Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ     

    ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ

(28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2024)



 

ΕΩΘΙΝΟΝ Α΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς΄ καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν΄ καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων΄ Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ Ἰδού, ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

(Ματθ. κη΄[28]  16 – 20)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

 Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ ἕντεκα μαθητὲς πῆγαν στὴ Γαλιλαία, στὸ ὄρος ποὺ τοὺς καθόρισε ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖ τὸν εἶδαν καὶ τὸν προσκύνησαν. Μερικοὶ ὅμως εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Δόθηκε καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση μου κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους ὅλα τὰ παραγγέλματα ποὺ σᾶς ἔδωσα ὡς ἐντολές. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία, θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰώνας αὐτός, μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΛΒ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)

Τέ­κνον Τι­μό­θε­ε, πι­στὸς ὁ λό­γος καὶ πά­σης ἀ­πο­δο­χῆς ἄ­ξι­ος, εἰς τοῦ­το γὰρ καὶ κο­πι­ῶ­μεν καὶ ὀ­νει­δι­ζό­με­θα, ὅ­τι ἠλ­πί­κα­μεν ἐ­πὶ Θε­ῷ ζῶν­τι, ὅς ἐ­στι σω­τὴρ πάν­των ἀν­θρώ­πων, μά­λι­στα πι­στῶν. Πα­ράγ­γελ­λε ταῦ­τα καὶ δί­δα­σκε. Μη­δε­ίς σου τῆς νε­ό­τη­τος κα­τα­φρο­νε­ί­τω, ἀλ­λὰ τύ­πος γί­νου τῶν πι­στῶν ἐν λό­γῳ, ἐν ἀ­να­στρο­φῇ, ἐν ἀ­γά­πῃ, ἐν πνε­ύ­μα­τι, ἐν πί­στει, ἐν ἁ­γνε­ί­ᾳ. Ἕ­ως ἔρ­χο­μαι πρό­σε­χε τῇ ἀ­να­γνώ­σει, τῇ πα­ρα­κλή­σει, τῇ δι­δα­σκα­λί­ᾳ. Μὴ ἀ­μέ­λει τοῦ ἐν σοὶ χα­ρί­σμα­τος, ὃ ἐ­δό­θη σοι δι­ὰ προ­φη­τε­ί­ας με­τὰ ἐ­πι­θέ­σε­ως τῶν χει­ρῶν τοῦ πρε­σβυ­τε­ρί­ου. Ταῦ­τα με­λέ­τα, ἐν το­ύ­τοις ἴ­σθι, ἵ­να σου ἡ προ­κο­πὴ φα­νε­ρὰ ᾖ ἐν πᾶ­σιν.

                                             (Α΄ Τιμ. δ΄[4] 9 -15)

 

«Ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι»

Ζοῦμε σὲ ταραγμένη ἐποχή. Τὰ ­πάντα γύρω μας καταρρέουν. Ὅλα μοιάζουν τό­­σο ψεύτικα! Χρήματα, ἄνθρωποι μὲ ὑ­­­­­­­­­­­­­­­ψηλὲς κοινωνικὲς θέσεις, ­τεχνολογικὰ ἐ­­­­πιτεύγματα… ὅλα ἀποδεικνύονται τόσο εὐ­­­μετάβολα καὶ ἀνίσχυρα! Ποῦ νὰ στηρίξουμε τὴν ἐλπίδα μας; Ποιὸς μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε; Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ γιὰ τὴ ζωή μας στὸ μέλλον;… Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴ δίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μὲ τὰ λόγια: «ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι». Δὲν ὑπολογίζουμε κόπους καὶ στερήσεις, γράφει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, διότι ἔχουμε στηρίξει τὴν ἐλπίδα μας στὸν ζωντανὸ Θεό! 

Ἂς δοῦμε λοιπὸν γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἡ μόνη μας ἐλπίδα.

1. Ὁ ἀληθινὸς Θεός!

Ἡ ἐλπίδα μας στὸν Θεὸ εἶναι ­σταθερὴ καὶ ἀδιάψευστη, διότι ὁ Θεὸς στὸν Ὁποῖο πιστεύουμε εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός. Εἶναι ὁ «ποιητὴς οὐρανοῦ καὶ γῆς»‧ Ἐ­­­κεῖνος ὁ ὁποῖος συνέχει, συγκρα­τεῖ καὶ συντηρεῖ τὰ πάντα μὲ τοὺς νό­­μους καὶ τὴν ἀγαθὴ Πρόνοιά του. Εἶ­ναι ὁ Δημιουργὸς καὶ Κυβερνήτης τοῦ σύμπαντος, ὁ παντοδύναμος Θεὸς καὶ Πατέ­ρας μας.

Δὲν εἶναι νεκρὸς ὅπως οἱ ψεύτικοι θεοὶ τῶν εἰδώλων, οἱ ὁποῖοι «στόμα ἔχουσι καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι καὶ οὐκ ὄψονται, ὦτα ἔχουσι καὶ οὐκ ἀκούσονται…» (Ψαλμ. 113, 13-14). Ὄχι! Δὲν ἐλπίζουμε στὰ εἴδωλα, ποὺ οὔτε μιλοῦν, οὔτε βλέπουν, οὔτε ἀκοῦν. Ἐλπίζουμε στὸν ζωντανὸ Θεό, ποὺ ­ἀκούει τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδιᾶς μας, ἀ­­­φου­γκράζεται τοὺς πόνους μας, παρακο­λουθεῖ τὸ κάθε βῆμα μας. Τὸ σημειώνει ὁ θεόπνευστος Ψαλμωδός: «Οὐ νυστάξει οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν Ἰσραήλ» (Ψαλμ. 120, 4). Ποτὲ δὲν κλείνει μάτι ὁ Θεός! Ὅλα ὅσα συμβαίνουν γίνονται κάτω ἀπὸ τὸ ἄγρυπνο βλέμμα του. Αὐτός εἶναι ὁ ρυθμιστὴς τῆς ἱστορίας καί τελικῶς τὰ πάν­τα – ἀκόμη κι αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν κατ᾿ ἀνοχὴν ἢ κατὰ παραχώρησίν του – ὑπηρετοῦν τὸ δικό του ἅγιο θέλημα.

2. Ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτής μας

Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν εἶναι μόνο ὁ Δημιουργός μας καὶ αὐτὸς ποὺ μᾶς συντηρεῖ μὲ τὴν πρόνοιά του, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς ὅσων πιστεύουν σ᾿ Αὐτόν. Αὐτὸ ἀκριβῶς γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Ὁ Θεὸς στὸν Ὁποῖο ἐλπίζουμε εἶναι ὁ «σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν».

Στ᾿ ἀλήθεια, ποῦ ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία τὸν ἄνθρωπο;! Αἰῶνες ὁλόκληρους παρέμενε βυθισμένος στὸ βοῦρκο τῆς ἐξαθλίωσης καὶ τῆς διαφθορᾶς. Ποιὸς τὸν ἔσωσε; Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔθεσε σὲ ἐφαρμογὴ τὸ ἀσύλληπτο γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ σχέδιο τῆς σωτηρίας τῶν ἀν­θρώ­πων: τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Χάρη στὴ ­σταυρικὴ θυ­σία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ὅσοι καταφεύγουν μὲ πίστη καὶ εἰλικρινὴ μετάνοια σ᾿ Αὐ­τὸν λαμβάνουν μοναδικὲς δωρεές: ἄ­­­φε­ση ἁ­­­μαρτιῶν, λύτρωση, σωτηρία, ζωὴ αἰώνια!

Ὅσο πικρὴ λοιπὸν κι ἂν εἶναι ἡ ­πείρα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ὅλοι ἴσως ἔχουμε ­δοκιμάσει, ὅσο βαριὰ κι ἂν εἶναι τὰ παραπτώματα στὰ ὁποῖα ἔχουμε πιθανὸν παρασυρθεῖ, ἂς γνωρίζουμε ὅτι τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὸ ἄπειρο ἔλεος καὶ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. β΄[2] 4). Ὁ Κύριος μὲ τὴ θυσία τοῦ Σταυροῦ ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου ὄχι μόνο γιὰ τὸν μετανοημένο ληστὴ ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο ποὺ πιστεύει καὶ μετανοεῖ εἰλικρινά.

3. Ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου

Ἂς ὑπογραμμίσουμε ὅμως κι ἕνα ­τρίτο σημεῖο: ὅτι ὁ Θεός, στὸν Ὁποῖο πιστεύουμε καὶ ἐλπίζουμε, εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἐξουσιάζει τὴ ζωὴ καὶ τὸν ­θάνατο. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ οἱ πιστοὶ δὲν φοβοῦνται, δὲν πρέπει νὰ φοβοῦνται τὸν θάνατο. Ὁ ἀπόστο­λος Παῦλος γράφει στοὺς Κορινθί­ους ὅτι ὑπῆρχαν στιγμὲς ποὺ ­κυριολεκτικὰ κινδύνευσε κι αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ­Ἀπόστολοι νὰ χάσουν τὴ ζωή τους. Ἀλλὰ μέσα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, σημειώνει, μάθαμε νὰ μὴν ἐλπίζουμε στὶς δυνάμεις μας ἀλλὰ στὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος ­ἀνασταί­νει τοὺς νεκρούς. Ὁ Θεὸς λοιπὸν ποὺ μᾶς γλύτωσε ἀπὸ τόσους θανάσιμους κινδύνους, ἐλπίζουμε, γράφει, ὅτι καὶ στὸ μέλλον θὰ μᾶς προστατεύσει καὶ θὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ κάθε κίνδυνο (Β΄ Κορ. α΄[1] 9-10). Μὲ αὐτὴν τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα στὸν ἀναστάντα Κύριο προχωροῦσαν τὰ πλήθη τῶν ἁγίων Μαρτύρων, χωρὶς νὰ φοβοῦνται τὰ βασανιστήρια οὔτε ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν θάνατο!

«Ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι». Ναί! Εἶ­ναι ζωντανὸς ὁ Θεός μας! Ἀκούει τὶς προσ­­­ευχές μας, μᾶς μιλᾶ μὲ τὸν αἰώνιο λό­­­γο του, μᾶς ἐνισχύει μὲ τὴ χάρη του, μᾶς προσ­τατεύει μὲ τὶς σωτήριες ­ἐπεμβάσεις του! Πόσα θαύματα ἔχουμε ζήσει εἴτε ὡς ἄτομα εἴτε ὡς ἔθνος, ποὺ μαρτυροῦν τὴν ὁλοζώντανη παρουσία καὶ τὴν ἀκατα­νί­κητη δύναμή του! Ἂς ἐπιστρέψουμε λοι­πὸν κοντά του μὲ συντριβὴ καὶ ταπείνω­ση. Ἂς εὐθυγραμμίσουμε τὴ ζωή μας μὲ τὸ ἅγιο θέλημά του κι ἂς προσευχηθοῦ­με θερμά, ὥστε μέσα στὶς τρικυμίες τῆς ζωῆς Ἐκεῖνος νὰ γίνει καὶ νὰ εἶναι ἄγκυρα ἐλπίδας καὶ σωτηρίας!

(Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, δι­ήρ­χε­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς τὴν ῾Ι­ε­ρι­χώ. Καὶ ἰ­δοὺ, ἀ­νὴρ ὀ­νό­μα­τι κα­λο­ύ­με­νος Ζακ­χαῖ­ος· καὶ αὐ­τὸς ἦν ἀρ­χι­τε­λώ­νης, καὶ οὗ­τος ἦν πλο­ύ­σι­ος, καὶ ἐ­ζή­τει ἰ­δεῖν τὸν ᾿Ι­η­σοῦν τίς ἐ­στι, καὶ οὐκ ἠ­δύ­να­το ἀ­πὸ τοῦ ὄ­χλου, ὅ­τι τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ μι­κρὸς ἦν. Καὶ προ­δρα­μὼν ἔμ­προ­σθεν, ἀ­νέ­βη ἐ­πὶ συ­κο­μο­ρέ­αν, ἵ­να ἴ­δῃ αὐ­τόν, ὅ­τι ἐ­κε­ί­νης ἤ­μελ­λε δι­έρ­χε­σθαι. Καὶ ὡς ἦλ­θεν ἐ­πὶ τὸν τό­πον, ἀ­να­βλέ­ψας ὁ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­δεν αὐ­τὸν, καὶ εἶ­πε πρὸς αὐ­τόν· Ζακ­χαῖ­ε, σπε­ύ­σας κα­τά­βη­θι· σή­με­ρον γὰρ ἐν τῷ οἴ­κῳ σου δεῖ με μεῖ­ναι. Καὶ σπε­ύ­σας κα­τέ­βη, καὶ ὑ­πε­δέ­ξα­το αὐ­τὸν χα­ί­ρων. Καὶ ἰ­δόν­τες πάν­τες δι­ε­γόγ­γυ­ζον, λέ­γον­τες· ὅ­τι πα­ρὰ ἁ­μαρ­τω­λῷ ἀν­δρὶ εἰ­σῆλ­θε κα­τα­λῦ­σαι. Στα­θεὶς δὲ Ζακχαῖ­ος, εἶ­πε πρὸς τὸν ᾿Ι­η­σοῦν· Ἰ­δοὺ, τὰ ἡ­μί­ση τῶν ὑ­παρ­χόν­των μου Κύριε, δί­δω­μι τοῖς πτω­χοῖς· καὶ εἴ τι­νός τι ἐ­συ­κο­φάν­τη­σα, ἀ­πο­δί­δω­μι τε­τρα­πλοῦν. Εἶ­πε δὲ πρὸς αὐ­τὸν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· ὅ­τι σήμε­ρον σω­τη­ρί­α τῷ οἴ­κῳ το­ύ­τῳ ἐ­γέ­νε­το, κα­θό­τι καὶ αὐ­τὸς υἱ­ὸς ᾿Α­βρα­άμ ἐ­στιν. Ἦλ­θε γὰρ ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ζη­τῆ­σαι καὶ σῶ­σαι τὸ ἀ­πο­λω­λός.

                                        (Λουκ. ιθ΄[19] 1 - 10)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στήν Ἱεριχώ, καί περνοῦσε μέσα ἀπὸ τὴν πόλη. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνας ἄνθρωπος πού ὀνομαζόταν Ζακχαῖος. Αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. Καὶ προσπαθοῦσε νὰ δεῖ τόν Ἰησοῦ ποιός εἶναι, ἀλλά δὲν μποροῦσε. Διότι ὑπῆρχε μεγάλη συρροὴ λαοῦ, καὶ αὐτὸς ἦταν κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ σκεπαζόταν ἀπὸ τὸ πλῆθος. Ἔτρεξε λοιπὸν μπροστὰ ἀπὸ τὸ πλῆθος πού συνόδευε τόν Ἰησοῦ καὶ ἀνέβηκε σὰν νὰ ἦταν μικρὸ παιδὶ σὲ μία συκομουριὰ γιὰ νὰ τὸν δεῖ, διότι ἀπὸ τὸ δρόμο ἐκεῖνο στὸν ὁποῖο βρισκόταν τὸ δέντρο αὐτὸ θὰ περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς. Ἀμέσως μόλις ἔφθασε ὁ Ἰησοῦς στὸ σημεῖο ἐκεῖνο, σήκωσε τὰ μάτια του καὶ τὸν εἶδε· καὶ χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζει ἀπὸ παλαιότερα τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ εἶπε: Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου, σύμφωνα μὲ τὴ θεία βουλὴ πού προετοιμάζει τὴ σωτηρία σου. Τότε ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε γρήγορα καὶ τὸν ὑποδέχθηκε στὸ σπίτι του μὲ χαρά. Ὅλοι ὅμως, ὅταν εἶδαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς προτίμησε τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, μουρμούριζαν μεταξύ τους μὲ ἀγανάκτηση καὶ σχολίαζαν περιφρονητικὰ τόν Ἰησοῦ λέγοντας ὅτι μπῆκε νὰ μείνει καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ζακχαῖος ὅμως στάθηκε μπροστὰ στὸν Κύριο καὶ τοῦ εἶπε: Ἰδού, Κύριε, τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου τὰ δίνω ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς, κι ἂν τυχὸν ὡς τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες καὶ ἀναφορὲς γιὰ νὰ ἀδικήσω κάποιον σὲ κάτι, τοῦ τὸ γυρίζω πίσω τετραπλάσιο. Τότε ὁ Ἰησοῦς στράφηκε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε: Σήμερα μὲ τὴν ἐπίσκεψή μου στὸ σπίτι αὐτὸ ἦλθε ἡ σωτηρία τόσο στὸν οἰκοδεσπότη ὅσο καὶ στοὺς δικούς του. Καὶ ἔπρεπε νὰ σωθεῖ καὶ ὁ ἀρχιτελώνης αὐτός, διότι κι αὐτὸς εἶναι γιὸς καὶ ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, ὅπως κι ἐσεῖς πού διαμαρτύρεσθε. Καὶ σ' αὐτὸν λοιπὸν ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴν ὑπόσχεση τῆς σωτηρίας. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ συντελέσω στὴ σωτηρία αὐτὴ τοῦ Ζακχαίου, διότι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ ν' ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, πού σὰν χαμένο πρόβατο κινδύνευε νὰ πεθάνει μέσα στὴν ἁμαρτία.

­

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου