ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄
ΛΟΥΚΑ (ΖΑΚΧΑΙΟΥ)
(25 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026)
(ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΑΡΧ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ)
ΕΩΘΙΝΟΝ ΙΑ΄
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς
μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, καὶ λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ, Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾶς
με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ, Ναὶ Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ, Βόσκε
τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον, Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾶς με; Λέγει αὐτῷ, Ναί,
Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ, Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ
τρίτον, Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος, ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς
με; καὶ εἶπεν αὐτῷ, Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ
ὁ Ἰησοῦς, Βόσκε τὰ πρόβατά μου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες
σεαυτόν, καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες, ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου,
καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. Τοῦτο δὲ εἶπε, σημαίνων ποίῳ θανάτῳ
δοξάσει τὸν Θεόν. Καὶ τοῦτο εἰπών, λέγει αὐτῷ, Ἀκολούθει μοι. Ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ
Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ
δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε, Κύριε, τὶς ἐστιν ὁ παραδιδοὺς σε; τοῦτον ἰδὼν
ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ, Κύριε, οὗτος δὲ τὶ; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς. Ἐὰν αὐτὸν θέλω
μένειν ἕως ἔρχομαι, τὶ πρὸς σὲ; σὺ ἀκολούθει
μοι. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφούς. Ὃτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει,
καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει' ἀλλ' ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως
ἔρχομαι, τὶ πρὸς σὲ; Οὗτὸς ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων , καὶ γράψας
ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστὶν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα
ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ' ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι
τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.
(Ἰωάν. κα΄[21] 14 – 25)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές του μετά
τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς, καὶ λέγει στὸν Σίμωνα Πέτρο: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ,
μέ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπ᾿ αὐτούς, τούς ἄλλους μαθητές, ὅπως μοῦ ἔλεγες μέ
καύχηση τή νύχτα τῆς συλλήψεώς μου; Ὁ Πέτρος τώρα, διδαγμένος ἀπό τό πάθημά
του, μέ λόγια ταπεινοφροσύνης τοῦ λέει: Ναί, Κύριε, ἐσύ γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ.
Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Βόσκε τά λογικά ἀρνιά τῆς πνευματικῆς μου ποίμνης καί
φρόντιζε νά τρέφονται καί νά οἰκοδομοῦνται μέ τή διδασκαλία τῆς ἀλήθειας καί μέ
κάθε μέσο πνευματικῆς παιδαγωγίας. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς πάλι, γιά δεύτερη
φορά: Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντᾶ: Ναί, Κύριε, ἐσύ
γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰησοῦς: Ποίμαινε τά λογικά πρόβατά μου,
ἐπιστατώντας καί ἀγρυπνώντας γιά τήν ἀσφάλεια καί τή σωτηρία τους. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς γιά τρίτη φορά:
Σίμων, γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾶς; Κι ἐπειδή φαινόταν μέ τή νέα αὐτή ἐρώτηση ὅτι ὁ
Διδάσκαλος ἀμφέβαλλε ἀκόμη γιά τήν ἀγάπη τοῦ Πέτρου, λυπήθηκε ὁ Πέτρος πού τόν
ρώτησε ὁ Κύριος γιά Τρίτη φορά «μέ ἀγαπᾶς;». Κι ἐπειδή ἡ τριπλή ἄρνηση τόν εἶχε
διδάξει νά μήν ἔχει πλέον ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του, τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐσύ ὅλα
τά γνωρίζεις, ἐσύ ξέρεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰησοῦς: Βόσκε τά πρόβατά
μου. Κι ἀφοῦ μέ τήν τριπλή αὐτή βεβαίωσή του ὁ Πέτρος ἐπανόρθωσε τό ἁμάρτημα τῆς
τριπλῆς ἀρνήσεώς του καί ἀποκαταστάθηκε στό ἀποστολικό ἀξίωμα, ὁ Κύριος,
πληροφορώντας τον ὅτι δέν θά τόν ἀρνοῦνταν πλέον, τοῦ προσθέτει: Ἀληθινά, ἀληθινά σοῦ λέω, ὅταν ἤσουν
πιό νέος, ἔδενες μόνος σου τή ζώνη στή μέση σου καί βάδιζες ὅπου ἤθελες. Ὅταν ὅμως
γεράσεις, θά ἁπλώσεις τά χέρια σου καί κάποιος ἄλλος θά σέ ζώσει καί θά σέ πάει
ἐκεῖ πού δέν θέλεις. Δηλαδή θά σέ ὁδηγήσει στό μαρτύριο, τό ὁποῖο, ἄν καί ἐνδόμυχα
θά ἀποδέχεσαι, ἐξαιτίας ὅμως τῆς φυσικῆς ἀποστροφῆς τῶν ἀνθρώπων πρός τό θάνατο
φυσικά κι ἐσύ θά τό ἀποστρέφεσαι. Ὁ
Κύριος λοιπόν τό εἶπε αὐτό δηλώνοντας μέ ποιό εἶδος θανάτου θά δόξαζε ὁ Πέτρος
τόν Θεό. Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, τοῦ λέει: Ἀκολούθησέ με. Κι ἐνῶ βάδιζαν, στράφηκε πίσω ὁ Πέτρος
καί εἶδε τόν μαθητή πού ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς νά ἀκολουθεῖ κι αὐτός. Ὁ μαθητής αὐτός
ἦταν ἐκεῖνος πού στό δεῖπνο εἶχε γείρει πάνω στό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ καί εἶχε πεῖ:
Κύριε, ποιός εἶναι αὐτός πού πρόκειται νά σέ παραδώσει; Αὐτόν τόν μαθητή λοιπόν ὅταν τόν εἶδε ὁ
Πέτρος, λέει στόν Ἰησοῦ: Κύριε, αὐτός τί θά γίνει καί τί πρόκειται νά τοῦ συμβεῖ
στό μέλλον; Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: Ὑπόθεσε ὅτι θέλω νά μείνει ζωντανός
μέχρι νά ἔλθω κατά τή δευτέρα μου παρουσία. Τί σέ ἐνδιαφέρει αὐτό καί τί ἔχεις
νά κερδίσεις ἐσύ, ἐάν μάθεις τί θά ἀπογίνει αὐτός; Σύ ἀκολούθα με καί φρόντιζε
γιά τή δική σου σωτηρία. Ἀπό
παρανόηση λοιπόν τῶν λόγων αὐτῶν τοῦ Ἰησοῦ διαδόθηκε μεταξύ τῶν ἀδελφῶν
Χριστιανῶν ἡ φήμη αὐτή, ὅτι δηλαδή ὁ μαθητής ἐκεῖνος δέν θά πεθάνει. Ὅμως ὁ Ἰησοῦς
δέν εἶπε στόν Πέτρο ὅτι ὁ μαθητής αὐτός δέν θά πεθάνει, ἀλλά εἶπε ὑποθετικά: Ἐάν
αὐτός θέλω νά μείνει ζωντανός μέχρι νά ξαναέλθω, ἐσένα τί σέ νοιάζει; Ὁ μαθητής
ἐκεῖνος εἶναι αὐτός πού ἐξακολουθεῖ καί τώρα νά δίνει μαρτυρία γιά τά γεγονότα πού ἱστοροῦνται
στό Εὐαγγέλιο αὐτό, καί αὐτός τά κατέγραψε. Καί γνωρίζουμε ὅτι ἡ μαρτυρία του εἶναι
ἀληθινή. Ὑπάρχουν ὅμως καί
πολλά ἄλλα πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, τά ὁποῖα, ἄν γράφονταν λεπτομερειακά, ἕνα-ἕνα,
νομίζω ὅτι οὔτε ὁλόκληρος ὁ κόσμος μέ ὅλες τίς βιβλιοθῆκες του δέν θά χωροῦσε
τά βιβλία πού θά ἔπρεπε νά γραφοῦν. Πραγματικά.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΙΕΡΑΡΧΟΥ)
Ἀδελφοί, τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος,
ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος
τῶν οὐρανῶν γενόμενος, ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς,
πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν
τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. Ὁ νόμος γὰρ
ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς
ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον.
Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν
ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, τῶν ῾Αγίων λειτουργὸς
καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.
(Ἑβρ. ζ΄[7] 26-η΄[8]2)
APXIEPEYΣ ΑΙΩΝΙΟΣ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1.
ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ ΤΕΛΕΙΟΣ
Στὸ σημερινό Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα
καταδεικνύεται ἡ
ἀσύγκριτη
ὑπεροχή
τοῦ
Κυρίου μας ώς αἰωνίου
καὶ
μόνου Ἀρχιερέως
σέ
σχέση
μὲ
τοὺς
Ἰουδαίους
ἀρχιερεῖς
τῆς
Παλαιᾶς
Διαθήκης. Τί ἦταν
λοιπὸν
οἱ
ἀρχιερεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης; Ἄνθρωποι μὲ ἐλαττώματα καὶ ἀδυναμίες, ἁμαρτωλοὶ καὶ θνητοί. Ἐνῶ ὁ δικός μας Ἀρχιερεὺς δὲν εἶναι ἕνας κοινός ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Θεὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἔχυσε τὸ αἷμα του γιά
τή
σωτηρία μας. «Τοιοῦτος
γὰρ
ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος».
Εἶναι
ὁ
ἀναμάρτητος
καὶ
τέλειος, ὁ
ἅγιος
ἀπαλλαγμένος
ἀπὸ κακία καὶ πονηρία, ἀμόλυντος, χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς. Γι᾿
αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν μεγαλειώδη Ἀνάληψη
του ὑπερυψώθηκε
πάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, πάνω ἀπὸ τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς Ἀγγέλους.
Αὐτὸς ὁ
νέος Ἀρχιερεύς,
ἐπειδὴ ἦταν ἀναμάρτητος, δὲν εἶχε ἀνάγκη, ὅπως ἔκαναν οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, νὰ προσφέρει
κάθε ἡμέρα
θυσίες γιά
τἰς
δικές του ἁμαρτίες.
Ἀλλὰ οὔτε καὶ ἔχει ἀνάγκη νά προσφέρει
θυσίες γιὰ
τὶς
ἁμαρτίες
τοῦ
λαοῦ
Του, ὅπως
ἔκαναν
μέχρι τότε οἱ
ἀρχιερεῖς. Ὁ Λυτρωτής μας Κύριος μία
φορά γιὰ
πάντα προσέφερε τή
θυσία γιὰ
τὸν
λαό Του, θυσιάζοντας τὸν
ἑαυτό
του πάνω στὸν
Σταυρό. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν μέγα Ἀρχιερέα δὲν τὸν ἐγκατέστησε ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Πατέρας μέ
τὴν
ἔνορκη
ὑπόσχεση
ποὺ
ἔδωσε
διὰ
τοῦ
προφήτου Δαβίδ: «σὺ
ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ». Καὶ ἀποδείχθηκε ὁ Ἀρχιερεὺς αὐτὸς στὴν ἐπίγεια ζωή Του ἀναμάρτητος καί
τέλειος, καί
τέτοιος μένει στὸν
αἰῶνα.
Ἐνῶ ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοὺς ὁποίους ἐγκαθιστοῦσε ὁ νόμος, ἦταν ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί,
θνητοί, μὲ
πολλὲς
ἀδυναμίες.
ΠΩΣ
ΛΟΙΠΟΝ ὅλοι
αὐτοὶ νὰ μεσιτεύσουν γιὰ τὸν λαό τους, ὅταν οἱ ἴδιοι ἔπρεπε πρῶτα νὰ ζητήσουν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς δικές τους ἁμαρτίες; Ἀλλὰ καὶ οἱ θυσίες πού
πρόσφεραν πολύ μικρή σημασία εἶχαν.
Τί πρόσφεραν; Αἷμα
ταύρων καὶ
τράγων, καὶ
ράντιζαν μ᾿
αὐτὸ τὸν λαό. Τὸ αἷμα αὐτὸ τῶν ζώων, ὅσο ἄφθονο κι ἄν ἔρρεε, δὲν μποροῦσε νὰ ἐξαλείψει ἁμαρτίες.
Παρεῖχε
μόνο μιὰ
πρόσκαιρη ἀνακούφιση.
Ἡ θυσία ὅμως πού
πρόσφερε ὁ
μόνος καὶ
αἰώνιος
Ἀρχιερεὺς πάνω στὸν Σταυρό γιὰ μᾶς ἦταν θυσία πολύτιμη,
μοναδική, ἱκανὴ νὰ λυτρώσει ὅλο
τὸ
ἀνθρώπινο
γένος ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Διότι
πάνω στόν
Σταυρὸ
ὁ
Κύριός μας πρόσφερε ὡς
σφάγιο ἄμωμο
τὸν
ἴδιο
Του τὸν
ἑαυτό.
Ἔχυσε
τὸ
αἷμα
Του τό
πανάγιο καὶ
ἱερό.
Καὶ
μὲ
αὐτὸ τὸ τίμιο αἷμα Του ἔλουσε τίς
ψυχές μας καὶ
τὶς
καθάρισε ἀπὸ τοὺς φοβερούς ρύπους τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὸ τὸ αἷμα καθαρίζει τὴ συνείδησί μας ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, τύψη
καὶ
ἐνοχή.
Αὐτὸ στὴ θεία Κοινωνία μᾶς καθαρίζει, μᾶς ἰατρεύει, εἰρηνεύει τή
συνείδησή
μας, μᾶς
μεταδίδει ζωή. Κάθε φορὰ
ποὺ
μᾶς
καλεῖ
ὁ
ἱερεὺς νὰ κοινωνήσουμε, ὁ ἴδιος ὁ αἰώνιος καί
μόνος Ἀρχιερεὺς μᾶς προσφέρει τὸ ἴδιο τὸ τίμιο αἷμα Του, ποὺ χύθηκε πάνω στὸν Γολγοθᾶ.
Νὰ τὸ προσεγγίζουμε λοιπόν «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης», μὲ δέος καὶ φόβο ἱερό. Μὲ συναίσθηση
τοῦ
μεγαλείου τῆς
ἀγάπης
καὶ
τῆς
θυσίας τοῦ
Κυρίου μας. Καὶ
μὲ
τὸν
πόθο νὰ
κάνουμε κτῆμα
μας τὰ
δῶρα
τῆς
θυσίας Του, τὴν
ἄφεση
τῶν
ἁμαρτιῶν μας καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ Αἵματός Του. Καὶ νὰ γονατίζουμε μὲ εὐγνωμοσύνη μπροστά στόν
τίμιο Σταυρό Του μέ τὴν ἀπόφαση
νὰ
μισήσουμε τὴν
ἁμαρτία
καὶ
νὰ
ζοῦμε
γιὰ
τὸν
Χριστό.
2. Η
ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ
Στό
δεύτερο μέρος τῆς
σημερινῆς
Ἀποστολικῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος στρέφει τό
βλέμμα μας πρὸς
τὸν
οὐρανὸ καὶ μᾶς παρουσιάζει τὸν μέγα Ἀρχιερέα μας, τὸν Χριστό, ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός. Μᾶς λέγει λοιπὸν πὼς ἔχουμε τέτοιο Ἀρχιερέα, ὁ Ὁποῖος «ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς», κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τῆς θείας μεγαλειότητος στοὺς οὐρανοὺς ὡς βασιλεὺς τοῦ ἐπιγείου ἀλλὰ καὶ τοῦ οὐρανίου κόσμου. Καὶ ἔγινε λειτουργὸς τῶν «Ἁγίων» πού
βρίσκονται στοὺς
οὐρανούς,
καὶ
τῆς
ἀληθινῆς σκηνῆς, τὴν ὁποία κατεσκεύασε ὁ Κύριος καὶ ὄχι ἄνθρωπος.
Η
ΕΙΚΟΝΑ ποὺ
μᾶς
παρουσιάζει τὸ
δεύτερο αὐτό
μέρος τοῦ
ἀναγνώσματος
εἶναι
μεγαλειώδης. Παρουσιάζεται ὁ
Κύριος μετὰ
τὴ
θριαμβευτική Του Ἀνάληψη
στοὺς
οὐρανούς.
Κάθεται πλέον ἐν
δεξιᾷ
τοῦ
θρόνου τοῦ
Θεοῦ,
ὅπου
τελοῦνται
πράγματα ἐκπληκτικὰ καὶ ἀνέκφραστα. Στὸ ὑπερουράνιο Θυσιαστήριο τελεῖται ἐκπληκτική θεία Λειτουργία ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἀρχιερέα Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἐκεῖ μεσιτεύει διαρκῶς γιὰ χάρη
μας. Ἐκεῖ ὅλα τὰ ἀγγελικά τάγματα
περικυκλώνουν τὸ
οὐράνιο
Θυσιαστήριο καὶ
προσκυνοῦν
μὲ
δέος τὴ
θεία Μεγαλειότητα. Ἐκεῖ καὶ ὅλοι οἱ Δίκαιοι καὶ Ἅγιοι, ἡ ἐν οὐρανοῖς θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, ἐκεῖ ἡ Παναγία μας, οἱ ἔνδοξοι Ἀπόστολοι, οἱ ἅγιοι Μάρτυρες. Ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως, «οἱ καλῶς ἀθλήσαντες καὶ στεφανωθέντες». Μέ
στολὲς
ἄφθαρτες,
πάλλευκες, φωτεινές προσεύχονται στὸν
οὐράνιο
Ναό, πλημμυρισμένοι μὲ
ἄϋλο
φῶς.
Ἀνάμεσά
τους καὶ
ὁ
γνήσιος μιμητής καὶ
ἀκόλουθος
τοῦ
μεγάλου Ἀρχιερέως,
ὁ
ἑορταζόμενος
σήμερα ἅγιος
Γρηγόριος ὁ
Θεολόγος, θεολόγος μέγας, ποιητής, ἀσκητής,
ἅγιος
ἀρχιερεὺς καὶ ἀρχιεπίσκοπος
Κωνσταντινουπόλεως. Μακάρι νὰ
ἀξιώσει
καὶ
ἐμᾶς ὁ μέγας Ἀρχιερεὺς νά
γίνουμε λάτρεις Του σ᾿ αὐτὴν τὴν ὑπερουράνια θεία Λατρεία,
μαζὶ
μὲ
ὅλους
τοὺς
Ἁγίους
καὶ
τοὺς
Ἀγγέλους.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ
ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν ῾Ιεριχώ. Καὶ ἰδοὺ, ἀνὴρ ὀνόματι
καλούμενος Ζακχαῖος· καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος,
καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου,
ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. Καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν, ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν,
ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ
τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐτὸν, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε,
σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Καὶ σπεύσας
κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον,
λέγοντες· ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. Σταθεὶς δὲ
Ζακχαῖος, εἶπε πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν· Ἰδοὺ, τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου
Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς· καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι
τετραπλοῦν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ
τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς ᾿Αβραάμ ἐστιν. Ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς
τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.
(Λουκ. ιθ΄[19] 1 - 10)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό μπῆκε ὁ Ἰησοῦς
στήν Ἱεριχώ,
καί
περνοῦσε μέσα ἀπὸ τὴν πόλη. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνας ἄνθρωπος πού ὀνομαζόταν Ζακχαῖος.
Αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. Καὶ προσπαθοῦσε νὰ δεῖ τόν Ἰησοῦ
ποιός εἶναι, ἀλλά δὲν μποροῦσε. Διότι ὑπῆρχε μεγάλη συρροὴ λαοῦ, καὶ αὐτὸς ἦταν
κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ σκεπαζόταν ἀπὸ τὸ πλῆθος. Ἔτρεξε λοιπὸν μπροστὰ ἀπὸ τὸ
πλῆθος πού συνόδευε τόν Ἰησοῦ καὶ ἀνέβηκε σὰν νὰ ἦταν μικρὸ παιδὶ σὲ μία
συκομουριὰ γιὰ νὰ τὸν δεῖ, διότι ἀπὸ τὸ δρόμο ἐκεῖνο στὸν ὁποῖο βρισκόταν τὸ δέντρο
αὐτὸ θὰ περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς. Ἀμέσως μόλις ἔφθασε ὁ Ἰησοῦς στὸ σημεῖο ἐκεῖνο,
σήκωσε τὰ μάτια του καὶ τὸν εἶδε· καὶ χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζει ἀπὸ παλαιότερα τὸν
φώναξε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ εἶπε: Ζακχαῖε,
κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου, σύμφωνα μὲ τὴ θεία
βουλὴ πού προετοιμάζει τὴ σωτηρία σου. Τότε ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε γρήγορα καὶ
τὸν ὑποδέχθηκε στὸ σπίτι του μὲ χαρά. Ὅλοι ὅμως, ὅταν εἶδαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς
προτίμησε τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, μουρμούριζαν μεταξύ τους μὲ ἀγανάκτηση καὶ σχολίαζαν
περιφρονητικὰ τόν Ἰησοῦ λέγοντας ὅτι μπῆκε νὰ μείνει καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ στὸ σπίτι
ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ζακχαῖος ὅμως στάθηκε μπροστὰ στὸν Κύριο καὶ τοῦ
εἶπε: Ἰδού, Κύριε, τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ
ὑπάρχοντά μου τὰ δίνω ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς, κι ἂν τυχὸν ὡς τελώνης
μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες καὶ ἀναφορὲς γιὰ νὰ ἀδικήσω
κάποιον σὲ κάτι, τοῦ τὸ γυρίζω πίσω τετραπλάσιο. Τότε ὁ Ἰησοῦς στράφηκε
πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε: Σήμερα μὲ τὴν
ἐπίσκεψή μου στὸ σπίτι αὐτὸ ἦλθε ἡ σωτηρία τόσο στὸν οἰκοδεσπότη ὅσο καὶ στοὺς
δικούς του. Καὶ ἔπρεπε νὰ σωθεῖ καὶ ὁ ἀρχιτελώνης αὐτός, διότι κι αὐτὸς εἶναι
γιὸς καὶ ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, ὅπως κι ἐσεῖς πού διαμαρτύρεσθε. Καὶ σ' αὐτὸν
λοιπὸν ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴν ὑπόσχεση τῆς σωτηρίας. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ συντελέσω στὴ σωτηρία
αὐτὴ τοῦ Ζακχαίου, διότι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ ν'
ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, πού σὰν χαμένο πρόβατο κινδύνευε
νὰ πεθάνει μέσα στὴν ἁμαρτία.
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Γεννήθηκε τὸ 329 μ.Χ. στήν Ἀριανζό, κωμόπολη τῆς Καππαδοκίας. Στή Ναζιανζό
διδάσκεται τὴ στοιχειώδη ἐκπαίδευση, ἐνῶ τὴ Μέση στήν Καισάρεια, ὅπου γνωρίζεται μὲ τὸν συμμαθητή του τὸν Μέγα Βασίλειο. Ἔπειτα, πῆγε κοντά σὲ περίφημους διδασκάλους τῆς ρητορικής καί τέλος, στὸ πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας, ὅπου βρῆκε ξανά, συμφοιτητή τώρα, τόν Μέγα Βασίλειο. Ὅταν ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του, ὁ πατέρας του, ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, τὸν χειροτονεῖ πρεσβύτερο. Ἀλλὰ αὐτὸς προτιμᾶ τὴν ἡσυχία τοῦ ἀναχωρητηρίου στόν Πόντο, κοντά στόν φίλο του Βασίλειο, γιά περισσότερη ἄσκηση στήν πνευματική ζωή. Μετά, ὅμως, ἀπὸ θερμές παρακλήσεις τῶν δικῶν του, ἐπέστρεψε στήν πατρίδα καὶ μπῆκε στὴν ἐνεργὸ δράση τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ δρεπάνι τοῦ θανάτου, ὅμως, ἔρχεται να πληγώσει τήν ψυχή του μὲ ἀλλεπάλληλους θανάτους
συγγενικῶν του προσώπων. Πρῶτα τοῦ ἀδελφοῦ του Καισαρείου, ἔπειτα τῆς ἀδελφῆς του Γοργονίας, μετὰ τοῦ πατέρα του και, τέλος, τῆς μητέρας του, Νόννας. Μετὰ ἀπ ̓ αὐτὲς τίς θλίψεις, ἡ θεία Πρόνοια τὸν φέρνει στήν Κωνσταντινούπολη,
ὅπου ὑπερασπίζεται μὲ καταπληκτικό τρόπο τὴν Ὀρθοδοξία καὶ χτυπᾶ καίρια τοὺς Ἀρειανοὺς ποὺ εἶχαν πλημμυρίσει τήν Κωνσταντινούπολη. Μετά τόν σκληρό αὐτὸν ἀγώνα, ὁ Μέγας Θεοδόσιος τὸν ἀναδεικνύει πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως. Στὴ Β ́ Οἰκουμενική Σύνοδο, μιά μερίδα ἐπισκόπων τὸν ἀντιπολιτεύεται γιὰ εὐτελῆ λόγο. Τότε ὁ Γρηγόριος, ἀηδιασμένος, δηλώνει τήν παραίτησή του, ἀναχωρεῖ στὴ γενέτειρά του Ἀριανζό καὶ τελειώνει μέ εἰρήνη τή ζωή του, τό 390 μ.Χ., ἀφοῦ ἄφησε παρακαταθήκη σὲ μᾶς τοὺς σύγχρονους χριστιανους σπουδαιότατο συγγραφικό ἔργο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου