ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ ( ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ)
(18 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026)
(ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ)
ΕΩΘΙΝΟΝ Ι΄
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς
μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, ἐφανέρωσε
δὲ οὕτως. ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος, καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ
ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο.
λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος, Ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ, Ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν
σοί. ἐξῆλθον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.
πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν, οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ
μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Παιδία, μὴ τι προσφάγιον ἔχετε;
ἀπεκρίθησαν αὐτῷ, Οὒ, ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ
δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους
τῶν ἰχθύων. λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ, Ὁ Κύριός ἐστι.
Σίμων οὖν Πέτρος, ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι , τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο· ἦν γὰρ
γυμνὸς· καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν. οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον·
οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ' ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων· σύροντες τὸ δίκτυον
τῶν ἰχθύων. ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον
ἐπικείμενον, καὶ ἄρτον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε
νῦν. ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος, καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων
μεγάλων ἑκατὸν πεντηκοντατριῶν, καὶ τοσούτων ὄντων, οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. λέγει
αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν,
Σὺ τὶς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν. ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς, καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον,
καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς
τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.
(Ἰωάν. κα΄[21]
1 – 14)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τον καιρό ὁ Ἰησοῦς ἐμφανίστηκε πάλι στοὺς
μαθητές του στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος. Καὶ ἐμφανίστηκε μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἦταν
μαζὶ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ Θωμᾶς ποὺ λεγόταν Δίδυμος, καὶ ὁ Ναθαναὴλ ποὺ
καταγόταν ἀπὸ τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ἄλλοι δύο ἀπὸ
τοὺς μαθητές του. Τοὺς λέει ὁ Σίμων Πέτρος: Πηγαίνω νὰ ψαρέψω. Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίνονται:
Ἐρχόμαστε κι ἐμεῖς μαζί σου. Βγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὸ κατάλυμά τους πρὸς τὴ
θάλασσα, μπῆκαν ἀμέσως στὸ πλοῖο καὶ ἄρχισαν νὰ ψαρεύουν. Ὅμως ἐκείνη τὴ νύχτα
δὲν ἔπιασαν τίποτε. Ὅταν πιὰ ξημέρωσε, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στὴν ἀκρογιαλιά. Οἱ
μαθητὲς ὅμως δὲν ἀντιλήφθηκαν ὅτι αὐτὸς ποὺ στεκόταν ἐκεῖ ἦταν ὁ Ἰησοῦς. Σὰν νὰ
ἦταν λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς κάποιος ξένος καὶ ἄγνωστος διαβάτης, τοὺς λέει: Παιδιά,
μήπως ἔχετε κανένα ψάρι γιὰ προσφάι; Ὄχι, τοῦ ἀποκρίθηκαν. Κι ἐκεῖνος τότε τοὺς
εἶπε: Ρίξτε τὸ δίχτυ στὰ δεξιὰ τοῦ πλοίου καὶ θὰ βρεῖτε. Ἔριξαν λοιπὸν τὸ δίχτυ
ὅπως τοὺς εἶπε ὁ Κύριος, καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ τραβήξουν ἐπάνω ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν
ψαριῶν ποὺ εἶχε πιάσει. 7
Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν πρωτοφανὴ αὐτὴ ἐπιτυχία λέει στὸν Πέτρο ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος τὸν
ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς: Αὐτὸς ποὺ τὸν νομίσαμε γιὰ ξένο εἶναι ὁ Κύριος. Ὁ
Σίμων Πέτρος λοιπόν, ὅταν ἄκουσε ὅτι ἦταν ὁ Κύριος, φόρεσε βιαστικὰ καὶ ζώσθηκε
τὸ ἐργατικὸ ἔνδυμά του, διότι μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἦταν σχεδὸν γυμνός, καὶ ὁρμητικὸς
ὅπως ἦταν, ρίχθηκε στὴ θάλασσα γιὰ νὰ συναντήσει τὸ συντομότερο τὸν Διδάσκαλο.
Οἱ ἄλλοι μαθητὲς ὅμως ἦλθαν μὲ τὸ πλοιάριο σέρνοντας τὸ δίχτυ ποὺ ἦταν γεμάτο μὲ ψάρια,
διότι δὲν ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὴ στεριά, ἀλλὰ ἀπεῖχαν περίπου ἑκατὸν τριάντα μέτρα.
Ἀμέσως λοιπὸν μόλις ἀποβιβάσθηκαν στὴ στεριὰ μουσκεμένοι καὶ κατάκοποι καὶ
πεινασμένοι, βλέπουν ἕτοιμα κάτω στὴ γῆ ἕνα σωρὸ κάρβουνα ἀναμμένα καὶ πάνω σ᾿
αὐτὰ ἕνα ψάρι καὶ παραδίπλα χωριστὰ ἕνα ψωμί. Βρῆκαν δηλαδὴ φωτιὰ γιὰ νὰ
θερμανθοῦν καὶ νὰ στεγνώσουν τὰ ροῦχα τους, καὶ φαγητὸ γιὰ τὸ πρωινό τους. Καὶ
γιὰ νὰ συμπληρωθεῖ τὸ πρωινὸ αὐτὸ καὶ ἀπό τὸ προϊὸν τοῦ κόπου τους, τοὺς λέει ὁ
Ἰησοῦς: Φέρτε καὶ ἀπὸ τὰ ψάρια ποὺ πιάσατε τώρα. Ὅμως τὸ δίχτυ μὲ τὰ ψάρια ἦταν
ἀκόμη μέσα στὴ λίμνη καὶ ἐξαιτίας τοῦ βάρους του ἦταν δύσκολο νὰ τραβηχθεῖ. Ἀνέβηκε
τότε στὸ πλοιάριο ὁ Σίμων Πέτρος, ποὺ ἦταν ἐμπειρότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ
τράβηξε τὸ δίχτυ στὴ στεριά, γεμάτο ἀπὸ ἑκατὸν πενῆντα τρία μεγάλα ψάρια. Κι ἐνῶ
ἦταν τόσο πολλὰ τὰ ψὰρια, δὲν σκίστηκε τὸ δίχτυ. Τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐλᾶτε τώρα
νὰ πάρετε τὸ πρωινό σας. Στὸ μεταξὺ ὅμως κανένας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς δὲν τολμοῦσε
νὰ τὸν ρωτήσει διερευνητικὰ «ποιὸς εἶσαι ἐσύ», διότι ἤξεραν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος,
καὶ συνεπῶς αἰσθάνονταν ἀπέναντί του φόβο καὶ βαθὺ σεβασμό. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν
πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ ἦλθαν οἱ μαθητὲς νὰ φᾶνε. Ἔρχεται τότε καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ
παίρνει στὰ χέρια του τὸν ἄρτο καὶ τοὺς τὸν μοίρασε. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὸ
ψάρι. Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη μέχρι τότε φορά πού φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές
του συγκεντρωμένους, μετά τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ)
Ἀδελφοί, μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν
λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν
πίστιν. ᾽Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Διδαχαῖς
ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν,
οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατοῦντες. Ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ
φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες΄ ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ
αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται
ἔξω τῆς παρεμβολῆς. Διὸ καὶ ᾽Ιησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν,
ἔξω τῆς πύλης ἔπαθεν. Τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς, τὸν
ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν
ἐπιζητοῦμεν. Δι᾽ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾽
ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ
κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε, τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός.
(Ἑβρ, ιγ΄[13] 7 – 16)
ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ ΜΑΣ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
Ἡ Ἐκκλησία μας ἐπιτελεῖ σήμερα τὴ μνήμη τῶν ἁγίων Πατέρων «Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας», οἱ ὁποῖοι ἀγωνίσθηκαν σκληρὰ ἐναντίον τῶν αἱρέσεων. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐναντίον τοῦ Ἀρείου στήν
πρώτη Οἰκουμενική
Σύνοδο, καὶ
ὁ
ἅγιος
Κύριλλος ἐναντίον
τοῦ
Νεστορίου στήν
τρίτη Οἰκουμενική
Σύνοδο. Καί
κράτησαν άνόθευτη
τὴν
Ὀρθόδοξη
πίστη
μας. Γι᾿
αὐτὸ καὶ τὸ σημερινό Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἀφιερωμένο στά
δύο μεγάλα αὐτὰ πνευματικὰ ἀναστήματα.
1.
ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΜΑΣ ΠΑΤΕΡΕΣ
«Μνημονεύετε
τῶν
ἡγουμένων
ύμῶν»
μᾶς
λέγει ὁ
ἀπόστολος
Παῦλος.
Νὰ
θυμᾶσθε
δηλαδὴ
πάντοτε τὸ
ἅγιο
παράδειγμα τῶν
πνευματικῶν
ἀρχηγῶν σας, οἱ ὁποῖοι σᾶς δίδαξαν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ νὰ ἀναλογίζεσθε τὸ ἅγιο καὶ θεάρεστο τέλος τῆς ζωῆς τους καὶ τῆς συμπεριφορᾶς τους καὶ νὰ μιμῆσθε τὴν πίστη
τους. Ὁ
Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν χθὲς καὶ σήμερα ὁ ἴδιος καὶ θὰ μένει
στούς
αἰῶνες.
Μήν
παρασύρεσθε λοιπὸν
ἀπό
ξένες διδασκαλίες. Διότι ἡ
Χάρις τοῦ
Χριστοῦ
εἶναι
αὐτὴ ποὺ θὰ σᾶς στηρίξει
καὶ
ὄχι
ἡ
ἰουδαϊκή
διάκριση
τῶν
φαγητῶν,
ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν ὠφελήθηκαν ὅσοι Χριστιανοὶ ἐπηρεάσθηκαν καὶ ἔβαλαν τὰ φαγητά ὡς κανόνα συμπεριφορᾶς.
ΕΝΑΣ
ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΥΜΝΟΣ εὐγνωμοσύνης
πρὸς
τοὺς
πνευματικούς μας πατέρες εἶναι
τὸ
σημερινό Ἀποστολικό
ἀνάγνωσμα.
Μᾶς
προτρέπει νὰ
μὴν
ξεχνοῦμε
ποτὲ
τοὺς
πνευματικούς μας πατέρες καὶ
καθοδηγητές. Διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ μεγαλύτεροι εὐεργέτες μας. Αὐτοὶ μᾶς δίδαξαν τὴν ἀληθινὴ πίστη
καὶ
μᾶς
ἄφησαν
παράδειγμα ἁγίας
βιοτῆς.
Μὲ
τὴ
διδασκαλία τους μᾶς
γνώρισαν τὸν
Χριστό. Μᾶς
δίδαξαν τὰ
μυστήρια τῆς
πίστεως. Μᾶς
παιδαγώγησαν μέ
σοφία. Κράτησαν την Ὀρθοδοξία μας μὲ θυσίες καί
διωγμούς. Καὶ
μᾶς
ἔμαθαν
νὰ
ἀγωνιζόμαστε
κι ἐμεῖς γιὰ νὰ κρατήσουμε τὴν πίστη
μας ὀρθόδοξη.
Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἁγία ζωή τους μᾶς δίδαξαν τὴ ζωὴ τῆς ἁγιότητος. Λουσμένοι πρῶτα αὐτοὶ μέσα στή
χάρη
τῶν
ἱερῶν μυστηρίων καὶ τὴ ζωὴ τῆς ἁγιότητος μᾶς μετέδωσαν βιώματα μοναδικὰ καὶ ἱερά. Ἀκτινοβόλησαν
μέ
τή
ζωή τους τή
λάμψη
τοῦ
Χριστοῦ.
Μᾶς
ἐνέπνευσαν
τὴν
ἀγάπη
γιὰ
τὸν
Θεὸ
καὶ
τοὺς
γύρω μας. Πότισαν τήν ψυχή μας μὲ τὰ δάκρυά τους, μᾶς στήριξαν στίς
δυσκολίες μας. Μὲ
τὸ
παράδειγμά τους μᾶς
καλοῦν
νὰ
περιφρονήσουμε τὰ
μάταια, νά
μαθητεύσουμε στή
λατρεία καὶ
τὴν
προσευχή, νὰ
πεθάνουμε γιὰ
τὸν
κόσμο, νὰ
ζήσουμε γιὰ
τὸν
Χριστό, νὰ
γίνουμε ἅγιοι.
Μὴν τοὺς ξεχνοῦμε λοιπόν. Νά
τοὺς
φέρουμε στή
μνήμη μας καὶ
τὶς
προσευχές μας. Να ζητοῦμε
τὶς
πρεσβεῖες
τους καὶ
τὴ
βοήθειά τους. Νὰ
τοὺς
ἔχουμε
δεῖκτες
πορείας. Νὰ
ἀκολουθοῦμε τὸ παράδειγμά τους.
2.
ΘΥΣΙΑ ΑΝΑΙΜΑΚΤΟΣ
Ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, μᾶς λέγει στή
συνέχεια ὁ
ἀπόστολος
Παῦλος,
τράπεζα καὶ
θυσιαστήριο, μὲ
τὸ
ὁποῖο μετέχουμε στή
σταυρική θυσία τοῦ
Κυρίου καὶ
ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἔχουν δικαίωμα νά
φάγουν οὔτε
οἱ
ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς πού
λατρεύουν καὶ
ὑπηρετοῦν τὸν Θεὸ στὴ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου. Διότι, ὅπως ὁρίζει ἡ Ἁγία Γραφή, τὰ σώματα τῶν ζώων ἐκείνων τῶν ὁποίων τὸ αἷμα ἔφερε ὁ ἀρχιερέας κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ ἐξιλασμοῦ μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ὡς θυσία, δὲν τὰ ἔτρωγαν οἱ ἱερεῖς, ἀλλὰ τὰ ἔκαιγαν ὁλόκληρα ἔξω ἀπὸ τὸ στρατόπεδο τοῦ Ἰσραήλ. Γι᾿
αὐτὸ καὶ ὁ Ἰησοῦς, γιὰ νὰ ἁγιάσει
μὲ
τὸ
ἴδιο
Του τὸ
αἷμα
τὸν
λαὸ
τοῦ
νέου Ἰσραήλ,
ἔξω
ἀπὸ τὴν πύλη τῆς Ἱερουσαλήμ, πάνω στὸν Γολγοθᾶ ἔχυσε τὸ αἷμα Του.
Ἂς κόψουμε λοιπόν κι ἐμεῖς κάθε σχέση
μὲ
τὸν
κόσμο τῆς
ἁμαρτίας.
Καὶ
ἂς
πάρουμε πάνω μας τὸν
ὀνειδισμό
τοῦ
Χριστοῦ,
ἕτοιμοι
νά
περιφρονηθοῦμε
γι᾿
Αυτόν, ὅπως
περιφρονήθηκε κι Ἐκεῖνος. «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν», δὲν ἔχουμε ἐδῶ μόνιμη πατρίδα, ἀλλὰ μὲ πόθο πολὺ ζητοῦμε τὴν αἰώνια Ἱερουσαλήμ.
Κι
ἂς
προσφέρουμε στὸν
Θεὸ
ἀκατάπαυστα
«θυσίαν αἰνέσεως»
δηλαδὴ
ὄχι
θυσία ζώων, ἀλλὰ θυσία ποὺ θὰ εἶναι καρπὸς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ θὰ βγαίνει ὡς
δοξολογία ἀπὸ τὰ χείλη μας.
Μη
λησμονεῖτε,
συνεχίζει ὁ
Ἀπόστολος,
τὴν
ἀγαθοεργία
καὶ
ἐξυπηρετικότητα.
Διότι σ᾿
αὐτές
τίς
θυσίες τῆς
ἀγάπης
καὶ
τῶν
καλῶν
ἔργων
εὐαρεστεῖται ὁ Θεός.
ΤΙ
ΝΑ πεῖ
βέβαια κανεὶς
μέσα σὲ
λίγες γραμμές γιὰ
τὸ
ὕψος
τῆς
ἀναιμάκτου
θυσίας, γιὰ
τὸ
ὁποῖο μᾶς ὁμιλεῖ ἐδῶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Ἂς ὑπογραμμίσουμε μόνο μία
μεγάλη ἀλήθεια
πού
τονίζει: ὅτι
στὸ
θυσιαστήριο τῆς
Καινῆς
Διαθήκης πλέον δὲν
ἔχουμε
θυσία καὶ
αἷμα
ζώων, ὅπως
γινόταν στὴν
Παλαιὰ
Διαθήκη. Τώρα θυσιάζεται αναιμάκτως ὁ
ἴδιος
ὁ
Κύριος, «ὁ
ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου». Μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τὸ φοβερό μυστήριο; Στὴν ἁγία Τράπεζά μας ἔχουμε τὸ ἴδιο τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου μας, ποὺ σταυρώθηκε ἐπάνω στὸ Γολγοθᾶ, ποὺ ἀναστήθηκε ἐκ τῶν νεκρῶν, ἀναλήφθηκε καί
δοξάσθηκε στοὺς
οὐρανούς.
Στὴν
ἁγία
μας Τράπεζα ἔχουμε
τὸ
ἴδιο
τὸ
Αἷμα
τοῦ
Κυρίου μας πού
χύθηκε κατὰ
τὴ
σταυρική Του θυσία γιὰ
νὰ
ξεπλύνει
τὶς
ἁμαρτίες
μας. Σ᾿
αὐτὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο μᾶς ἀξιώνει ὁ Ἅγιος Θεὸς νὰ τὸν λατρεύουμε, νὰ τὸν προσεγγίζουμε, νὰ τὸν κοινωνοῦμε.
Ἀφοῦ λοιπὸν σέ
τόσο μεγάλα καὶ
ἱερὰ μᾶς καλεῖ ὁ ἅγιος Θεός, ἂς κόψουμε, ὅπως μᾶς λέγει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, κάθε σχέση
μὲ
τὸν
κόσμο τῆς
ἁμαρτίας
κι ἂς
στρέψουμε τὸ
βλέμμα μας καὶ
τὴν
καρδιά μας πρὸς
τὴν
αἰώνια
πατρίδα μας. Ἐκεῖ, στὸ ὑπερουράνιο θυσιαστήριο, θὰ λατρεύουμε ἀκαταπαύστως τὸν ἅγιο Θεό σὲ μιὰ ἄλλη, οὐράνια λατρεία μαζί μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους. Ἀμήν.
(Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσερχομένου τοῦ ᾿Ιησοῦ εἴς τινα κώμην, ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόῤῥωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν, λέγοντες· ᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ἰδὼν, εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς, ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ, εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ, εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; Καὶ εἶπεν
αὐτῷ· Ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.
(Λουκ. ιζ΄[17] 12–19)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Τήν ὥρα πού ὁ Ἰησοῦς ἔμπαινε σὲ κάποιο χωριό, τόν
συνάντησαν δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι στάθηκαν ἀπὸ μακριά, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ
τὸν νόμο κάθε λεπρός θεωροῦνταν ἀκάθαρτος καὶ δὲν τοῦ ἐπιτρεπόταν νὰ πλησιάσει
κανέναν. Κι
αὐτοὶ ἄρχισαν νὰ τοῦ φωνάζουν δυνατά: Ἰησοῦ,
Κύριε, σπλαχνίσου μας καὶ θεράπευσέ μας. Βλέποντάς τους ἐκεῖνος τοὺς εἶπε: Πηγαίνετε καί δεῖξτε τὸ σῶμα σας στοὺς
ἱερεῖς, γιὰ νὰ βεβαιώσουν ἄν πράγματι θεραπευθήκατε, σύμφωνα μὲ τὴ διάταξη τοῦ
νόμου. Καὶ καθὼς αὐτοὶ πήγαιναν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπό τούς ἱερεῖς, καθαρίστηκαν
ἀπὸ τὴ λέπρα. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς, μόλις εἶδε ὅτι θεραπεύθηκε, ἐπέστρεψε καὶ μὲ
δυνατὴ φωνὴ ἐκφράζοντας τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του δόξαζε τὸν Θεὸ πού τὸν
θεράπευσε διαμέσου τοῦ Ἰησοῦ. Ἔπεσε τότε μὲ τὸ πρόσωπο κάτω στὴ γῆ κοντὰ στὰ
πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε. Καὶ αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης, δηλαδὴ
σχισματικὸς καὶ λιγότερο φωτισμένος ἀπό τοὺς Ἰουδαίους. Συνεπῶς κανεὶς δὲν θὰ
περίμενε νὰ δείξει αὐτὸς μιὰ τέτοια εὐγνωμοσύνη ποὺ δὲν ἔδειξαν οἱ ἄλλοι ἐννέα,
ποὺ ἦταν Ἰσραηλίτες. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε: Δὲν
καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννέα ποῦ εἶναι; Χάθηκαν νὰ
γυρίσουν πίσω καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Θεό, παρὰ μόνο ὁ ξένος αὐτός, πού δὲν ἀνήκει
στὸ γνήσιο ἰουδαϊκὸ γένος; Καὶ σ᾿ αὐτὸν εἶπε: Σήκω καὶ πήγαινε. Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε. Δὲν θεράπευσε μόνο τὸ σῶμα σου,
ἀλλά ἀποτελεῖ καὶ καλὴ ἀρχή πού θὰ σὲ ὁδηγήσει καὶ στὴν πνευματική σου σωτηρία.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου