Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(8 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026)

(ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)


 

ΕΩΘΙΝΟΝ Ϛ΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἐκ νεκρῶν ἔστη ἐν μέσῳ τῶν Μαθητῶν, καὶ λέγει αὐτοῖς΄ Εἰρήνη ὑμῖν. Πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι, ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Τὶ τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατὶ διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγὼ εἰμι, ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε΄ ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. Ἒτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς, καὶ θαυμαζόντων, εἶπεν αὐτοῖς΄ Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; Οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος, καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου. Καὶ λαβὼν, ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. Εἶπε δὲ αὐτοῖς΄ Οὗτοι οἱ λόγοι, οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωσέως καὶ Προφήταις καὶ Ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. Τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν, τοῦ συνιέναι τὰς Γραφάς΄ καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Ὃτι οὕτω γέγραπται, καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστόν, καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. Ὑμεῖς δὲ ἐστε μάρτυρες τούτων. Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς΄ ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ, εὐλόγησεν αὐτούς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτόν αὐτούς, διέστη ἀπ' αὐτῶν, καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ αὐτοὶ, προσκυνήσαντες αὐτόν, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης. Καὶ ἦσαν διαπαντός ἐν τῷ Ἱερῷ, αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν.

(Λουκ. κδ΄[24] 36 – 53]

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς στάθηκε ἀνάμεσά τους καί τούς λέει: Νά εἶναι μαζί σας εἰρήνη. Εἰρήνη  μέ τόν Θεό καί μεταξύ σας. Εἰρήνη καί στίς ψυχές σας. Ἡ αἰφνιδιαστική ὅμως ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου τούς κατατρόμαξε. Κι ἐπειδή κυριεύθηκαν ἀπό φόβο, νόμιζαν ὅτι ἔβλεπαν φάντασμα, δηλαδή ψυχή πεθαμένου πού ἦλθε ἀπό τόν Ἅδη χωρίς νά ἔχει σῶμα. Ὁ Κύριος ὅμως τούς εἶπε: Γιατί εἶστε ταραγμένοι; Καί γιατί γεννιοῦνται στίς σκέψεις σας λογισμοί ἀμφιβολίας γιά τό ἄν πράγματι εἶμαι ὁ ἀναστημένος Διδάσκαλός σας; Δεῖτε τά χέρια μου καί τά πόδια μου ὅτι ἔχουν τά σημάδια τῶν καρφιῶν, καί βεβαιωθεῖτε ὅτι εἶμαι ἐγώ ὁ ἴδιος ὁ Διδάσκαλός σας πού σταυρώθηκε. Ψηλαφῆστε με μέ τά χέρια σας καί βεβαιωθεῖτε ὅτι δέν εἶμαι ἄσαρκο πνεῦμα. Διότι ἡ ψυχή καί τό φάντασμα ἑνός νεκροῦ δέν ἔχει σῶμα καί ὀστά, ὅπως βλέπετε καί πείθεσθε ὅτι ἔχω ἐγώ. Κι ἀφοῦ εἶπε αὐτό, τούς ἔδειξε τά χέρια του καί τά πόδια του. Ἐπειδή ὅμως αὐτοί ἀπό τή χαρά τους δέν πίστευαν στά μάτια τους καί νόμιζαν ἀκόμη ὅτι ἔβλεπαν ὄνειρο, καί θαύμαζαν γιά τά πρωτοφανή αὐτά καί ἀνέλπιστα γεγονότα, τούς εἶπε ὁ Κύριος: Ἔχετε ἐδῶ τίποτε φαγώσιμο γιά νά φάω κι ἔτσι νά πεισθεῖτε ἀκόμη περισσότερο ὅτι δέν εἶμαι φάντασμα; Κι αὐτοί τοῦ ἔδωσαν ἕνα κομμάτι ψάρι ψημένο καί λίγη κηρήθρα. Τότε τά πῆρε κι ἔφαγε μπροστά τους. Καί τό ἔκανε αὐτό ὄχι γιατί τό σῶμα του εἶχε ἀνάγκη τροφῆς, ἀλλά γιά νά τούς βεβαιώσει ὅτι πραγματικά ἀναστήθηκε. Τούς εἶπε ἐπίσης: Αὐτά τά γεγονότα πού βλέπετε καί σᾶς προκαλοῦν θαυμασμό εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῶν λόγων πού σᾶς εἶχα πεῖ προφητικῶς, ὅταν ἤμουν ἀκόμη μαζί σας πρίν σταυρωθῶ. Σᾶς ἔλεγα δηλαδή ὅτι σύμφωνα μέ τό προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει νά ἐκπληρωθοῦν καί νά πραγματοποιηθοῦν ὅλα ὅσα ἔχουν γραφεῖ γιά μένα στόν νόμο τοῦ Μωυσῆ καί στούς προφῆτες καί στούς ψαλμούς.  45 Τότε τούς μετέδωσε θεῖο φωτισμό καί τούς ἄνοιξε τό νοῦ γιά νά κατανοοῦν τίς Γραφές. Κι ἀφοῦ τούς ἀνέπτυξε τίς κυριότερες προφητεῖες, τούς εἶπε ὅτι ἔτσι ἔχει γραφεῖ προφητικά στίς Γραφές, κι ἔτσι ἔπρεπε σύμφωνα μέ τίς προφητεῖες αὐτές νά πάθει ὁ Χριστός καί τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τόν θάνατό του ν᾿ ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς, καθώς καί ὅτι πρέπει νά κηρυχθεῖ σ᾿ ὅλα τά ἔθνη μετάνοια καί ἄφεση ἁμαρτιῶν στό ὄνομά μου (σύμφωνα δηλαδή μέ ὅσα διδαχθήκατε καί μάθατε γιά τό ὄνομά μου, ὅτι εἶμαι ὁ μόνος Σωτήρας καί Λυτρωτής τῶν ἀνθρώπων). Καί τό κήρυγμα αὐτό πρέπει ν᾿ ἀρχίσει ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ. Ἐσεῖς εἶστε μάρτυρες ὅλων αὐτῶν, δηλαδή τοῦ κηρύγματός μου, τῆς ζωῆς μου, τοῦ Πάθους μου καί τῆς Ἀναστάσεώς μου. Καί μέ τή μαρτυρία πού θά δώσετε γιά μένα θά συντελεσθεῖ τό μεγάλο αὐτό ἔργο τοῦ κηρύγματος τῆς μετανοίας καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν σ᾿ ὅλα τά ἔθνη. Κι ἐγώ σᾶς ὑπόσχομαι νά σᾶς βοηθήσω ἀποτελεσματικά στό ἔργο αὐτό. Ἰδού ἐγώ, πού ἀπό τώρα εἶμαι καί ὡς ἄνθρωπος ὁ βασιλεύς τοῦ κόσμου καί ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, θά σᾶς στείλω σέ λίγο ἀπό τόν οὐρανό ἐπάνω σας αὐτό πού σᾶς ὑποσχέθηκε ὁ Πατέρας μου, δηλαδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Αὐτό τό Πνεῦμα προανήγγειλαν οἱ προφῆτες ὅτι θά δοθεῖ σέ κάθε ἄνθρωπο. Ἐσεῖς λοιπόν καθίστε στήν πόλη Ἱερουσαλήμ καί μήν ἀπομακρυνθεῖτε ἀπ’ αὐτήν, μέχρι νά φορέσετε ὡς πνευματικό ἔνδυμα τή δύναμη καί τήν ἐνίσχυση πού θά σᾶς ἔλθει ἀπό τόν οὐρανό μέ τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν ὁ Κύριος τελείωσε τίς διδασκαλίες αὐτές, τούς ὁδήγησε ἔξω ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, μέχρι πού πλησίασαν στή Βηθανία. Κι ἐκεῖ ὕψωσε τά χέρια του καί τούς εὐλόγησε. Καί καθώς τούς εὐλογοῦσε, ἄρχισε νά ἀπομακρύνεται ἀπ᾿ αὐτούς καί ν᾿ ἀνεβαίνει ἐπάνω, πρός τόν οὐρανό. Κι αὐτοί, ἀφοῦ τόν προσκύνησαν, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ μέ μεγάλη χαρά γιά τήν ἔνδοξη ἀνάληψη τοῦ Διδασκάλου τους καί γιά τήν ἐπαγγελία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά τήν ὁποία τούς βεβαίωσε. Καί ἦταν πάντοτε στό ἱερό τίς ὧρες τῆς προσευχῆς καί τῆς λατρείας, ὑμνώντας καί δοξολογώντας τόν Θεό. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Κα­τ' ἀρ­χάς σύ, Κύριε, τὴν γῆν ἐ­θε­με­λί­ω­σας, καὶ ἔρ­γα τῶν χει­ρῶν σού εἰ­σιν οἱ οὐ­ρα­νοί· αὐ­τοὶ ἀ­πο­λοῦν­ται, σὺ δὲ δι­α­μέ­νεις· καὶ πάν­τες ὡς ἱ­μά­τιον πα­λαι­ω­θή­σον­ται, καὶ ὡ­σεὶ πε­ρι­βό­λαι­ον ἑ­λί­ξεις αὐ­το­ύς, καὶ ἀλ­λα­γή­σον­ται· σὺ δὲ ὁ αὐ­τὸς εἶ, καὶ τὰ ἔ­τη σου οὐκ ἐ­κλε­ί­ψου­σι. πρὸς τί­να δὲ τῶν ἀγ­γέ­λων εἴ­ρη­κέ πο­τε· κά­θου ἐκ δε­ξι­ῶν μου ἕ­ως ἂν θῶ τοὺς ἐχ­θρο­ύς σου ὑ­πο­πό­διον τῶν πο­δῶν σου; Οὐ­χὶ πάν­τες εἰ­σὶ λει­τουρ­γι­κὰ πνε­ύ­μα­τα εἰς δι­α­κο­νί­αν ἀ­πο­στελ­λό­με­να διὰ τοὺς μέλ­λον­τας κλη­ρο­νο­μεῖν σω­τη­ρί­αν; Διὰ τοῦ­το δεῖ πε­ρισ­σο­τέ­ρως ἡ­μᾶς προ­σέ­χειν τοῖς ἀ­κου­σθεῖ­σι, μή­πο­τε πα­ραρ­ρυ­ῶ­μεν. Εἰ γὰρ ὁ δι᾿ ἀγ­γέ­λων λα­λη­θεὶς λό­γος ἐ­γέ­νε­το βέ­βαι­ος, καὶ πᾶ­σα πα­ρά­βα­σις καὶ πα­ρα­κο­ὴ ἔ­λα­βεν ἔν­δι­κον μι­σθα­πο­δο­σί­αν, πῶς ἡ­μεῖς ἐκ­φευ­ξό­με­θα τη­λι­κα­ύ­της ἀ­με­λή­σαν­τες σω­τη­ρί­ας; ἥ­τις ἀρ­χὴν λα­βοῦ­σα λα­λεῖ­σθαι διὰ τοῦ Κυ­ρί­ου, ὑ­πὸ τῶν ἀ­κου­σάν­των εἰς ἡ­μᾶς ἐ­βε­βαι­ώ­θη.                          

 (Ἑβρ. α΄[1]10 – β΄[2] 3)

 

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ  ΑΠΟΣΤΟΛΟ

1. ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΣ

Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος καταδεικνύει τὴν ἀσύγκριτη ἀνωτερότητα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ σέ σχέση μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς προφῆτες. Ἀναφέρει στὴν ἀρχὴ ἕνα στίχο ἀπὸ τὸν 101ο Ψαλμό ὅπου λέγει ὁ Δαβίδ: «κατ᾿ ἀρχὰς σύ, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί». Δηλαδὴ ἐσύ, Κύριε, στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας στήριξες τὴν γῆ καὶ ἔργα τῶν χεριῶν σου εἶναι οἱ ἀπέραντοι οὐρανοί. «Αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις». Αὐτοὶ οἱ οὐρανοί κάποτε θὰ καταστραφοῦν. Ἐσὺ ὅμως παραμένεις ἀμετάβλητος. Καὶ ὅλος ὁ κόσμος σὰν ἔνδυμα θὰ παλιώσει. Καὶ σὰν πανωφόρι θὰ τὸν περιτυλίξεις καὶ θὰ ἀλλάξει καὶ θὰ γίνει καινούργιος. Ἐσὺ ὅμως εἶσαι πάντοτε ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔτη σου θὰ εἶναι ἀτελείωτα. 

Μὲ βάση λοιπὸν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ψαλμωδοῦ ὁ ἱερὸς ἀπόστολος ρωτᾷ στὴν συνέχεια: Σέ ποιὸν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἔχει πεῖ ποτὲ ὁ Πατήρ «κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;» κάθισε δηλαδή τώρα μετὰ τὴν Ἀνάληψή σου στά δεξιά μου, μέχρι νά θέσω τοὺς ἐχθρούς σου κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου, γιὰ νὰ τοὺς πατᾷς; Δὲν εἶναι ὅλοι οἱ ἄγγελοι πνεύματα ὑπηρετικά, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν ἐκείνους ποὺ πρόκειται νὰ κληρονομήσουν τὴ σωτηρία τους; 

ΠΟΣΟ ΜΕΓΑΛΗ σημασία ἔχει ἀλήθεια ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου! Γι᾿ αὐτὴν ἐργάζεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ δημιουργός τοῦ σύμπαντος! Γιὰ τὴν σωτηρία μας ἀποστέλλει τοὺς ἀγγέλους Του νὰ μᾶς διακονοῦν στό μεγάλο καί δύσκολο ἔργο μας. Γιὰ τὴ σωτηρία μας ἀποστέλλει τοὺς προφῆτες, τούς δικαίους, τοὺς Ἁγίους Του. Γιὰ τὴ σωτηρία μας γίνεται ἄνθρωπος ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Αὐτὸς σὲ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς μας κάνει τὸ κάθε τι γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν οὐρανό. 

Τό θέμα λοιπόν τῆς σωτηρίας μας δέν εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θέματα τῆς ζωῆς μας. Εἶναι θέμα ζωῆς καὶ θανάτου. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα. Οἱ χαρὲς τοῦ κόσμου εἶναι πρόσκαιρες καὶ σβήνουν. Τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ κάποτε θὰ τὰ χάσουμε. Τὸ σύμπαν ὁλόκληρο κάποτε θὰ καταστραφεῖ. Τό μόνο ποὺ θὰ μᾶς συνοδεύσει στὴν ἄλλη ζωὴ εἶναι τὸ τί ἀγώνα κάναμε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ὅλα ἐὰν τὰ κερδίσουμε σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γῆ καὶ χάσουμε τή σωτηρία μας, χάσαμε τὰ πάντα. Καὶ ὅλα ἂν τὰ χάσουμε ἐδῶ, ἂν κερδίσουμε ὅμως τὴ σωτηρία μας, κερδίσαμε τὰ πάντα. Διότι κερδίζω τή σωτηρία μου, σημαίνει κερδίζω Παράδεισο, ὁμοιάζω μὲ τὸν Θεό, συμβασιλεύω μὲ τὸν παντοκράτορα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ Κύριο Ιησοῦ Χριστό, γίνομαι κατὰ χάρη Θεός. 

Ἂς θέσουμε λοιπόν τό καθοριστικὸ ἐρώτημα στὸν ἑαυτό μας: Μᾶς ἀπασχολεῖ τό θέμα τῆς σωτηρίας μας, μᾶς συγκλονίζει; Εἶναι ἡ πρώτη φροντίδα μας; Τὸ ζοῦμε ὡς τὸ σπουδαιότερο θέμα τῆς ζωῆς μας; Αὐτό μᾶς συμβουλεύει στή συνέχεια ὁ θεῖος ἀπόστολος.

2. ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, γράφει ὁ Ἀπόστολος, «δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι» πρέπει περισσότερο νά προσέχουμε ἐκεῖνα ποὺ ἀκούσαμε, μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Κυρίου μας καί τῶν Ἀποστόλων Του. Διότι ὑπάρχει μεγάλος κίνδυνος νὰ παρασυρθοῦμε. Καὶ ἀλλοίμονο ἂν συμβεῖ αὐτό. Διότι ἐὰν ὁ νόμος, ποὺ ἐλέχθει στόν Μωϋσῆ διά μέσου ἀγγέλων, ἀποδείχθηκε ἀληθινὸς καὶ ἰσχυρὸς καὶ κάθε παράβαση του καὶ παρακοὴ σ᾿ αὐτὸν ἔλαβε δίκαιη ἀνταπόδοση καί τιμωρία, «πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας;» Πῶς ἐμεῖς θὰ ξεφύγουμε τήν τιμωρία, ἐὰν ἀμελήσουμε μία τόσο μεγάλη καὶ σπουδαία σωτηρία; Σωτηρία μάλιστα ποὺ δὲν κηρύχθηκε ἀπὸ ἀγγέλους, ὅπως ὁ νόμος, ἀλλὰ ἀφοῦ ἄρχισε νὰ κηρύττεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, μᾶς παραδόθηκε ὡς βέβαιη καὶ ἀξιόπιστη ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ποὺ τὴν ἄκουσαν ἀπὸ τὸ στόμα Του.

ΕΙΝΑΙ ΦΟΒΕΡΟ πρᾶγμα ἡ ἀμέλεια γιὰ τὴ σωτηρία μας. Καὶ δυστυχῶς πολλοὶ ἄνθρωποι σήμερα ἐνῶ πιστεύουν στὸν Θεὸ καὶ ἔχουν καλές διαθέσεις, ἀδιαφοροῦν γιὰ τὸ σπουδαιότερο μέλημα τῆς ζωῆς τους. Σὲ ἄλλες ὑποθέσεις δίνουν τὴν καρδιά τους. Το πρόβλημα εἶναι σοβαρὸ καὶ θὰ πρέπει νὰ προσέξουμε, διότι ὑπάρχει μεγάλος κίνδυνος κι ἐμεῖς νὰ παρασυρθοῦμε καὶ νὰ μὴ δίνουμε τήν πρέπουσα σημασία στή σωτηρία μας. Μπορεί βέβαια μὲ τὰ λόγια νά δείχνουμε κάποιο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ψυχή μας. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ μένουμε μέχρις ἐκεῖ. Οἱ διαθέσεις μας πρέπει νὰ γίνονται ἀποφάσεις. 

Μὴν ἀφήνουμε τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας νὰ περνᾷ ἀνώφελα καὶ χάνουμε τίς πνευματικές εὐκαιρίες ποὺ μᾶς δίνει καθημερινὰ ὁ Θεός. Διότι ὁ Θεὸς θέλει τή σωτηρία μας, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν κερδίσουμε πρέπει νὰ τὴν θέλουμε κι ἐμεῖς. Κάθε ἡμέρα πού περνάει νὰ μᾶς ὁδηγεῖ πιὸ κοντὰ στὸν Χριστό μας. Πρακτικὰ αὐτὸ σημαίνει ὅτι θὰ πρέπει νὰ βάλουμε πρόγραμμα καθημερινὸ πνευματικῆς πορείας, μελέτης, προσευχῆς αὐτοκριτικῆς, μετάνοιας. Πήγαμε στόν Πνευματικό μας καὶ μᾶς ἔδωσε συμβουλές. Νὰ τὶς ἐφαρμόσουμε ἀμέσως χωρὶς ἀμέλεια καὶ ἀναβολή. Πήγαμε στή θεία Λειτουργία, ἀκούσαμε τὸ θεῖο κήρυγμα, κοινωνήσαμε. Νά γυρίσουμε πλέον διαφορετικοὶ στὸ σπίτι μας. Διαβάσαμε σήμερα τὴν  Ἁγία Γραφὴ ἢ ἕνα πνευματικὸ βιβλίο. Νὰ ἐφαρμόσουμε αὐτὰ ποὺ ὁ Χριστὸς μᾶς ζητεῖ. Ἂς ἐργαζόμαστε λοιπὸν ἐντατικότερα τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας. Καὶ ὁ ἅγιος Θεὸς θὰ μᾶς εὐλογεῖ καὶ θὰ μᾶς ἐνισχύει.

(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ εἰ­σῆλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς εἰς Κα­περ­να­οὺμ καὶ ἠ­κο­ύ­σθη ὅ­τι εἰς οἶ­κόν ἐ­στι. Καὶ εὐ­θέ­ως συ­νή­χθη­σαν πολ­λοὶ, ὥ­στε μη­κέ­τι χω­ρεῖν μη­δὲ τὰ πρὸς τὴν θύ­ραν· καὶ ἐ­λά­λει αὐ­τοῖς τὸν λό­γον. καὶ ἔρ­χον­ται πρὸς αὐ­τὸν πα­ρα­λυ­τι­κὸν φέ­ρον­τες, αἰ­ρό­με­νον ὑ­πὸ τεσ­σά­ρων. Καὶ μὴ δυ­νά­με­νοι προ­σεγ­γί­σαι αὐ­τῷ διὰ τὸν ὄ­χλον, ἀ­πε­στέ­γα­σαν τὴν στέ­γην ὅ­που ἦν, καὶ ἐ­ξο­ρύ­ξαν­τες χα­λῶ­σι τὸν κρά­βατ­τον ἐφ' ᾧ ὁ πα­ρα­λυ­τι­κὸς κα­τέ­κει­το. Ἰ­δὼν δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς τὴν πί­στιν αὐ­τῶν λέ­γει τῷ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Τέκνον, ἀ­φέ­ων­ταί σοι αἱ ἁ­μαρ­τί­αι σου. Ἦ­σαν δέ τι­νες τῶν γραμ­μα­τέ­ων ἐ­κεῖ κα­θή­με­νοι καὶ δι­α­λο­γι­ζό­με­νοι ἐν ταῖς καρ­δί­αις αὐ­τῶν· Τί οὗ­τος οὕ­τως λα­λεῖ βλα­σφη­μί­ας; τίς δύ­να­ται ἀ­φι­έ­ναι ἁ­μαρ­τί­ας εἰ μὴ εἷς ὁ Θε­ός; Καὶ εὐ­θέ­ως ἐ­πι­γνοὺς ὁ Ἰ­η­σοῦς τῷ πνε­ύ­μα­τι αὐ­τοῦ ὅ­τι οὕ­τως αὐ­τοὶ δι­α­λο­γί­ζον­ται ἐν ἑ­αυ­τοῖς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Τί ταῦ­τα δι­α­λο­γί­ζε­σθε ἐν ταῖς καρ­δί­αις ὑ­μῶν; Τί ἐ­στιν εὐ­κο­πώ­τε­ρον, εἰ­πεῖν τῷ πα­ρα­λυ­τι­κῷ, ἀ­φέ­ων­ταί σου αἱ ἁ­μαρ­τί­αι, ἢ εἰ­πεῖν, ἔ­γει­ρε καὶ ἆ­ρον τὸν κρά­ββατόν σου καὶ πε­ρι­πά­τει; Ἵ­να δὲ εἰ­δῆ­τε ὅ­τι ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χει ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­φι­έ­ναι ἐ­πὶ τῆς γῆς ἁ­μαρ­τί­ας (λέ­γει τῷ πα­ρα­λυ­τι­κῷ). Σοὶ λέ­γω, ἔ­γει­ρε καὶ ἆ­ρον τὸν κρά­βατ­τόν σου καὶ ὕ­πα­γε εἰς τὸν οἶ­κόν σου. Καὶ ἠ­γέρ­θη εὐ­θέ­ως, καὶ ἄ­ρας τὸν κρά­βατ­τον ἐ­ξῆλ­θεν ἐ­ναν­τί­ον πάν­των, ὥ­στε ἐ­ξί­στα­σθαι πάν­τας καὶ δο­ξά­ζειν τὸν Θε­ὸν λέ­γον­τας ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε οὕ­τως εἴ­δο­μεν. 

                                             (Μᾶρκ. β΄[2] 1 - 12)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρόν μπῆ­κε πά­λι ὁ Ἰ­η­σοῦς στὴν Κα­περ­να­ούμ· κι ἔ­γι­νε γνω­στὸ ὅ­τι βρί­σκε­ται σὲ κά­ποι­ο σπί­τι. Ἀ­μέ­σως λοι­πὸν μα­ζεύ­τη­καν τό­σο πολ­λοί, ὥ­στε νὰ γε­μί­σει τὸ σπί­τι καὶ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος πλέ­ον οὔτε δί­πλα στὴ θύ­ρα. Καὶ τοὺς δί­δα­σκε τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Ἔρ­χον­ται τό­τε καὶ τοῦ φέρ­νουν ἕ­ναν πα­ρά­λυ­το, ποὺ τὸν σή­κω­ναν πά­νω σ᾿ ἕ­να κρε­βά­τι τέσ­σε­ρις. Κι ἐ­πει­δὴ δὲν μπο­ροῦ­σαν ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ πλή­θους νὰ τὸν πλη­σιά­σουν, ξε­σκέ­πα­σαν τὴ σκε­πὴ στὸ μέ­ρος ὅ­που βρι­σκό­ταν ὁ Κύ­ριος, κι ἀ­φοῦ ἔ­κα­ναν ἕ­να ἄ­νοιγ­μα, ἔ­ρι­ξαν ἀ­πὸ κεῖ κά­τω σι­γά-σι­γὰ τὸ κρε­βά­τι, πά­νω στὸ ὁποῖο ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ὁ πα­ρά­λυ­τος. Ὅ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­δε τὴν πί­στη ποὺ εἶχαν ὅ­λοι αὐ­τοί, καὶ ὁ πα­ρά­λυ­τος καὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν, λέ­ει στὸν πα­ρά­λυ­το, ποὺ ἀ­γω­νι­οῦ­σε μή­πως οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του γί­νουν ἐμ­πό­διο στὴ θε­ρα­πεί­α του: «Παι­δί μου, σοῦ ἔ­χουν συγ­χω­ρη­θεῖ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου, οἱ ὁποῖες εἶ­ναι καὶ ἡ αἰ­τί­α τῆς σω­μα­τι­κῆς σου πα­ρα­λυ­σί­ας.» Ἦ­ταν ὅ­μως με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς γραμ­μα­τεῖς ποὺ κά­θον­ταν ἐκεῖ καὶ συλ­λο­γί­ζον­ταν μέ­σα τους: «Για­τί ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς μι­λά­ει ἔ­τσι καὶ ξε­στο­μί­ζει βλα­σφη­μί­ες; Ποι­ὸς ἄλ­λος μπο­ρεῖ νὰ συγ­χω­ρεῖ ἁ­μαρ­τί­ες πα­ρὰ μό­νον ἕ­νας, ὁ Θε­ός;» Ἀ­μέ­σως ὅ­μως ὁ Ἰησοῦς, μὲ ὑ­περ­φυ­σι­κὴ πλη­ρο­φο­ρί­α ποὺ ἔ­δι­νε στὸ πνεῦμα του ἡ θε­ό­τη­τά του, ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἔ­τσι σκέ­φτον­ται αὐ­τοὶ μέ­σα τους, καὶ τοὺς εἶ­πε: «Για­τί δέ­χε­στε καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖ­τε τέ­τοι­ους λο­γι­σμοὺς μέ­σα στὶς καρ­δι­ές σας; Τί εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρο· νὰ πῶ στὸν πα­ρα­λυ­τι­κό, εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου, ἤ νὰ τοῦ πῶ, σή­κω καὶ πά­ρε στὸν ὦ­μο σου τὸ κρε­βά­τι σου καὶ περπάτα; Ἐσεῖς θε­ω­ρεῖ­τε δυ­σκο­λό­τε­ρο αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ νὰ μά­θε­τε λοι­πὸν ὅ­τι ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσ­σί­ας, ὁ μο­να­δι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς ἀν­θρω­πό­τητος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλ­θει καὶ πά­λι πά­νω στὶς νε­φέ­λες ὡς Κρι­τὴς ἔν­δο­ξος, ἔ­χει ἐ­ξου­σί­α νὰ συγ­χω­ρεῖ πά­νω στὴ γῆ ἁ­μαρ­τί­ες· λέ­ει στὸν πα­ρά­λυ­το: Σὲ σέ­να ποὺ πι­στεύ­εις μι­λῶ. Σή­κω καὶ πά­ρε στὸν ὦ­μο σου τὸ κρε­βά­τι σου καὶ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι σου.» Κι ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­θη­κε ἀ­μέ­σως, πῆ­ρε τὸ κρε­βά­τι του καὶ βγῆ­κε ἀ­π᾿ τὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νο μπρο­στὰ σ᾿ ὅ­λους. Κι ἔ­τσι τὸν εἶ­δαν ὅ­λοι μὲ τὰ μά­τια τους καὶ γέ­μι­σαν μὲ ἔκ­πλη­ξη. Καὶ δό­ξα­σαν τὸν Θε­ὸ λέ­γον­τας ὅ­τι πο­τὲ μέ­χρι τώ­ρα δὲν εἴ­δα­με κά­τι τέ­τοι­ο, ἕ­νας πα­ρά­λυ­τος μὲ μί­α προ­στα­γὴ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­μέ­σως ὑ­γι­ὴς καὶ νὰ περ­πα­τᾶ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου