Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ(Χαναναίας) (10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2019) (Χαραλάμπους Ἱερομάρτυρος). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ(Χαναναίας)
 (10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2019)
(Χαραλάμπους Ἱερομάρτυρος)



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ)
 Τέ­κνον Τι­μό­θε­ε, ἐν­δυ­να­μοῦ ἐν τῇ χά­ρι­τι τῇ ἐν Χρι­στῷ ᾿Ι­η­σοῦ, καὶ ἃ ἤ­κου­σας παρ᾿ ἐ­μοῦ διὰ πολ­λῶν μαρ­τύ­ρων, ταῦ­τα πα­ρά­θου πι­στοῖς ἀν­θρώ­ποις, οἵ­τι­νες ἱ­κα­νοὶ ἔ­σον­ται καὶ ἑ­τέ­ρους δι­δά­ξαι. Σὺ οὖν κα­κο­πά­θη­σον ὡς κα­λὸς στρα­τι­ώ­της ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Οὐ­δεὶς στρα­τευ­ό­με­νος ἐμ­πλέ­κε­ται ταῖς τοῦ βί­ου πραγ­μα­τε­ί­αις, ἵ­να τῷ στρα­το­λο­γή­σαν­τι ἀ­ρέ­σῃ. Ἐ­ὰν δὲ καὶ ἀ­θλῇ τις, οὐ στε­φα­νοῦ­ται, ἐ­ὰν μὴ νο­μί­μως ἀ­θλή­σῃ. Τὸν κο­πι­ῶν­τα γε­ωρ­γὸν δεῖ πρῶ­τον τῶν καρ­πῶν με­τα­λαμ­βά­νειν. Νόει ὃ λέ­γω· δῴ­η γάρ σοι ὁ Κύριος σύ­νε­σιν ἐν πᾶ­σι. Μνη­μό­νευ­ε ᾿Ι­η­σοῦν Χρι­στὸν ἐ­γη­γερ­μέ­νον ἐκ νε­κρῶν, ἐκ σπέρ­μα­τος Δαυ­ΐδ, κα­τὰ τὸ εὐ­αγ­γέ­λι­όν μου, ἐν ᾧ κα­κο­πα­θῶ μέ­χρι δε­σμῶν ὡς κα­κοῦρ­γος· ἀλλ᾿ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ οὐ δέ­δε­ται. Διὰ τοῦ­το πάν­τα ὑ­πο­μέ­νω διὰ τοὺς ἐ­κλε­κτο­ύς, ἵ­να καὶ αὐ­τοὶ σω­τη­ρί­ας τύ­χω­σι τῆς ἐν Χρι­στῷ ᾿Ι­η­σοῦ με­τὰ δό­ξης αἰ­ω­νί­ου. 
(Β΄ Τιμ. β΄[2] 1 – 10)
       ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­σύ λοι­πόν, παι­δί μου Τι­μό­θε­ε, ἀν­τί­θε­τα μ’ αὐ­τούς πού μέ ἀ­παρ­νή­θη­καν, νά ἐν­δυ­να­μώ­νε­σαι μέ τή χά­ρη πού μς δί­νει Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ὅ­ταν εἴ­μα­στε ἑ­νω­μέ­νοι μα­ζί του. Καί ὅ­σα ἄ­κου­σες ἀ­πό μέ­να μπρο­στά σέ πολ­λούς μάρ­τυ­ρες, αὐ­τά νά τά ἐμ­πι­στευ­θεῖς ὡς πο­λύ­τι­μο θη­σαυ­ρό σέ ἀν­θρώ­πους πι­στούς, πού δέν θά τά νο­θεύ­ουν οὔ­τε θά τά προ­δί­δουν, ἀλ­λά θά εἶ­ναι ἱ­κα­νοί νά τά δι­δά­ξουν καί σέ ἄλ­λουςἘ­σύ λοι­πόν κα­κο­πά­θη­σε σάν κα­λός στρα­τι­ώ­της το Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­ταν κά­ποι­ος ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς στρα­τι­ώ­της, δέν μπλέ­κε­ται στίς ὑ­πο­θέ­σεις καί τίς φρον­τί­δες τς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς, γιά νά εἶ­ναι ἀ­ρε­στός σ᾿ ἐ­κεῖ­νον πού τόν στρα­το­λό­γη­σε. Κι ν κα­νείς παίρ­νει μέ­ρος σέ ἀ­θλη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες, δέν στε­φα­νώ­νε­ται μέ τό στε­φά­νι τς νί­κης, ἐ­άν δέν ἀ­γω­νι­σθεῖ σύμ­φω­να μέ τούς ἀ­θλη­τι­κούς κα­νό­νες.  γε­ωρ­γός πού κο­πιά­ζει γιά νά καλ­λι­ερ­γή­σει τό χω­ρά­φι του πρέ­πει πρῶ­τος νά ἀ­πο­λαμ­βά­νει τούς καρ­πούς πού θά συ­νά­ξει. Ἔ­τσι κι ἐ­σύ· ἀ­πό τό πνευ­μα­τι­κό χω­ρά­φι πού καλ­λι­ερ­γεῖς καρ­πο­φό­ρως πρέ­πει νά ἀ­πο­λαμ­βά­νεις πρῶ­τος τήν πα­ρη­γο­ριά, τήν τι­μή καί τή συν­τή­ρη­σή σου. Προ­σπά­θη­σε νά κα­τα­λά­βεις τήν ἀλ­λη­γο­ρι­κή ση­μα­σί­α αὐ­τῶν πού σο λέ­ω. Καί θά τήν κα­τα­νο­ή­σεις· σο εὔ­χο­μαι νά σο δώ­σει Κύ­ριος σύ­νε­ση, γιά νά τά δι­α­κρί­νεις ὅ­λα. Νά θυ­μᾶ­σαι τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό πού ἔ­χει ἀ­να­στη­θεῖ ἀ­πό τούς νε­κρούς καί κα­τά­γε­ται ἀ­πό τόν Δα­βίδ, σύμ­φω­να μέ τό Εὐ­αγ­γέ­λιο πού κη­ρύτ­τω. Γιά τό Εὐ­αγ­γέ­λιο αὐ­τό κα­κο­πα­θῶ ς τό ση­μεῖ­ο νά εἶ­μαι ἁ­λυ­σο­δε­μέ­νος, σάν νά ἤ­μουν κα­κοῦρ­γος. Ἀλ­λά ὁ λό­γος το Θε­οῦ δέν δέ­νε­ται. Γιά ὅ­λα αὐ­τά, κι ἐ­πει­δή τό Εὐ­αγ­γέ­λιο προ­ο­δεύ­ει καί δέν μπο­ρεῖ νά δε­θεῖ, μέ ὑ­πο­μο­νή τά ὑ­πο­φέ­ρω ὅ­λα γιά χά­ρη ἐ­κεί­νων πού ἐ­ξέ­λε­ξε ὁ Θε­ός. Καί τά ὑ­πο­φέ­ρω, γιά νά ἐ­πι­τύ­χουν κι αὐ­τοί τή σω­τη­ρί­α πού μς προ­σφέ­ρει Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὅ­ταν βρι­σκό­μα­στε σέ κοι­νω­νί­α μα­ζί του· καί σω­τη­ρί­α αὐ­τή συ­νο­δεύ­ε­ται μέ αἰ­ώ­νια δό­ξα.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τ και­ρ ἐκείνῳ ­ξλ­θεν ­η­σος ες τ μ­ρη Τρου κα Σι­δ­νος. Κα ­δο γυ­ν Χα­να­να­­α ­π τν ­ρ­ων ­κε­­νων ­ξελ­θο­σα ­κρα­­γα­σεν α­τ λ­γου­σα· ­λ­η­σν με, Κριε, υ­ Δαυ­δ· θυ­γ­τηρ μου κα­κς δαι­μο­ν­ζε­ται. δ οκ ­πε­κρ­θη α­τ λ­γον. κα προ­σελ­θν­τες ο μα­θη­τα α­το ­ρ­των α­τν λ­γον­τες· ­π­λυ­σον α­τν, ­τι κρ­ζει ­πι­σθεν ­μν. δ ­πο­κρι­θες ε­πεν· Οκ ­πε­στ­λην ε μ ες τ πρ­βα­τα τ ἀ­πο­λω­λό­τα οἴ­κου Ἰσ­ραήλ. Ἡ δ ἐλ­θοῦ­σα προ­σε­κύ­νη­σεν αὐ­τῷ λέ­γου­σα· Κριε, βο­ή­θει μοι. Ὁ δ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πεν· Οκ ἔ­στι κα­λὸν λα­βεῖν τν ἄρ­τον τν τέ­κνων κα βα­λεῖν τος κυ­να­ρί­οις. Ἡ δ εἶ­πε· Να, Κριε, κα γρ τ κυ­νά­ρι­α ἐ­σθί­ει ἀ­πὸ τν ψι­χί­ων τν πι­πτόν­των ἀ­πὸ τς τρα­πέ­ζης τν κυ­ρί­ων αὐ­τῶν. Τό­τε ἀ­πο­κρι­θεὶς ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τῇ· γύ­ναι, με­γά­λη σου πί­στις! γε­νη­θή­τω σοι ς θέ­λεις. Κα ἰ­ά­θη ἡ θυ­γά­τηρ αὐ­τῆς ἀ­πὸ τς ὥ­ρας ἐ­κε­ί­νης.
                              (Ματθ. ι­ε΄[15] 21 - 28)

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Μιά γυ­ναί­κα, μιὰ ὀδυνό­με­νη μάν­να, ­τὴν Χα­να­ναί­α. Αὐ­τὴν μᾶς πα­ρου­σιάζει τὸ Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα. Ἀν­τι­με­τω­πί­ζει σὲ μιὰ πα­ρά­δο­ξη πά­λη τὸν Κύ­ριον, ὁ Ὁ­ποῖ­ος, ὅ­πως θὰ δοῦ­με, τὴν δο­κι­μά­ζει ὡς τὸ ἔ­σχα­το ση­μεῖ­ο τῆς ἀν­το­χῆς της.
1. Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΥΠΟΦΕΡΕΙ
Ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής, ὁ Κύ­ριος φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὴ Γεν­νη­σα­ρὲτ ἔρ­χε­ται στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν πό­λε­ων Τύ­ρου καὶ Σι­δῶ­νος. Ἐ­κεῖ λοι­πόν, στὸ πνευ­μα­τι­κῶς σκο­τει­νὸ αὐ­τὸ πε­ρι­βάλ­λον, Τὸν πλη­σιά­ζει μιὰ εἰ­δω­λο­λά­τρις Χα­να­ναί­α καὶ κραυ­γά­ζει: «Ἐ­λέ­η­σόν με, Κύ­ρι­ε, υἱὲ Δαυ­ίδ· ἡ θυ­γά­τηρ μου κα­κῶς δαι­μο­νίζεται». Ζη­τά­ει τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Κυ­ρί­ου γιὰ τὴν κό­ρη της, ποὺ εἶ­ναι δαι­μο­νι­σμέ­νη. Φαί­νε­ται πὼς εἶ­χε ἀ­κού­σει πε­ρὶ τοῦ Κυ­ρί­ου καί, πα­ρό­τι ἦ­το εἰ­δω­λο­λά­τρις, Τὸν ἀ­νε­γνώ­ρι­ζε ὡς ἀ­πε­σταλ­μέ­νο τοῦ Θε­οῦ, ὡς τὸν Μεσ­σί­α, ποὺ ἐ­πε­ρί­με­ναν οἱ Ἑ­βραῖ­οι. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ζη­τά­ει τὸ ἔ­λε­ός Του γιὰ τὴ δαι­μο­νι­σμέ­νη κό­ρη της.
ΖΗΤΑΕΙ τὸ ἔ­λε­ός Του· ἀλλὰ πῶς τὸ ζητά­ει; Προσέξαμε; Δὲν λέ­γει: «Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σε τὴν θυ­γα­τέ­ρα μου, ἡ ὁ­ποί­α κα­κῶς δαι­μο­νί­ζε­ται». Ἀλ­λὰ τί; «Ἐ­λέ­ησόν με». Τὸ πρό­βλη­μα τῆς κό­ρης της τὸ ἔ­χει κά­μει δι­κό της, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ φω­νά­ζει: Ἐ­λέ­η­σόν με!
Πό­σο ὁ τρό­πος της μ­πο­ρεῖ νὰ δι­δάξει σή­με­ρα ὅ­λους μας καὶ μά­λι­στα τοὺς κα­λοὺς γο­νεῖς, ποὺ συ­χνὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν φο­βε­ρὰ προ­βλή­μα­τα μὲ τὰ παι­διά τους. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως στὶς φρι­κτὲς ἡμέ­ρες μας, ὅ­που οἱ νέ­οι εὑ­ρί­σκον­ται πολ­λὲς φο­ρὲς σὲ τό­σο με­γά­λη σύγ­χυ­ση, ὥ­στε θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πον καὶ αὐτοὶ «κα­κῶς δαι­μο­νί­ζον­ται»! Δι­ό­τι πέ­φτουν μὲ τὰ μοῦ­τρα στὶς ἡ­δο­νὲς καὶ στὶς ἀ­σω­τί­ες καὶ εἶ­ναι σχε­δὸν πάν­το­τε ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νοι. Ὑ­πο­φέ­ρουν σ᾿ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις οἱ πι­στοὶ γο­νεῖς. Ἡ ζω­ή τους γί­νε­ται μαρ­τύ­ριο! Καὶ τί κά­νουν;
Ἐ­δῶ γί­νε­ται τὸ λά­θος! Συ­χνὰ ἐ­κνευ­ρί­ζον­ται καὶ δι­α­πλη­κτί­ζον­ται μὲ τὰ παι­διά τους. Αὐ­τὸ ὅ­μως δὲν εἶ­ναι λύ­ση· αὐ­τὸ ἐ­πι­δει­νώ­νει τὸ πρό­βλη­μα. Ἡ λύση εἶ­ναι αὐ­τὴ τῆς Χα­να­ναί­ας. Ἡ κα­τα­φυ­γὴ στὸν Κύ­ριο! Καὶ μὲ τί τρό­πο; Ἐ­λέ­η­σόν με! Μὲ φλό­γα ψυ­χῆς, μὲ προ­σευ­χὴ πυ­ρα­κτω­μέ­νη: Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­ησόν με! Τὸ παι­δί μου κα­κῶς δαι­μο­νί­ζε­ται, εἶ­ναι στὰ νύ­χια τῶν δαι­μό­νων καὶ τῶν ὀρ­γά­νων τους. Ὑ­πο­φέ­ρει,  Κύ­ρι­ε, τὸ παι­δί μου· ἐ­λέ­η­σόν με!  ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ!
Μί­α τέ­τοι­α θερ­μὴ προ­σευ­χή, ἂς μὴ ἀμ­φι­βάλ­λουν οἱ πι­στοὶ γο­νεῖς, θὰ κάνει θαύ­μα­τα! Ἀρ­κεῖ βέ­βαι­α νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­λο­γη πί­στη, ὅ­πως φά­νη­κε καὶ στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς Χα­να­ναίας. 
2. Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΑΛΗ.
Ἂς ἐ­πι­στρέ­ψου­με λοι­πὸν στὸ ἱ­ε­ρὸ κεί­με­νο. Ἡ συ­νέ­χεια μᾶς ἐ­πι­φυ­λάσ­σει ἐ­δῶ με­γά­λες ἐκ­πλή­ξεις καὶ μά­λι­στα τε­λεί­ως ἀ­πρό­σμε­νες. Δι­ό­τι στὴν ἀ­γω­νι­ώ­δη κραυ­γὴ τῆς πο­νε­μέ­νης μάν­νας ὁ Κύ­ριος φαί­νε­ται σὰν νὰ μὴ δίνει ση­μα­σί­α. «Οὐκ ἀ­πε­κρί­θη αὐτῇ λό­γον», δὲν τῆς εἶ­πε οὔ­τε μί­α λέ­ξη. Ἐ­κεί­νη ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φωνάζει: ἐ­λέ­η­σόν με! Ἀλ­λὰ ὁ Κύ­ριος σι­ω­πᾶ. Τό­σο πα­ρά­δο­ξο φαί­νε­ται τὸ γε­γο­νός, ὥ­στε πα­ρεμ­βαί­νουν παίρ­νον­τας τὸ μέ­ρος της καὶ οἱ Μα­θη­ταί: «Ἀ­πό­λυ­σον αὐ­τήν, ὅ­τι κρά­ζει ὄ­πι­σθεν ἡ­μῶν», Τοῦ λέ­νε. Κά­νε της, Κύ­ρι­ε, αὐ­τὸ ποὺ ζη­τά­ει, ὥ­στε νὰ φύγει, για­τὶ ­χά­λα­σε τὸν κό­σμο μὲ τὶς φω­νές της. Ἀλ­λὰ πό­ση ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἀ­πὸ τὴν ἀπάντηση τοῦ Κυ­ρί­ου! Ἐ­γώ, λέ­γει, δὲν ἦρ­θα πα­ρὰ μό­νο γιὰ τὰ χα­μέ­να πρό­βα­τα τοῦ «οἴ­κου Ἰσ­ρα­ήλ», γιὰ τοὺς πα­ρα­στρα­τη­μέ­νους Ἑ­βραί­ους.
Θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς πὼς ἡ δύ­στυ­χη μάν­να ἔ­χα­σε καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α της ἐλ­πί­δα. Ὡ­στό­σο αὐ­τὴ δὲν τὸ βά­ζει κά­τω. Ἢ μᾶλ­λον στρώ­νε­ται ἡ ἴ­δια κά­τω. Βά­ζει κά­τω τὸν ἑ­αυ­τό της – κάτω στὸ χῶ­μα. «Ἡ δὲ ἐλθοῦσα προ­σε­κύ­νη­σεν αὐτῷ λέ­γου­σα· Κύ­ρι­ε, βο­ή­θει μοι». Ἐ­πι­μέ­νει, πέ­φτει στὰ πό­δια Του, Τὸν ἱ­κε­τεύ­ει καὶ πε­ρι­μέ­νει.
Τί πε­ρι­μέ­νει; Ἔ­λε­ος. Καὶ τί δέ­χε­ται; Κε­ραυ­νό! Δὲν εἶ­ναι σω­στό, τῆς λέ­γει ὁ Κύ­ριος, νὰ πά­ρω τὸ ψω­μὶ τῶν παι­δι­ῶν καὶ νὰ τὸ δώ­σω στὰ σκυ­λά­κια. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη στὴ θέ­ση της θὰ θεωροῦσε τὰ λό­για αὐ­τὰ προ­σβλη­τι­κὰ καὶ θὰ ἔ­φευ­γε ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη. Ἡ ὑ­πέ­ρο­χη ὅ­μως αὐ­τὴ ψυ­χὴ ὄ­χι μό­νον δὲν φεύ­γει, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐ­τὰ τὰ ἴ­δια λό­για το­ῦ Κυ­ρί­ου συ­νε­χί­ζει τὴν πά­λη της πρὸς Αὐ­τόν. Κά­νει ἔ­τσι, θὰ λέ­γα­με, τὴν τε­λευ­ταί­α καὶ ἀ­πο­φα­σι­στι­κὴ ἀν­τε­πί­θε­ση, μὲ τὴν ὁ­ποί­α νι­κᾶ τὸν Ἀ­νί­κη­το! Τί ἀπαντᾶ; Ὤ! «Ναί, Κύ­ρι­ε», το­ῦ λέ­γει. Ἔ­τσι εἶ­ναι. Σκυ­λὶ εἶ­μαι, ὅ­πως μὲ ἀ­πε­κά­λε­σες. Καὶ δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ μοῦ δώσεις τὸ ψω­μὶ τῶν παι­δι­ῶν. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἐγὼ δὲν σοῦ ζη­τά­ω ψω­μί. Τὸ με­ρί­διο τοῦ σκυ­λιοῦ ζη­τά­ω, τὰ ψί­χου­λα, ποὺ πέ­φτουν ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τῶν κυ­ρί­ων μου. Ἀ­φοῦ μὲ ἀ­πε­κά­λε­σες σκυ­λά­κι, μοῦ ἀ­νε­γνώ­ρι­σες μιὰ ἐ­λά­χι­στη ἔ­στω θέ­ση στὸ σπί­τι σου. Λοι­πόν, δός μου τὰ ψί­χου­λα, ποὺ δι­και­οῦν­ται τὰ σκυ­λιά!
Ἔ­φθα­σε στὸ τέ­λος της ἡ πα­ρά­δο­ξη πά­λη. Καὶ ἀ­πὸ τὰ χεί­λη τοῦ Κυ­ρί­ου βγαί­νουν τώ­ρα τὰ ἐκ­πλη­κτι­κὰ ἐ­κεῖ­να λό­για, ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτουν καὶ τὴν πραγ­μα­τι­κή Του δι­ά­θε­ση ἀ­πέ­ναν­τι στὴν Χα­να­ναί­α: «ὦ γύ­ναι, με­γά­λη σου ἡ πί­στις! γε­νη­θή­τω σοι ὡς θέ­λεις». Ὦ γυ­ναί­κα! Ἡ πίστη σου εἶ­ναι με­γά­λη! Ἄς σου γίνει ὅ­πως θέ­λεις. Καὶ ἀ­μέ­σως ἡ κό­ρη της ἔ­γι­νε κα­λά.
ΜΕΓΑΛΗ πράγ­μα­τι ἡ πίστη τῆς Χαναναίας. Τῆς Χα­να­ναί­ας! Δη­λα­δὴ μιᾶς εἰδωλολάτρισσας. Τί νὰ ποῦ­με τώ­ρα γιὰ μᾶς; Ποῦ εἶ­ναι ἡ δική μας πίστη, ὅ­ταν στὴν πρώ­τη δυ­σκο­λί­α κα­τα­θέ­του­με τὰ ὅ­πλα καὶ τὰ χά­νου­με; Ἄλ­λω­στε καὶ ἡ προ­σευ­χή μας γι᾿ αὐ­τὸ δὲν φέρ­νει ἀ­πο­τέ­λε­σμα, δι­ό­τι δὲν συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ ἰ­σχυ­ρή, ἀ­πὸ ἀ­κλό­νη­τη πί­στη. Δὲν ἔ­χου­με δη­λα­δὴ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἡ ἀ­λη­θι­νὴ προ­σευ­χὴ εἶ­ναι πά­λη μὲ τὸν Θε­ό! Ὄ­χι δι­ό­τι Ἐ­κεῖ­νος ἔ­χει τυ­χὸν κά­τι ἐ­ναν­τί­ον μας καὶ γι᾿ αὐ­τὸ ἀρ­νεῖ­ται νὰ μᾶς βο­η­θήσει. Ἀλλὰ δι­ό­τι θέ­λει νὰ πλη­σι­ά­σου­με ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο κον­τά Του, νὰ συν­δε­θοῦ­με στε­νό­τε­ρα μα­ζί Του καὶ νὰ ἀ­σκη­θοῦ­με στὴν ἀ­ρε­τὴ καὶ στὴν ἁ­γι­ό­τη­τα, ὅ­πως ἔ­γι­νε καὶ μὲ τὴν Χα­να­ναί­α. Πού, ἂν τῆς εἶ­χε δώ­σει ἀ­πὸ τὴν ἀρχὴ αὐ­τὸ ποῦ ζητοῦσε, δὲν θὰ εἶ­χε φανερεωθεῖ ἡ με­γά­λη της πί­στη, ἡ ταπείνωση, ἡ χα­ρι­τω­μέ­νη εὐ­στρο­φί­α της, ὅ­λος αὐ­τὸς ὁ πλοῦ­τος τῶν ἀ­ρε­τῶν, ποὺ μᾶς δι­δά­σκει ὅ­λους δύ­ο χι­λιά­δες χρό­νια τώ­ρα.
Λοι­πόν, νὰ μὴ λέ­με: «δὲν μὲ ἀ­κού­ει ὁ Θε­ὸς» ἢ «μὲ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε». Ὄ­χι! Ἐ­κεῖ­νος πο­τὲ δὲν μᾶς ἐγ­κα­τα­λεί­πει καὶ πάν­το­τε κον­τά μας εἶ­ναι. Ἀλλὰ νά! Θέ­λει νὰ δεί­ξου­με καὶ ἐ­μεῖς τὴ φι­λο­τι­μί­α μας, γιὰ νὰ βρεῖ ἀφορ­μὴ νὰ μᾶς στεφανώσει.         
Ἀ­δελ­φοί, νὰ μὴ μᾶς διαφεύγει πο­τὲ ὅ­τι συ­χνὰ ἡ σι­ω­πὴ τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρο δῶ­ρο ἀ­πὸ τὴν τυ­χὸν ἄ­με­ση ἀπάντησή Του. Δῶ­ρο ἀ­σύλ­λη­πτης ἀ­ξί­ας, αἰ­ώ­νιο. Καὶ θά ᾿­ναι κρί­μα νὰ τὸ χά­σου­με· νὰ μεί­νου­με φτω­χοί, τὴν ὥ­ρα ποὺ Ἐ­κεῖ­νος μᾶς κα­λεῖ νὰ γί­νου­με με­γι­στά­νες!
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
    ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2019)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΙΣΤ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)
Ἀδελφοί, συνεργοῦντες  παρακαλοῦμεν, μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς. Λέγει γάρ· Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος· ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας. Μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία, ἀλλ᾽ ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ, ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ· διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν, διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας· ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς, ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνῄσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι, ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες.
                                          (Β΄ Κορινθ. στ΄ [6] 1-10)
  
  ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀ­δελ­φοί, συ­νερ­γα­ζό­με­νοι μέ τόν Θε­ό στό ἔρ­γο αὐ­τό τς συμ­φι­λι­ώ­σε­ως καί τς κα­ταλ­λα­γῆς τν ἀν­θρώ­πων, σς πα­ρα­κα­λοῦ­με νά δεί­ξε­τε μέ τή δι­α­γω­γή σας ὅ­τι δέν δε­χθή­κα­τε μά­ται­α καί ἀ­νώ­φε­λα τή χά­ρη το Θε­οῦ. Καί μή νο­μί­σε­τε ὅ­τι πάν­το­τε Θε­ός θά σς στέλ­νει τούς ἀν­τι­προ­σώ­πους του νά σς πα­ρα­κα­λοῦν. Ὄ­χι. Δι­ό­τι λέ­ει Ἁ­γί­α Γρα­φή: Στόν κα­τάλ­λη­λο και­ρό, ὅ­ταν ὁ Θε­ός δεί­χνει τό ἔ­λε­ός του καί τήν ἀ­γά­πη του, σέ ἄ­κου­σα μέ προ­σο­χή, καί τήν ἡ­μέ­ρα πού δί­νε­ται σω­τη­ρί­α, σέ βο­ή­θη­σα. Νά λοι­πόν, τώ­ρα εἶ­ναι και­ρός κα­τάλ­λη­λος, νά, τώ­ρα εἶ­ναι ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας. Καί τώ­ρα σς ἀ­πευ­θύ­νου­με αὐ­τά τά πα­ρα­κλη­τι­κά λό­για χω­ρίς νά δί­νου­με κα­μί­α ἀ­φορ­μή σκαν­δά­λου σέ τί­πο­τε, γιά νά μήν κα­τη­γο­ρη­θεῖ στό ἐ­λά­χι­στο ἡ δι­α­κο­νί­α το κη­ρύγ­μα­τος. Ἀλ­λά ἀν­τί­θε­τα, μέ κά­θε τρό­πο συ­στή­νου­με τούς ἑ­αυ­τούς μας καί ἀ­πο­δει­κνυ­ό­μα­στε ἀ­λη­θι­νοί δι­ά­κο­νοι το Θε­οῦ: μέ ὑ­πο­μο­νή πολ­λή, μέ θλί­ψεις, μέ ἀ­νάγ­κες, μέ στε­νο­χώ­ρι­ες, μέ δαρ­μούς καί μα­στι­γώ­σεις πού πλη­γώ­νουν τό σῶ­μα μας, μέ φυ­λα­κί­σεις, μέ κα­τα­δι­ώ­ξεις πού δέν μς ἀ­φή­νουν νά στα­θοῦ­με που­θε­νά, μέ κό­πους, μέ ἀ­γρυ­πνί­ες, μέ στε­ρή­σεις φα­γη­τοῦ, μέ κα­θα­ρό­τη­τα ἀ­πό κά­θε ἁ­μαρ­τί­α, μέ γνώ­ση τς ἀ­λή­θειας, μέ μα­κρο­θυ­μί­α, μέ κα­λο­σύ­νη, μέ ἁ­για­σμό καί μέ τά χα­ρί­σμα­τα το Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μέ ἀ­γά­πη πραγ­μα­τι­κή κι ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πό ὑ­πο­κρι­σί­α, μέ λό­γο πού κη­ρύτ­τει τήν ἀ­λή­θεια, μέ δύ­να­μη Θε­οῦ, μέ τά ὅ­πλα τά ἐ­πι­θε­τι­κά, πού εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λα γιά τήν ἐ­πι­βο­λή τς δι­και­ο­σύ­νης καί μοιά­ζουν μ’ αὐ­τά πού ἔ­χουν στό δε­ξί τους χέ­ρι ο στρα­τι­ῶ­τες πού μά­χον­ται, ὅ­πως καί μέ τά ὅ­πλα τά ἀ­μυν­τι­κά, πού μοιά­ζουν μ᾿ αὐ­τά πού ἔ­χουν στό ἀ­ρι­στε­ρό τους χέ­ρι. Εἴ­μα­στε δη­λα­δή πά­νο­πλοι, καί γιά νά ὑ­πε­ρα­σπι­στοῦ­με τή δι­και­ο­σύ­νη καί τήν ἀ­λή­θεια, καί γιά νά δη­μι­ουρ­γή­σου­με τό θρί­αμ­βό της. Ἀ­πο­δει­κνύ­ου­με ποι­οί εἴ­μα­στε μέ τή δό­ξα πού δε­χό­μα­στε ἀ­π᾿ αὐ­τούς πού πι­στεύ­ουν στό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί μέ τήν ἀ­τι­μί­α ἀ­πό τούς ἀ­πί­στους, μέ τή δυ­σφή­μη­ση ἀ­πό τούς συ­κο­φάν­τες μας καί μέ τά ἐγ­κώ­μια καί τούς ἐ­παί­νους ἀ­πό τούς πι­στούς. Πα­ρου­σι­α­ζό­μα­στε ς ἀ­πα­τε­ῶ­νες ἀ­πό τούς ἐ­χθρούς το Εὐ­αγ­γε­λί­ου, καί ς εἰ­λι­κρι­νεῖς ἀ­πό τούς πι­στούς· ς ἄ­γνω­στοι ἐ­ξαι­τί­ας τς κοι­νω­νι­κῆς ἀ­ση­μό­τη­τός μας, καί ς πο­λύ γνω­στοί καί σπου­δαῖ­οι· ς ἄν­θρω­ποι πού κιν­δυ­νεύ­ου­με νά πε­θά­νου­με, κι ὅ­μως, νά πού ζοῦ­με· ς ἄν­θρω­ποι πού παι­δα­γω­γού­μα­στε ἀ­πό τόν Θε­ό μέ βα­ρύ­τα­τες δο­κι­μα­σί­ες, ἀλ­λά δέν φτά­νου­με στό θά­να­το. Ἐ­ξαι­τί­ας τν δο­κι­μα­σι­ῶν μας αὐ­τῶν μς νο­μί­ζουν βυ­θι­σμέ­νους στή λύ­πη, ἐ­μεῖς ὅ­μως πάν­το­τε χαι­ρό­μα­στε. Μς θε­ω­ροῦν φτω­χούς, ἐ­μεῖς ὅ­μως κά­νου­με πολ­λούς νά πλου­τί­ζουν μέ πνευ­μα­τι­κούς καί οὐ­ρά­νιους θη­σαυ­ρούς. Πα­ρου­σι­α­ζό­μα­στε σάν νά μήν ἔ­χου­με τί­πο­τε, κι ὅ­μως κα­τέ­χου­με τά πάν­τα.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος τὴν πα­ρα­βο­λὴν ταύ­την· Ἄν­θρω­πος τις ἀ­πο­δη­μῶν ἐ­κά­λε­σε τοὺς ἰ­δί­ους δο­ύ­λους, καὶ πα­ρέ­δω­κεν αὐ­τοῖς τὰ ὑ­πάρ­χον­τα αὐ­τοῦ· καὶ ᾧ μὲν ἔ­δω­κε πέν­τε τά­λαν­τα, ᾧ δὲ δύ­ο, ᾧ δὲ ἕν· ἑ­κά­στῳ κα­τὰ τὴν ἰ­δί­αν δύ­να­μιν· καὶ ἀ­πε­δή­μη­σεν εὐ­θέ­ως. Πο­ρευ­θεὶς δὲ ὁ τὰ πέν­τε τά­λαν­τα λα­βὼν, εἰρ­γά­σα­το ἐν αὐ­τοῖς, καὶ ἐ­πο­ί­η­σεν ἄλ­λα πέν­τε τά­λαν­τα. Ὡ­σα­ύ­τως καὶ ὁ τὰ δύ­ο, ἐ­κέρ­δη­σε καὶ αὐ­τὸς ἄλ­λα δύ­ο. Ὁ δὲ τὸ ἓν λα­βὼν, ἀ­πελ­θὼν ὤ­ρυ­ξεν ἐν τῇ γῇ, καὶ ἀ­πέ­κρυ­ψε τὸ ἀρ­γύ­ριον τοῦ κυ­ρί­ου αὐ­τοῦ. Με­τὰ δὲ χρό­νον πο­λὺν ἔρ­χε­ται­ ὁ κύ­ριος τῶν δο­ύ­λων ἐ­κε­ί­νων, καὶ συ­να­ί­ρει μετ᾿ αὐ­τῶν λό­γον. Καὶ προ­σελ­θὼν ὁ τὰ πέν­τε τά­λαν­τα λα­βὼν, προ­σή­νεγ­κεν ἄλ­λα πέν­τε τά­λαν­τα λέ­γων· Κύ­ρι­ε, πέν­τε τά­λαντά μοι πα­ρέ­δω­κας· ἴ­δε, ἄλ­λα πέν­τε τά­λαν­τα ἐ­κέρ­δη­σα ἐπ᾿ αὐ­τοῖς. Ἔ­φη δὲ αὐ­τῷ ὁ κύ­ριος αὐ­τοῦ· Εὖ, δοῦ­λε ἀ­γα­θὲ καὶ πι­στέ· ἐ­πὶ ὀ­λί­γα ἦς πι­στός, ἐ­πὶ πολ­λῶν σε κα­τα­στή­σω· εἴ­σελ­θε εἰς τὴν χα­ρὰν τοῦ κυ­ρί­ου σου. Προ­σελ­θὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύ­ο τά­λαν­τα λα­βὼν εἶ­πε· Κύρι­ε, δύ­ο τά­λαντά μοι πα­ρέ­δω­κας· ἴ­δε ἄλ­λα δύ­ο τά­λαν­τα ἐ­κέρ­δη­σα ἐπ᾿ αὐ­τοῖς. Ἔ­φη αὐ­τῷ ὁ Κύ­ριος αὐ­τοῦ· Εὖ, δοῦ­λε ἀ­γα­θὲ καὶ πι­στέ· ἐ­πὶ ὀ­λί­γα ἦς πι­στός, ἐ­πὶ πολ­λῶν σε κα­τα­στή­σω· εἴ­σελ­θε εἰς τὴν χα­ρὰν τοῦ κυ­ρί­ου σου. Προ­σελ­θὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τά­λαν­τον εἰ­λη­φὼς εἶ­πε· Κύ­ρι­ε, ἔ­γνων σε, ὅ­τι σκλη­ρὸς εἶ ἀν­θρω­πος, θε­ρί­ζων ὅ­που οὐκ ἔ­σπει­ρας καὶ συ­νά­γων ὅ­θεν οὐ δι­ε­σκόρ­πι­σας· καὶ φο­βη­θεὶς, ἀ­πελ­θὼν ἔ­κρυ­ψα τὸ τά­λαν­τόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴ­δε, ἔ­χεις τὸ σόν. Ἀ­πο­κρι­θεὶς δὲ ὁ κύ­ριος αὐ­τοῦ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Πο­νη­ρὲ δοῦ­λε καὶ ὀ­κνη­ρέ, ᾔ­δεις ὅ­τι θε­ρί­ζω ὅ­που οὐκ ἔ­σπει­ρα, καὶ συ­νά­γω ὅ­θεν οὐ δι­ε­σκόρ­πι­σα, ἔ­δει οὖν σε βα­λεῖν τὸ ἀρ­γύ­ρι­όν μου τοῖς τρα­πε­ζί­ταις· καὶ ἐλ­θὼν ἐ­γὼ, ἐ­κο­μι­σά­μην ἂν τὸ ἐ­μὸν σὺν τό­κῳ. Ἄ­ρα­τε οὖν ἀπ᾿ αὐ­τοῦ τὸ τά­λαν­τον, καὶ δό­τε τῷ ἔ­χον­τι τὰ δέ­κα τά­λαν­τα. (Τῷ γὰρ ἔ­χον­τι παν­τὶ δο­θή­σε­ται καὶ πε­ρισ­σευ­θή­σε­ται, ἀ­πὸ δὲ τοῦ μὴ ἔ­χον­τος, καὶ ὃ ἔ­χει ἀρ­θή­σε­ται ἀπ᾿ αὐ­τοῦ). Καὶ τὸν ἀ­χρεῖ­ον δοῦ­λον ἐκ­βάλ­λε­τε εἰς τὸ σκό­τος τὸ ἐ­ξώ­τε­ρον· ἐ­κεῖ ἔ­σται ὁ κλαυθ­μὸς καὶ ὁ βρυγ­μὸς τῶν ὀ­δόν­των. Ταῦ­τα λέ­γων, ἐ­φώ­νει· Ὁ ἔ­χων ὦ­τα ἀ­κο­ύ­ειν, ἀ­κου­έ­τω.    
                                            (Ματθ. κε΄ [25] 14-30)

ΣΚΕ­ΨΕΙΣ, ΔΙ­ΔΑΓ­ΜΑ­ΤΑ, Ε­ΦΑΡ­ΜΟ­ΓΕΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
1.—ΣΤΗ δι­δα­κτι­κότατη σημερινή παραβολή τῶν τα­λάν­των πα­ρο­μοι­ά­ζονται οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ δού­λους. Μὲ ὑπηρέτες πού κα­λοῦν­ται ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο τους, δη­λα­δὴ τὸν Θεό, νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σουν τά τά­λαν­τα, τὰ χα­ρί­σμα­τα καὶ ἀ­γα­θὰ πού τοὺς δί­δει. Μά­λι­στα ἕ­ξη φο­ρὲς στήν παραβολή οἱ ἄν­θρω­ποι ὀ­νο­μά­ζον­ται δοῦλοι.
Εἴμαστε οἱ ἄν­θρω­ποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Ἑ­πο­μέ­νως δὲν εἴμαστε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτοι ἀλλά ὑ­πό­λο­γοι. Ὅσο μεγάλοι κατά κόσμο καί ἄν εἴμαστε, ὅσο ἄ­ση­μοι καὶ μι­κροί. Ἡ ἀ­λή­θεια αὐ­τὴ εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κή, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ πρέ­πει νὰ τὴν καλλιεργοῦμε μέ­σα μας. Δι­ό­τι μᾶς συγκρατεῖ. Μᾶς προ­φυ­λάσ­σει ἀ­πὸ πα­ρε­κτρο­πές. Μᾶς βο­η­θεῖ νὰ τα­πει­νο­φρο­νοῦμε. Δι­ό­τι ὅ­ταν ἀ­να­λο­γι­ζόμαστε ὅ­τι εἴ­μαστε δοῦ­λοι καί ὑ­πό­λο­γοι στὸν Θεό, δὲν θὰ παὶρνει εὔκολα ὁ νοῦς μας «ἀ­έ­ρα». Καί ἀφ᾿ ἑτέρου θὰ προ­σπα­θοῦ­με μὲ κά­θε τρό­πο νὰ εὐαρεστήσουμε στόν Κύριό μας.
Λοι­πόν, ἄν­θρω­πε, ὅποιος καί ἂν εἶ­σαι, τί ὑ­ψώ­νεις τὸν ἑ­αυ­τόν σου; Γιὰ τα­πεινώ­σου, σὰν δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ καὶ κοί­τα­ξε τὸ χρέ­ος πού ἔ­χεις.­..
2.—Ο ΚΥ­ΡΙΟΣ λέ­γει στὴν παραβολή, ὅτι ἔ­δω­σε στοὺς δού­λους του δι­ά­φο­ρα τά­λαν­τα. Τὰ τά­λαν­τα ἦ­σαν τό­τε χρυ­σὰ νο­μί­σμα­τα με­γά­λης ἀξίας. Μὲ αὐ­τὸ ὑ­πο­νο­οῦν­ται τὰ δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα, πού ἔ­δω­σε στοὺς ἀν­θρώ­πους ὁ Θε­ὸς καὶ τὰ ὁποῖα ἔ­χουν με­γά­λη ἀξία. Δι­ό­τι δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸ ὁ πλου­σιόδω­ρος Θε­ὸς νὰ προ­σφέ­ρει εὐ­τε­λῆ δῶ­ρα στοὺς ἀν­θρώ­πους. Ποι­ὰ εἶ­ναι τὰ χα­ρί­σμα­τα αὐ­τά; Εἶ­ναι οἱ δι­ά­φο­ρες ἱ­κα­νό­τη­τες καὶ ἰ­δι­ό­τη­τες μὲ τὶς ὁποῖες μᾶς προί­κι­σε ὁ Θεός, τὰ δι­ά­φο­ρα προ­σόν­τα, δι­α­νο­η­τι­κά, πρα­κτι­κά, πνευ­μα­τι­κά, μὲ τὰ ὁποῖα τό­σα καὶ τό­σα μ­πο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­τύχει ὁ ἄν­θρω­πος πού τὰ ἔ­χει. Τά­λαν­τα εἶ­ναι καὶ ὅλα τά ἀγαθά, πού δί­δει ὁ Θε­ὸς στούς ἀν­θρώ­πους ἀ­να­λό­γως τῆς ἀν­το­χῆς τους.
Ἡ δι­α­φο­ρὰ στὴ δι­α­νο­μὴ τῶν τα­λάν­των δὲν πρέ­πει νὰ μᾶς κάμνει νὰ φθονοῦμε ἐ­κεί­νους, πού ἔ­λα­βαν πε­ρισ­σό­τε­ρα. Δι­ό­τι αὐ­τοὶ ἔ­χουν με­γα­λύτερες ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Καὶ ὁ Θε­ὸς θὰ εἶ­ναι ἀπαιτητικό­τε­ρος ἀ­πὸ αὐ­τούς. Πάν­τως ὅσα καὶ ἂν πήραμε, ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ζη­τεῖ­ται εἶ­ναι ἡ δρα­στηριότητα, ὁ ζῆ­λος, ἡ θε­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α, ὥ­στε μὲ τὰ χα­ρί­σμα­τα αὐ­τὰ νὰ ἀ­ποκτήσουμε καρπούς. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν μὲ τὸν πλοῦτο τὰ ἔρ­γα τῆς ἀ­γά­πης. Μὲ τὸ τυ­χὸν ἀ­ξί­ω­μά μας νὰ διακονήσουμε τοὺς ἄλ­λους. Μὲ τὴν ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἱ­κα­νό­τη­τά μας νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τήσουμε, νὰ ἀ­να­κου­φίσουμε καί διευκολύνουμε τοὺς ἄλ­λους καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Καὶ μὲ ὅλα νά δοξάσουμε τόν Θεό!
Ὅ­ταν ὁ κά­θε πι­στὸς ἔ­τσι τοποθετήσει μέσα του τὸ θέ­μα τῶν δι­α­φό­ρων χα­ρι­σμά­των καὶ τα­λάν­των, θὰ ἐννοήσει ὅτι δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ καυ­χᾶ­ται καὶ νὰ ἐ­πι­δει­κνύ­ε­ται γιά ὅσα προ­σόν­τα ἔ­χει. Δι­ό­τι αὐ­τὰ εἶ­ναι «δα­νει­κά», εἶ­ναι «ξέ­να κε­φά­λαι­α». Καὶ ἀ­κό­μη ὅτι πρέπει νά ἐργασθεῖ μὲ τὰ κε­φά­λαι­α αὐ­τὰ τοῦ Θεοῦ γιά τό γενικότερο, τό κοινό καλό, τό καλό καὶ τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων.
3—ΟΙ ΔΥ­Ο ΠΡΩ­ΤΟΙ δοῦλοι τῆς πα­ρα­βο­λῆς ἐν­νό­η­σαν τό χρέος τους πο­λὺ κα­λὰ καὶ ἐργάσθησαν μέ ζηλευτή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ πα­ρου­σί­α­σαν στὸν κύ­ριό τους καρ­ποὺς σπου­δαί­ους. Ὁ πρῶ­τος ἄλ­λα πέν­τε τά­λαν­τα, ὁ δεύτερος ἄλ­λα δύ­ο. Ὁ μόχθος τους δη­λα­δή, ὁ ζῆ­λος καὶ οἱ ἱ­δρῶτες τους δὲν ἔμειναν ἄ­καρ­ποι, δὲν ­πῆ­γαν χα­μέ­νοι.
Ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅτι οἱ θυ­σί­ες καὶ οἱ κό­ποι στοὺς ὁποίους ὑ­πο­βάλ­λε­ται ὁ Χρι­στια­νὸς στὸν κό­σμο αὐ­τὸ δὲν πη­γαί­νουν πο­τὲ χα­μέ­νοι. Τὰ δὲ ἔρ­γα τῆς ἀ­ρε­τῆς, γιὰ τὰ ὁποῖα κου­ρά­ζον­ται οἱ πι­στοὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς τους θὰ πα­ρου­σια­σθοῦν μιά μέρα λαμ­πρὰ καὶ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα μπροστά στόν δί­και­ο Κρι­τὴ καὶ θὰ βρα­βευ­θοῦν. Τί­πο­τε δὲν θὰ χαθεῖ, τί­πο­τε δὲν θὰ ἀ­γνοηθεῖ. Πί­σω δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὰ «ἕ­τε­ρα πέν­τε τά­λαν­τα» καὶ τὰ «ἕ­τε­ρα δύ­ο» τοῦ πρώ­του καὶ δεύτερου δού­λου τῆς πα­ρα­βο­λῆς,  κρύ­βον­ται ἀ­κρι­βῶς οἱ πρά­ξεις τῆς ἀ­ρε­τῆς, τὰ ἔρ­γα τῆς ἀ­γά­πης, ἀ­κό­μη καὶ τὸ «πο­τή­ριον ψυ­χροῦ ὕ­δα­τος», πού προ­σφέρθηκε μὲ στορ­γὴ καὶ συμπάθεια σέ κά­ποι­ο δι­ψα­σμέ­νο. Κρύ­βον­ται τὰ ἔρ­γα, πού ἐ­δῶ στὴ γῆ ἴ­σως ἔ­μει­ναν μυ­στι­κὰ καὶ ἔ­γι­ναν κρυ­φά. Ὑ­πάρ­χουν οἱ κό­ποι καὶ ἡ δραστηριότητα πού ὅμως, ὅταν ἐλθει ὁ Κύ­ριος, θὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθοῦν, θὰ τιμηθοῦν, θὰ ἐ­πι­βρα­βευ­θοῦν ἐ­νώ­πιον ὅλων.
Λοι­πὸν μὴ ἀ­πο­θαρ­ρυνόμαστε, ὅσο καὶ ἂν χρειαστεῖ νὰ κο­πιάσουμε τώ­ρα. Ὁ κό­πος μας «οὐκ ἔ­στι κε­νός», θὰ ἀμειφθεῖ στήν ὥ­ρα του. Καὶ θὰ ἀκούσουμε κι ἐμεῖς τὸ «εὖ δοῦ­λε ἀ­γα­θὲ καὶ πι­στέ.­.. εἴσελθε εἰς τὴν χα­ρὰν τοῦ Κυ­ρί­ου σου».
4.—ΣΤΗΝ πα­ρα­βο­λὴ ὅμως ὑ­πάρ­χει καὶ ὁ τρίτος δοῦλος, πού ἔ­κρυ­ψε τὸ τά­λαν­το στὴ γῆ. Καί ὅταν ἦλ­θε πί­σω ὁ κύριός του, τοῦ τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε χω­ρὶς κα­νέ­να κέρ­δος. Προ­σ­πά­θη­σε μά­λι­στα καὶ.­.. νὰ δικαιολογήσει τὴ στάση του.
Τὶ κρύ­βε­ται στή συμπεριφορά τοῦ δούλου αὐ­τοῦ; Τί ἄλ­λο πα­ρὰ ἀ­μέ­λεια πο­λὺ με­γά­λη, ἀ­δι­α­φο­ρί­α τρα­νή, ἐ­σχά­τη πε­ρι­φρό­νη­ση πρὸς τὴν ἐντολὴ τοῦ κυ­ρί­ου. Ἐξ αἰ­τί­ας τῶν ὁποίων ἀ­χρη­στεύ­θη­κε καὶ τὸ τά­λαν­το, πῆγε δη­λα­δὴ τε­λεί­ως χα­μέ­νο τὸ πο­λύ­τι­μο χά­ρι­σμα τοῦ Θεοῦ.
Θά ἔχουμε δι­α­πι­στώ­σει ἀ­σφα­λῶς, ὅτι ὁ ἐ­αυ­τὸς μας ρέ­πει πρὸς τὴ ρα­θυ­μί­α καὶ ὀ­κνη­ρί­α. Ὅ­τι εὐκολότερα κλεινόμαστε στόν «ἑ­αυ­τού­λη» μας, πα­ρὰ νὰ ἔχουμε τή δι­ά­θε­ση νὰ κουραστοῦμε, γιά νὰ ἀξιοποιήσουμε ὅπως ὁ Θεός θέ­λει τὰ χα­ρί­σμα­τά Του, γιὰ τὸ κα­λὸ τῶν ἄλ­λων καὶ τὴ δό­ξα Του. Αὐ­τὸ ὅμως ἀ­πο­δει­κνύ­ει ἔλ­λει­ψη αἰ­σθή­μα­τος εὐ­θύ­νης ἔ­ναν­τι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση καί ἀθεοφοβία καὶ θρά­σος. Ποιὸ ὅμως εἶ­ναι τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς τα­κτι­κῆς αὐ­τῆς; Τὸ εἴδαμε στήν πα­ρα­βο­λή. Ἡ ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­α τοῦ Θεοῦ. Ἡ αἰώνια κα­τα­δί­κη. Ἡ κό­λα­ση. Πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει, ὅτι ἡ ἀ­μέ­λεια καὶ ὀ­κνη­ρί­α τι­μω­ροῦν­ται αὐ­στη­ρά. Μοιάζουν μὲν ἐκ πρώ­της ὄψεως μέ.­.. βο­λι­κὸ καὶ ἀ­να­παυ­τι­κὸ κά­θι­σμα, ἔ­χουν ὅμως ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴ σκληρή ἀλλὰ καὶ δίκαιη τιμωρία τοῦ Θεοῦ.
Ἂς φυ­λα­γόμαστε λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν πνευματικὴ ρα­θυ­μί­α. Ἂς τὴ φοβούμαστε καί ἂς τήν ἀποφεύγουμε. Γιὰ νὰ μὴ ὑ­πο­στοῦ­με τὶς πικρὲς καὶ ὀδυνηρές της συνέπειες στήν ἀτελείωτη αἰωνιότητα!
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)