ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
(26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Δ΄
Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον ἐπὶ τὸ
μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον
ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐγένετο
ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ Ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν
ἀστραπτούσαις. ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν,
εἶπον πρὸς αὐτάς, Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ' ἠγέρθη.
μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου
παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι.
καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν
ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα
καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα.
καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. ὁ δὲ
Πέτρος ἀναστὰς ἒδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα
μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.
(Λουκ. κδ΄[24] 1 – 12)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Τὴν πρώτη ὅμως ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τὰ βαθιὰ χαράματα ἦλθαν
οἱ γυναῖκες στὸ μνῆμα φέρνοντας τὰ ἀρώματα ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει. Μαζί τους ἦλθαν
καὶ μερικὲς ἄλλες. Βρῆκαν τότε τὴν πέτρα ποὺ ἔφραζε τὸ μνημεῖο νὰ εἶναι
κυλισμένη μακριὰ ἀπ᾿ αὐτό. Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα τοῦ
Κυρίου Ἰησοῦ. Κι ἐνῶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἀπορία γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ξαφνικά, δύο ἄγγελοι παρουσιάσθηκαν
μπροστά τους ὡς ἄνδρες μὲ στολὲς ποὺ ἄστραφταν ἀπὸ λαμπρότητα. Κι ἐνῶ αὐτὲς
κατατρομαγμένες ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ ἀπὸ εὐλάβεια κι ἐπειδὴ δὲν ἄντεχαν
τὴ λάμψη τῶν ἀγγέλων, εἶπαν οἱ ἄγγελοι σ᾿ αὐτές: Γιατί ζητᾶτε ἀνάμεσα στοὺς
νεκροὺς αὐτὸν ποὺ τώρα πλέον εἶναι ζωντανός; Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ ἀναστήθηκε.
Θυμηθεῖτε πῶς σᾶς μίλησε καὶ τί σᾶς εἶχε πεῖ ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ Γαλιλαία,
λέγοντας ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
νὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ νὰ σταυρωθεῖ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ
τὸ θάνατό του νὰ ἀναστηθεῖ. Τότε οἱ μυροφόρες γυναῖκες θυμήθηκαν τὰ λόγια τοῦ
Κυρίου. Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο, τὰ ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕνδεκα
μαθητὲς καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους. Οἱ γυναῖκες
ποὺ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ στοὺς ἀποστόλους ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ ἡ
Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ὑπόλοιπες ποὺ ἦταν μαζί τους. Τὰ λόγια τους ὅμως
αὐτὰ φάνηκαν στοὺς μαθητὲς σὰν φλυαρία καὶ ἐπινόηση τῆς φαντασίας τους. Καὶ δὲν
τὶς πίστευαν. Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος
σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς
νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε
στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι᾿ αὐτό πού εἶχε γίνει.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ
ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)
Ἐν ταῖς
ἡμέραις ἐκείναις, πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν
῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ
τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. Προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος
τῶν μαθητῶν εἶπον· Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον
τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις. Ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ
ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος ῾Αγίου καὶ σοφίας,
οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ
διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον
παντὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως
καὶ Πνεύματος ῾Αγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα
καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον ᾿Αντιοχέα, οὓς ἔστησαν ἐνώπιον
τῶν ἀποστόλων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. Καὶ ὁ
λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν ῾Ιερουσαλὴμ
σφόδρα, πολύς τε ὄχλος τῶν Ἰουδαίων ὑπήκουον τῇ πίστει.
(Πράξ. στ΄[6]
1 – 7)
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
ΟΙ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΙ
1.
Ο ΓΟΓΓΥΣΜΟΣ
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὶς πρῶτες ἡμέρες της ἐξαπλωνόταν μὲ θαυμαστὴ
ἄνθηση. Ἕνα ὅμως ἐσωτερικὸ πρόβλημα ἦλθε νὰ ταράξει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν
ἑνότητα τῶν πρώτων πιστῶν. Καθὼς αὔξανε ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστῶν, «ἐγένετο
γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους». Δηλαδὴ οἱ Ἰουδαῖοι χριστιανοὶ
ποὺ ἦταν ἀπὸ ξένα μέρη καὶ γι᾿ αὐτὸ μιλοῦσαν Ἑλληνικά, ἄρχισαν νὰ γογγύζουν
ἐναντίον τῶν ντόπιων Ἑβραίων χριστιανῶν, ποὺ μιλοῦσαν τὴν ἀραμαϊκὴ γλώσσα. Κι
ἄρχισαν τὰ παράπονα, ὅτι οἱ χῆρες τῶν ἑλληνόφωνων Ἰουδαίων χριστιανῶν
παραμελοῦνταν στὴν καθημερινὴ περίθαλψη καὶ στὴ διανομὴ τῶν τροφῶν καὶ τῶν
ἐλεημοσυνῶν.
Ὁ γογγυσμὸς
αὐτός, ποὺ ἐκδηλώθηκε μέσα στὰ σπλάχνα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ἦταν
περισσότερο ἐπικίνδυνος ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικούς της ἐχθρούς. Διότι οἱ πολέμιοι
τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἐχθρότητά τους συσπείρωναν τὸ σῶμα τῶν πιστῶν, ἐνῶ ὁ
γογγυσμὸς ἦταν διαλυτικὸ στοιχεῖο καὶ ἔπρεπε ἄμεσα νὰ ἐξαλειφθεῖ. Μέχρι πρὶν
ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἦταν ὅλοι οἱ πιστοὶ μιὰ ψυχὴ καὶ μιὰ καρδιά. Ὅταν ὅμως
αὐξήθηκαν σὲ ἀριθμό, ἄρχισαν τὰ παράπονα. Βέβαια εἶναι λογικό, ὅταν
αὐξάνεται ὁ ἀριθμός, νὰ δημιουργοῦνται κάποια ὀργανωτικὰ προβλήματα. Τὸ
πλῆθος δὲν βοηθᾶ πάντοτε στὴν ποιότητα. Οἱ Ἀπόστολοι ἄλλωστε δὲν ἐπαρκοῦσαν
στὴ διευθέτηση τόσων θεμάτων. Δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν ταυτόχρονα τὰ πάντα. Ἡ
παραμέληση τῶν Ἑλληνιστῶν ὅμως δὲν ἦταν μιὰ σκόπιμη ἐνέργεια ἀλλὰ
ἀποτέλεσμα δυσλειτουργίας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ καὶ οἱ χῆρες τῶν
Ἑλληνιστῶν δὲν ἦταν δίκαιο νὰ παραμελοῦνται. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα δημιουργήθηκε
ἐπειδὴ οἱ ντόπιες χῆρες εἶχαν εὐνοϊκότερη μεταχείριση καὶ ἔπαιρναν περισσότερα
ἀγαθά. Δηλαδὴ οὐσιαστικὰ μέσα ἀπὸ τὸ ὅλο πρόβλημα ἐκδηλώνονταν τὰ πάθη
τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς ζήλειας. Καὶ στὶς ἁγιότερες λοιπὸν κοινωνίες εἶναι
δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν ἀφορμὲς παραπόνων ὄχι πάντοτε ἀβάσιμες. Ἕνα δίδαγμα
λοιπὸν ποὺ μποροῦμε νὰ πάρουμε ἀπὸ τὴν ὅλη διήγηση εἶναι ὅτι σὲ κάθε πρόβλημα
ποὺ ἀνακύπτει στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας, νὰ μὴ γογγύζουμε
διαρκῶς οὔτε νὰ ψάχνουμε νὰ βροῦμε ψεγάδια. Λάθη εἶναι φυσικὸ νὰ γίνονται. Νὰ
τὰ ἀντιμετωπίζουμε ὅμως μὲ σύνεση, κατανόηση καὶ διάκριση. Χωρὶς νὰ γκρινιάζουμε
διαρκῶς καὶ νὰ ἐπικρίνουμε τὰ πάντα καὶ νὰ εἴμαστε πάντοτε δυσαρεστημένοι ἀπὸ
τὸ καθετί. Ἔτσι καὶ τὴν ψυχή μας μολύνουμε καὶ στοὺς ἄλλους μεταδίδουμε ἕνα
πνεῦμα διαλυτικό.
2.
ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΙΕΡΗ
Μετὰ ἀπὸ τὸ
πρόβλημα ποὺ δημιουργήθηκε, οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι συγκάλεσαν τὸ πλῆθος τῶν
πιστῶν καὶ τοὺς εἶπαν: Δὲν μᾶς φαίνεται σωστὸ νὰ ἀφήσουμε ἐμεῖς τὸ κήρυγμα τοῦ
λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑπηρετοῦμε στὰ τραπέζια τοῦ φαγητοῦ. Ἐξετάστε
λοιπὸν προσεκτικὰ καὶ ἐκλέξτε ἀπὸ σᾶς τοὺς ἴδιους ἑπτὰ ἄνδρες ποὺ νὰ ἔχουν
καλὴ μαρτυρία ἀπὸ ὅλους καὶ σύνεση καὶ νὰ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ Ἅγιον Πνεῦμα, «ἄνδρας
ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά», γιὰ νὰ ἐπιτελοῦν τὴ διακονία αὐτή. Κι ἐμεῖς θὰ
ἀφοσιωθοῦμε ἀποκλειστικὰ στὴν προσευχὴ καὶ στὴ διακονία τοῦ κηρύγματος.
Ἡ πρόταση αὐτὴ τῶν Ἀποστόλων φάνηκε ἀρεστὴ στὰ μέλη
τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ διάλεξαν τὸν Στέφανο, ἄνδρα γεμάτο μὲ πίστη καὶ πολλὰ
χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸν Φίλιππο, τὸν Πρόχορο καὶ τὸν Νικάνορα, τὸν
Τίμωνα καὶ τὸν Παρμενᾶ καὶ τὸν Νικόλαο ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Αὐτοὺς τοὺς ἑπτὰ τοὺς
παρουσίασαν ἐνώπιον τῶν Ἀποστόλων. Καὶ αὐτοί, ἀφοῦ προσευχήθηκαν, ἔβαλαν
ἐπάνω τους τὰ χέρια τους, γιὰ νὰ τοὺς μεταδοθεῖ ἡ θεία Χάρις. Ἔτσι τὸ κήρυγμα
τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἶχε θαυμαστὴ πρόοδο καὶ διάδοση. Καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν
πιστῶν στὰ Ἱεροσόλυμα μεγάλωνε πάρα πολύ. Ἀλλὰ καὶ πλῆθος πολὺ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς
τῶν Ἰουδαίων ἀποδέχονταν τὴν πίστη.
Πῶς λοιπὸν
λύθηκε τὸ πρόβλημα τῶν γογγυσμῶν; Μήπως τὸ ἔλυσαν οἱ γογγυστές; Κάθε ἄλλο. Τὸ
ἔλυσαν ἄνθρωποι πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου. Ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν τὴν ἔξωθεν καλὴ
μαρτυρία, ἀκέραιοι καὶ ἀξιόπιστοι, ἐνάρετοι καὶ ταπεινοί. Μὲ διοικητικὰ καὶ
πνευματικὰ χαρίσματα. Τίμιοι στὴ διαχείριση, συνετοὶ στὴ συμπεριφορά τους.
Διότι μὲ τὰ πολλὰ αὐτὰ χαρίσματα καὶ τὶς ἀρετές τους μποροῦσαν νὰ διευθετοῦν
καλύτερα τὰ διάφορα προβλήματα ποὺ προέκυπταν· νὰ προλαβαίνουν τὰ παράπονα τῶν
πιστῶν καὶ νὰ διανέμουν τὰ ἀγαθὰ τῆς Ἐκκλησίας μὲ δικαιοσύνη.
Μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχουν σὲ κάθε ἐποχὴ ἄνθρωποι ποὺ διακονοῦν
στὰ ἱερά της ἔργα: κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἐπίτροποι, ψάλτες, νεωκόροι, κυρίες
τοῦ φιλοπτώχου, κύριοι καὶ κυρίες στὰ συσσίτια, στοὺς ἐράνους, στὶς
φιλανθρωπίες, σὲ κάθε ἔργο. Ὅσοι λοιπὸν διακονοῦμε στὰ ἱερὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας,
καὶ πολὺ περισσότερο ὅσοι διαχειριζόμαστε τὰ ἱερὰ χρήματα, πρέπει νὰ ἔχουμε
φρόνηση, σύνεση καὶ φόβο Θεοῦ. Νὰ ἐπιτελοῦμε τὰ ἱερὰ ἔργα μὲ φόβο καὶ τρόμο. Μὲ
τὴ συναίσθηση ὅτι θὰ δώσουμε κάποτε λόγο στὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ νὰ ἐκζητοῦμε διαρκῶς
τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ νὰ ἐργαζόμαστε τὰ ἱερά μας ἔργα μὲ δικαιοσύνη
καὶ σοφία, μὲ πίστη καὶ φόβο Θεοῦ.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο
τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ
καιρῷ ἐκείνῳ ἐλθὼν Ἰωσὴφ
ὁ
ἀπὸ Ἁριμαθαίας, εὐσχήμων
βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν
αὐτόν.
καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων
ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν
ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος·
ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον
καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον
στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. ἀλλ' ὑπάγετε εἴπατε
τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.
(Μάρκ. ιε΄[15] 43 – 47, ιστ΄[16]
1 – 8)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό
ἦλθε ὁ Ἰωσὴφ πού καταγόταν ἀπ' τὴν πόλη Ἀριμαθαία, ἕνα σεβαστὸ
καὶ ἐπίσημο μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου, πού εἶχε πιστέψει κι αὐτὸς
στὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ περίμενε τὴ βασιλεία
αὐτὴ χωρὶς νὰ κλονισθεῖ ἡ ἐλπίδα του ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ· αὐτὸς
λοιπὸν τόλμησε καὶ παρουσιάστηκε στὸν Πιλάτο καὶ ζήτησε τὸ σῶμα τοῦ
Ἰησοῦ. Ὁ Πιλάτος μάλιστα ἔμεινε ἔκπληκτος κι ἀπόρησε πού τόσο γρήγορα
εἶχε κιόλας πεθάνει ὁ Ἰησοῦς. Κι ἀφοῦ προσκάλεσε τὸν ἑκατόνταρχο,
τὸν ρώτησε ἐὰν εἶχε ὥρα πολλὴ πού πέθανε. Κι ὅταν ἔμαθε ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχο
ὅτι πραγματικὰ πέθανε ὁ Ἰησοῦς, χάρισε τὸ σῶμα του στὸν Ἰωσήφ. Κι
ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἀγόρασε καινούργιο καὶ ἀμεταχείριστο σεντόνι καὶ κατέβασε
τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν σταυρό, τύλιξε τὸ σῶμα του στὸ σεντόνι καὶ τὸν ἔβαλε
κάτω σ' ἕνα μνημεῖο, τὸ ὁποῖο ἦταν σκαλισμένο μέσα στὸν βράχο· καὶ κύλισε
ἕνα μεγάλο λίθο πάνω στὸ στόμιο τοῦ μνημείου κλείνοντας ἔτσι τὴν εἴσοδο
τοῦ μνημείου. Στὸ μεταξὺ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσῆ παρακολουθοῦσαν
προσεκτικὰ καὶ μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον ποῦ τοποθετήθηκε τὸ σῶμα τοῦ
Ἰησοῦ.
Ἀφοῦ πέρασε τὸ
Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ
ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιὰ νὰ ἔλθουν τὸ
πρωὶ στὸν τάφο καὶ νὰ ἀλείψουν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης
ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει
τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁρίζοντα. Κι ἔλεγαν
μεταξύ τους: Ποιὸς θὰ μᾶς κυλίσει τὴ
μεγάλη πέτρα μακριὰ ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ μνημείου; Μόλις ὅμως ἔστρεψαν
τὰ μάτια τους πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἶδαν ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριὰ
ἀπ’ τό μνημεῖο. Καὶ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ μεταξύ τους, διότι ἡ πέτρα αὐτὴ ἦταν
πολὺ μεγάλη καὶ δὲν ἦταν εὔκολο νὰ μετακινηθεῖ. Κι ἀφοῦ μπῆκαν στὸ
μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού καθόταν στὰ δεξιὰ τοῦ μνημείου καὶ ἦταν ντυμένος
μὲ λευκή στολή, καὶ γέμισαν μὲ τρόμο καὶ κατάπληξη. Αὐτὸς ὅμως τοὺς
εἶπε: Μὴν τρομάζετε καὶ μὴ φοβάστε.
Ξέρω ποιὸν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζαρηνὸ τὸν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε.
Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανὸ τὸ μέρος πού τὸν ἔβαλαν. Ἀλλὰ πηγαίνετε
καὶ πέστε στοὺς μαθητές του καὶ ἰδιαιτέρως στὸν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη
παρηγοριᾶς καὶ βεβαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιὰ τὴν ἄρνησή του, ὅτι
πηγαίνει πρὶν ἀπό σᾶς στὴ Γαλιλαία καὶ σᾶς περιμένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θὰ
τὸν δεῖτε, ὅπως σᾶς τὸ εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν
ἀπὸ τὸ μνημεῖο. Ἦταν μάλιστα γεμάτες τρόμο καὶ ἔκσταση. Δὲν εἶπαν ὅμως
τίποτε σὲ κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου