Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ. Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(22 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026)

(ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ)




ΕΩΘΙΝΟΝ Η΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω, ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι, Γύναι, τὶ κλαίεις; λέγει αὐτοῖς, Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν, καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἐστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Γύναι, τὶ κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ, Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπὲ μοι ποῦ αὐτὸν ἔθηκας, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μαρία, στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ, Ῥαββουνί, ὃ λέγεται Διδάσκαλε, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μή μου ἃπτου, οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου, πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ αὐτοῖς, Ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν, ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.

Ἰωάν. κ΄[20] 11 – 18)

 


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἡ Μαρία στεκόταν κοντὰ στὸ μνημεῖο κι ἔκλαιγε ἔξω ἀπ᾿ αὐτό, χωρὶς νὰ φαντάζεται ποτὲ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε.  Ἐνῶ λοιπὸν ἑξακολουθοῦσε νὰ κλαίει, ἔσκυψε μιὰ στιγμὴ στὸ μνημεῖο ἀναζητώντας καὶ πάλι τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Βλέπει τότε δύο ἀγγέλους μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ἔνδοξους καὶ ἀκαταγώνιστους φρουροὺς τοῦ τάφου. Αὐτοὶ κάθονταν ὡς ὑπηρέτες τοῦ ἀναστημένου Κυρίου, ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τοῦ κεφαλιοῦ καὶ ὁ ἄλλος πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου πιὸ πρὶν ἦταν τοποθετημένο κάτω στὴ γῆ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.  Τῆς λένε τότε ἐκεῖνοι: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Κι αὐτὴ τοὺς ἀπαντᾶ: Διότι πῆραν τὸν Κύριό μου ἀπὸ τὸν τάφο καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔβαλαν.  Καὶ ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, στράφηκε πίσω καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται ὄρθιος, ἀλλὰ δὲν κατάλαβε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, εἴτε διότι τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου εἶχε ὑποστεῖ μεταβολὴ μὲ τὴν Ἀνάσταση, εἴτε διότι ἡ Μαρία δὲν ὑποπτευόταν κἂν ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀναστήθηκε.  Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Ποιὸν ζητᾶς; Ἐκείνη νόμισε ὅτι ἦταν ὁ κηπουρὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐὰν τὸν πῆρες ἐσύ, πές μου ποῦ τὸν ἔβαλες, κι ἐγὼ θὰ τὸν πάρω ἀπὸ τὸν κῆπο σου καὶ θὰ τὸν τοποθετήσω σὲ ἄλλον τάφο.  Τῆς λέει τότε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸν γνωστὸ σ᾿ ἐκείνη τόνο τῆς φωνῆς του: Μαρία! Ἐκείνη τότε ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ, στράφηκε πίσω καὶ τοῦ εἶπε: Ραββουνί, ποὺ σημαίνει· διδάσκαλέ μου.  Τότε ἡ Μαρία ἔτρεξε νὰ περιπτυχθεῖ μὲ σεβασμὸ τὰ πόδια του, νομίζοντας ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἑξακολουθεῖ καὶ τώρα νὰ ζεῖ σωματικῶς ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος του μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του. Γι᾿ αὐτὸ τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις. Μὴ συμπεριφέρεσαι πλέον σὲ μένα σὰν νὰ πρόκειται νὰ εἶμαι καὶ πάλι ἀνάμεσά σας μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφή, μὲ τὴ μορφὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀσθενείας, ὅπως ζοῦσα μαζί σας πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος. Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις, διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου. Συνεπῶς δὲν ἐγκαινιάσθηκε ἀκόμη ἡ νέα σχέση τῆς εὐλαβικῆς καὶ λατρευτικὴς οἰκειότητος ποὺ θὰ συνάψω μὲ τοὺς ἀνθρώπους μετὰ τὴν Ἀνάληψή μου ὡς αἰώνιος καὶ οὐράνιος πλέον ἀρχιερεὺς καὶ ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ὁποία θὰ εἶμαι ἑνωμένος. Πήγαινε ὅμως στοὺς ἀδελφούς μου καὶ πές τους: Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου, τὸν ὁποῖο δι᾿ ἐμοῦ καὶ σεῖς ἔχετε κατὰ χάριν Πατέρα. Αὐτὸς ἔγινε καὶ Θεός μου ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι Θεὸς δικός σας.  Ἔρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἀναγγέλλει στοὺς μαθητὲς ὅτι εἶδε τὸν Κύριο καὶ ὅτι τῆς εἶπε τὰ λόγια αὐτά.

 

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀ­δελ­φοί τῷ Ἀ­βρα­ὰμ ἐ­παγ­γει­λά­με­νος ὁ Θε­ός, ἐ­πεὶ κα­τ᾿ οὐ­δε­νὸς εἶ­χε με­ί­ζο­νος ὀ­μό­σαι, ὤ­μο­σε κα­θ᾿ ἑ­αυ­τοῦ λέ­γων· ἦ μὴν εὐ­λο­γῶν εὐ­λο­γή­σω σε καὶ πλη­θύ­νων πλη­θυ­νῶ σε· καὶ οὕ­τω μα­κρο­θυ­μή­σας ἐ­πέ­τυ­χε τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας· ἄν­θρω­ποι μὲν κα­τὰ τοῦ με­ί­ζο­νος ὀ­μνύ­ου­σι, καὶ πά­σης αὐ­τοῖς ἀν­τι­λο­γί­ας πέ­ρας εἰς βε­βα­ί­ω­σιν ὁ ὅρ­κος· ἐν ᾧ πε­ρισ­σό­τε­ρον βου­λό­με­νος ὁ Θε­ὸς ἐ­πι­δεῖ­ξαι τοῖς κλη­ρο­νό­μοις τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας τὸ ἀ­με­τά­θε­τον τῆς βου­λῆς αὐ­τοῦ, ἐ­με­σί­τευ­σεν ὅρ­κῳ, ἵ­να δι­ὰ δύ­ο πραγ­μά­των ἀ­με­τα­θέ­των, ἐν οἷς ἀ­δύ­να­τον ψε­ύ­σα­σθαι Θε­όν, ἰ­σχυ­ρὰν πα­ρά­κλη­σιν ἔ­χω­μεν οἱ κα­τα­φυ­γόν­τες κρα­τῆ­σαι τῆς προ­κει­μέ­νης ἐλ­πί­δος· ἣν ὡς ἄγ­κυ­ραν ἔ­χο­μεν τῆς ψυ­χῆς ἀ­σφα­λῆ τε καὶ βε­βα­ί­αν καὶ εἰσερ­χο­μέ­νην εἰς τὸ ἐ­σώ­τε­ρον τοῦ κα­τα­πε­τά­σμα­τος, ὅ­που πρό­δρο­μος ὑ­πὲρ ἡ­μῶν εἰ­σῆλ­θεν Ἰ­η­σοῦς, κα­τὰ τὴν τά­ξιν Μελ­χι­σε­δὲκ ἀρ­χι­ε­ρεὺς γε­νό­με­νος εἰς τὸν αἰ­ῶ­να.

                                                                     (Ἑβρ. στ΄[6] 13 – 20 )

 

Ο ΘΕΟΣ, Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΟΙ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Θεός, προκειμένου νά βεβαιώσει τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῶν μεγάλων ὑποσχέσεών του, τὶς ἔδωσε μὲ ὅρκο. Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ Θεὸς πρῶτα στὸν Ἀβραάμ. Τοῦ ὑποσχέθηκε δηλαδὴ ὅτι θὰ χαρίσει σ᾿ αὐτὸν καὶ τοὺς ἀπογόνους του τὴ «γῆ τῆς ἐπαγγελίας», τήν Παλαιστίνη. Γιὰ νὰ δείξει λοιπὸν ὅτι ἡ ὑπόσχεσή του αὐτὴ θὰ πραγματοποιηθε, ὡρκίσθηκε. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ὁρκισθε στὸ ὄνομά του, ὡρκίσθηκε στὸν ἑαυτό του. Καὶ εἶπε στὸν Ἀβραάμ: Σὲ διαβεβαιώνω ἀληθινὰ ὅτι θὰ σὲ εὐλογήσω πλούσια καὶ θὰ πληθύνω πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου. Ὁ Ἀβραὰμ πάλι πίστεψε ὁλοκάρδια στὴν ὑπόσχεση ποὺ πῆρε καὶ περίμενε μὲ ὑπομονὴ τὴν ἐκπλήρωσή της. Γι᾿ αὐτὸ «μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας», ἐπέτυχε τὴν εὐλογία ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός. Ἀπέκτησε δηλαδὴ ἀπὸ τὴ Σάρρα παιδί, τὸν Ἰσαάκ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πληθύνθηκαν οἱ ἀπόγονοί του σέ μεγάλο ἔθνος. 

ΜΕΧΡΙ ὅμως νὰ συμβε αὐτό, δεκαετίες ὁλόκληρες περίμενε μὲ πίστη καὶ ὑπομονή. Δοκιμάστηκε σκληρά ἡ ἐμπιστοσύνη του στὸν Θεό. Ἡ πραγματικότητα συνεχῶς τὸν διέψευδε. Ἡ γυναῖκα του ἦταν γριὰ καὶ στεῖρα, κι ὁ Θεὸς τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ ἀποκτήσει ἀπογόνους «ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ». Ἔπειτα λοιπὸν ἀπὸ πολλά χρόνια ὑπομονῆς καὶ πίστεως, ὁ Ἀβραάμ βεβαιώθηκε ἀπὸ τὰ πράγματα γιὰ τὴν μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀθετεῖ τίς ὑποσχέσεις Του. 

Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ τὴν γράψουμε κι ἐμεῖς καλὰ στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας. Διότι, ἐνῶ θεωρητικῶς τὸ πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀθετεῖ τὶς ὑποσχέσεις Του, στην πράξη συχνὰ ὀλιγοπιστοῦμε καὶ τὰ χάνουμε. Ἰδιαιτέρως ὅταν βλέπουμε γύρω μας νὰ μᾶς περικυκλώνουν μεγάλα προβλήματα καὶ δυσκολίες. Ὅταν ὅλες οἱ συνθῆκες εἶναι ἀντίξοες καὶ ἡ ἐπίλυση τῶν προβλημάτων μας φαντάζει ἀδύνατη. Τότε ξεχνοῦμε δυστυχῶς τὴν ὑπόσχεση ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, ὅτι θὰ εἶναι δίπλα μας σέ κάθε μας δυσκολία, πειρασμὸ καὶ θλίψη. Ξεχνοῦμε τὴν ὑπόσχεσή Του πώς, ὅταν ζητήσουμε μὲ πίστη τὴν βοήθειά Του, θὰ ἔλθει νὰ μᾶς βοηθήσει. Ἀλλὰ καὶ στόν πνευματικό μας ἀγῶνα, ὅταν βλέπουμε πειρασμοὺς καὶ πτώσεις, ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Κύριος θέλει τή σωτηρία μας καὶ μᾶς ὑποσχέθηκε τήν Οὐράνιο Βασιλεία του. Δυστυχῶς ἢ τὰ ξεχνοῦμε ὅλα αὐτὰ ἢ δὲν ἔχουμε ὑπομονή. Βιαζόμαστε. λήθεια, πόσα χρόνια περίμενε ὁ Ἀβραάμ χωρίς νά χάνει τὴν ἐμπιστοσύνη του στὸν Θεό; Πόσο δοκιμάστηκε; Ἂς ἔχουμε λοιπὸν ἐμπιστοσύνη στὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς ἀμφιβολίες. Χωρίς να χάνουμε τήν ἐλπίδα μας. 

2. ΑΓΚΥΡΑ ΕΛΠΙΔΟΣ

Οἱ ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μᾶς λέγει στή συνέχεια ὁ θεῖος Ἀπόστολος, κατέφευγαν στὸν ὅρκο ὅταν ἤθελαν νά βεβαιώσουν μέ τρόπο πόλυτο αὐτὰ ποὺ ἔλεγαν στοὺς ἄλλους. Ὁ Νόμος τούς ἔδινε τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ ὁρκίζονται, ἀλλὰ μόνο στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι μεγαλύτερος ἀπ᾿ ὅλους. 

Ὁ Θεὸς τώρα, θέλοντας νὰ ἀποκλείσει κάθε ἀμφιβολία καὶ νὰ δείξει καθαρὰ καὶ μέ μεγαλύτερη βεβαιότητα σέ κείνους ποὺ θὰ κληρονομοῦσαν τὶς ἐπαγγελίες ὅτι ἦταν ἀμετάκλητη ἡ ἀπόφασή Του νὰ ἐκτελέσει ὅ,τι ὑποσχέθηκε, δέχθηκε ἀπὸ ἄκρα συγκατάβαση νὰ μεσολαβήσει ὅρκος στους λόγους Του. 

Καὶ τὸ ἔκανε αὐτό, ὥστε μὲ δύο πράγματα ἀμετακίνητα, δηλαδὴ μὲ τὴν ὑπόσχεσή Του, ὑπόσχεση Θεοῦ, καὶ τὸν ὅρκο Του, ἐμεῖς ποὺ καταφεύγουμε σ᾿ Αὐτὸν νὰ παίρνουμε θάρρος καὶ ἐνίσχυση· γιὰ να κρατάμε μέσα μας τὴν ἐλπίδα τῆς ἀποκτήσεως τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν. Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα «ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν» τὴν ἔχουμε σὰν ἄγκυρα τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς κινδύνους καὶ εἶναι βέβαιη. Αὐτὴ ἡ ἐλπίδα εἰσέρχεται στὸν ἁγιότερο χῶρο τοῦ οὐρανοῦ. Διότι ἐκεῖ στὸν οὐρανὸ μπῆκε πρὶν ἀπὸ μᾶς γιά χάρη μας, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς, γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει τὸν δρόμο. 

ΕΙΝΑΙ πολύ παραστατικὴ ἡ εἰκόνα ποὺ μᾶς παρουσιάζει ἐδῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Παρομοιάζει τὴν ἐλπίδα μας πρὸς τὸν Θεὸ μὲ ἄγκυρα, ἡ ὁποία δὲν ρίχνεται στὸν βυθὸ τῆς θάλασσας, ἀλλὰ στὸ ἄπειρο ὕψος τοῦ οὐρανοῦ. Στερεώνεται στὸν θρόνο τῆς θεότητος, στόν Κύριό μας. Σ᾿ αὐτὸν στερεώνονται ὅλες οἱ προσδοκίες μας. Ὁ Χριστός μας εἶναι ἡ ἐλπίδα μας. Διότι ἡ ζωή μας χωρὶς ἐλπίδα στὸν Θεὸ εἶναι ἀνυπόφορη, μαρτύριο. Οἱ ἄνθρωποι που στηρίζονται στὶς δυνάμεις τους, ἢ σὲ ἄλλους ἀνθρώπους, ἀπογοητεύονται. 

Ἐμεῖς ὅμως ποτέ. Διότι ἐμεῖς ἀλλοῦ στηρίζουμε τή ζωή μας. Στὴν ἄγκυρα τῆς ἐλπίδος ποὺ εἶναι ὁ Κύριός μας. Αὐτὸς εἶναι πάνσοφος, παντοδύναμος καὶ πανάγαθος. Ξέρει τὶς δυσκολίες μας, θέλει καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει. Σ᾿ Αὐτὸν λοιπὸν ἐμπιστευόμαστε τὴ ζωὴ τὴ δική μας, τῆς οἰκογενείας μας, τῆς πατρίδας μας. Αὐτὴ ἡ ἄγκυρα χαρίζει εἰρήνη καὶ γαλήνη στή ζωή μας. Ὅσο κι ἂν τὰ κύματα καὶ οἱ θαλασσοταραχές τῆς ζωῆς αὐτῆς μανιωδῶς μᾶς κτυποῦν, ἐμεῖς μποροῦμε νὰ μένουμε γαλήνιοι καὶ ἀτάραχοι. Διότι ἡ ἄγκυρά μας κρατάει την ψυχή μας σταθερὰ στὸν Θεὸ καὶ δὲν τὴν ἀφήνει νὰ παρασυρθε ἀπὸ τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ κύματα τῶν πειρασμῶν, τῶν προβλημάτων, τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν θλίψεων. Στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ λοιπὸν νὰ ἐμπιστευόμαστε πόλυτα τή ζωή μας καὶ τὴν ἐλπίδα μας. 

     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ ἄν­θρω­πός τις προ­σῆλ­θε τῷ Ἰ­η­σοῦ, γο­νυ­πε­τῶν αὐ­τόν καί λέ­γων. Δι­δά­σκα­λε, ἤ­νεγ­κα τὸν υἱ­όν μου πρὸς σέ, ἔ­χον­τα πνεῦ­μα ἄ­λα­λον. καὶ ὅ­που ἂν αὐ­τὸν κα­τα­λά­βῃ, ῥήσ­σει αὐ­τόν, καὶ ἀ­φρί­ζει καὶ τρί­ζει τοὺς ὀ­δόντας αὐ­τοῦ, καὶ ξη­ρα­ί­νε­ται· καὶ εἶ­πον τοῖς μα­θη­ταῖς σου ἵ­να αὐ­τὸ ἐκ­βά­λω­σι, καὶ οὐκ ἴ­σχυ­σαν. ὁ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς αὐ­τῷ λέ­γει· Ὦ γε­νε­ὰ ἄ­πι­στος, ἕ­ως πό­τε πρὸς ὑ­μᾶς ἔ­σο­μαι; ἕ­ως πό­τε ἀ­νέ­ξο­μαι ὑ­μῶν; φέ­ρε­τε αὐ­τὸν πρός με. καὶ ἤ­νεγ­καν αὐ­τὸν πρὸς αὐ­τόν. καὶ ἰ­δὼν αὐ­τὸν εὐ­θέ­ως τὸ πνεῦ­μα ἐ­σπά­ρα­ξεν αὐ­τόν, καὶ πε­σὼν ἐ­πὶ τῆς γῆς ἐ­κυ­λί­ε­το ἀ­φρί­ζων. καὶ ἐ­πη­ρώ­τη­σε τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τοῦ· Πόσος χρό­νος ἐ­στὶν ὡς τοῦ­το γέ­γο­νεν αὐ­τῷ; ὁ δὲ εἶ­πε· Παι­δι­ό­θεν. καὶ πολ­λά­κις αὐ­τὸν καὶ εἰς πῦρ ἔ­βα­λε καὶ εἰς ὕ­δα­τα, ἵ­να ἀ­πο­λέ­σῃ αὐ­τόν· ἀλ­λ᾿ εἴ τι δύ­να­σαι, βο­ή­θη­σον ἡ­μῖν σπλαγ­χνι­σθεὶς ἐ­φ᾿ ἡ­μᾶς. ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τῷ· Τὸ εἰ δύ­να­σαι πι­στεῦ­σαι, πάν­τα δυ­να­τὰ τῷ πι­στε­ύ­ον­τι. καὶ εὐ­θέ­ως κρά­ξας ὁ πα­τὴρ τοῦ παι­δί­ου με­τὰ δα­κρύ­ων ἔ­λε­γε· Πι­στε­ύ­ω, Κύριε· βο­ή­θει μου τῇ ἀ­πι­στί­ᾳ. ἰ­δὼν δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­τι ἐ­πι­συν­τρέ­χει ὄ­χλος ἐ­πε­τί­μη­σε τῷ πνε­ύ­μα­τι τῷ ἀ­κα­θάρ­τῳ λέ­γων αὐ­τῷ· Τὸ πνεῦ­μα τὸ ἄ­λα­λον καὶ κω­φόν, ἐ­γὼ σοι ἐ­πι­τάσ­σω, ἔ­ξελ­θε ἐξ αὐ­τοῦ καὶ μη­κέ­τι εἰ­σέλ­θῃς εἰς αὐ­τόν. καὶ κρά­ξαν καὶ πολ­λὰ σπα­ρά­ξαν αὐ­τὸν ἐ­ξῆλ­θε, καὶ ἐ­γέ­νε­το ὡ­σεὶ νε­κρός, ὥ­στε πολ­λοὺς λέ­γειν ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νεν. ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς κρα­τή­σας αὐ­τὸν τῆς χει­ρὸς ἤ­γει­ρεν αὐ­τόν, καὶ ἀ­νέ­στη. Καὶ εἰ­σελ­θόν­τα αὐ­τὸν εἰς οἶ­κον οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ ἐ­πη­ρώ­των αὐ­τόν κα­τ᾿ ἰ­δί­αν, ὅ­τι ἡ­μεῖς οὐκ ἠ­δυ­νή­θη­μεν ἐκ­βα­λεῖν αὐ­τό. καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Τοῦ­το τὸ γέ­νος ἐν οὐ­δε­νὶ δύ­να­ται ἐ­ξελ­θεῖν εἰ μὴ ἐν προ­σευ­χῇ καὶ νη­στε­ί­ᾳ. Καὶ ἐ­κεῖ­θεν ἐ­ξελ­θόν­τες πα­ρε­πο­ρε­ύ­ον­το δι­ὰ τῆς Γα­λι­λα­ί­ας, καὶ οὐκ ἤ­θε­λεν ἵ­να τις γνῷ· ἐ­δί­δα­σκε γὰρ τοὺς μα­θη­τὰς αὐ­τοῦ καὶ ἔ­λε­γεν αὐ­τοῖς ὅ­τι Ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που πα­ρα­δί­δο­ται εἰς χεῖ­ρας ἀν­θρώ­πων, καὶ ἀ­πο­κτε­νοῦ­σιν αὐ­τόν, καὶ ἀ­πο­κταν­θεὶς τῇ τρί­τῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.                                    

 (Μᾶρκ. θ΄[9] 17 - 31)

 

Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕ­νας ἀ­πὸ τὸ πλῆ­θος τοῦ λαοῦ πλησίασε τὸν Ἰησοῦ, γονάτισε μπροστά του καὶ τοῦ εἶ­πε: Δ­ι­δ­ά­σ­κ­α­λε, σοῦ ἔ­φ­ε­ρα τ­ὸν γ­ιό μ­ου π­οὺ ἔ­χ­ει κα­τ­α­λ­η­φ­θ­εῖ ἀπὸ δ­α­ι­μ­ο­ν­ι­κὸ πνεῦμα, ποὺ τοῦ π­ῆ­ρε κ­αὶ τὴ λ­α­λ­ιά. Κ­αὶ σ᾿ ὅπο­ιο μ­έ­ρ­ος τ­ὸν π­ι­ά­σ­ει, τ­ὸν ρ­ί­χ­ν­ει κ­ά­τω, κι ἀ­φ­ρ­ί­ζ­ει κ­αὶ τ­ρ­ί­ζ­ει τὰ δ­ό­ν­τ­ια τ­ου καὶ μ­έ­ν­ει ξ­ε­ρ­ὸς κι ἀ­ν­α­ί­σ­θ­η­τ­ος. Εἶ­πα σ­τ­ο­ὺς μ­α­θ­η­τ­ές σ­ου νὰ τὸ β­γ­ά­λ­ο­υν, ἀλλὰ δ­ὲν μ­π­ό­ρ­ε­σ­αν. Τ­ό­τε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀ­π­ο­κ­ρ­ί­θ­η­κε: Ὢ γ­ε­ν­ιὰ π­οὺ τ­ό­σα θ­α­ύ­μ­α­τα εἶ­δ­ες κ­αὶ ε­ἶ­σ­αι ἀ­κ­ό­μη ἄ­π­ι­στη! Ἕ­ως π­ό­τε θὰ ε­ἶ­μ­αι μ­α­ζί σ­ας; Ἕ­ως π­ό­τε θὰ σ­ᾶς ἀ­νέ­χ­ο­μ­αι; Φ­έ­ρ­τε τ­όν μ­ου ἐδῶ.  Κ­αὶ τ­ὸν ἔ­φ­ε­ρ­αν κ­ο­ν­τά τ­ου. Κι ὅταν τὸ πονηρὸ πνεῦμα εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἀ­μ­έ­σ­ως τά­ρ­α­ξε μὲ σ­π­α­σ­μ­ο­ὺς τ­ὸν ν­έο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἔ­π­ε­σε κ­ά­τω σ­τὴ γῆ, κ­υ­λ­ι­ό­τ­αν κι ἔβ­γ­α­ζε ἀ­φ­ρ­ο­ὺς ἀ­π᾿ τὸ σ­τ­ό­μα τ­ου. Τ­ό­τε ρ­ώ­τ­η­σε ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος τ­ὸν π­α­τ­έ­ρα τοῦ παιδιοῦ: Π­ό­σ­ος κ­α­ι­ρ­ὸς εἶναι ἀπὸ τότε ποὺ τοῦ συ­μ­β­α­ί­ν­ει α­ὐ­τό; Κι ἐ­κ­ε­ῖ­ν­ος τοῦ  ἀ­π­ά­ν­τ­η­σε: Ἀπό μ­ι­κ­ρὸ π­α­ι­δί. Π­ο­λ­λ­ὲς φ­ο­ρ­ὲς μά­λ­ι­σ­τα τ­ὸν ἔ­ρ­ι­ξε κ­αὶ σ­τὴ φ­ω­τ­ιὰ κ­αὶ σ­τὰ ν­ε­ρὰ γ­ιὰ νὰ τ­οῦ π­ά­ρ­ει τὴ ζ­ωή. Ἀ­λ­λὰ ἐάν μ­π­ο­ρ­ε­ῖς νὰ κ­ά­ν­ε­ις κ­ά­τι, λ­υ­π­ή­σ­ου μ­ας κ­αὶ β­ο­ή­θ­η­σέ μ­ας. Ἰησοῦς τότε τοῦ εἶπε τό ἑξῆς: Ἐ­σὺ ἐὰν μ­π­ο­ρ­ε­ῖς νὰ π­ι­σ­τ­έ­ψ­ε­ις, ὅλα ε­ἶ­ν­αι δ­υ­ν­α­τὰ σ᾿ ἐ­κε­ῖ­ν­ον π­οὺ π­ι­σ­τ­ε­ύ­ει. Κι ἀ­μ­έ­σ­ως φ­ώ­ν­α­ξε δ­υ­ν­α­τὰ ὁ π­α­τ­έ­ρ­ας τοῦ παιδιοῦ μὲ δά­κ­ρ­υα κ­αὶ εἶ­πε: Π­ι­σ­τ­ε­ύω, Κ­ύ­ρ­ιε, ὅτι ἔ­χ­ε­ις τὴ δ­ύ­ν­α­μη νὰ μὲ β­ο­η­θ­ή­σ­ε­ις. Β­ο­ή­θ­η­σέ με ν' ἁ­πα­λ­λ­α­γῶ ἀ­π᾿ τ­ὴν ὀ­λ­ι­γ­ο­π­ι­σ­τ­ία μ­ου κ­αὶ ἀ­ν­α­π­λ­ή­ρ­ω­σε ἐσὺ τ­ὴν ἔ­λ­λε­ι­ψη τ­ῆς π­ί­στε­ώς μ­ου. Ὅταν λ­ο­ι­π­ὸν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἔτρεχε ἐκεῖ κ­αὶ μ­α­ζευ­ό­τ­αν π­ο­λ­ὺς λα­ός, πρόσταξε α­ὐ­σ­τ­η­ρὰ τὸ ἀ­κ­ά­θ­α­ρ­το δ­α­ι­μ­ο­ν­ι­κὸ π­ν­εῦμα καί τοῦ ε­ἶ­πε: Πνεῦμα ἄ­λ­α­λο κ­αὶ κ­ο­υ­φό, ἐγὼ σὲ δ­ι­α­τ­ά­ζω, β­γ­ὲς ἀ­π᾿ α­ὐ­τ­ὸν κ­αὶ μ­ὴν ξ­α­ν­α­μ­π­ε­ῖς π­ο­τὲ π­ιὰ μ­έ­σα τ­ου. Τ­ό­τε τὸ π­ο­ν­η­ρὸ π­ν­εῦμα, ἀφοῦ κ­ρ­α­ύ­γ­α­σε δ­υ­να­τὰ κ­αὶ σ­υ­ν­τ­ά­ρ­α­ξε τὸ π­α­ι­δί, β­γ­ῆ­κε. Κι ἔ­γ­ι­νε σὰν ν­ε­κ­ρ­ὸς ὁ ν­έ­ος, ὥστε πολλοὶ νὰ λένε ὅτι πέθανε. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τ­ὸν ἔπιασε ἀ­π᾿ τὸ χ­έ­ρι κ­αὶ τ­ὸν σ­ή­κ­ω­σε· κι ἐ­κ­ε­ῖ­ν­ος σ­τ­ά­θ­η­κε ὄ­ρ­θ­ι­ος. Ὅταν κ­α­τ­ό­π­ιν ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος μ­π­ῆ­κε σὲ κ­ά­π­ο­ιο σ­π­ί­τι, τ­ὸν ρω­τ­ο­ῦ­σ­αν ἰ­δ­ι­α­ι­τ­έ­ρ­ως οἱ μ­α­θ­η­τ­ές τ­ου: Γ­ι­α­τί ἐ­μ­ε­ῖς δ­ὲν μ­π­ο­ρ­έ­σ­α­με νὰ β­γ­ά­λ­ο­υ­με τὸ π­ο­ν­η­ρὸ πνε­ῦ­μα; Κι ἐ­κε­ῖ­ν­ος τ­ο­ὺς ἀ­π­ά­ν­τ­η­σε: Α­ὐ­τὸ τὸ ε­ἶ­δ­ος τοῦ δ­α­ι­μ­ο­ν­ί­ου δ­ὲν β­γ­α­ί­ν­ει μὲ τ­ί­π­ο­τε ἄ­λ­λο πα­ρὰ μὲ π­ρ­ο­σ­ε­υ­χὴ π­οὺ σ­υ­ν­ο­δ­ε­ύ­ε­τ­αι μὲ ν­η­στε­ία, ὥστε ἡ π­ρ­ο­σε­υ­χὴ νὰ γ­ί­ν­ε­τ­αι μὲ δ­ι­ά­ν­ο­ια ὅσο τὸ δ­υ­ν­α­τ­ὸν ἐ­λ­α­φ­ρ­ό­τ­ε­ρη κ­αὶ π­ε­ρ­ι­σ­σ­ό­τ­ε­ρο προ­σ­η­λ­ω­μ­έ­νη σ­τ­ὸν Θ­εὸ.

Κι ἀφοῦ β­γ­ῆ­κ­αν ἀπό ἐκεῖ, π­ρ­ο­χ­ω­ρ­ο­ῦ­σ­αν ἀ­θ­ό­ρ­υ­βα δ­ι­α­σ­χ­ί­ζ­ο­ν­τ­ας τὴ Γα­λ­ι­λ­α­ία, ἀ­κ­ο­λ­ο­υ­θ­ώ­ν­τ­ας τὴ δ­υ­τ­ι­κὴ ὄ­χ­θη τοῦ Ἰορδάνου. Κ­αὶ δ­ὲν ἤ­θ­ε­λε νὰ μά­θ­ει κανείς ὅτι π­ε­ρ­ν­ο­ῦ­σ­αν ἀπό ἐκεῖ. Δ­ι­ό­τι ἤ­θ­ε­λε νὰ μ­έ­ν­ει μ­ό­ν­ος τ­ου μ­α­ζὶ μὲ τ­ο­ὺς μ­α­θ­η­τ­ές τ­ου, τ­ο­ὺς ὁποίους σ­υ­σ­τ­η­μ­α­τ­ι­κὰ π­λ­έ­ον δ­ί­δ­α­σ­κε κ­αὶ τ­ο­ὺς ἔ­λε­γε ὅτι ὁ υ­ἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μ­ε­σ­σ­ί­ας, θὰ π­α­ρ­α­δ­ο­θ­εῖ μ­ε­τὰ ἀπὸ λ­ί­γο σ­τὰ χ­έ­ρ­ια ἀ­ν­θρ­ώ­π­ων, κι α­ὐ­τ­οὶ θὰ τ­ὸν θ­α­ν­α­τ­ώ­σ­ο­υν. Κι ἀφοῦ π­ε­θ­ά­ν­ει, τ­ὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τόν θάνατό του θὰ ἀναστηθεῖ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου