Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ IΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

   ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ IΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Η ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)

(23 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026)



ΕΩΘΙΝΟΝ Α΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς΄ καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν΄ καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων΄ Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ Ἰδού, ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

(Ματθ. κη΄[28]  16 – 20)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

 Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ ἕντεκα μαθητὲς πῆγαν στὴ Γαλιλαία, στὸ ὄρος ποὺ τοὺς καθόρισε ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖ τὸν εἶδαν καὶ τὸν προσκύνησαν. Μερικοὶ ὅμως εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Δόθηκε καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση μου κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους ὅλα τὰ παραγγέλματα ποὺ σᾶς ἔδωσα ὡς ἐντολές. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία, θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰώνας αὐτός, μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀ­δελ­φοί,  γνω­ρί­ζω ὑ­μῖν, ἀ­δελ­φοί, τὸ εὐ­αγ­γέ­λιον ὃ εὐ­ηγ­γε­λι­σά­μην ὑ­μῖν, ὃ καὶ πα­ρε­λά­βε­τε, ἐν ᾧ καὶ ἑ­στή­κα­τε, δι᾿ οὗ καὶ σῴ­ζε­σθε, τί­νι λό­γῳ εὐ­ηγ­γε­λι­σά­μην ὑ­μῖν εἰ κα­τέ­χε­τε, ἐ­κτὸς εἰ μὴ εἰ­κῇ ἐ­πι­στε­ύ­σα­τε. Πα­ρέ­δω­κα γὰρ ὑ­μῖν ἐν πρώ­τοις ὃ καὶ πα­ρέ­λα­βον, ὅ­τι Χρι­στὸς ἀ­πέ­θα­νεν ὑ­πὲρ τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν ἡ­μῶν κα­τὰ τὰς γρα­φάς, καὶ ὅ­τι ἐ­τά­φη, καὶ ὅ­τι ἐ­γή­γερ­ται τῇ τρί­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ κα­τὰ τὰς γρα­φάς, καὶ ὅ­τι ὤ­φθη Κη­φᾷ, εἶ­τα τοῖς δώ­δε­κα· ἔ­πει­τα ὤ­φθη ἐ­πά­νω πεν­τα­κο­σί­οις ἀ­δελ­φοῖς ἐ­φά­παξ, ἐξ ὧν οἱ πλε­ί­ους μέ­νου­σιν ἕ­ως ἄρ­τι, τι­νὲς δὲ καὶ ἐ­κοι­μή­θη­σαν· ἔ­πει­τα ὤ­φθη ᾿Ι­α­κώ­βῳ, εἶ­τα τοῖς ἀ­πο­στό­λοις πᾶ­σιν· ἔ­σχα­τον δὲ πάν­των ὡ­σπε­ρεὶ τῷ ἐ­κτρώ­μα­τι ὤ­φθη κἀ­μοί. Ἐ­γὼ γάρ εἰ­μι ὁ ἐ­λά­χι­στος τῶν ἀ­πο­στό­λων, ὃς οὐκ εἰ­μὶ ἱ­κα­νὸς κα­λεῖ­σθαι ἀ­πό­στο­λος, δι­ό­τι ἐ­δί­ω­ξα τὴν ἐκ­κλη­σί­αν τοῦ Θε­οῦ· χά­ρι­τι δὲ Θε­οῦ εἰ­μι ὅ εἰ­μι· καὶ ἡ χά­ρις αὐ­τοῦ ἡ εἰς ἐ­μὲ οὐ κε­νὴ ἐ­γε­νή­θη, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρον αὐ­τῶν πάν­των ἐ­κο­πί­α­σα, οὐκ ἐ­γὼ δέ, ἀλλ᾿ ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ ἡ σὺν ἐ­μοί. Εἴ­τε οὖν ἐ­γὼ εἴ­τε ἐ­κεῖ­νοι, οὕ­τω κη­ρύσ­σο­μεν καὶ οὕ­τως ἐ­πι­στεύ­σα­τε.                   

     (Α΄ Κορ. ιε΄[15] 1 –11)

 

Ἡ εὐλογία τοῦ κόπου

«Περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, οὐκ ἐγὼ δέ,

ἀλλ᾿ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοὶ»

Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο νὰ ἀναφέρει συγκεντρωτικὰ τὶς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Τελευταῖα ἀπὸ ὅλους ἐμφανίσθηκε καὶ σ᾿ ἐμένα, γράφει. Μὲ ἀξίωσε κι ἐμένα τὸν διώκτη νὰ γίνω Ἀ­πόστολος. Ὡστόσο ἡ Χάρις αὐτὴ δὲν ἔμεινε χωρὶς ἀποτέλεσμα, προσθέτει, διότι ὑπέβαλα τὸν ἑαυτό μου σὲ περισσότερους κόπους ἀπὸ ὅ,τι οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι. Ἀλλὰ δὲν ἦταν δικό μου κατόρθωμα αὐτοὶ οἱ κόποι. Τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ποὺ μὲ ἐνίσχυε ἦταν ἔργο.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφορμὴ ἂς δοῦμε σήμερα πῶς πρέπει νὰ βλέπει ὁ συνειδητὸς Χριστιανὸς τὸν κόπο στὴ ζωή του.

1. Ὁ κόπος εἶναι προνόμιο

Ὑπάρχει δυστυχῶς στὴν κοινωνία μας ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ κόπος εἶναι ταλαιπωρία καὶ ταπείνωση καὶ ὅτι καταστρέφει τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς. Ἔξυπνος καὶ ἐπιτυχημένος θεωρεῖται ὅποιος βγάζει πολ­λὰ χρήματα μὲ λίγο κόπο· ἀντίθετα δὲν εἶναι ἀξιοζήλευτος ὁ ἄνθρωπος τοῦ μόχθου.

Ὡστόσο ὁ ἀπόστολος Παῦλος βλέπει τὸ θέμα διαφορετικά. Τὸν ἀκούσαμε στὴ σημερινὴ περικοπὴ νὰ λέει: Ἂν καὶ κλήθηκα στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα τελευταῖος, μετὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους, κουράστηκα ὅμως περισσότερο ἀπὸ αὐτούς. Δηλαδὴ εἶναι σὰν νὰ λέει: Μὲ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ταλαιπωρηθῶ περισσότερο ἀπὸ ἐκείνους γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν. Ἀναφέρει δηλαδὴ τοὺς κόπους του ὡς προνόμιο, ὡς εὐλογία, ὡς Χάρι καὶ δωρεά.

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὴν ἐπὶ γῆς ζωή Του κουράστηκε πολὺ καὶ ἁγίασε τὸν κόπο. Κουρασμένος ἀπὸ τὴν πεζοπορία κάθισε δίπλα στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ (βλ. Ἰω. δ´[4] 6). Ἄλλοτε κατάκοπος ἀποκοιμή­θηκε στὴν πρύμνη τοῦ μικροῦ πλοίου στὸ ὁποῖο ἐπέβαινε. Καὶ ἦταν τόσος ὁ κό­πος Του, ὥστε δὲν Τὸν ξύπνησε ἡ σφο­δρὴ θαλασσοταραχή, ἐξαιτίας τῆς ὁ­ποίας κινδύνευε τὸ πλοιάριο νὰ βυθισθεῖ, ἀλλὰ οἱ Μαθητές, ποὺ φοβήθηκαν τὸ ναυάγιο (βλ. Μάρκ. δ´[4] 37-39).

Εὐλογημένος λοιπὸν καὶ προνομιοῦ­χος εἶναι ὅποιος κουράζεται περισσότερο. Εὐλογημένος ὁ οἰκογενειάρχης ποὺ κουράζεται νὰ ζήσει τὴν οἰκογένειά του μὲ τὸν τίμιο ἱδρώτα του. Εὐλογημένος ὁ φιλότιμος ὑπάλληλος ποὺ σηκώνει τὸ κύριο βάρος τῆς ἐργασίας στὴν ὑπηρεσία του. Γιατὶ ὁ κόπος εἶναι δεμένος μὲ τὴ χαρὰ τῆς δημιουργικότητος καὶ τῆς προσφορᾶς. Αὐτὴ τὴ χαρὰ δὲν μποροῦν νὰ τὴ ζήσουν οὔτε νὰ τὴν καταλάβουν οἱ φυγόπονοι καὶ ράθυμοι. Καὶ ἔρχεται ὥρα ποὺ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ φανερὰ τὸν εὐσυνείδητο καὶ ἐργατικό, καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή, ἰδιαιτέρως ὅμως στὴ Βασιλεία Του.

2. Ὁ Θεὸς μᾶς ἐνισχύει νὰ καταβάλλουμε κόπους

Ἀλλὰ ὁ θεῖος Ἀπόστολος μὲ τὰ ὅσα γράφει, μᾶς διδάσκει ὄχι μόνο νὰ μὴ μειονεκτοῦμε ἢ νὰ μὴν ἀγανακτοῦμε ἀπέν­αντι σὲ ὅσους κουράζονται λιγότερο ἀ­πὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν ὑπερηφανευόμαστε ἀπέναντί τους. Γράφει: Κουράστηκα περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους· ἡ πραγματικότητα ὅμως εἶ­ναι ὅτι δὲν κατέβαλα τοὺς κόπους ἐγώ, ἀλλὰ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦταν μαζί μου καὶ μὲ ἐνίσχυε.

Ὁ Θεὸς μᾶς ἐνισχύει νὰ ὑποβαλλόμαστε σὲ κόπους γιὰ νὰ φέρουμε σὲ πέρας τὰ διάφορα ἔργα μας. Ἐκεῖνος μᾶς δίνει τὴν προθυμία, τὴν ὑγεία, τὶς δυνάμεις καὶ τὰ προσόντα, πτυχία καὶ δεξιότητες, ἀλλὰ καὶ τὶς κατάλληλες συνθῆκες. Πόσοι συνάνθρωποί μας θέλουν, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ἐργασθοῦν, διότι γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο τοὺς λείπει ἕνα ἢ περισσότερα ἀπὸ τὰ παραπάνω!

Ὅποια ἀρετή, ὅποιο κατόρθωμα καὶ ἐπίδοση ἔχουμε, ὅλα μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ τὰ κατορθώνουμε. Αὐτὸ νὰ τὸ πιστεύουμε βαθιὰ μέσα μας καὶ νὰ εὐχαριστοῦμε πάντοτε τὸν Θεό. Νὰ ἀποδίδουμε σταθερὰ τὴ δόξα στὸν μόνο Αἴτιο κάθε ἀγαθοῦ, ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ εἶχε καταβάλει ὑ­περ­άνθρωπους κόπους καὶ εἶχε νὰ ἐπιδείξει ἐκπληκτικὲς ἐπιτυχίες στὴν ἀποστολική του διακονία, παρέμενε τόσο τα­πεινός.

Ἡ σύγχρονη ἐποχὴ προβάλλει ὡς ἰδανικὸ τὴν ὑλικὴ εὐμάρεια, τὴν ἄνεση, τὴν καλοπέραση. Δὲν ἀγαπᾶ τὸν κόπο, τὴν προσφορά, τὴν αὐτοθυσία. Εἶναι ἐποχὴ ἀντισταυρική. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι, κατὰ κανόνα, δὲν ἀντέχουμε στὴν κακοπάθεια, τὴ στέρηση, τὶς δυσκολίες, ἔχουμε πολὺ μικρότερες ἀντοχὲς ἀπὸ ὅ,τι οἱ παλαιότεροι, καὶ ἔχουμε χάσει τὴν ἀληθινὴ χαρά. Ἡ σεμνὴ καύχηση τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιὰ τοὺς πολλούς του κόπους ἀποτελεῖ γιὰ ὅλους μας ἐγερτήριο σάλπισμα. Ὁ «ὑπὲρ πάντας τοὺς ἀποστόλους κοπιάσας» μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ εὐλογημένου κόπου, τῆς θεάρεστης φιλοπονίας, τῆς χριστομίμητης αὐταπαρνήσεως, ἀληθινοὶ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, πεπληρωμένοι ἀπὸ τὴ χαρὰ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ἀγάπης.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τ και­ρ ­κεί­ν, νε­α­ν­σκος τις προ­σλ­θε τῷ ᾿Ι­η­σο, γο­νυ­πε­τν α­τ, κα λέ­γων· Δι­δ­σκα­λε ­γα­θ, τ ­γα­θν ποι­­σω ­να ­χω ζω­ν α­­νιον; δ ε­πεν α­τ· Τ με λ­γεις ­γα­θν; ο­δες ­γα­θς, ε μ ες Θε­ς. Ε δ θ­λεις ε­σελ­θεν ες τν ζω­ν, τ­ρη­σον τς ν­το­λς. Λγει α­τ· Πο­­ας; δ ᾿Ι­η­σος ε­πε· Τ· Ο φο­νε­­σεις· Ο μοι­χε­­σεις· Ο κλ­ψεις· Ο ψευ­δο­μαρ­τυ­ρ­σεις· Τμα τν πα­τ­ρα σου κα τν μη­τ­ρα· κα· ­γα­π­σεις τν πλησ­ον σου ς σε­αυ­τν. Λγει α­τ νε­α­ν­σκος· Πντα τα­τα ­φυ­λα­ξ­μην κ νε­­τη­τς μου· τ ­τι ­στε­ρ;  ­φη α­τ ᾿Ι­η­σος· Ε θ­λεις τ­λει­ος ε­ναι, ­πα­γε, π­λη­σν σου τ ­πρ­χον­τα, κα δς πτω­χος· κα ­ξεις θη­σαυ­ρν ν ο­ρα­ν· κα δε­ρο, ­κο­λο­­θει μοι. ­κο­­σας δ νε­α­ν­σκος τν λ­γον, ­πλ­θε λυ­πο­­με­νος· ν γρ ­χων κτ­μα­τα πολ­λ. Ο δ Ι­η­σος ε­πε τος Μα­θη­τας α­το· ­μν λ­γω ­μν, ­τι πλο­­σιος δυ­σκ­λως ε­σε­λε­­σε­ται ες τν βα­σι­λε­­αν τν ο­ρα­νν. Πλιν δ λ­γω ­μν, ε­κο­π­τε­ρν ­στι κ­μη­λον δι τρυ­π­μα­τος α­φ­δος δι­ελ­θεν πλο­­σιον ες τν βα­σι­λε­­αν το Θε­ο ε­σελ­θεν. ­κο­σαν­τες δ ο Μα­θη­τα α­το, ­ξε­πλσ­σον­το σφ­δρα, λ­γον­τες· Τς ­ρα δύ­να­ται σω­θῆ­ναι; Ἐμ­βλέ­ψας δὲ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Πα­ρὰ ἀν­θρώ­ποις τοῦ­το ἀ­δύ­να­τόν ἐ­στι, πα­ρὰ δὲ Θε­ῷ πάν­τα δυ­να­τά ἐ­στι.                   

                 (Ματθ. ιθ΄[19] 16 – 26)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸν, κάποιος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ καί το επε: Διδάσκαλε γαθέ, τί καλό νά κάνω γιά νά ποκτήσω τήν αώνια ζωή;  Κι Κύριος το επε: φο πευθύνεσαι σέ μένα θεωρώντας τι εμαι νας πλός νθρωπος, γιατί μέ ­νο­μάζεις γαθό; Κανείς δέν εναι πό τόν αυτό του πραγ­ματικά γαθός παρά μόνο νας, Θεός. άν ­μως θέλεις νά μπες στήν αώνια καί μακάρια ζωή, τήρησε σ’ λη τή ζωή σου τίς ντολές. Το λέει νέος: Ποιές ντολές; Κι ησος το επε: Τό νά μή σκοτώσεις, νά μή μοιχεύσεις, νά μήν κλέψεις, νά μήν ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τόν πατέρα καί τή μητέρα, καί νά γαπήσεις τόν συνάνθρωπό σου σάν τόν αυτό σου. Το λέει νέος, ποος δέν εχε διδαχθε ποι­ά ε­­­ναι καί πς φαρμόζεται γά­πη πρός τόν συνάν­­­­θρω­πολα ατά τά φύλαξα πό τότε πού μουν νέ­­­ος. Τί λλο μο λείπει κόμη; Κι ησος το επε: άν θέλεις νά εσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τά πάρχοντά σου καί μοίρασέ τα στούς φτωχούς, καί θά χεις θησαυρό στούς ορανούς. Κι λα νά μέ κολουθήσεις. Μόλις μως νέος κουσε τόν λόγο ατό, φυγε λυπημένος· διότι εχε πολλά κτήματα, καί καρδιά του ταν κολλημένη σ’ ατά. Τότε ησος επε στούς μαθητές του: ληθινά σς λέω τι δύσκολα νας πλούσιος νθρωπος θά μπε στή βασιλεία τν ορανν. Πάλι σς λέω, εκολότερο εναι νά περάσει μιά καμήλα πό τήν τρύπα πού νοίγει βελόνα, παρά πλούσιος νά μπε στή βασιλεία το Θεο. λλά ταν ο μαθητές του τό κουσαν ατό, νιωσαν πολύ μεγάλη κπληξη καί επαν: Ποιός τάχα μπορε νά σωθε;  ησος τότε τούς κοίταξε κφραστικά καί τούς ε­πε: Στούς νθρώπους ατό εναι δύνατο, στό Θεό μως λα εναι δυνατά. Μπορε λοιπόν Θεός μέ τή χάρη του νά λύσει τούς δεσμούς τς καρδις κάθε καλοπροαίρετου πλουσίου μέ τό χρμα καί νά τόν καταστήσει ξιο τς σωτηρίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου