Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 (26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Δ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ Ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις. ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς, Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ' ἠγέρθη. μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα. καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἒδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

(Λουκ. κδ΄[24] 1 – 12)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Τὴν πρώτη ὅμως ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τὰ βαθιὰ χαράματα ἦλθαν οἱ γυναῖκες στὸ μνῆμα φέρνοντας τὰ ἀρώματα ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει. Μαζί τους ἦλθαν καὶ μερικὲς ἄλλες. Βρῆκαν τότε τὴν πέτρα ποὺ ἔφραζε τὸ μνημεῖο νὰ εἶναι κυλισμένη μακριὰ ἀπ᾿ αὐτό. Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Κι ἐνῶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἀπορία γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό,  ξαφνικά, δύο ἄγγελοι παρουσιάσθηκαν μπροστά τους ὡς ἄνδρες μὲ στολὲς ποὺ ἄστραφταν ἀπὸ λαμπρότητα. Κι ἐνῶ αὐτὲς κατατρομαγμένες ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ ἀπὸ εὐλάβεια κι ἐπειδὴ δὲν ἄντεχαν τὴ λάμψη τῶν ἀγγέλων, εἶπαν οἱ ἄγγελοι σ᾿ αὐτές: Γιατί ζητᾶτε ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς αὐτὸν ποὺ τώρα πλέον εἶναι ζωντανός; Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ ἀναστήθηκε. Θυμηθεῖτε πῶς σᾶς μίλησε καὶ τί σᾶς εἶχε πεῖ ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ Γαλιλαία, λέγοντας ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ νὰ σταυρωθεῖ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὸ θάνατό του νὰ ἀναστηθεῖ. Τότε οἱ μυροφόρες γυναῖκες θυμήθηκαν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο, τὰ ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕνδεκα μαθητὲς καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους. Οἱ γυναῖκες ποὺ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ στοὺς ἀποστόλους ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ὑπόλοιπες ποὺ ἦταν μαζί τους. Τὰ λόγια τους ὅμως αὐτὰ φάνηκαν στοὺς μαθητὲς σὰν φλυαρία καὶ ἐπινόηση τῆς φαντασίας τους. Καὶ δὲν τὶς πίστευαν. Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι᾿ αὐτό πού εἶχε γίνει.

 

  ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)

Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, πλη­θυ­νόν­των τῶν μα­θη­τῶν ἐ­γέ­νε­το γογ­γυ­σμὸς τῶν ῾Ελ­λη­νι­στῶν πρὸς τοὺς ῾Ε­βρα­ί­ους, ὅ­τι πα­ρε­θε­ω­ροῦν­το ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τῇ κα­θη­με­ρι­νῇ αἱ χῆ­ραι αὐ­τῶν. Προ­σκα­λε­σά­με­νοι δὲ οἱ δώ­δε­κα τὸ πλῆ­θος τῶν μα­θη­τῶν εἶ­πον· Οὐκ ἀ­ρε­στόν ἐ­στιν ἡ­μᾶς κα­τα­λε­ί­ψαν­τας τὸν λό­γον τοῦ Θε­οῦ δι­α­κο­νεῖν τρα­πέ­ζαις. Ἐ­πι­σκέ­ψα­σθε οὖν, ἀ­δελ­φοί, ἄν­δρας ἐξ ὑ­μῶν μαρ­τυ­ρου­μέ­νους ἑ­πτά, πλή­ρεις Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου καὶ σο­φί­ας, οὓς κα­τα­στή­σο­μεν ἐ­πὶ τῆς χρε­ί­ας ταύ­της· ἡ­μεῖς δὲ τῇ προ­σευ­χῇ καὶ τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τοῦ λό­γου προ­σκαρ­τε­ρή­σο­μεν. Καὶ ἤ­ρε­σεν ὁ λό­γος ἐ­νώ­πιον παν­τὸς τοῦ πλή­θους· καὶ ἐ­ξε­λέ­ξαν­το Στέ­φα­νον, ἄν­δρα πλή­ρη πί­στε­ως καὶ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου, καὶ Φί­λιπ­πον καὶ Πρό­χο­ρον καὶ Νι­κά­νο­ρα καὶ Τί­μω­να καὶ Παρ­με­νᾶν καὶ Νι­κό­λα­ον προ­σή­λυ­τον ᾿Αν­τι­ο­χέ­α, οὓς ἔ­στη­σαν ἐ­νώ­πιον τῶν ἀ­πο­στό­λων, καὶ προ­σευ­ξά­με­νοι ἐ­πέ­θη­καν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας. Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ηὔ­ξα­νε, καὶ ἐ­πλη­θύ­νε­το ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μα­θη­τῶν ἐν ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ σφό­δρα, πο­λύς τε ὄ­χλος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ὑ­πή­κου­ον τῇ πί­στει.

(Πράξ. στ΄[6] 1 – 7)

 

Ο­ΜΙ­ΛΙΑ ΣΤΟΝ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟ

ΟΙ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΙ

1. Ο ΓΟΓΓΥΣΜΟΣ

   Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὶς πρῶτες ἡ­­­μέρες της ἐξαπλωνόταν μὲ θαυμαστὴ ἄν­­­­­θηση. Ἕνα ὅμως ἐσωτερικὸ πρόβλη­μα ἦλ­θε νὰ ταράξει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα τῶν πρώτων πιστῶν. Καθὼς αὔξανε ὁ ἀ­­­ρι­θμὸς τῶν πιστῶν, «ἐ­­­γένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλλη­νιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους». Δηλαδὴ οἱ Ἰουδαῖοι χρι­­στιανοὶ ποὺ ἦταν ἀπὸ ξέ­να μέρη καὶ γι᾿ αὐτὸ μιλοῦσαν Ἑλ­ληνικά, ἄρχισαν νὰ γογγύζουν ἐναντίον τῶν ντό­πιων Ἑβραίων χριστιανῶν, ποὺ μιλοῦ­σαν τὴν ἀραμαϊκὴ γλώσσα. Κι ἄρχι­­σαν τὰ παράπονα, ὅτι οἱ χῆρες τῶν ἑλλη­νό­φωνων Ἰουδαίων χρι­στιανῶν παραμελοῦνταν στὴν καθημερι­νὴ περίθαλψη καὶ στὴ διανομὴ τῶν τρο­φῶν καὶ τῶν ἐλε­ημο­συνῶν.

Ὁ γογγυσμὸς αὐτός, ποὺ ἐκδηλώθηκε μέσα στὰ σπλάχνα τῆς πρώτης Ἐκ­κλη­σί­ας, ἦταν περισσότερο ἐπικίνδυ­­νος ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικούς της ἐχθρούς. Δι­ότι οἱ πολέμιοι τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἐχθρό­τητά τους συσπείρωναν τὸ σῶμα τῶν πιστῶν, ἐνῶ ὁ γογγυσμὸς ἦταν δι­­α­λυτικὸ στοιχεῖο καὶ ἔπρεπε ἄμεσα νὰ ἐξαλειφθεῖ. Μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἦταν ὅλοι οἱ πιστοὶ μιὰ ψυχὴ καὶ μιὰ καρ­­διά. Ὅταν ὅμως αὐξήθη­καν σὲ ἀριθμό, ἄρχισαν τὰ παράπονα. Βέ­βαια εἶ­ναι λογικό, ὅταν αὐξάνεται ὁ ἀρι­θμός, νὰ δη­μιουργοῦνται κάποια ὀργα­­νω­τι­κὰ προβλήματα. Τὸ πλῆ­θος δὲν βοηθᾶ­ πάντοτε στὴν ποιότητα. Οἱ Ἀπόστολοι ἄλ­λω­στε δὲν ἐπαρκοῦσαν στὴ διευθέτηση τόσων θεμάτων. Δὲν μπο­ροῦσαν νὰ κά­νουν­ ταυτόχρονα τὰ πάντα. Ἡ παραμέληση­ τῶν Ἑλληνιστῶν ὅμως δὲν ἦταν μιὰ σκό­­πιμη ἐνέ­ργεια ἀλ­λὰ ἀποτέλεσμα δυσλει­τουργί­ας. Ἀ­­­πὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ καὶ οἱ χῆ­ρες τῶν Ἑλληνιστῶν δὲν ἦταν δίκαιο νὰ πα­ραμελοῦνται. Ἀλλὰ τὸ πρό­βλημα δημιουργήθηκε ἐπειδὴ οἱ ντόπιες χῆ­ρες εἶχαν­ εὐνοϊκότερη μεταχείριση καὶ ἔπαιρναν πε­­ρισ­σότερα ἀ­­­γαθά. Δηλαδὴ οὐσιαστικὰ μέ­σα ἀπὸ τὸ ὅ­­­­λο πρόβλημα ἐκδηλώνον­ταν τὰ πάθη τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς ζήλειας. Καὶ στὶς ἁγιό­­τερες λοιπὸν κοινωνίες εἶ­ναι δυνατὸν νὰ δη­μιουργηθοῦν ἀφορμὲς πα­ραπόνων­ ὄχι πάντοτε ἀβάσιμες. Ἕνα δίδαγμα λοιπὸν ποὺ μποροῦμε νὰ πάρουμε ἀπὸ τὴν ὅλη διήγηση εἶναι ὅτι σὲ κάθε πρόβλημα ποὺ ἀνακύπτει στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἄλ­λους ἀδελφούς μας, νὰ μὴ γογγύζουμε δι­αρκῶς οὔτε νὰ ψάχνουμε νὰ βροῦμε ψεγάδια. Λάθη εἶναι φυσικὸ νὰ γίνονται. Νὰ τὰ ἀντιμετωπίζουμε ὅμως μὲ σύνεση, κατανόηση καὶ διάκριση. Χωρὶς νὰ γκρινιάζου­με διαρκῶς καὶ νὰ ἐπικρίνουμε τὰ πάντα καὶ νὰ εἴμαστε πάντοτε δυσαρεστημένοι ἀπὸ τὸ καθετί. Ἔτσι καὶ τὴν ψυχή μας μολύνου­­με καὶ στοὺς ἄλλους μεταδίδουμε ἕνα πνεῦμα διαλυτικό.

2. ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΙΕΡΗ

Μετὰ ἀπὸ τὸ πρόβλημα ποὺ δημιουργή­θηκε, οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι συγκάλεσαν τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν καὶ τοὺς εἶπαν: Δὲν μᾶς φαίνεται σωστὸ νὰ ἀφήσουμε ἐμεῖς τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑ­­­­πη­ρετοῦμε στὰ τραπέζια τοῦ φαγητοῦ. Ἐ­­­ξετάστε λοιπὸν προσεκτικὰ καὶ ἐκλέξτε ἀπὸ σᾶς τοὺς ἴδιους ἑπτὰ ἄνδρες ποὺ νὰ ἔ­­­χουν καλὴ μαρτυρία ἀπὸ ὅλους καὶ σύνεση καὶ νὰ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ Ἅγιον Πνεῦμα, «ἄν­δρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά», γιὰ νὰ ἐπιτελοῦν τὴ διακονία αὐτή. Κι ἐμεῖς θὰ ἀφοσιωθοῦμε ἀποκλειστικὰ στὴν προσ­ευχὴ καὶ στὴ διακονία τοῦ κηρύγματος.

πρόταση αὐτὴ τῶν Ἀποστόλων φάνη­κε ἀρεστὴ στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ διά­λεξαν τὸν Στέφανο, ἄνδρα γεμάτο μὲ πίστη καὶ πολλὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸν Φίλιππο, τὸν Πρόχορο καὶ τὸν Νικάνορα, τὸν Τίμωνα καὶ τὸν Παρμενᾶ καὶ τὸν Νικόλαο ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Αὐτοὺς τοὺς ἑπτὰ τοὺς παρουσίασαν ἐνώπιον τῶν Ἀπο­στόλων. Καὶ αὐτοί, ἀφοῦ προσ­ευ­χήθηκαν, ἔβαλαν ἐπάνω τους τὰ χέρια τους, γιὰ νὰ τοὺς μεταδοθεῖ ἡ θεία Χάρις. Ἔτσι τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἶχε θαυμαστὴ πρόοδο καὶ διάδοση. Καὶ ὁ ἀ­­­ριθμὸς τῶν πιστῶν στὰ Ἱεροσόλυμα μεγάλωνε πάρα πολύ. Ἀλλὰ καὶ πλῆθος πολὺ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων ἀποδέχον­ταν τὴν πίστη.

Πῶς λοιπὸν λύθηκε τὸ πρόβλημα τῶν γογ­­γυσμῶν; Μήπως τὸ ἔλυσαν οἱ γογγυστές; Κάθε ἄλλο. Τὸ ἔλυσαν ἄνθρωποι πλή­­ρεις Πνεύματος Ἁγίου. Ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν τὴν ἔξωθεν καλὴ μαρτυρία, ἀκέραιοι καὶ ἀξιόπιστοι, ἐνάρετοι καὶ ταπεινοί. Μὲ διοικητικὰ καὶ πνευματικὰ χαρίσματα. Τίμιοι στὴ διαχείριση, συνετοὶ στὴ συμπεριφορά τους. Διότι μὲ τὰ πολλὰ αὐτὰ χαρίσματα καὶ τὶς ἀρετές τους μποροῦσαν νὰ διευθετοῦν καλύτερα τὰ διάφορα προβλήματα ποὺ προέκυπταν· νὰ προλαβαί­νουν τὰ παράπονα τῶν πιστῶν καὶ νὰ διανέ­μουν­ τὰ ἀγαθὰ τῆς Ἐκκλησίας μὲ δικαιοσύνη.

Μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρ­χουν σὲ κάθε ἐποχὴ ἄνθρωποι ποὺ δια­κονοῦν στὰ ἱερά της ἔργα: κληρικοὶ καὶ λα­ϊκοί, ἐπίτροποι, ψάλτες, νεωκόροι, κυρίες­ τοῦ φιλοπτώχου, κύριοι καὶ κυρίες στὰ συσ­σίτια, στοὺς ἐράνους, στὶς φιλανθρωπίες, σὲ κάθε ἔργο. Ὅσοι λοιπὸν διακονοῦμε στὰ ἱερὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολὺ πε­­­ρισ­σό­τερο ὅσοι διαχειριζόμαστε τὰ ἱε­ρὰ χρή­­ματα, πρέπει νὰ ἔχουμε φρόνηση, σύνεση­ καὶ φόβο Θεοῦ. Νὰ ἐπιτελοῦμε τὰ ἱερὰ ἔργα μὲ φόβο καὶ τρόμο. Μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι θὰ δώσουμε κάποτε λόγο στὸν Θεό. Γι᾿ αὐ­τὸ νὰ ἐκζητοῦμε διαρκῶς τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ νὰ ἐργαζόμαστε τὰ ἱερά μας ἔργα μὲ δικαι­οσύνη καὶ σοφία, μὲ πίστη καὶ φόβο Θεοῦ.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

          Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλ­θὼν Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀ­πὸ Ἁ­ρι­μα­θα­ί­ας, εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής, ς κα αὐ­τὸς ν προσ­δε­χό­με­νος τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ, τολ­μή­σας εἰ­σῆλ­θε πρς Πι­λᾶ­τον κα ᾐ­τή­σα­το τ σῶ­μα το Ἰ­η­σοῦ. δ Πι­λᾶ­τος ἐ­θα­ύ­μα­σεν ε ἤ­δη τέ­θνη­κε, κα προ­σκα­λε­σά­με­νος τν κεν­τυ­ρί­ω­να ἐ­πη­ρώ­τη­σεν αὐ­τὸν ε πά­λαι ἀ­πέ­θα­νε· κα γνος ἀ­πὸ το κεν­τυ­ρί­ω­νος ἐ­δω­ρή­σα­το τ σῶ­μα τ Ἰ­ω­σήφ. κα ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να κα κα­θε­λὼν αὐ­τὸν ἐ­νε­ί­λη­σε τ σιν­δό­νι κα κα­τέ­θη­κεν αὐ­τὸν ν μνη­με­ί­ῳ ν λε­λα­το­μη­μέ­νον κ πέ­τρας, κα προ­σε­κύ­λι­σε λί­θον ἐ­πὶ τν θύ­ραν το μνη­με­ί­ου. δ Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α Ἰ­ω­σῆ ἐ­θε­ώ­ρουν πο τί­θε­ται. Κα δι­α­γε­νο­μέ­νου το σαβ­βά­του Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α το Ἰ­α­κώ­βου κα Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λε­ί­ψω­σιν αὐ­τόν. κα λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των ἔρ­χον­ται ἐ­πὶ τ μνη­μεῖ­ον, ἀ­να­τε­ί­λαν­τος το ἡ­λί­ου. κα ἔ­λε­γον πρς ἑ­αυ­τάς· Τς ἀ­πο­κυ­λί­σει ἡ­μῖν τν λί­θον κ τς θύ­ρας το μνη­με­ί­ου; κα ἀ­να­βλέ­ψα­σαι θε­ω­ροῦ­σιν ὅ­τι ἀ­πο­κε­κύ­λι­σται ὁ λί­θος· ν γρ μέ­γας σφό­δρα. κα εἰ­σελ­θοῦ­σαι ες τ μνη­μεῖ­ον εἶ­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον ν τος δε­ξι­οῖς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λὴν λευ­κήν, κα ἐ­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. δ λέ­γει αὐ­ταῖς· Μ ἐκ­θαμβεῖ­σθε· Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τν Να­ζα­ρη­νὸν τν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον· ἠ­γέρ­θη, οκ ἔ­στιν ὧ­δε· ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν. ἀλ­λ' ὑ­πά­γε­τε εἴ­πα­τε τος μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ κα τ Πτρ ὅ­τι προ­ά­γει ὑ­μᾶς ες τν Γα­λι­λα­ί­αν· ἐ­κεῖ αὐ­τὸν ὄ­ψε­σθε, κα­θὼς εἶ­πεν ὑ­μῖν. κα ἐ­ξελ­θοῦ­σαι ἔ­φυ­γον ἀ­πὸ το μνη­με­ί­ου· εἶ­χε δ αὐ­τὰς τρό­μος κα ἔκ­στα­σις, κα οὐ­δε­νὶ οὐ­δὲν εἶ­πον· ἐ­φο­βοῦν­το γρ.

               (Μάρκ. ιε΄[15] 43 – 47, ιστ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦλ­θε ὁ Ἰ­ω­σὴφ πού κα­τα­γό­ταν ἀ­π' τὴν πό­λη Ἀ­ρι­μαθαί­α, ἕ­να σε­βα­στὸ καὶ ἐ­πί­ση­μο μέ­λος τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ συνε­δρί­ου, πού εἶ­χε πι­στέ­ψει κι αὐ­τὸς στὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θεοῦ καὶ πε­ρί­με­νε τὴ βα­σιλεί­α αὐ­τὴ χω­ρὶς νὰ κλο­νι­σθεῖ ἡ ἐλ­πί­δα του ἀ­πὸ τὸν θάνα­το τοῦ Ἰησοῦ· αὐ­τὸς λοι­πὸν τόλ­μη­σε καὶ πα­ρου­σιάστη­κε στὸν Πι­λά­το καὶ ζή­τη­σε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Πι­λά­τος μά­λι­στα ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος κι ἀ­πό­ρη­σε πού τό­σο γρή­γο­ρα εἶ­χε κι­ό­λας πε­θά­νει ὁ Ἰησοῦς. Κι ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο, τὸν ρώ­τη­σε ἐ­ὰν εἶ­χε ὥ­ρα πολ­λὴ πού πέ­θα­νε. Κι ὅ­ταν ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ πέ­θα­νε ὁ Ἰ­η­σοῦς, χά­ρι­σε τὸ σῶ­μα του στὸν Ἰ­ω­σήφ. Κι ἐ­κεῖ­νος, ἀφοῦ ἀ­γό­ρα­σε και­νούρ­γιο καὶ ἀ­με­τα­χείρι­στο σεν­τό­νι καὶ κα­τέ­βα­σε τὸν Ἰησοῦ ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό, τύ­λι­ξε τὸ σῶ­μα του στὸ σεν­τό­νι καὶ τὸν ἔ­βα­λε κά­τω σ' ἕ­να μνη­μεῖ­ο, τὸ ὁποῖο ἦ­ταν σκα­λι­σμέ­νο μέ­σα στὸν βράχο· καὶ κύ­λι­σε ἕ­να με­γά­λο λί­θο πά­νω στὸ στό­μιο τοῦ μνη­μεί­ου κλεί­νον­τας ἔ­τσι τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου. Στὸ με­τα­ξὺ ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α τοῦ Ἰωσῆ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν προ­σε­κτι­κὰ καὶ μὲ πο­λὺ ἐν­διαφέ­ρον ποῦ το­πο­θε­τή­θη­κε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ.

Ἀφοῦ πέ­ρα­σε τὸ Σάβ­βα­το, ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ ἡ Σα­λώ­μη ἀ­γό­ρα­σαν τὸ βρά­δυ τοῦ Σαβ­βά­του ἀ­ρώ­μα­τα, γιὰ νὰ ἔλ­θουν τὸ πρω­ὶ στὸν τά­φο καὶ νὰ ἀ­λεί­ψουν τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁ­ρί­ζον­τα. Κι ἔ­λε­γαν με­τα­ξύ τους: Ποι­ὸς θὰ μᾶς κυ­λί­σει τὴ με­γάλη πέ­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου; Μό­λις ὅ­μως ἔ­στρε­ψαν τὰ μά­τια τους πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἶ­δαν ὅ­τι εἶ­χε με­τα­το­πι­σθεῖ ἡ πέ­τρα μα­κριὰ ἀπ’ τό μνημεῖο. Καὶ τὰ ἔ­λε­γαν αὐ­τὰ με­τα­ξύ τους, δι­ό­τι ἡ πέ­τρα αὐ­τὴ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη καὶ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ. Κι ἀφοῦ μπῆ­καν στὸ μνη­μεῖ­ο, εἶ­δαν ἕ­να νέ­ο πού καθόταν στὰ δε­ξιὰ τοῦ μνη­μεί­ου καὶ ἦ­ταν ντυ­μέ­νος μὲ λευκή στο­λή, καὶ γέ­μι­σαν μὲ τρό­μο καὶ κα­τά­πλη­ξη. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς εἶπε: Μὴν τρο­μά­ζε­τε καὶ μὴ φο­βάστε. Ξέ­ρω ποι­ὸν ζη­τᾶ­τε. Ζη­τᾶ­τε τὸν Ἰησοῦ τὸν Να­ζα­ρηνὸ τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Ἀ­να­στή­θη­κε. Δέν εἶναι ἐ­δῶ. Νά, εἶ­ναι ἀ­δεια­νὸ τὸ μέ­ρος πού τὸν ἔ­βα­λαν. Ἀλ­λὰ πη­γαί­νε­τε καὶ πέ­στε στοὺς μα­θη­τές του καὶ ἰ­διαι­τέ­ρως στὸν Πέ­τρο, πού ἔ­χει ἀ­νάγ­κη πα­ρη­γο­ριᾶς καὶ βε­βαι­ώ­σε­ως ὅ­τι συγ­χω­ρή­θη­κε γιὰ τὴν ἄρ­νη­σή του, ὅ­τι πη­γαί­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς στὴ Γα­λι­λαί­α καὶ σᾶς πε­ρι­μέ­νει ἐκεῖ. Ἐ­κεῖ θὰ τὸν δεῖ­τε, ὅ­πως σᾶς τὸ εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐ­κεῖ­νες τό­τε βγῆ­καν κι ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὸ μνη­μεῖ­ο. Ἦ­ταν μά­λι­στα γε­μά­τες τρό­μο καὶ ἔκ­στα­ση. Δὲν εἶ­παν ὅ­μως τί­πο­τε σὲ κα­νέ­να, δι­ό­τι ἦ­ταν φο­βι­σμέ­νες.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου