Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
(13 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, ἲ­δε­τε πη­λί­κοις ὑ­μῖν γράμ­μα­σιν ἔ­γρα­ψα τ ἐ­μῇ χει­ρί.  ὅ­σοι θέ­λου­σιν εὐ­προ­σω­πῆ­σαι ν σαρκ, οὗ­τοι ἀ­ναγ­κά­ζου­σιν ὑ­μᾶς πε­ρι­τέ­μνε­σθαι, μό­νον ἵ­να μ τ σταυ­ρῷ το Χρι­στοῦ δι­ώ­κων­ται. οὐ­δὲ γρ ο πε­ρι­τε­τμη­μέ­νοι αὐ­τοὶ νό­μον φυ­λάσ­σου­σιν, ἀλ­λὰ θέ­λου­σιν ὑ­μᾶς πε­ρι­τέ­μνε­σθαι, ἵ­να ἐν τ ὑ­με­τέ­ρᾳ σαρ­κὶ καυ­χή­σων­ται. Ἐ­μοὶ δ μ γέ­νοι­το καυ­χᾶ­σθαι ε μ ν τ σταυ­ρῷ το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δι' ο ἐ­μοὶ κό­σμος ἐ­στα­ύ­ρω­ται κἀ­γὼ τ κό­σμῳ. ν γρ Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ οὔ­τε πε­ρι­το­μή τι ἰ­σχύ­ει οὔ­τε ἀ­κρο­βυ­στί­α, ἀλ­λὰ και­νὴ κτί­σις. κα ὅ­σοι τ κα­νό­νι το­ύ­τῳ στοι­χή­σου­σιν, εἰ­ρή­νη ἐ­π' αὐ­τοὺς κα ἔ­λε­ος, κα ἐ­πὶ τν Ἰσ­ρα­ὴλ το Θε­οῦ. Το λοι­ποῦ κό­πους μοι μη­δεὶς πα­ρε­χέ­τω· ἐ­γὼ γρ τ στίγ­μα­τα το Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ ἐν τ σώ­μα­τί μου βα­στά­ζω. χά­ρις το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ με­τὰ το πνε­ύ­μα­τος ὑ­μῶν, ἀ­δελ­φοί· ἀ­μήν.
                                              (Γαλ. στ΄[6] 11 – 18 )

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀδελφοί, δεῖ­τε μὲ πό­σο με­γά­λα γράμ­μα­τα σᾶς ἔ­γρα­ψα μὲ τὸ ἴ­διο μου τὸ χέ­ρι.  Ὅ­σοι θέ­λουν νὰ κά­νουν κα­λὴ ἐν­τύ­πω­ση καὶ νὰ ἀ­ρέ­σουν σὲ ἀν­θρώ­πους γιὰ πράγ­μα­τα πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στὴ σάρ­κα, αὐ­τοὶ σᾶς πα­ρα­κι­νοῦν καὶ σᾶς πα­ρα­σύ­ρουν νὰ πε­ρι­τέ­μνε­σθε, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ μὴν κα­τα­δι­ώ­κον­ται ἀ­π' τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους γιὰ τὸ κή­ρυγ­μα πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ σταυ­ρὸ τοῦ Χρι­στοῦ. Γι αὐ­τὸ καὶ μό­νο σᾶς ἀ­ναγ­κά­ζουν νὰ πε­ρι­τέ­μνε­σθε. Κι αὐ­τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι οὔ­τε κι αὐ­τοί πού ἔ­χουν πε­ρι­τμη­θεῖ τη­ροῦν τὶς τε­λε­τουρ­γι­κὲς δι­α­τά­ξεις τοῦ νό­μου, τὶς κα­θάρ­σεις δη­λα­δὴ καὶ τὶς ζω­ο­θυ­σί­ες· ἀλ­λά θέ­λουν νὰ πε­ρι­τέ­μνε­σθε ἐ­σεῖς γιά νά καυ­χη­θοῦν αὐ­τοὶ γιὰ τὴ δι­κή σας σάρ­κα. Θέ­λουν δη­λα­δὴ νὰ καυ­χη­θοῦν ὅ­τι σᾶς ἔ­πει­σαν νὰ δε­χθεῖ­τε τὴν πε­ρι­το­μή. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲν κι­νοῦ­μαι ἀ­πὸ τέ­τοι­α ἁ­μαρ­τω­λὰ ἐ­λα­τή­ρια. Πο­τὲ νὰ μὴ συμ­βεῖ ἐ­γώ νὰ καυ­χη­θῶ γιὰ τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νο γιὰ τὸ ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς γιὰ χὰ­ρη μου πῆ­ρε μορ­φὴ δού­λου καὶ σταυ­ρώ­θη­κε γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μου. Μό­νο καύ­χη­μά μου εἶ­ναι ὁ σταυ­ρι­κὸς θά­να­τος τοῦ Κυ­ρί­ου. Καὶ μὲ τὴν πί­στη στὸ θά­να­τό του αὐ­τόν ἔ­χει νε­κρω­θεῖ κι ἔ­χει χά­σει τὴ δύ­να­μή του ὁ κό­σμος γιά μέ­να. Ἀλ­λά κι ἐ­γώ ἔ­χω νε­κρω­θεῖ γιὰ τὸν κό­σμο. Εἶ­μαι νε­κρω­μέ­νος γιὰ τὸν κό­σμο, καὶ τί­πο­τε ἀ­π’ αὐ­τόν δὲν μὲ δε­λε­ά­ζει οὔ­τε μὲ φο­βί­ζει. Δι­ό­τι στὴν κοι­νω­νί­α καὶ τὴν ἕ­νω­ση μὲ τὸν Χρι­στὸ οὔ­τε ἡ πε­ρι­το­μή ἔ­χει κα­μί­α ἀ­ξί­α οὔ­τε ἡ ἀ­κρο­βυ­στί­α, ἀλ­λά ἰ­σχύ­ει νέ­α κτί­ση καὶ δη­μι­ουρ­γί­α. Ἡ και­νὴ αὐ­τὴ κτί­ση εἶ­ναι ἡ ἀ­να­γέν­νη­ση πού δί­νει ὁ Χρι­στὸς σὲ κά­θε πι­στὸ μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κῆς του σταυ­ρι­κῆς θυ­σί­ας. Καὶ ὅ­σοι θ' ἀ­κο­λου­θή­σουν τὴ δι­δα­σκα­λί­α αὐ­τὴ γιά τή νέ­α κτί­ση καὶ θὰ τὴν ἔ­χουν ὡς μέ­τρο καὶ ὑ­πό­δειγ­μα γιὰ νὰ συμ­μορ­φώ­σουν τὴ ζω­ὴ τους μ' αὐ­τή, ἂς ἔ­χουν ἐ­πά­νω τους τὴν εἰ­ρή­νη καὶ τὸ ἔ­λε­ος· ἀλ­λά καὶ γε­νι­κό­τε­ρα ὅ­λος ὁ νέ­ος Ἰσ­ρα­ὴλ τῆς χά­ρι­τος, ὁ νέ­ος λα­ὸς πού μὲ τὴν πί­στη ἔ­γι­νε ἐ­κλε­κτὸς στὸ Θε­ὸ καὶ ἀν­τι­κα­τά­στη­σε τόν πα­λαι­ό κα­τὰ σάρ­κα Ἰσ­ρα­ήλ. Στὸ ἑ­ξῆς ἂς μὴ μοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ κα­νεὶς κό­πους καί ἐ­νο­χλή­σεις, ζη­τών­τας ἀ­πὸ μέ­να νὰ ἀ­πο­λο­γοῦ­μαι γιά ὅ­σα κά­νω. Δι­ό­τι ἐ­γώ βα­στά­ζω στὸ σῶ­μα μου τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν πού δέ­χθη­κα γιὰ τὸν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ. Καί οἱ πλη­γές μου αὐ­τὲς εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­λο­γί­α μου.
Σᾶς εὔ­χο­μαι, ἀ­δελ­φοί, ἡ χά­ρις τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ νὰ ἐ­νι­σχύ­ει καὶ νὰ ἐν­δυ­να­μώ­νει τὶς πνευ­μα­τι­κές σας δυ­νά­μεις, ὥ­στε νὰ δι­α­τη­ρεῖ­τε πάν­το­τε τόν ἁ­για­σμὸ πού σᾶς ἔ­δω­σε τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα. Ἀ­μήν.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος. οὐ­δεὶς ἀ­να­βέ­βη­κεν ες τν οὐ­ρα­νὸν ε μ κ το οὐ­ρα­νοῦ κα­τα­βάς, υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ὁ ν ν τ οὐ­ρα­νῷ. κα κα­θὼς Μω­ϋ­σῆς ὕ­ψω­σε τν ὄ­φιν ἐν τ ἐ­ρή­μῳ, οὕ­τως ὑ­ψω­θῆ­ναι δε τν υἱ­ὸν το ἀν­θρώ­που, ἵ­να πς πι­στε­ύ­ων ες αὐ­τὸν μ ἀ­πό­λη­ται ἀλ­λ' ἔ­χῃ ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον. Οὕ­τω γρ ἠ­γά­πη­σεν ὁ Θε­ὸς τν κό­σμον, ὥ­στε τν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ τν μο­νο­γε­νῆ ἔ­δω­κεν, ἵ­να πς πι­στε­ύ­ων ες αὐ­τὸν μ ἀ­πό­λη­ται ἀλ­λ' ἔ­χῃ ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον. ο γρ ἀ­πέ­στει­λεν ὁ Θε­ὸς τν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ ες τν κό­σμον ἵ­να κρί­νῃ τν κό­σμον, ἀλλ' ἵ­να σω­θῇ κό­σμος δι' αὐ­τοῦ.           
   (Ἰωάν. γ΄[3] 13 – 17)

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
 ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΤΟ ΧΑΛΚΙΝΟ ΦΙΔΙ
Κυριακ πρν π τν ἑορτ τς Παγκοσμίου ψώσεως το Τιμίου Σταυρο μς προετοιμάζει πνευματικά γιά νά συναισθανθομε τ μέγα μυστήριο τς σταυρικς θυσίας το Κυρίου μας. Τ εαγγελικ νάγνωσμα μς μεταφέρει σ μία ερ συζήτηση μέσα στ νύχτα, ὅπου ὁ Κύριος πεκάλυψε στν κρυφ μαθητ του Νικόδημο τ μέγα μυστήριο τς σωτηρίας το νθρωπίνου γένους. Κανείς π τος νθρώπους, επε, δν χει νεβε στν ορανό, παρ μόνο γ πο κατέβηκα π τν οραν κα γινα ἄνθρωπος. Κι ν τώρα εμαι στ γῆ, ξακολουθ ν εμαι κα στν ορανό. Κα ὅπως κάποτε ὁ Μωυσῆς κρέμασε ψηλ τ χάλκινο φίδι γιά ν σώζονται μ’ ατ οἱ σραηλίτες π τ θανατηφόρα δαγκώματα τν φιδιν τς ρήμου, τσι σύμφωνα μ τ μυστηριδες σχέδιο το Θεο πρέπει νά ψωθ γ ψηλ πάνω στ σταυρό.
Ποιά ὅμως εναι βαθύτερη σχέση νάμεσα στ γεγονς ατ τς Παλαις Διαθήκης μ τ σταύρωση το Κυρίου μας; κε στν ρημο συνέβαινε κάτι τ συνταρακτικό. Εἶχαν παρουσιαστε φίδια φαρμακερ κα τρύπωναν στς σκηνς τν σραηλιτν. Φίδια μέτρητα δάγκωναν ὅσους βρισκαν μπροστά τους. Κι ατο μ πόνους δυνατος κα κραυγς πελπιστικς σ λίγη ρα ἔπεφταν νεκροί! Οἱ σραηλίτες τρομοκρατημένοι ρχισαν ν καταλαβαίνουν ὅτι τιμωρονται για τς πολλς τους μαρτίες. Σκέφτηκαν ὅτι μόνον ὁ Θες μποροσε ν τος σώσει. τρεξαν λοιπν στν Μωυσῆ κι κενος μ ὅλη του τν ψυχ παρακαλοσε τν Θε ν τος σώσει. Κα ὁ Θεός, σάν γαθς πατέρας, πειδ εδε ὅτι μετανόησε ὁ λαός, κουσε τν προσευχ το Μωυσ κα το λέει:
Φτιάξε να φίδι χάλκινο κα κρέμασέ το σ να ξύλο. Κα πς στος σραηλίτες: «Καθένας πο θ τν δαγκώσει φίδι, ν κοιτάζει τ χάλκινο ατ φίδι κα θ σώζεται π τὸν θάνατο». Κα τ θανατικ σταμάτησε, οἱ σραηλίτες σώθηκαν.
Γιατί ὅμως ὁ Κύριος συσχετίζει τ γεγονς ατ μ τ δική του σταύρωση; Τ χάλκινο φίδι τ ψωσε ὁ Μωυσῆς καρφωμένο σ ξύλο. Στ τίμιο ξύλο το σταυρο ψώθηκε κρεμασμένος κι ὁ Χριστός μας. Τά  φαρμακερ φίδια σκορποσαν τ θάνατο. Ὁ σατανς, ὁ φις ὁ ρχαος, μ τ φαρμακερ τσιμπήματά του νεκρώνει τν ψυχ το νθρώπου. Στν ρημο ὁ Μωυσῆς κρέμασε πάνω στ ξύλο να χάλκινο φίδι, πο ταν τ μοίωμα τν φαρμακερν φιδιν. Στ σταυρ κρεμάστηκε ὁ διος ὁ Κύριος, ποος θεωρήθηκε τ μοίωμα τς μαρτίας, καθς σήκωσε πάνω του ὅλες τς μαρτίες το κόσμου. Στν ρημο οἱ ουδαοι τενίζοντας τ χάλκινο φίδι διέφυγαν τν πρόσκαιρο θάνατο, μες οἱ πιστο τενίζοντας τν Σταυρ το Χριστο λυτρωνόμαστε π τ σκλαβιά τς μαρτίας, π τν αώνιο θάνατο, μπορομε ν εσέλθουμε χι στ γῆ τς παγγελίας, λλ στ Βασιλεία το Θεο.
ΠΟΣΟ ΜΑΣ ΑΓΑΠΗΣΕ!
Κύριος στ συνέχεια ξηγε στν Νικόδημο τ νόημα τς δικς του ψώσεως πάνω στ ξύλο το Σταυρο: Ὁ υἱὸς το νθρώπου, λέει, θ ψωθε πάνω στ Σταυρό, γιά νά μή χαθε κανένας π ὅσους θ πιστεύουν σ’ Ατν στν αώνιο θάνατο, λλ ν χει ζω αώνια. Διότι τόσο πολ γάπησε ὁ Θες τν κόσμο, ὥστε παρέδωσε σ θάνατο τν μονάκριβο Υό του, γιά νά μή χαθε στν αώνιο θάνατο κανένας πιστός, ἀλλά ν χει ζω αώνια. Διότι δν πέστειλε ὁ Θες τν Υό Του στ μαρτωλ γένος τν νθρώπων γιά νά κατακρίνει κα ν καταδικάσει τ γένος ατό, λλ γιά ν σωθε λόκληρος ὁ κόσμος.
Μ τ πέροχα ατ λόγια του ὁ Κύριος πεκάλυψε στν Νικόδημο τν ἄπειρη γάπη το Θεο πρς τν ἄνθρωπο. Πόσο πολ μς γάπησε ὁ Θεός; Τ πόσο πολ μς γάπησε φαίνεται χι μόνον π τ ὅτι θελε ν μς σώσει, λλ κα π τν τρόπο μ τν ποο μς σωσε κα π τ σωτηρία τν ποία μς χάρισε. Διότι δν στειλε κάποιον ἄνθρωπο γγελο ν μς σώσει, λλ τν μονογενῆ Του Υό, τν συνάναρχο κα σύνθρονο, τν ἄπειρο κα πανυπερτέλειο Υό Του. Κι Ατν Τν παρέδωσε σ θάνατο.
Καὶ γιά ποιούς Τν παρέδωσε σ θάνατο; Ποιούς γάπησε; Μήπως πλάσματα πο Τν λάτρευαν κα Τν γαποσαν; μς τος ποστάτες νθρώπους, πο εχαμε γίνει χθροί Του κα καταντήσαμε «κτηνώδεις κα δαιμονιώδεις». Ὁ ἄπειρος Θες γάπησε ναν τέτοιον νάξιο κόσμο. γάπησε τν διεφθαρμένο νθρωπο, ν ατς δν εχε ν παρουσιάσει τίποτε ξιο τς γάπης του. Κα γινε ἄνθρωπος ὁ διος ὁ Υἱὸς το Θεο γιά νά μς σώσει π τν καταδυνάστευση το διαβόλου. Κα ψώθηκε πάνω στ Σταυρό, γιά νά μή χαθομε στ αώνιο σκοτάδι, λλ ν ζομε μαζί Του αωνίως τ δική Του πανευτυχ ζωή. Κα μς δέχθηκε ὡς παιδιά του, ὡς μέλη τς κκλησίας Του, κα μς τροφοδοτε μ τ για Μυστήρια, μς προσφέρει φεση μαρτιν, γιασμ κα σωτηρία ψυχῆς.
μες κατανοομε ραγε τ ψος ατ τς γάπης Του; ντιλαμβανόμαστε τν πειρη ατ κα ψιστη εεργεσία Του; Γι’ ατ ς παρακαλομε Ατν πο τόσο πολ μς γάπησε, ν μς φωτίζει ν κατανοομε ὅσο μπορομε τ ψος τς γάπης Του. Κα ν ζομε πλέον μόνο για τν Θε κα μ τν Θεό.

     (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἀδελφοί, ὁ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, ὁ καί σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. ᾿Εγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. Οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε. ῎Εκρινα δὲ ἑμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. Εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω, ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. Ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς.

                                 (Β΄ Κορ. α΄[1] 21 – β’ 4)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

δελφοί, κενος πο δίνει τ βεβαιότητα κα σέ μᾶς κα σ σς, κα μς στηρίζει ν μένουμε πιστο κα ἀσάλευτοι στ Χριστ κα πο μς χρισε μ τ χάρη τοῦ Πνεύματός του, εναι ὁ Θεός. Ατς κα μς σφράγισε ὡς δικούς του κα δωσε στς καρδιές μας τ Πνεῦμα του ὡς ἀρραβῶνα καί σφαλ γγύηση γιά τό ὅτι θ κπληρώσει ὅλες τίς ποσχέσεις πού μς δίνει μ τ Εαγγέλιό του. Κα γι ν πανέλθω στ ζήτημα τοῦ ταξιδιο μου, πικαλομαι τόν καρδιογνώστη Θε ν δεῖ ατς τά βάθη τς ψυχς μου και ν μαρτυρήσει ἄν εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν ἦλθα κόμη στν Κόρινθο πειδ σς λυποῦμαι κα δν θέλω ν δοκιμάσετε τν αστηρότητά μου. Κα δν λέω τ τελευταο ατ πειδ δθεν εἴμαστε κύριοι τς πίστεώς σας κα χουμε ξουσία πάνω σας σάν ν εστε δολοι μας. ντιθέτως εμαστε συνεργάτες τς χαρς σας κα θέλουμε ν συντελομε ὥστε ν αξάνει ἡ χαρά σας. Κα ποκλείεται λότελα νά ξουσιάζουμε τν πίστη σας, διότι σεῖς στέκεστε καλά κα εστε στερεωμένοι στν πίστη. Καί τ ποφάσισα ατ κα γι τν αυτό μου. Βρκα δηλαδ καλύτερο κα γι τν αυτό μου ν μν λθω πάλι σ σς ναγκασμένος κι ἐγώ ν σς προξεν λύπη μ τος ἐλέγχους μου, ἀλλά κι σες ν μοῦ προξενετε λύπη μ τίς ταξίες πο θ βλέπω νάμεσά σας. Ὁπωσδήποτε λοιπν ἐγώ σες θ ασθανόμασταν λύπη. Διότι, ἐάν ἐγώ μέ τούς ἐλέγχους μου προκαλ λύπη μετανοίας σ σς, ποιός λλος μ εφραίνει παρ κενος πο δέχεται τος ἐλέγχους μου κα λυπται ἀπό τς δικές μου πιτιμήσεις; τσι, ἐάν δν λυπμαι ἐγώ, θά λυπᾶστε ὅμως ἐσεῖς. Κα σς γραψα κριβς ατ σ προηγούμενη πιστολή μου, γι ν διορθώσετε στ μεταξ τς ταξίες, ὥστε, ὅταν λθω στν Κόρινθο, ν τ βρ ὅλα ντάξει κα ν μή νιώσω λύπη ἀπό κείνους πο ἔπρεπε ν μοῦ δώσουν χαρά. λλωστε ἡ λύπη μου θ λυποσε κι σς. Διότι χω γι λους σας τν πεποίθηση ὅτι ἡ χαρά μου εναι χαρ ὅλων σας. Κα μ νομίσετε ὅτι γι τος ἐλέγχους πο σς γραψα στν πιστολή μου κείνη ἐγώ δν νιωσα καμία λύπη. Διότι σς γραψα πλημμυρισμένος ἀπό θλίψη κα στενοχώρια τς καρδις, μ δάκρυα πολλά, ὄχι γιά νά λυπηθετε, ἀλλά γιά νά γνωρίσετε τν περβολικ γάπη πο χω γι σς.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὃς μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὃς δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοὶ, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

                                   (Ματθ. κβ΄[22] 2 – 14)

 

Ο θεος μας εδωσε νυμφιο τοΝ χριστο,

ας προσπαθησομε να φανουμε ανταξιοι του

Καλή Ἐκκλησιαστικὴ Χρονιὰ καὶ καλὸ μήνα! φίλοι ἀναγνῶσται. Δεκάτη τετάρτη Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου σήμερα, καὶ τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν παραβολὴ τῶν Βασιλικῶν Γάμων, τὴν ὁποίαν εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ λαὸ τῶν Ἑβραίων καὶ στὴν πνευματικὴ του ἡγεσία, ἐλάχιστες ἡμέρες πρὶν σταυρωθεῖ.

Καὶ ἤθελε, μ' αὐτὴ τὴν παραβολή, νὰ τοὺς τονίσει τὸν ἐρχομό Του καὶ τὰ ὑπόλοιπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔκαμε γιὰ τὴ σωτηρία καὶ ἐκείνων καί ὅλου τοῦ κόσμου. Καὶ τοὺς μιλοῦσε παραβολικά, γιὰ νὰ πέσει πιὸ ἁπαλὰ καὶ νὰ γίνει πιὸ δεκτὴ ἡ διδασκαλία Του στοὺς σκληροτράχηλους Ἰουδαίους.

Κι ἐδῶ οἱ γάμοι τοῦ Βασιλέως εἶναι οἱ γάμοι, τοὺς ὁποίους ἔκαμε ὁ Θεὸς Πατέρας γιὰ τὸν Γιό Του, τὸ Χριστό, τὸ Μονογενῆ, πού ἦρθε στὸν κόσμο, προσέλαβε ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση, καὶ μᾶς πῆρε ἐπάνω Του, γιά νά μᾶς σώσει.

Καὶ μίλησε παραβολικὰ ὁ Κύριος. Καὶ κάλεσε, λέει, ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του τὸν Ἰσραήλ,  στέλνοντας  τοὺς  Προφήτας, κι ἐκεῖνοι δὲν τοὺς ἄκουσαν. Καὶ ἀργότερα ἔστειλε πιὰ τὸν μεγάλο Πρόδρομο, ποὺ 'χαν φθάσει τὰ πράγματα πολὺ κοντά, ἀλλὰ καὶ κεῖνον τὸν ἐφόνευσαν, καὶ προφασίστηκαν πολλὰ καὶ διάφορα.

Καὶ τότε ὁ οἰκοδεσπότης Θεός, ἀφοῦ δὲν θέλησαν τὸ Γιό Του, τὸν ἐνανθρωπήσαντα, ὀργίσθηκε. Κι ἔστειλε στρατεύματα, τοῦ Τίτου καὶ τοῦ Βεσπασιανοῦ, καὶ ἐφόνευσαν τούς σταυρωτάς Του, καὶ λεηλάτησαν τὴν Ἱερουσαλήμ.

Καὶ στὴ συνέχεια, λέει ἡ παραβολή, ἀφοῦ δὲν θέλησαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ Τὸν δεχτοῦν, ἔστειλε ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς τοὺς Ἀποστόλους στὴν οἰκουμένη, καὶ ἐκάλεσαν δικαίους καὶ ἀδίκους στὸ τραπέζι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἦρθαν ἀμέτρητοι. Καὶ γέμισε τὸ οἴκημα, κι ἦταν μεγάλη ἡ χαρά τοῦ Κυρίου.

Καὶ ἦλθε, λοιπόν, ὁ Βασιλεὺς τοῦ κόσμου, ὁ Θεός, νὰ δεῖ τοὺς καλεσμένους, κι ἀνάμεσά τους βρῆκε κάποιον, ποὺ δὲν εἶχε ἔνδυμα γάμου. Καὶ τοῦ εἶπε: «Φίλε, πῶς ἐμπῆκες ἐδῶ;». Κι αὐτὸς δὲν μίλησε. Καὶ εἶπε στοὺς ὑπηρέτες, νὰ τὸν δέσουν χειροπόδαρα καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὸν τόπο τῆς βασάνου. Τί σημαίνει αὐτό; Ἡ παραβολὴ ἐδῶ μᾶς ὁμιλεῖ, γιὰ ὅσους μπῆκαν στὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα, καὶ στὴ συνέχεια δὲν ἔκαναν τίποτα. Ἀρκέστηκαν μόνο στὴν πίστη, τὴν ὁποίαν ἔχουν καὶ οἱ δαίμονες καὶ φρίττουν, καὶ δὲν εἶχαν ἔργα ἀγαθὰ καὶ βίον καθαρόν.

Καὶ κλείνοντας τὴν παραβολὴ ὁ Φιλάνθρωπος, εἶπε, πώς «πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι στὴν Ἐκκλησία, καὶ πολλοὶ φέρουν τὸ χριστιανικὸ ὄνομα, ἀλλὰ ὅμως λίγοι εἶναι οἱ ἐκλεκτοί». Αὐτὸ μᾶς φοβίζει καὶ μᾶς στενοχωρεῖ. Θὰ ἔπρεπε, ὅμως, νὰ μᾶς κινητοποιεῖ σὲ ἔργα μετανοίας καὶ ἀγάπης καὶ σὲ κόπους πολλούς, μικροὺς καὶ μεγάλους, προκειμένου νά καθαρίσομε τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μας ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, καὶ νὰ εἰσέλθομε στὴ Θεία Βασιλεία.



Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, «ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», ΤΟΜΟΣ Β΄