση πνευματικὴ καὶ ἁγία, ποὺ δίνει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ νὰ ἐκζητοῦν διαρκῶς τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ ἐπιτελοῦν τὸ ἱερὸ λειτούργημά τους μὲ φόβο Θεοῦ καὶ σύνεση ἱερή.
Ἀδελφοί, σὲ μία ἐποχὴ τόσο μεγάλης ἀποστασίας, ἡ κοινωνία μας ἔχει ἰδιαίτερη ἀνάγκη ἀπὸ κληρικοὺς καὶ γενικότερα ἀπὸ ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας καὶ συνεργάτες τῶν κληρικῶν μας ἄμεμπτους, πνευματέμφορους καὶ συνετούς. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ καθημερινὰ νὰ
δεόμαστε «ὑπὲρ τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας, παντὸς τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ». Ἂς προσευχόμαστε λοιπὸν θερμὰ στὸν ἅγιο Θεὸ νὰ ἀναδείξει ἰδιαιτέρως σήμερα ἁγίους λειτουργοὺς καὶ ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλὰ καὶ νὰ δώσει τὴν νεύση καὶ τὴν εὐλογία του στοὺς πιστοὺς καὶ ἐνάρετους γονεῖς ποὺ ἔχουν κάποιο παιδὶ μὲ τέτοια ἱερὴ κλίση νὰ τὸ προετοιμάζουν μέσα σὲ περιβάλλον ἁγνότητος καὶ ἁγιότητος, ὥστε νὰ τὸ δοῦν κάποια ἡμέρα νὰ καθίσταται ἄξιος καὶ ἅγιος ἱερουργὸς τοῦ Κυρίου. Γιὰ νὰ δοῦμε ὅλοι μας καιροὺς ἀναψύξεως στὴν Ἐκκλησία μας καὶ στὴν Ἑλλάδα μας.   
   (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)
    
ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
          Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλ­θὼν Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀ­πὸ Ἁ­ρι­μα­θα­ί­ας, εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής, ὃς καὶ αὐ­τὸς ἦν προσ­δε­χό­με­νος τὴν βα­σι­λε­ί­αν τοῦ Θε­οῦ, τολ­μή­σας εἰ­σῆλ­θε πρὸς Πι­λᾶ­τον καὶ ᾐ­τή­σα­το τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ. ὁ δὲ Πι­λᾶ­τος ἐ­θα­ύ­μα­σεν εἰ ἤ­δη τέ­θνη­κε, καὶ προ­σκα­λε­σά­με­νος τὸν κεν­τυ­ρί­ω­να ἐ­πη­ρώ­τη­σεν αὐ­τὸν εἰ πά­λαι ἀ­πέ­θα­νε· καὶ γνοὺς ἀ­πὸ τοῦ κεν­τυ­ρί­ω­νος ἐ­δω­ρή­σα­το τὸ σῶ­μα τῷ Ἰ­ω­σήφ. καὶ ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να καὶ κα­θε­λὼν αὐ­τὸν ἐ­νε­ί­λη­σε τῇ σιν­δό­νι καὶ κα­τέ­θη­κεν αὐ­τὸν ἐν μνη­με­ί­ῳ ὃ ἦν λε­λα­το­μη­μέ­νον ἐκ πέ­τρας, καὶ προ­σε­κύ­λι­σε λί­θον ἐ­πὶ τὴν θύ­ραν τοῦ μνη­με­ί­ου. ἡ δὲ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ Μα­ρί­α Ἰ­ω­σῆ ἐ­θε­ώ­ρουν ποῦ τί­θε­ται. Καὶ δι­α­γε­νο­μέ­νου τοῦ σαβ­βά­του Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ Μα­ρί­α ἡ τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λε­ί­ψω­σιν αὐ­τόν. καὶ λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των ἔρ­χον­ται ἐ­πὶ τὸ μνη­μεῖ­ον, ἀ­να­τε­ί­λαν­τος τοῦ ἡ­λί­ου. καὶ ἔ­λε­γον πρὸς ἑ­αυ­τάς· Τίς ἀ­πο­κυ­λί­σει ἡ­μῖν τὸν λί­θον ἐκ τῆς θύ­ρας τοῦ μνη­με­ί­ου; καὶ ἀ­να­βλέ­ψα­σαι θε­ω­ροῦ­σιν ὅ­τι ἀ­πο­κε­κύ­λι­σται ὁ λί­θος· ἦν γὰρ μέ­γας σφό­δρα. καὶ εἰ­σελ­θοῦ­σαι εἰς τὸ μνη­μεῖ­ον εἶ­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον ἐν τοῖς δε­ξι­οῖς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λὴν λευκήν, καὶ ἐ­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. ὁ δὲ λέ­γει αὐ­ταῖς· Μὴ ἐκ­θαμβεῖ­σθε· Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τὸν Να­ζα­ρη­νὸν τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον· ἠ­γέρ­θη, οὐκ ἔ­στιν ὧ­δε· ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν. ἀλ­λ' ὑ­πά­γε­τε εἴ­πα­τε τοῖς μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅ­τι προ­ά­γει ὑ­μᾶς εἰς τὴν Γα­λι­λα­ί­αν· ἐ­κεῖ αὐ­τὸν ὄ­ψε­σθε, κα­θὼς εἶ­πεν ὑ­μῖν. καὶ ἐ­ξελ­θοῦ­σαι ἔ­φυ­γον ἀ­πὸ τοῦ μνη­με­ί­ου· εἶ­χε δὲ αὐ­τὰς τρό­μος καὶ ἔκ­στα­σις, καὶ οὐ­δε­νὶ οὐ­δὲν εἶ­πον· ἐ­φο­βοῦν­το γάρ.
               (Μάρκ. ιε΄[15] 43 – 47, ιστ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦλ­θε ὁ Ἰ­ω­σὴφ πού κα­τα­γό­ταν ἀ­π' τὴν πό­λη Ἀ­ρι­μαθαί­α, ἕ­να σε­βα­στὸ καὶ ἐ­πί­ση­μο μέ­λος τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ συνε­δρί­ου, πού εἶ­χε πι­στέ­ψει κι αὐ­τὸς στὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θεοῦ καὶ πε­ρί­με­νε τὴ βα­σιλεί­α αὐ­τὴ χω­ρὶς νὰ κλο­νι­σθεῖ ἡ ἐλ­πί­δα του ἀ­πὸ τὸ θάνα­το τοῦ Ἰησοῦ· αὐ­τὸς λοι­πὸν τόλ­μη­σε καὶ πα­ρου­σιάστη­κε στὸν Πι­λά­το καὶ ζή­τη­σε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Πι­λά­τος μά­λι­στα ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος κι ἀ­πό­ρη­σε πού τό­σο γρή­γο­ρα εἶ­χε κι­ό­λας πε­θά­νει ὁ Ἰησοῦς. Κι ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο, τὸν ρώ­τη­σε ἐ­ὰν εἶ­χε ὥ­ρα πολ­λὴ πού πέ­θα­νε. Κι ὅ­ταν ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ πέ­θα­νε ὁ Ἰ­η­σοῦς, χά­ρι­σε τὸ σῶ­μα του στὸν Ἰ­ω­σήφ. Κι ἐ­κεῖ­νος, ἀφοῦ ἀ­γό­ρα­σε και­νούρ­γιο καὶ ἀ­με­τα­χείρι­στο σεν­τό­νι καὶ κα­τέ­βα­σε τὸν Ἰησοῦ ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό, τύ­λι­ξε τὸ σῶ­μα του στὸ σεν­τό­νι καὶ τὸν ἔ­βα­λε κά­τω σ' ἕ­να μνη­μεῖ­ο, τὸ ὁποῖο ἦ­ταν σκα­λι­σμέ­νο μέ­σα στὸ βράχο· καὶ κύ­λι­σε ἕ­να με­γά­λο λί­θο πά­νω στὸ στό­μιο τοῦ μνη­μεί­ου κλεί­νον­τας ἔ­τσι τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου. Στὸ με­τα­ξὺ ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α τοῦ Ἰωσῆ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν προ­σε­κτι­κὰ καὶ μὲ πο­λὺ ἐν­διαφέ­ρον ποῦ το­πο­θε­τή­θη­κε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ.
Ἀφοῦ πέ­ρα­σε τὸ Σάβ­βα­το, ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ ἡ Σα­λώ­μη ἀ­γό­ρα­σαν τὸ βρά­δυ τοῦ Σαβ­βά­του ἀ­ρώ­μα­τα, γιὰ νὰ ἔλ­θουν τὸ πρω­ὶ στὸν τά­φο καὶ νὰ ἀ­λεί­ψουν τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν᾿ ἀνατέλλει κάτω ἀπ᾿ τόν ὁ­ρί­ζον­τα. Κι ἔ­λε­γαν με­τα­ξύ τους: Ποι­ὸς θὰ μᾶς κυ­λί­σει τὴ με­γάλη πέ­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου; Μό­λις ὅ­μως ἔ­στρε­ψαν τὰ μά­τια τους πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἶ­δαν ὅ­τι εἶ­χε με­τα­το­πι­σθεῖ ἡ πέ­τρα μα­κριὰ ἀπ’ τό μνημεῖο. Καὶ τὰ ἔ­λε­γαν αὐ­τὰ με­τα­ξύ τους, δι­ό­τι ἡ πέ­τρα αὐ­τὴ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη καὶ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ. Κι ἀφοῦ μπῆ­καν στὸ μνη­μεῖ­ο, εἶ­δαν ἕ­να νέ­ο πού καθόταν στὰ δε­ξιὰ τοῦ μνη­μεί­ου καὶ ἦ­ταν ντυ­μέ­νος μὲ λευκή στο­λή, καὶ γέ­μι­σαν μὲ τρό­μο καὶ κα­τά­πλη­ξη. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς εἶπε: Μὴν τρο­μά­ζε­τε καὶ μὴ φο­βάστε. Ξέ­ρω ποι­ὸν ζη­τᾶ­τε. Ζη­τᾶ­τε τὸν Ἰησοῦ τὸν Να­ζα­ρηνὸ τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Ἀ­να­στή­θη­κε. Δέν εἶναι ἐ­δῶ. Νά, εἶ­ναι ἀ­δεια­νὸ τὸ μέ­ρος πού τὸν ἔ­βα­λαν. Ἀλ­λὰ πη­γαί­νε­τε καὶ πέ­στε στοὺς μα­θη­τές του καὶ ἰ­διαι­τέ­ρως στὸν Πέ­τρο, πού ἔ­χει ἀ­νάγ­κη πα­ρη­γο­ριᾶς καὶ βε­βαι­ώ­σε­ως ὅ­τι συγ­χω­ρή­θη­κε γιὰ τὴν ἄρ­νη­σή του, ὅ­τι πη­γαί­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς στὴ Γα­λι­λαί­α καὶ σᾶς πε­ρι­μέ­νει ἐκεῖ. Ἐ­κεῖ θὰ τὸν δεῖ­τε, ὅ­πως σᾶς τὸ εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐ­κεῖ­νες τό­τε βγῆ­καν κι ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὸ μνη­μεῖ­ο. Ἦ­ταν μά­λι­στα γε­μά­τες τρό­μο καὶ ἔκ­στα­ση. Δὲν εἶ­παν ὅ­μως τί­πο­τε σὲ κα­νέ­να, δι­ό­τι ἦ­ταν φο­βι­σμέ­νες.  


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου