ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Α΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)
(24 ΜΑΪΟΥ 2026)
ΕΩΘΙΝΟΝ Ι΄
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς
μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, ἐφανέρωσε
δὲ οὕτως. ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος, καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ
ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο.
λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος, Ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ, Ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν
σοί. ἐξῆλθον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.
πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν, οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ
μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Παιδία, μὴ τι προσφάγιον ἔχετε;
ἀπεκρίθησαν αὐτῷ, Οὒ, ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ
δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους
τῶν ἰχθύων. λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ, Ὁ Κύριός ἐστι.
Σίμων οὖν Πέτρος, ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι , τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο· ἦν γὰρ
γυμνὸς· καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν. οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον·
οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ' ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων· σύροντες τὸ δίκτυον
τῶν ἰχθύων. ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον
ἐπικείμενον, καὶ ἄρτον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε
νῦν. ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος, καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων
μεγάλων ἑκατὸν πεντηκοντατριῶν, καὶ τοσούτων ὄντων, οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. λέγει
αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν,
Σὺ τὶς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν. ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς, καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον,
καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς
τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.
(Ἰωάν. κα΄[21]
1 – 14)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τον καιρό ὁ Ἰησοῦς ἐμφανίστηκε πάλι στοὺς
μαθητές του στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος. Καὶ ἐμφανίστηκε μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἦταν
μαζὶ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ Θωμᾶς ποὺ λεγόταν Δίδυμος, καὶ ὁ Ναθαναὴλ ποὺ
καταγόταν ἀπὸ τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ἄλλοι δύο ἀπὸ
τοὺς μαθητές του. Τοὺς λέει ὁ Σίμων Πέτρος: Πηγαίνω νὰ ψαρέψω. Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίνονται:
Ἐρχόμαστε κι ἐμεῖς μαζί σου. Βγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὸ κατάλυμά τους πρὸς τὴ
θάλασσα, μπῆκαν ἀμέσως στὸ πλοῖο καὶ ἄρχισαν νὰ ψαρεύουν. Ὅμως ἐκείνη τὴ νύχτα
δὲν ἔπιασαν τίποτε. Ὅταν πιὰ ξημέρωσε, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στὴν ἀκρογιαλιά. Οἱ
μαθητὲς ὅμως δὲν ἀντιλήφθηκαν ὅτι αὐτὸς ποὺ στεκόταν ἐκεῖ ἦταν ὁ Ἰησοῦς. Σὰν νὰ
ἦταν λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς κάποιος ξένος καὶ ἄγνωστος διαβάτης, τοὺς λέει: Παιδιά,
μήπως ἔχετε κανένα ψάρι γιὰ προσφάι; Ὄχι, τοῦ ἀποκρίθηκαν. Κι ἐκεῖνος τότε τοὺς
εἶπε: Ρίξτε τὸ δίχτυ στὰ δεξιὰ τοῦ πλοίου καὶ θὰ βρεῖτε. Ἔριξαν λοιπὸν τὸ δίχτυ
ὅπως τοὺς εἶπε ὁ Κύριος, καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ τραβήξουν ἐπάνω ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν
ψαριῶν ποὺ εἶχε πιάσει. 7
Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν πρωτοφανὴ αὐτὴ ἐπιτυχία λέει στὸν Πέτρο ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος τὸν
ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς: Αὐτὸς ποὺ τὸν νομίσαμε γιὰ ξένο εἶναι ὁ Κύριος. Ὁ
Σίμων Πέτρος λοιπόν, ὅταν ἄκουσε ὅτι ἦταν ὁ Κύριος, φόρεσε βιαστικὰ καὶ ζώσθηκε
τὸ ἐργατικὸ ἔνδυμά του, διότι μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἦταν σχεδὸν γυμνός, καὶ ὁρμητικὸς
ὅπως ἦταν, ρίχθηκε στὴ θάλασσα γιὰ νὰ συναντήσει τὸ συντομότερο τὸν Διδάσκαλο.
Οἱ ἄλλοι μαθητὲς ὅμως ἦλθαν μὲ τὸ πλοιάριο σέρνοντας τὸ δίχτυ ποὺ ἦταν γεμάτο μὲ ψάρια,
διότι δὲν ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὴ στεριά, ἀλλὰ ἀπεῖχαν περίπου ἑκατὸν τριάντα μέτρα.
Ἀμέσως λοιπὸν μόλις ἀποβιβάσθηκαν στὴ στεριὰ μουσκεμένοι καὶ κατάκοποι καὶ
πεινασμένοι, βλέπουν ἕτοιμα κάτω στὴ γῆ ἕνα σωρὸ κάρβουνα ἀναμμένα καὶ πάνω σ᾿
αὐτὰ ἕνα ψάρι καὶ παραδίπλα χωριστὰ ἕνα ψωμί. Βρῆκαν δηλαδὴ φωτιὰ γιὰ νὰ
θερμανθοῦν καὶ νὰ στεγνώσουν τὰ ροῦχα τους, καὶ φαγητὸ γιὰ τὸ πρωινό τους. Καὶ
γιὰ νὰ συμπληρωθεῖ τὸ πρωινὸ αὐτὸ καὶ ἀπό τὸ προϊὸν τοῦ κόπου τους, τοὺς λέει ὁ
Ἰησοῦς: Φέρτε καὶ ἀπὸ τὰ ψάρια ποὺ πιάσατε τώρα. Ὅμως τὸ δίχτυ μὲ τὰ ψάρια ἦταν
ἀκόμη μέσα στὴ λίμνη καὶ ἐξαιτίας τοῦ βάρους του ἦταν δύσκολο νὰ τραβηχθεῖ. Ἀνέβηκε
τότε στὸ πλοιάριο ὁ Σίμων Πέτρος, ποὺ ἦταν ἐμπειρότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ
τράβηξε τὸ δίχτυ στὴ στεριά, γεμάτο ἀπὸ ἑκατὸν πενῆντα τρία μεγάλα ψάρια. Κι ἐνῶ
ἦταν τόσο πολλὰ τὰ ψὰρια, δὲν σκίστηκε τὸ δίχτυ. Τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐλᾶτε τώρα
νὰ πάρετε τὸ πρωινό σας. Στὸ μεταξὺ ὅμως κανένας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς δὲν τολμοῦσε
νὰ τὸν ρωτήσει διερευνητικὰ «ποιὸς εἶσαι ἐσύ», διότι ἤξεραν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος,
καὶ συνεπῶς αἰσθάνονταν ἀπέναντί του φόβο καὶ βαθὺ σεβασμό. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν
πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ ἦλθαν οἱ μαθητὲς νὰ φᾶνε. Ἔρχεται τότε καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ
παίρνει στὰ χέρια του τὸν ἄρτο καὶ τοὺς τὸν μοίρασε. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὸ
ψάρι. Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη μέχρι τότε φορά πού φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς μαθητές
του συγκεντρωμένους, μετά τήν Ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν
ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἔκρινε ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν ῎Εφεσον, ὅπως
μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν
ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς ῾Ιεροσόλυμα. ᾿Απὸ
δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς ῎Εφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους
τῆς ἐκκλησίας. Ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· Προσέχετε
οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἔθετο
ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο
διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ
τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ
ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν
τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. Διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν
νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον.
Καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος
αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν
τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. Ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα·
αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν
αἱ χεῖρες αὗται. πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι
τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, ὅτι
αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. Καὶ ταῦτα εἰπών,
θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.
(Πράξ.
Ἀποστ. κ΄[20] 16-18, 28-36)
ΣΤΗΝ ΜΙΛΗΤΟ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
1.
ΑΓΡΙΟΙ ΛΥΚΟΙ
Ὁ
ἀπόστολος
Παῦλος
κατευθύνεται μέ
πλοῖο
πρὸς
τὰ
Ἱεροσόλυμα.
Θέλει νά
προλάβει νὰ
βρίσκεται ἐκεῖ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Γιὰ νὰ μὴν ἀργοπορήσει λοιπόν, σκέφτεται
νὰ
μὴν
ἐπισκεφθεῖ
τὴν
Ἔφεσο,
ὅπου
εἶχε
ἐργασθεῖ
τρία ὁλόκληρα
χρόνια. Ἀπό
τή
Μίλητο ὅμως,
ὅπου
ἔμεινε
τὸ
πλοῖο
γιά
λίγες μέρες, ἔστειλε
ἀνθρώπους
στὴν
Ἔφεσο
καὶ
ἐκάλεσε
τοὺς
πρεσβυτέρους τῆς
Ἐκκλησίας
νὰ
ἔλθουν
νὰ
τὸν
συναντήσουν ἐκεῖ. Ὅταν λοιπὸν αὐτοὶ ἦλθαν, τοὺς εἶπε καὶ αὐτά: «Προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ». Προσέχετε τὸν ἑαυτό σας καὶ ὅλο τὸ πνευματικό σας ποίμνιο, στὸ ὁποῖο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σᾶς τοποθέτησε ἐπισκόπους, γιὰ νὰ ποιμαίνετε την Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ Κύριος
ἔσωσε
μέ
τό
τίμιο αἷμα
Του.
Προσέχετε
λοιπόν, διότι γνωρίζω καλὰ
ὅτι
μετὰ
τὴν
ἀναχώρησή
μου θὰ
εἰσέλθουν
μεταξύ σας «λύκοι βαρεῖς», αἱρετικοί ψευδοδιδάσκαλοι, ποὺ σὰν ἄλλοι ἄγριοι λύκοι ἀλύπητα θὰ ἁρπάζουν το ποίμνιο ἀφανίζοντας τὶς ψυχὲς τῶν προβάτων. Κι ἀπὸ σᾶς τοὺς ἴδιους θὰ ἀναφανοῦν «ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα»·
αὐτοὶ θὰ διαστρέφουν τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ ἀποσποῦν τοὺς μαθητὲς καὶ νὰ τοὺς παρασύρουν πίσω
τους.
ΦΟΒΕΡΑ
τὰ
λόγια τοῦ
ἀποστόλου
Παύλου. Καὶ
ἴσως
νὰ
φάνηκαν ἀπίστευτα
στοὺς
ποιμένες τῆς
Ἐφέσου.
Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν μέσα ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας νὰ βγοῦν ἄνθρωποι αἱρετικοί, ποὺ θὰ συγκλονίσουν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας; Καὶ γιατί τους ὠνόμασε ὁ θεῖος Ἀπόστολος λύκους ἄγριους, χρησιμοποιῶντας τέτοιους σκληρούς
χαρακτηρισμούς;
Οἱ λόγοι αὐτοὶ τοῦ Ἀποστόλου ἐπαληθεύθηκαν πολλὲς φορὲς μέσα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἐκφράζουν ἀπολύτως τὸ πανοῦργο καὶ ὀλέθριο ἔργο τῶν αἱρετικῶν. Διότι αὐτοὶ παρουσιάζονται ὡς ἀρνία, καὶ εἶναι λύκοι, ὡς ποιμένες, καὶ εἶναι κλέφτες, ὡς ἐκφραστές τῆς ἀληθείας, καὶ εἶναι φορεῖς τοῦ ψεύδους. Διαστρέφουν τὶς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὁδηγοῦν τοὺς πιστοὺς στὴν πλάνη, τὴν καταστροφή. Αὐτό ἔκανε καὶ ὁ αἱρεσιάρχης Ἄρειος, τὸν ὁποῖο κατετρόπωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Α ́ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τοὺς ὁποίους τιμᾷ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Ὁ Ἄρειος ὑποβίβαζε τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ σὲ κτίσμα ἀρνούμενος τή
θεότητά Του. Ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν τὸ ἴδιο σύστημα ἔχουν·
διαστρέφουν τὶς
ἀλήθειες
τῆς
πίστεως. Γι᾿
αὐτὸ καὶ εἶναι πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς αἱμοσταγεῖς
διῶκτες
τοῦ
Χριστιανισμοῦ.
Διότι ἐκεῖνοι τουλάχιστον ἦσαν δεδηλωμένοι ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ οἱ πιστοὶ ἤξεραν μὲ ποιοὺς εἶχαν νὰ κάνουν. Ἐνῶ οἱ αἱρετικοὶ παρουσιάζονται ὡς κήρυκες τῆς
γνησιότητος, καὶ
παρασύρουν ἔτσι
ὕπουλα
τοὺς
ἀμαθεῖς. Ἐδῶ ὅμως ἀκριβῶς προβάλλει τὸ χρέος τῶν ποιμένων, ὅπως τὸ ὑποδεικνύει στή
συνέχεια ὁ
Ἀπόστολος.
2.
ΑΓΡΥΠΝΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ
Γρηγορεῖτε,
συμβουλεύει, μείνετε ἄγρυπνοι.
Νὰ
θυμᾶσθε
ὅτι
ἐπὶ τρία χρόνια «νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετά δακρύων
νουθετῶν
ἕνα
ἕκαστον».
Δέν
σταμάτησα με δάκρυα νὰ
νουθετῶ
ἕναν
- ἕναν
ξεχωριστά. Και τώρα σᾶς
ἐμπιστεύομαι,
ἀδελφοί,
στὸν
Θεὸ
καὶ
τὸν
σωτήριο λόγο ποὺ
ἡ
χάρις του μᾶς
ἐφανέρωσε.
Σᾶς
ἐμπιστεύομαι
στὸν
Θεό, ὁ
Ὁποῖος μπορεῖ νὰ συνεχίσει τὴν πνευματική οἰκοδομή σας καὶ νὰ σᾶς βοηθήσει νὰ κληρονομήσετε τόπο μεταξὺ τῶν ἁγιασμένων πιστῶν του. Ἀσήμι ἢ χρυσάφι ἤ
ρουχισμό δὲν
ἐπεθύμησα
ποτέ μου. Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι γνωρίζετε ὅτι στίς
ανάγκες τίς
δικές μου καὶ
ἐκείνων
ποὺ
ἦσαν
μαζί μου ὑπηρέτησαν
τὰ
ροζιασμένα αὐτὰ χέρια μου. Σᾶς ἔδωσα παράδειγμα, ὅτι ἐργαζόμενοι μέ
κόπο πρέπει να προλαβαίνετε κάθε σκανδαλισμὸ
τῶν
ἀδυνάτων
ἀδελφῶν καὶ νὰ τοὺς βοηθᾶτε νὰ γίνουν δυνατοὶ πνευματικῶς. Νὰ θυμᾶσθε τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος εἶπε ὅτι εἶναι προτιμότερο νὰ δίνει κανείς παρὰ νὰ παίρνει, κι ὅταν ἀκόμη δικαιοῦται νὰ παίρνει.
Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτά, γονάτισε καὶ προσευχήθηκε
μαζὶ μὲ ὅλους αὐτοὺς πρὶν τοὺς ἀποχαιρετίσει.
ΟΙ ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς
ποιμένες τῆς Ἐφέσου εἶναι ἰδιαίτερα συγκινητικὲς καὶ ἔντονες: Προσέχετε, τοὺς
λέγει. Νὰ εἶστε ἄγρυπνοι φύλακες τῶν λογικῶν σας προβάτων. Διότι οἱ αἱρετικοί
δροῦν περισσότερο σὲ περιοχὲς ὅπου ἀπουσιάζουν ποιμένες, ἢ ὅπου οἱ ποιμένες δέν στέκουν ἄγρυπνοι. Κι ἔτσι οἱ λύκοι κατασπαράσσουν τὰ πρόβατα.
Αὐτή τους τήν τακτικὴ τὴν
βλέπουμε σ᾿ ὅλη τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας
καὶ ἰδιαιτέρως στὴν ἐποχή μας. Ψάχνουν οἱ αἱρετικοὶ νὰ βροῦν χωριά χωρίς ἱερεῖς,
προκειμένου νὰ προσηλυτίσουν καὶ νὰ παρασύρουν ὁλόκλη ρες κοινότητες στην πλάνη
τους. Χρειάζεται λοιπὸν προσοχή. Ὅλοι ἔχουμε εὐθύνη. Ὄχι μόνον οἱ
ποιμένες ἀλλά καί οἱ λαϊκοὶ νὰ κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε ἀπὸ τὴν πλευρά μας. Νά γνωρίσουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας. Νὰ μελετοῦμε βιβλία γιὰ τὶς αἱρέσεις. Ὅταν
βλέπουμε αἱρετικοὺς νά πλησιάζουν τὰ σπίτια τῆς γειτονιᾶς ἢ τοῦ χωριοῦ
μας, νὰ εἰδοποιοῦμε ἀμέσως τοὺς ἱερεῖς μας. Καὶ νὰ παροτρύνουμε τούς γείτονες νὰ μὴ δέχονται τοὺς αἱρετικούς, οὔτε νὰ ἀνοίγουν μαζί
τους συζητήσεις, διότι εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ παρασυρθοῦν.
Και κάτι ἄλλο. Ἀπέναντι σέ κάθε φοβερὸ καὶ ὕπουλο αἱρετικό μέσα στὴν ἱστορία ὤρθωσαν τὸ ἀνάστημά
τους κάποιοι μεγάλοι Ἅγιοι. Κι ἔτσι ἐνίκησαν· ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ λόγου ἀλλὰ καὶ μὲ
τὴν γνησιότητα καὶ ἁγιότητα τῆς ζωῆς τους. Δὲν ἀρκεῖ λοιπόν μόνο νὰ εἴμαστε
μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Θὰ πρέπει να βλέπουν καὶ οἱ ἄλλοι τὴν Ὀρθοδοξία μας ὄχι μόνο στά λόγια ἀλλὰ περισσότερο στη ζωή μας.
(Διασκευὴ ἀπὸ
παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ,
ἐπάρας ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν
ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν Υἱόν, ἵνα καὶ ὁ Υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας
αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν
αἰώνιον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα
γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν.
Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπί τῆς γῆς· τὸ ἔργον ἐτελείωσα, ὃ δέδωκάς μοι ἵνα
ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, Πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξη ᾗ εἶχον πρὸ
τοῦ τὸν κόσμον εἶναι, παρὰ σοί. ᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις
οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου· σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ
τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ
σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον,
καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.
᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περί τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς
μοι, ὅτι σοί εἰσι. Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι
ἐν αὐτοῖς. Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ
ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ
δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. Ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ,
ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ
οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο, εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ Γραφὴ πληρωθῇ.
Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ, ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν
τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
(Ἰωάν. ιζ΄[17] 1 – 13)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρὸν
ὁ Ἰησοῦς σήκωσε τὰ μάτια του στὸν
οὐρανὸ καὶ εἶπε: Πάτερ ἦλθε ἡ ὥρα πού ἡ σοφία σου ὅρισε γιὰ νὰ πάθω καὶ
νά θυσιασθῶ. Δέξου τὴ θυσία τοῦ Πάθους μου καί δόξασε τόν Υἱό σου καὶ ὡς
πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση του· γιά νὰ σὲ δο ξάσει καὶ ὁ Υἱός σου μὲ τὴν ἀπολύτρωση
καί τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία θά ὁλοκληρωθεῖ μὲ τὴ θυσία του αὐτὴ
καὶ μὲ τὴν αἰώνια ἀρχιερατική μεσιτεία του πού θὰ ἀκολουθήσει μετὰ ἀπ᾿
αὐτή. Δόξασε τὸν Υἱό σου σύμφωνα μέ τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωσες πάνω σ᾿ ὅλη
τὴν ἀνθρωπότητα, γιὰ νὰ δώσει ζωὴ αἰώνια ὡς αἰώνιος ἀρχιερέας καθισμένος
στὰ δεξιά σου σ' ὅλο τὸ πλῆθος ἐκεῖνο πού τοῦ ἔδω σες καὶ οἱ ὁποῖοι πίστεψαν
σ᾿ αὐτόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, τὸ νὰ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι συνεχῶς
ὅλο καὶ περισσότερο ἐσένα, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, καὶ τόν Ἰησοῦ Χριστό,
τὸν ὁποῖο ἀπέστειλες στὸν κόσμο, ἔχοντας ζωντανὴ ἐπικοινωνία μὲ σένα
καὶ ἀπολαμβάνοντας τὶς ἄπειρες τελειότητές σου. Ἐγὼ γνωστοποίησα
τὸ ὄνομά σου στοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑπάκουσα τελείως στὸ θέλημά σου, κι
ἔτσι σὲ δόξασα πάνω στὴ γῆ. Καὶ μὲ τὴ θυσία μου, τὴν ὁποία θὰ προσφέρω
σὲ λίγο πάνω στὸ σταυρό, ὁλοκλήρωσα τελείως τὸ ἔργο πού μοῦ ἔδωσες
νὰ ἐπιτελέσω. Καὶ τώρα πού ἡ ἐπίγεια ἀποστολή μου τελείωσε, ἀνάδειξέ
με μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψή μου αἰώνιο ἀρχιερέα καὶ δόξασέ
με καὶ ὡς ἄνθρωπο ἐσύ, Πάτερ, δίπλα σου, μὲ τὴ δόξα πού εἶχα κοντά σου
προτοῦ νὰ δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος. Φανέρωσα τὸ ὄνομά σου κι ἔκανα γνωστὲς
τὶς ἄπειρες τελειότητές σου στοὺς ἀνθρώπους πού ἀπέσπασες ἀπό τούς
κόλπους τοῦ κόσμου καὶ τοὺς ἔδωσες σὲ μένα. Ἡ πρόθεσή τους ἦταν ἀγαθὴ
καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦταν δικοί σου. Ἐσὺ τοὺς ἔδωσες σὲ μένα, κι αὐτοὶ τήρησαν
τὸ λόγο σου, τὸν ὁποῖο τοὺς ἀποκάλυψα. Τώρα ἔμαθαν τελειότερα καὶ
πείσθηκαν ὅτι ἡ διδασκαλία μου καὶ τὰ ἔργα μου καὶ ὅλα γενικότερα
ὅσα μοῦ ἔδωσες προέρχονται ἀπὸ σένα. Καὶ ἀπόδειξη ὅτι ἔλαβαν τὴν
πληροφορία καὶ τὴ γνώση αὐτὴ εἶναι: ὅτι τοὺς λόγους πού μοῦ ἔδωσες
γιὰ νὰ τοὺς ἀποκαλύψω στοὺς ἀνθρώπους, ἐγώ τούς παρέδωσα σ᾿ αὐτοὺς μὲ
τὴ διδασκαλία μου, καὶ αὐτοὶ τοὺς παρέλαβαν καὶ τοὺς ἀποδέχθηκαν.
Καὶ ἀπέκτησαν πράγματι τὴ βεβαιότητα καὶ τὴν πεποίθηση ὅτι γεννήθηκα
καὶ βγῆκα ἀπό τούς κόλπους σου, καὶ πίστεψαν ὅτι ἐσύ μὲ ἀπέστειλες
στὸν κόσμο. Ἐγώ, πού τόσο ἐργάστηκα γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσω στὴν ἀληθινὴ
αὐτὴ γνώση καὶ πίστη, σὲ παρακαλῶ γ᾿ αὐτοὺς ὡς μέγας ἀρχιερέας καὶ
μεσίτης. Δὲν σὲ παρακαλῶ τὴ στιγμὴ αὐτὴ γιὰ τὸν κόσμο τῆς ἀπιστίας
καὶ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά σὲ παρακαλῶ γιὰ κείνους πού μοῦ ἔδωσες· διότι,
ἐνῶ μοῦ τοὺς ἔδωσες, δὲν παύουν νὰ εἶναι δικοί σου. Καὶ ὅλα ὅσα ἀνήκουν
σὲ μένα δικά σου εἶναι, ὅπως καὶ τὰ δικά σου εἶναι δικά μου. Κι αὐτοὶ
λοιπὸν δικοί σου ἦταν καὶ ἔγιναν δικοί μου· ἀλλά καί ὡς δικοί μου
ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι δικοί σου. Κι
ἐγώ ἔχω δοξασθεῖ ἀπὸ αὐτούς, διότι ἀναγνώρισαν τὴ θεϊκή μου φύση καί
πίστεψαν σὲ μένα. Ἐγώ βέβαια δὲν θὰ εἶμαι πλέον στὸν κόσμο, ὅπως μέχρι
τώρα, μὲ τὴ σωματική μου παρουσία, γιὰ νά τούς ἐνθαρρύνω καὶ νὰ τοὺς
ἐνισχύω μ᾿ αὐτή. Αὐτοί ὅμως θὰ εἶναι στὸν κόσμο, διότι δὲν ἐπιτέλεσαν
ἀκόμη τήν ἀποστολή τους. Ἐγώ ἔρχομαι σὲ σένα. Πάτερ ἅγιε φύλαξέ τους
μὲ τὴν πατρική σου προστασία καί δύναμη, τήν ὁποία ἔδωσες καὶ σὲ μένα·
ἔτσι ὥστε νά παραμείνουν ἑνωμένοι μαζί μου καὶ μεταξύ τους καὶ νά εἶναι
μέ τήν ἀγάπη καὶ τὴν ὁμοφροσύνη ἕνα πνευματικό σῶμα, ὅπως εἴμαστε ἕνα
κι ἐμεῖς πού ἔχουμε τήν ἴδια οὐσία καὶ φύση. Ὅταν ἤμουν μαζί τους στὸν κόσμο,
ἐγώ τούς φύλαγα μέ τήν πατρική καὶ ἰσχυρὴ προστασία σου. Αὐτούς πού μοῦ
ἔδωσες τοὺς φύλαξα, καὶ κανεὶς ἀπ᾿ αὐτούς δέν χάθηκε παρά μόνο ὁ υἱός τῆς
ἀπωλείας, ὁ προδότης Ἰούδας, ὁ ὁποῖος χάθηκε κι ἔτσι ἐκπληρώθηκαν καί ἐπαληθεύθηκαν
οἱ προφητεῖες τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τώρα ὅμως ἔρχομαι σὲ σένα. Καὶ τὰ λέω
αὐτὰ μπροστά τους, ἐνῶ βρίσκομαι ἀκόμη στὸν κόσμο αὐτόν, γιά νά τ᾿ ἀκούσουν
κι αὐτοί, ὥστε, ἔχοντας τὴ βεβαιότητα ὅτι ἐσύ πλέον θὰ τοὺς προστατεύεις,
νὰ ἔχουν μέσα τους τέλεια τὴ χαρὰ πού αἰσθάνομαι τώρα κι ἐγώ διότι ἐπανέρχομαι
κοντά σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου