Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ ( ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ). ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

    ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ ( ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ)

(18 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026)

(ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ)



 

ΕΩΘΙΝΟΝ Ι΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, ἐφανέρωσε δὲ οὕτως. ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος, καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο. λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος, Ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ, Ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. ἐξῆλθον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν. πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν, οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Παιδία, μὴ τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ, Οὒ, ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων. λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ, Ὁ Κύριός ἐστι. Σίμων οὖν Πέτρος, ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι , τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο· ἦν γὰρ γυμνὸς· καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν. οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον· οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ' ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων· σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων. ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον, καὶ ἄρτον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν. ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος, καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντηκοντατριῶν, καὶ τοσούτων ὄντων, οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν, Σὺ τὶς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν. ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς, καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον, καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.

 (Ἰωάν. κα΄[21]  1 – 14)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τον καιρό ὁ Ἰησοῦς ἐμφανίστηκε πάλι στοὺς μαθητές του στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος. Καὶ ἐμφανίστηκε μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἦταν μαζὶ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ Θωμᾶς ποὺ λεγόταν Δίδυμος, καὶ ὁ Ναθαναὴλ ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ἄλλοι δύο ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Τοὺς λέει ὁ Σίμων Πέτρος: Πηγαίνω νὰ ψαρέψω. Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίνονται: Ἐρχόμαστε κι ἐμεῖς μαζί σου. Βγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὸ κατάλυμά τους πρὸς τὴ θάλασσα, μπῆκαν ἀμέσως στὸ πλοῖο καὶ ἄρχισαν νὰ ψαρεύουν. Ὅμως ἐκείνη τὴ νύχτα δὲν ἔπιασαν τίποτε. Ὅταν πιὰ ξημέρωσε, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στὴν ἀκρογιαλιά. Οἱ μαθητὲς ὅμως δὲν ἀντιλήφθηκαν ὅτι αὐτὸς ποὺ στεκόταν ἐκεῖ ἦταν ὁ Ἰησοῦς. Σὰν νὰ ἦταν λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς κάποιος ξένος καὶ ἄγνωστος διαβάτης, τοὺς λέει: Παιδιά, μήπως ἔχετε κανένα ψάρι γιὰ προσφάι; Ὄχι, τοῦ ἀποκρίθηκαν. Κι ἐκεῖνος τότε τοὺς εἶπε: Ρίξτε τὸ δίχτυ στὰ δεξιὰ τοῦ πλοίου καὶ θὰ βρεῖτε. Ἔριξαν λοιπὸν τὸ δίχτυ ὅπως τοὺς εἶπε ὁ Κύριος, καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ τραβήξουν ἐπάνω ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ψαριῶν ποὺ εἶχε πιάσει.  7 Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν πρωτοφανὴ αὐτὴ ἐπιτυχία λέει στὸν Πέτρο ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς: Αὐτὸς ποὺ τὸν νομίσαμε γιὰ ξένο εἶναι ὁ Κύριος. Ὁ Σίμων Πέτρος λοιπόν, ὅταν ἄκουσε ὅτι ἦταν ὁ Κύριος, φόρεσε βιαστικὰ καὶ ζώσθηκε τὸ ἐργατικὸ ἔνδυμά του, διότι μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἦταν σχεδὸν γυμνός, καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν, ρίχθηκε στὴ θάλασσα γιὰ νὰ συναντήσει τὸ συντομότερο τὸν Διδάσκαλο. Οἱ ἄλλοι μαθητὲς ὅμως ἦλθαν μὲ τὸ πλοιάριο σέρνοντας  τὸ δίχτυ ποὺ ἦταν γεμάτο μὲ ψάρια, διότι δὲν ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὴ στεριά, ἀλλὰ ἀπεῖχαν περίπου ἑκατὸν τριάντα μέτρα. Ἀμέσως λοιπὸν μόλις ἀποβιβάσθηκαν στὴ στεριὰ μουσκεμένοι καὶ κατάκοποι καὶ πεινασμένοι, βλέπουν ἕτοιμα κάτω στὴ γῆ ἕνα σωρὸ κάρβουνα ἀναμμένα καὶ πάνω σ᾿ αὐτὰ ἕνα ψάρι καὶ παραδίπλα χωριστὰ ἕνα ψωμί. Βρῆκαν δηλαδὴ φωτιὰ γιὰ νὰ θερμανθοῦν καὶ νὰ στεγνώσουν τὰ ροῦχα τους, καὶ φαγητὸ γιὰ τὸ πρωινό τους. Καὶ γιὰ νὰ συμπληρωθεῖ τὸ πρωινὸ αὐτὸ καὶ ἀπό τὸ προϊὸν τοῦ κόπου τους, τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς: Φέρτε καὶ ἀπὸ τὰ ψάρια ποὺ πιάσατε τώρα. Ὅμως τὸ δίχτυ μὲ τὰ ψάρια ἦταν ἀκόμη μέσα στὴ λίμνη καὶ ἐξαιτίας τοῦ βάρους του ἦταν δύσκολο νὰ τραβηχθεῖ. Ἀνέβηκε τότε στὸ πλοιάριο ὁ Σίμων Πέτρος, ποὺ ἦταν ἐμπειρότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ τράβηξε τὸ δίχτυ στὴ στεριά, γεμάτο ἀπὸ ἑκατὸν πενῆντα τρία μεγάλα ψάρια. Κι ἐνῶ ἦταν τόσο πολλὰ τὰ ψὰρια, δὲν σκίστηκε τὸ δίχτυ. Τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐλᾶτε τώρα νὰ πάρετε τὸ πρωινό σας. Στὸ μεταξὺ ὅμως κανένας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς δὲν τολμοῦσε νὰ τὸν ρωτήσει διερευνητικὰ «ποιὸς εἶσαι ἐσύ», διότι ἤξεραν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος, καὶ συνεπῶς αἰσθάνονταν ἀπέναντί του φόβο καὶ βαθὺ σεβασμό. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ ἦλθαν οἱ μαθητὲς νὰ φᾶνε. Ἔρχεται τότε καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ παίρνει στὰ χέρια του τὸν ἄρτο καὶ τοὺς τὸν μοίρασε. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὸ ψάρι. Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη μέχρι τότε φορά πού φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές του συγκεντρωμένους, μετά τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς.

 

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ)

Ἀδελφοί, μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. ᾽Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατοῦντες. Ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες΄ ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς. Διὸ καὶ ᾽Ιησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθεν. Τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς, τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. Δι᾽ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾽ ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε, τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός.

                                         (Ἑβρ, ιγ΄[13] 7 – 16)

 

ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ ΜΑΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

  κκλησία μας πιτελε σήμερα τ μνήμη τν γίων Πατέρων «θανασίου κα Κυρίλλου Πατριαρχν λεξανδρείας», ο ποοι γωνίσθηκαν σκληρ ναντίον τν αρέσεων. Μέγας θανάσιος ναντίον το ρείου στήν πρώτη Οκουμενική Σύνοδο, κα γιος Κύριλλος ναντίον το Νεστορίου στήν τρίτη Οκουμενική Σύνοδο. Καί κράτησαν άνόθευτη τν ρθόδοξη πίστη μας. Γι᾿ ατ κα τ σημερινό ποστολικ νάγνωσμα εναι φιερωμένο στά δύο μεγάλα ατ πνευματικ ναστήματα. 

1. ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΜΑΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

«Μνημονεύετε τν γουμένων ύμν» μς λέγει πόστολος Παλος. Ν θυμσθε δηλαδ πάντοτε τ γιο παράδειγμα τν πνευματικν ρχηγν σας, ο ποοι σς δίδαξαν τν λόγο το Θεο. Κα ν ναλογίζεσθε τ γιο κα θεάρεστο τέλος τς ζως τους κα τς συμπεριφορς τους κα ν μιμσθε τν πίστη τους. ησος Χριστς ταν χθς κα σήμερα διος κα θ μένει στούς αἰῶνες. Μήν παρασύρεσθε λοιπν πό ξένες διδασκαλίες. Διότι Χάρις το Χριστο εναι ατ πο θ σς στηρίξει κα χι ουδαϊκή διάκριση τν φαγητν, π τν ποία δν φελήθηκαν σοι Χριστιανο πηρεάσθηκαν κα βαλαν τ φαγητά ς κανόνα συμπεριφορς. 

ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΥΜΝΟΣ εγνωμοσύνης πρς τος πνευματικούς μας πατέρες εναι τ σημερινό ποστολικό νάγνωσμα. Μς προτρέπει ν μν ξεχνομε ποτ τος πνευματικούς μας πατέρες κα καθοδηγητές. Διότι ατο εναι ο μεγαλύτεροι εεργέτες μας. Ατο μς δίδαξαν τν ληθιν πίστη κα μς φησαν παράδειγμα γίας βιοτς. Μ τ διδασκαλία τους μς γνώρισαν τν Χριστό. Μς δίδαξαν τ μυστήρια τς πίστεως. Μς παιδαγώγησαν μέ σοφία. Κράτησαν την ρθοδοξία μας μ θυσίες καί διωγμούς. Κα μς μαθαν ν γωνιζόμαστε κι μες γι ν κρατήσουμε τν πίστη μας ρθόδοξη. 

λλ κα μ τν γία ζωή τους μς δίδαξαν τ ζω τς γιότητος. Λουσμένοι πρτα ατο μέσα στή χάρη τν ερν μυστηρίων κα τ ζω τς γιότητος μς μετέδωσαν βιώματα μοναδικ κα ερά. κτινοβόλησαν μέ τή ζωή τους τή λάμψη το Χριστο. Μς νέπνευσαν τν γάπη γι τν Θε κα τος γύρω μας. Πότισαν τήν ψυχή μας μ τ δάκρυά τους, μς στήριξαν στίς δυσκολίες μας. Μ τ παράδειγμά τους μς καλον ν περιφρονήσουμε τ μάταια, νά μαθητεύσουμε στή λατρεία κα τν προσευχή, ν πεθάνουμε γι τν κόσμο, ν ζήσουμε γι τν Χριστό, ν γίνουμε γιοι. 

Μν τος ξεχνομε λοιπόν. Νά τος φέρουμε στή μνήμη μας κα τς προσευχές μας. Να ζητομε τς πρεσβεες τους κα τ βοήθειά τους. Ν τος χουμε δεκτες πορείας. Ν κολουθομε τ παράδειγμά τους. 

2. ΘΥΣΙΑ ΑΝΑΙΜΑΚΤΟΣ

χουμε μες ο Χριστιανοί, μς λέγει στή συνέχεια πόστολος Παλος, τράπεζα κα θυσιαστήριο, μ τ ποο μετέχουμε στή σταυρική θυσία το Κυρίου κα π τ ποο δν χουν δικαίωμα νά φάγουν οτε ο ερες κα ρχιερες πού λατρεύουν κα πηρετον τν Θε στ Σκην το Μαρτυρίου. Διότι, πως ρίζει γία Γραφή, τ σώματα τν ζώων κείνων τν ποίων τ αμα φερε ρχιερέας κατ τν μέρα το ξιλασμο μέσα στ για τν γίων ς θυσία, δν τ τρωγαν ο ερες, λλ τ καιγαν λόκληρα ξω π τ στρατόπεδο το σραήλ. Γι᾿ ατ κα ησος, γι ν γιάσει μ τ διο Του τ αμα τν λα το νέου σραήλ, ξω π τν πύλη τς ερουσαλήμ, πάνω στν Γολγοθ χυσε τ αμα Του. 

ς κόψουμε λοιπόν κι μες κάθε σχέση μ τν κόσμο τς μαρτίας. Κα ς πάρουμε πάνω μας τν νειδισμό το Χριστο, τοιμοι νά περιφρονηθομε γι᾿ Αυτόν, πως περιφρονήθηκε κι κενος. «Ο γρ χομεν δε μένουσαν πόλιν, λλ τν μέλλουσαν πιζητομεν», δν χουμε δ μόνιμη πατρίδα, λλ μ πόθο πολ ζητομε τν αώνια ερουσαλήμ. 

Κι ς προσφέρουμε στν Θε κατάπαυστα «θυσίαν ανέσεως» δηλαδ χι θυσία ζώων, λλ θυσία πο θ εναι καρπς εγνωμοσύνης πρς τν Θε κα θ βγαίνει ς δοξολογία π τ χείλη μας. 

Μη λησμονεῖτε, συνεχίζει πόστολος, τν γαθοεργία κα ξυπηρετικότητα. Διότι σ᾿ ατές τίς θυσίες τς γάπης κα τν καλν ργων εαρεστεται Θεός. 

ΤΙ ΝΑ πεῖ βέβαια κανες μέσα σ λίγες γραμμές γι τ ψος τς ναιμάκτου θυσίας, γι τ ποο μς μιλε δ θεος πόστολος. ς πογραμμίσουμε μόνο μία μεγάλη λήθεια πού τονίζει: τι στ θυσιαστήριο τς Καινς Διαθήκης πλέον δν χουμε θυσία κα αμα ζώων, πως γινόταν στν Παλαι Διαθήκη. Τώρα θυσιάζεται αναιμάκτως διος Κύριος, « μνς το Θεο,  αρων τς μαρτίας το κόσμου». Μπορομε ν συλλάβουμε τ φοβερό μυστήριο; Στν γία Τράπεζά μας χουμε τ διο τ Σμα το Κυρίου μας, πο σταυρώθηκε πάνω στ Γολγοθ, πο ναστήθηκε κ τν νεκρν, ναλήφθηκε καί δοξάσθηκε στος ορανούς. Στν γία μας Τράπεζα χουμε τ διο τ Αμα το Κυρίου μας πού χύθηκε κατ τ σταυρική Του θυσία γι ν ξεπλύνει τς μαρτίες μας. Σ᾿ ατ τ ερ θυσιαστήριο μς ξιώνει γιος Θες ν τν λατρεύουμε, ν τν προσεγγίζουμε, ν τν κοινωνομε. 

φο λοιπν σέ τόσο μεγάλα κα ερ μς καλε γιος Θεός, ς κόψουμε, πως μς λέγει θεος πόστολος, κάθε σχέση μ τν κόσμο τς μαρτίας κι ς στρέψουμε τ βλέμμα μας κα τν καρδιά μας πρς τν αώνια πατρίδα μας. κε, στ περουράνιο θυσιαστήριο, θ λατρεύουμε καταπαύστως τν γιο Θεό σ μι λλη, οράνια λατρεία μαζί μ τος γίους κα τος γγέλους. μήν. 

(Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ­κεί­νῳ, εἰ­σερ­χο­μέ­νου τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ εἴς τι­να κώ­μην, ­πήντησαν αὐ­τῷ δέ­κα λε­προὶ ἄν­δρες, οἳ ­στη­σαν πόῤ­ῥω­θεν, καὶ αὐ­τοὶ ­ραν φω­νὴν, λέ­γον­τες· ᾿Ι­η­σοῦ ­πι­στά­τα, ­λέ­η­σον ­μᾶς. Καὶ ­δὼν, εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Πο­ρευ­θέν­τες ­πι­δε­­ξα­τε ­αυ­τοὺς τοῖς ­ε­ρεῦ­σι. Καὶ ­γέ­νε­το ἐν τῷ ­πά­γειν αὐ­τοὺς, ­κα­θα­ρί­σθη­σαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐ­τῶν, ­δὼν ­τι ­­θη, ­πέ­στρε­ψε με­τὰ φω­νῆς με­γά­λης δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν, καὶ ­πε­σεν ­πὶ πρό­σω­πον πα­ρὰ τοὺς πό­δας αὐ­τοῦ, εὐ­χα­ρι­στῶν αὐ­τῷ· καὶ αὐ­τὸς ἦν Σα­μα­ρε­­της. ­πο­κρι­θεὶς δὲ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­πεν· οὐ­χὶ οἱ δέ­κα ­κα­θα­ρί­σθη­σαν; οἱ δὲ ἐν­νέ­α ποῦ; οὐχ εὑ­ρέ­θη­σαν ­πο­στρέ­ψαν­τες δοῦ­ναι δό­ξαν τῷ Θε­, εἰ μὴ ἀλ­λο­γε­νὴς οὗ­τος; Καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἀ­να­στὰς πο­ρε­ύ­ου· ἡ πί­στις σου σέ­σω­κέ σε.

                                           (Λουκ. ιζ΄[17] 12–19)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Τήν ὥρα πού ὁ Ἰησοῦς ἔμπαινε σὲ κάποιο χωριό, τόν συνάντησαν δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι στάθηκαν ἀπὸ μακριά, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸν νόμο κάθε λεπρός θεωροῦνταν ἀκάθαρτος καὶ δὲν τοῦ ἐπιτρεπόταν νὰ πλησιάσει κανέναν. Κι αὐτοὶ ἄρχισαν νὰ τοῦ φωνάζουν δυνατά: Ἰησοῦ, Κύριε, σπλαχνίσου μας καὶ θεράπευσέ μας. Βλέποντάς τους ἐκεῖνος τοὺς εἶπε: Πηγαίνετε καί δεῖξτε τὸ σῶμα σας στοὺς ἱερεῖς, γιὰ νὰ βεβαιώσουν ἄν πράγματι θεραπευθήκατε, σύμφωνα μὲ τὴ διάταξη τοῦ νόμου. Καὶ καθὼς αὐτοὶ πήγαιναν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπό τούς ἱερεῖς, καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς, μόλις εἶδε ὅτι θεραπεύθηκε, ἐπέστρεψε καὶ μὲ δυνατὴ φωνὴ ἐκφράζοντας τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του δόξαζε τὸν Θεὸ πού τὸν θεράπευσε διαμέσου τοῦ Ἰησοῦ. Ἔπεσε τότε μὲ τὸ πρόσωπο κάτω στὴ γῆ κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε. Καὶ αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης, δηλαδὴ σχισματικὸς καὶ λιγότερο φωτισμένος ἀπό τοὺς Ἰουδαίους. Συνεπῶς κανεὶς δὲν θὰ περίμενε νὰ δείξει αὐτὸς μιὰ τέτοια εὐγνωμοσύνη ποὺ δὲν ἔδειξαν οἱ ἄλλοι ἐννέα, ποὺ ἦταν Ἰσραηλίτες. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε: Δὲν καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννέα ποῦ εἶναι; Χάθηκαν νὰ γυρίσουν πίσω καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Θεό, παρὰ μόνο ὁ ξένος αὐτός, πού δὲν ἀνήκει στὸ γνήσιο ἰουδαϊκὸ γένος; Καὶ σ᾿ αὐτὸν εἶπε: Σήκω καὶ πήγαινε. Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε. Δὲν θεράπευσε μόνο τὸ σῶμα σου, ἀλλά ἀποτελεῖ καὶ καλὴ ἀρχή πού θὰ σὲ ὁδηγήσει καὶ στὴν πνευματική σου σωτηρία.

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου