Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Πάφου καὶ ὁ Ἱερὸς Ναὸς Ἀποστόλων Παύλου καὶ Βαρνάβα
σᾶς προσκαλοῦν στὴν Ὁμιλία,
ποὺ θὰ γίνει στὴν Αἴθουσα τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου Ἀποστόλου Παύλου
τὴ Δευτέρα 23η Νοεμβρίου 2015
στὶς 6.00 τὸ ἀπόγευμα.
Ὁμιλητής:
Ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης
Κος Χριστοφόρος Μυτιλήνης  
Ἱεροκήρυκας Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Θέμα: «Θεϊκή ἀγάπη σέ χωματένιες καρδιές»

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

Ι­Ε­ΡΑ Μ­Η­Τ­Ρ­Ο­Π­Ο­Λ­ΙΣ Π­Α­Φ­ΟΥ
Ι­Ε­Ρ­ΟΣ Ν­Α­ΟΣ Α­Π­Ο­Σ­Τ­Ο­Λ­ΩΝ Π­Α­Υ­Λ­ΟΥ Κ­ΑΙ Β­Α­Ρ­Ν­Α­ΒΑ
Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Η΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ
(15 Ν­Ο­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ 2015)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΚΔ’ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)
Ἀ­δελ­φοί, Χρι­στός ἐ­στιν ἡ εἰ­ρή­νη ἡ­μῶν, ὁ ποι­ή­σας τὰ ἀμ­φό­τε­ρα ἓν καὶ τὸ με­σό­τοι­χον τοῦ φραγ­μοῦ λύ­σας, τὴν ἔ­χθραν, ἐν τῇ σαρ­κὶ αὐ­τοῦ τὸν νό­μον τῶν ἐν­το­λῶν ἐν δόγ­μα­σι κα­ταρ­γή­σας, ἵ­να τοὺς δύ­ο κτί­σῃ ἐν ἑ­αυ­τῷ εἰς ἕ­να και­νὸν ἄν­θρω­πον ποι­ῶν εἰ­ρή­νην, καὶ ἀ­πο­κα­ταλ­λά­ξῃ τοὺς ἀμ­φο­τέ­ρους ἐν ἑ­νὶ σώ­μα­τι τῷ Θε­ῷ διὰ τοῦ σταυ­ροῦ, ἀ­πο­κτε­ί­νας τὴν ἔ­χθραν ἐν αὐ­τῷ· καὶ ἐλ­θὼν εὐ­ηγ­γε­λί­σα­το εἰ­ρή­νην ὑ­μῖν τοῖς μα­κρὰν καὶ τοῖς ἐγ­γύς, ὅ­τι δι᾿ αὐ­τοῦ ἔ­χο­μεν τὴν προ­σα­γω­γὴν οἱ ἀμ­φό­τε­ροι ἐν ἑ­νὶ πνε­ύ­μα­τι πρὸς τὸν πα­τέ­ρα. Ἄ­ρα οὖν οὐ­κέ­τι ἐ­στὲ ξέ­νοι καὶ πά­ροι­κοι, ἀλ­λὰ συμ­πο­λῖ­ται τῶν ἁ­γί­ων καὶ οἰ­κεῖ­οι τοῦ Θε­οῦ, ἐ­ποι­κο­δο­μη­θέν­τες ἐ­πὶ τῷ θε­με­λί­ῳ τῶν ἀ­πο­στό­λων καὶ προ­φη­τῶν, ὄν­τος ἀ­κρο­γω­νι­α­ί­ου αὐ­τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἐν ᾧ πᾶ­σα οἰ­κο­δο­μὴ συ­ναρ­μο­λο­γου­μέ­νη αὔ­ξει εἰς να­ὸν ἅ­γιον ἐν Κυ­ρί­ῳ· ἐν ᾧ καὶ ὑ­μεῖς συ­νοι­κο­δο­μεῖ­σθε εἰς κα­τοι­κη­τή­ριον τοῦ Θε­οῦ ἐν Πνε­ύ­μα­τι.                                  
  (Εφεσ. β΄[2] 14-22)  
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
 Ἀ­δελ­φοί, ὁ Χριστός ε­ἶ­ν­αι ἡ ε­ἰ­ρ­ή­νη μ­ας. Α­ὐ­τ­ὸς ἔ­κ­α­νε κ­αὶ τ­ο­ὺς δ­ύο ἀ­ν­τ­ι­μ­α­χ­ό­μ­ε­ν­ο­υς κ­ό­σ­μ­ο­υς, τ­ὸν Ἰ­ο­υ­δ­α­ϊ­σ­μὸ κ­αὶ τ­ὸν Ἐ­θ­ν­ι­σ­μό, ἕ­να. Α­ὐ­τ­ὸς γκ­ρ­έ­μ­ι­σε κ­αὶ κ­α­τ­έ­λ­υ­σε τ­ὸν τ­οῖχο π­οὺ δ­η­μ­ι­ο­υ­ρ­γ­ο­ῦ­σε ὁ φ­ρ­α­γ­μ­ὸς τοῦ ν­ό­μου π­οὺ ὀ­ρ­θ­ω­ν­ό­τ­αν ἀ­ν­ά­μ­ε­σα σ­τ­ο­ὺς δ­ύο λ­α­ο­ὺς κ­αὶ τ­ο­ὺς χ­ώ­ρ­ι­ζε. Κ­α­τ­έ­λ­υ­σε δ­η­λ­α­δὴ τ­ὴν ἔ­χ­θ­ρα τ­ῶν δ­ύο λ­α­ῶν, ἀφοῦ κ­α­τ­ά­ρ­γ­η­σε μὲ τὸ α­ἷμά του τὸ ν­ό­μο τ­ῶν ἐ­ν­τ­ο­λ­ῶν, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ π­ε­ρ­ι­ε­ῖ­χε ἐ­π­ι­β­λ­η­τ­ι­κ­ὲς π­ρ­ο­σ­τ­α­γ­ές, δ­ὲν ἔ­δ­ι­νε ὅμως κ­αὶ τὴ χ­ά­ρη γ­ιὰ τ­ὴν ἐ­φ­α­ρ­μ­ο­γὴ κ­αὶ τ­ὴν τ­ή­ρ­η­ση τ­ῶν π­ρ­ο­σ­τ­α­γ­μά­τ­ων α­ὐ­τ­ῶν. Κ­αὶ κ­α­τ­ή­ρ­γ­η­σε τὸ ν­ό­μο, ἔ­τ­σι ὥ­σ­τε ἑ­ν­ώ­ν­ο­ν­τ­ας τ­ο­ὺς δ­ύο λ­α­ο­ὺς μὲ τ­ὸν ἑαυτό του νά ­δ­η­μ­ι­ο­υ­ρ­γ­ή­σ­ει ἕ­να ν­έο ἀ­ν­θ­ρ­ω­πο, μ­ιὰ ν­έα ἀ­ν­θ­ρ­ω­π­ό­τ­η­τα, κι ἔ­τ­σι νὰ φ­έ­ρ­ει ε­ἰ­ρ­ή­νη μ­ε­τ­α­ξύ τ­ο­υς· κ­αὶ μὲ τὸ σ­τ­α­υ­ρ­ι­κὸ τ­ου θ­ά­να­το νά σ­υ­μ­φ­ι­λ­ι­ώ­σ­ει κ­αὶ τ­ο­ὺς δ­ύο λ­α­ο­ὺς μὲ τ­ὸν Θ­εό, ἑνωμένους τ­ώ­ρα σ' ἕ­να σ­ῶ­μα, ἀφοῦ π­ρ­ο­η­γ­ο­υ­μ­έ­ν­ως θὰ θ­α­ν­ά­τ­ω­νε τ­ὴν ἔ­χ­θ­ρα μὲ τὸ θ­ά­ν­α­τό του. Κι ἀφοῦ ἦ­λ­θε ὁ Χ­ρ­ι­σ­τ­ὸς σ­τὴ γῆ, κ­ή­ρ­υ­ξε τὸ χ­α­ρ­μ­ό­σ­υ­νο μ­ή­ν­υ­μα τ­ῆς εἰ­ρ­ή­ν­ης σὲ σ­ᾶς τ­ο­ὺς ἐ­θ­ν­ι­κ­ο­ύς, π­οὺ ἤ­σ­α­σ­τ­αν μ­α­κ­ρ­ιὰ ἀπό τ­ὸν Θ­εό, κ­αὶ σὲ μ­ᾶς τ­ο­ὺς Ἰ­ο­υ­δ­α­ί­ο­υς, π­οὺ ἤ­μ­α­σ­τ­αν κ­ο­ν­τά τ­ου. Δ­ι­ό­τι α­ὐ­τ­ὸς μ­ᾶς ἔ­φ­ε­ρε κ­αὶ τ­ο­ὺς δ­ύο λ­α­ο­ὺς μ­έ­σω τοῦ ἑνός Ἁ­γ­ί­ου Π­ν­ε­ύ­μ­α­τ­ος κ­ο­ν­τά σ­τ­ὸν Π­α­τ­έ­ρα. Δ­ι­α­μ­έ­σ­ου τοῦ Χ­ρ­ι­σ­τ­οῦ ἔ­γ­ι­νε ἡ π­ρ­ο­σ­έ­γ­γ­ι­σή μας α­ὐ­τὴ μὲ τ­ὸν Θ­εό. Ἀ­π' ὅλα αὐ­τὰ λ­ο­ι­π­ὸν β­γ­α­ί­ν­ει τὸ σ­υ­μ­π­έ­ρ­α­σ­μα ὅτι δ­ὲν ε­ἶ­σ­τε π­λ­έ­ον ξ­έ­ν­οι κ­αὶ π­ρ­ο­σ­ω­ρ­ι­ν­οὶ κ­ά­τ­ο­ι­κ­οι σ­τὴ β­α­σ­ι­λ­ε­ία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ε­ἶ­σ­τε σ­υ­μ­π­ο­λ­ί­τ­ες τ­ῶν ἁγίων κ­αὶ μ­έ­λη τ­ῆς ο­ἰ­κ­ο­γ­έ­ν­ε­ι­ας τοῦ Θεοῦ. Κ­αὶ σάν ζ­ω­ν­τ­α­ν­οὶ λ­ί­θ­οι κ­τ­ι­σθή­κ­α­τε π­ά­νω σ­τὸ θ­ε­μ­έ­λ­ιο. Κ­αὶ τὸ θ­ε­μ­έ­λ­ιο α­ὐ­τὸ ε­ἶ­ν­αι οἱ ἀ­π­ο­σ­τ­ο­λ­οι κ­αὶ οἱ π­ρ­ο­φ­ῆ­τ­ες, ἐνῶ ὁ ἀ­κ­ρ­ο­γ­ω­ν­ι­α­ῖ­ος λ­ί­θ­ος, τὸ ἀ­γ­κ­ω­ν­ά­ρι π­οὺ β­α­σ­τ­ά­ζ­ει κ­αὶ σ­τ­η­ρ­ί­ζ­ει ὅ­λο τὸ ο­ἰ­κ­ο­δ­ό­μ­η­μα, ε­ἶ­ν­αι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χ­ρ­ι­σ­τ­ός. Π­ά­νω σ' α­ὐ­τὸν λ­ο­ι­π­ὸν κ­αὶ δ­ι­α­μ­έ­σ­ου αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ ἡ οἰκοδομή ὅλη τ­ῆς Ἐ­κ­κ­λ­η­σ­ί­ας ἑ­ν­ώ­ν­ε­τ­αι ἁ­ρ­μ­ο­ν­ι­κά κ­αὶ σ­τ­ε­ρ­εὰ κ­αὶ α­ὐ­ξ­ά­ν­ει, ὥστε νὰ γ­ί­ν­ε­τ­αι ν­α­ὸς ἅ­γ­ι­ος, ὅπως τόν θέλει ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος. Μὲ τ­ὴν ἕνωσή σ­ας μὲ τ­ὸν Κ­ύ­ρ­ιο κι ἐ­σ­ε­ῖς ο­ἰ­κο­δ­ο­μ­ε­ῖ­σ­τε μ­α­ζὶ μὲ τ­ο­ὺς ἄ­λ­λ­ο­υς π­ι­σ­τ­ο­ὺς γ­ιὰ νὰ γ­ί­ν­ε­τε ν­α­ὸς κ­αὶ κατοικητήριο, στό ὁποῖο θὰ κ­α­τ­ο­ι­κ­εῖ ὁ Θ­ε­ὸς μὲ τὸ Π­ν­εῦ­μα τ­ου.
ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ Ε­Υ­Α­Γ­Γ­Ε­Λ­ΙΟ
Τῷ κ­α­ι­ρῷ ἐ­κ­ε­ί­νῳ, ν­ο­μ­ι­κ­ός τ­ις π­ρ­ο­σ­ῆ­λ­θε τῷ ᾿Ι­η­σ­οῦ, π­ε­ι­ρ­ά­ζ­ων α­ὐ­τ­ὸν, καὶ λ­έ­γ­ων· Δ­ι­δ­ά­σ­κ­α­λε, τί π­ο­ι­ή­σ­ας ζ­ω­ὴν α­ἰ­ώ­ν­ι­ον κ­λ­η­ρ­ο­ν­ο­μ­ή­σω; Ὁ δὲ ε­ἶ­πε π­ρ­ὸς α­ὐ­τ­όν· ἐν τῷ ν­ό­μῳ τί γ­έ­γ­ρ­α­π­τ­αι; π­ῶς ἀ­ν­α­γ­ι­ν­ώ­σ­κ­ε­ις; Ὁ δὲ ἀ­π­ο­κ­ρ­ι­θεὶς ε­ἶ­π­εν· Ἀ­γ­α­π­ή­σ­ε­ις Κ­ύ­ρ­ι­ον τ­ὸν Θ­ε­όν σ­ου ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς κ­α­ρ­δ­ί­ας σ­ου, κ­αὶ ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς ψ­υ­χ­ῆς σ­ου, κ­αὶ ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς ἰ­σ­χ­ύ­ος σ­ου, κ­αὶ ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς δ­ι­α­νο­ί­ας σ­ου, κ­αὶ τ­ὸν π­λ­η­σ­ί­ον σ­ου ὡς ἑ­α­υ­τ­όν. Ε­ἶ­πε δὲ α­ὐ­τῷ· Ὀ­ρ­θ­ῶς ἀ­π­ε­κ­ρ­ί­θ­ης· τ­ο­ῦ­το π­ο­ί­ει κ­αὶ ζ­ή­σῃ. Ὁ δὲ θ­έ­λ­ων δ­ι­κ­α­ι­ο­ῦν ἑ­α­υ­τ­ὸν, ε­ἶ­πε π­ρ­ὸς τ­ὸν ᾿Ι­η­σ­ο­ῦν· Κ­αί τ­ίς ἐ­σ­τί μ­ου π­λ­η­σ­ί­ον; Ὑ­π­ο­λ­α­β­ὼν δὲ ὁ ᾿Ι­η­σ­ο­ῦς ε­ἶ­π­εν· Ἄ­ν­θ­ρ­ω­π­ός τ­ις κ­α­τ­έ­β­α­ι­ν­εν ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρ­ο­υ­σ­α­λ­ὴμ ε­ἰς ῾Ι­ε­ρ­ι­χώ, κ­αὶ λ­η­σ­τ­α­ῖς π­ε­ρ­ι­έ­π­ε­σ­εν· οἳ καὶ ἐ­κ­δ­ύ­σ­α­ν­τ­ες α­ὐ­τ­ὸν, κ­αὶ π­λ­η­γ­ὰς ἐ­π­ι­θ­έ­ν­τ­ες ἀ­π­ῆ­λ­θ­ον, ἀ­φ­έ­ν­τ­ες ἡ­μ­ι­θ­α­νῆ τ­υ­γ­χ­ά­ν­ο­ν­τα. Κ­α­τὰ σ­υ­γ­κ­υ­ρ­ί­αν δὲ ἱ­ε­ρ­ε­ύς τ­ις κ­α­τ­έ­β­α­ι­ν­εν ἐν τῇ ὁ­δῷ ἐ­κ­ε­ί­νῃ, κ­αὶ ἰ­δ­ὼν α­ὐ­τ­ὸν ἀ­ν­τ­ι­π­α­ρ­ῆ­λ­θ­εν. Ὁ­μ­ο­ί­ως δὲ κ­αὶ Λ­ε­υ­ΐ­τ­ης, γ­ε­ν­ό­μ­ε­ν­ος κ­α­τὰ τ­ὸν τ­ό­π­ον, ἐ­λ­θ­ὼν κ­αὶ ἰ­δ­ὼν, ἀ­ν­τ­ι­π­α­ρ­ῆ­λ­θε. Σ­α­μ­α­ρ­ε­ί­τ­ης δέ τ­ις ὁ­δ­ε­ύ­ων ἦ­λ­θε κ­ατ᾿ α­ὐ­τ­όν, κ­αὶ ἰ­δ­ὼν α­ὐ­τ­ὸν ἐ­σ­π­λ­α­γ­χ­ν­ί­σ­θη, κ­αὶ π­ρ­ο­σ­ε­λ­θ­ὼν κ­α­τ­έ­δ­η­σε τὰ τ­ρ­α­ύ­μ­α­τα α­ὐ­τ­οῦ, ἐ­π­ι­χ­έ­ων ἔ­λ­α­ι­ον κ­αὶ ο­ἶ­ν­ον, ἐ­π­ι­β­ι­β­ά­σ­ας δὲ α­ὐ­τ­ὸν ἐ­πὶ τὸ ἴ­δ­ι­ον κ­τ­ῆ­ν­ος, ἤ­γ­α­γ­εν α­ὐ­τ­ὸν ε­ἰς π­α­ν­δ­ο­χ­ε­ῖ­ον, κ­αὶ ἐ­π­ε­μ­ε­λ­ή­θη α­ὐ­τ­οῦ· κ­αὶ ἐ­πὶ τ­ὴν α­ὔ­ρ­ι­ον ἐ­ξ­ελ­θ­ών, ἐ­κ­β­α­λ­ὼν δ­ύο δ­η­ν­ά­ρ­ια ἔ­δ­ω­κε τῷ π­α­ν­δ­ο­χ­εῖ κ­αὶ εἶ­π­εν α­ὐ­τῷ· Ἐ­π­ι­μ­ε­λή­θ­η­τι α­ὐ­τ­οῦ, κ­αὶ ὅ,τι ἂν π­ρ­ο­σ­δ­α­π­α­ν­ή­σ­ῃς, ἐ­γὼ ἐν τῷ ἐ­π­α­ν­έ­ρ­χ­ε­σ­θ­αί με ἀ­πο­δ­ώ­σω σ­οι. Τ­ίς ο­ὖν τ­ο­ύ­τ­ων τ­ῶν τ­ρ­ι­ῶν π­λ­η­σ­ί­ον δ­ο­κ­εῖ σ­οι γ­ε­γ­ο­ν­έ­ν­αι τ­οῦ ἐ­μ­π­ε­σ­ό­ν­τ­ος ε­ἰς τ­ο­ὺς λ­ῃ­σ­τ­άς;  Ὁ δὲ ε­ἶ­π­εν· Ὁ π­ο­ι­ή­σ­ας τὸ ἔ­λ­ε­ος μ­ετ᾿ α­ὐ­τ­οῦ. Ε­ἶ­π­εν ο­ὖν α­ὐ­τῷ ὁ ᾿Ι­η­σ­ο­ῦς· Π­ο­ρ­ε­ύ­ου κ­αὶ σὺ π­ο­ί­ει ὁ­μ­ο­ί­ως.                                                           
(Λ­ο­υκ. ι΄[10] 25 – 37)
ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: «τί πρέπει νὰ κάνω για νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνιον ζωήν», ποὺ ἔθεσε ὁ νομοδιδάσκαλος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου στὸν Κύριο, εἶναι τό πιό σημαντικό στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖνος τό ἔθεσε γιά νά παγιδεύσει τόν Κύριο  ὁ Κύριος ὅμως τόν ὑποχρεώνει νά δώσει ὁ ἴδιος τήν ἀπάντηση μέ βάση τόν Μωσαϊκό Νόμο, τοῦ ὁποίου ἦταν διδάσκαλος.
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ τοῦ νομικοῦ ὑπῆρξε ἀπολύτως ἐπιτυχής. Εἶπε ὅτι, γιά νά κερδίσει κάποιος τήν αἰώνια ζωή, ὀφείλει νά ἀγαπήσει τόν Θεό «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας», μὲ ὅλο τὸν ἐσωτερικό του κόσμο, δηλαδὴ μὲ ὅλη τήν ψυχὴ του (τό συναίσθημα), μέ ὅλη του τή δύναμη (τὴ θέληση) καί μέ ὅλη τή διάνοια του (τό λογικό)· καί ἀκόμη ὀφείλει νά ἀγαπήσει καί τόν πλησίον του ὅπως τόν ἑαυτό του. Τήν ὀρθή αὐτὴν ἀπάντηση ὁ Κύριος τήν ἐπαίνεσε θερμά.
ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ἀκολούθησε. Ποιός ὅμως εἶναι ὁ πλησίον μου; Τό δεύτερο αὐτό ἐρώτημα τοῦ νομικοῦ ἦταν μία κίνηση νά δικαιολογήσει τό πρῶτο, τοῦ ὁποίου, ὅπως φάνηκε, γνώριζε τήν ἀπάντηση.
Αὐτὸ τό δεύτερο ἐρώτημα τοῦ νομικοῦ στάθηκε ἡ ἀφορμή γιά νά διηγηθεῖ ὁ Κύριος τή θαυμαστή παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου.
ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, εἶπε ὁ Κύριος, κατέβαινε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ στήν Ἱεριχώ καί στόν δρόμο ἔπεσε στά χέρια ληστῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τόν λήστευσαν καί τόν τραυμάτισαν, ἔφυγαν ἀφήνοντάς τον μισοπεθαμένο. Συμπτωματικά, ἔπειτα ἀπό λίγη ὥρα πέρασε ἀπό ἐκεῖ ἕνας ἱερεύς τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως, ἀφοῦ τόν εἶδε, τόν προσπέρασε, χωρίς νά τοῦ δώσει καμμία σημασία. Ἔπειτα φάνηκε κάποιος Λευίτης ἀπ' αὐτοὺς ποὺ ὑπηρετοῦσαν στόν Ναό τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτὸς ὅμως, μόλις εἶδε τόν πληγωμένο, τόν προσπέρασε καί ἔφυγε. Ἀκολούθησε σέ λίγο τρίτος ὁδοιπόρος. Αὐτός ὅμως ἦταν ἕνας Σαμαρείτης, καί οἱ Σαμαρεῖτες ἦσαν θανάσιμοι ἐχθροὶ τῶν Ἑβραίων. Παραδόξως ὁ Σαμαρείτης, ὄχι μόνο δέ φεύγει, ἀλλά συμπονεῖ τόν πληγωμένο, πηγαίνει κοντά του, καθαρίζει τά τραύματά του μέ κρασί καί μέ λάδι — κρασί γιά νά ἀπολυμάνει καί λάδι γιά νά μαλακώσει τίς πληγές — καί, ἀφοῦ τόν ἀνέβασε στό ζῶο του, τόν ὁδηγεῖ στό πλησιέστερο πανδοχεῖο, ὅπου τόν περιποιεῖται ἐπιμελέστερα. Μάλιστα τήν ἑπομένη τό πρωί, πρίν ἀναχωρήσει, ἔδωσε δύο δηνάρια (ποσό δηλαδή δύο ἡμερομισθίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης) στόν ξενοδόχο λέγοντάς του: Περιποιήσου τόν ἄνθρωπο καί ὅ,τι τυχὸν ξοδεύσεις περισσότερο, ἐγώ ἐπιστρέφοντας θά σοῦ τό ἐξοφλήσω.
ΠΟΙΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ἀπ' αὐτούς τούς τρεῖς φάνηκε «πλησίον» στόν ἄνθρωπο πού εἶχε πέσει στά χέρια τῶν ληστῶν; Στό ἐρώτημα αὐτό, πού τοῦ ἀπηύθυνε ὁ Κύριος, ὁ νομικός χωρίς δισταγμό ἀπάντησε: Αὐτός ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδειξε ἔλεος. Καί ὁ Κύριος ἔκλεισε τή συζήτηση λέγοντάς του: Πήγαινε λοιπόν καί σύ καί κάνε τά ἴδια.
ΑΘΛΗΜΑ ΤΙΤΑΝΙΟ
Ἡ ἀγάπη, ὅπως τήν παρουσιάζει τό Εὐαγγέλιο, εἶναι τό πιό δύσκολο ἄθλημα, ἡ ὑψηλότερη κορυφή, στήν ὁποία μπορεῖ νὰ ἀνέβει ὁ ἄνθρωπος. Τό πλέον παράδοξο ὅμως εἶναι ὅτι αὐτήν τήν κορυφαία ἀρετή ὁ Κύριος τήν τοποθετεῖ στή συμπεριφορά ἑνός ἀλλοθρήσκου γιά τούς Ἑβραίους, ἑνός Σαμαρείτου!
Ἐάν ὁ Κύριος διηγεῖτο τήν παραβολή αὐτή στήν ἐποχή μας, ἴσως στή θέση τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου θά ἔβαζε κάποιο περιφρονημένο ἀλλοεθνή.
Γιατί τό ἔκανε αὐτό ὁ Κύριος; Τό ἔκανε γιά νά δείξει ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη δέν κάνει καμμία διάκριση, εἶναι ἀνοικτή πρός ὅλους, ὁμόθρησκους καί ἀλλόθρησκους, πιστούς καί ἀπίστους, γνωστούς καί ἀγνώστους, οἰκείους καί ξένους, φίλους καί ἐχθρούς.
Ἐνδεχομένως ὅμως ὁ Κύριος ἤθελε νά ὑπογραμμίσει καί ἕνα κίνδυνο, τόν κίνδυνο νά σταθεῖ ἐμπόδιο στήν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης ἡ ἴδια ἡ πίστη μας, ὅταν τήν πίστη μας αὐτή τήν παρανοήσουμε καὶ θεωρήσουμε ὅτι περιορίζει τήν ἀγάπη μας μόνο πρός αὐτούς πού ἔχουν τήν ἴδια πίστη μέ μᾶς.
Πάντως εἶναι φανερό ὅτι ἡ ἀληθινή ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, δηλαδή τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι μία ἀγάπη πού στοιχίζει. Στοιχίζει σέ χρῆμα, σέ χρόνο, σέ κόπο, σέ κίνδυνο. Ἀπαιτεῖ ἀπάρνηση τῶν ποικίλων ἀντιθέσεων καί ἀντιπαθειῶν. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι μία συνεχής σταύρωση τῶν προτιμήσεων καί τῶν ἐπιδιώξεών μας.
Ἡ ἀληθινή ἀγάπη τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἕνα ἄνοιγμα τῆς ψυχῆς πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ἔχουν ἀνάγκη. Εἶναι μία ἀφανὴς καί ὑπομονητική Θυσία!
(Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)


Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ
(Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ)
(8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2015)

 Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  (ΤΩΝ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΩΝ)  
Ἀδελφοί, εἰ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; Ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, διεμαρτύρατο δέ πού τις λέγων· «Τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ»· ἐν γὰρ τῷ «ὑποτάξαι» αὐτῷ τὰ «πάντα» οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. Νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ «πάντα ὑποτεταγμένα»· τὸν δὲ «βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλλους ἠλαττωμένον» βλέπομεν ᾿Ιησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου «δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον», ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. Ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι᾿ ὃν τὰ πάντα καὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.
                                                                       (Ἑβρ, β΄[2] 2-10)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀδελφοί, ἐάν ὁ νόμος πού ἀνήγγειλε ὁ Θεὸς στό Μωυσῆ διαμέσου ἀγγέλων ἀποδείχθηκε ἔγκυρος καί ἰσχυρός, καί κάθε παράβασή του καί παρακοή τιμωρήθηκε δίκαια μέ τήν ἀνάλογη τιμωρία, πῶς ἐμεῖς θά ξεφύγουμε τήν τιμωρία, ἐάν ἀμελήσουμε μιά τόσο μεγάλη καί σπουδαία σωτηρία; Τή σωτηρία αὐτή δέν μᾶς τήν γνωστοποίησαν κάποιοι ἄγγελοι, ὅπως ἔγινε στό νόμο, ἀλλά ἀφοῦ ἄρχισε νά τήν κηρύττει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μᾶς τήν παρέδωσαν ὡς ἀληθινή καί ἀξιόπιστη οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι πού τήν ἄκουσαν κατευθείαν ἀπό τό στόμα τοῦ Κυρίου. Καί μαζί μέ τή μαρτυρία τῶν Ἀποστόλων πρόσθεσε τή μαρτυρία του καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Αὐτός ἐπιβεβαίωνε τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων μέ θαύματα καί καταπληκτικά ἔργα καί ποικίλες ὑπερφυσικές δυνάμεις καὶ θεία χαρίσματα, τά ὁποῖα τό Ἅγιον Πνεῦμα διαμοίραζε στούς πιστούς σύμφωνα μέ τό θέλημά του. Πρέπει λοιπὸν νά προσέξουμε πολύ ποιός εἶναι αὐτός πού μᾶς κήρυξε τή σωτηρία αὐτή. Διότι ὁ Θεὸς δέν ὑπέταξε σέ ἀγγέλους τό νέο κόσμο πού θά ἐγκαθίδρυε ὁ Μεσσίας, καί γιά τόν ὑποῖο μιλοῦμε, ἀλλά τόν ὑπέταξε στόν ἴδιο τόν Μεσσία. Ἔδωσε μάλιστα τή μαρτυρία του κάποιος σ' ἕνα σημεῖο τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί εἶπε: «Κύριε, ποιά ἀξία ἔχει ὁ ἄνθρωπος ὥστε νά τόν θυμᾶσαι, ἢ ὁ ἀπόγονος τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά τόν ἐπισκέπτεσαι καί νά φροντίζεις γι' αὐτόν; Τόν ἔκανες λίγο κατώτερο ἀπό τούς ἀγγέλους καί τόν στεφάνωσες μέ δόξα καί τιμή ὡς βασιλιά τῆς φύσεως. Ὅλα τά ὑπέταξες κάτω ἀπό τά πόδια του». Λοιπόν, ἀφοῦ ὑπέταξε σ' αὐτόν τά πάντα, δὲν ἄφησε τίποτε πού νά μήν τοῦ τό ὑποτάξει. Τώρα ὅμως δέν βλέπουμε ἀκόμη νά εἶναι ὅλα ὑποταγμένα οὔτε στόν τέλειο ἐκπρόσωπο τῆς ἀνθρώπινης φύσεως Ἰησοῦ, ἀφοῦ κι αὐτός δέν ἀναγνωρίσθηκε ἀπ' ὅλους τούς ἀνθρώπους ὡς βασιλιάς καί λυτρωτής, ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία του διώκεται καί δοκιμάζεται. Βλέπουμε ὅμως τόν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος γιά ἕνα μικρό χρονικό διάστημα, ὅταν πέθανε καί τάφηκε, ἔγινε κατώτερος ἀπό τούς ἀθάνατους ἀγγέλους, νά ἔχει στεφανωθεῖ μέ δόξα καί τιμή λόγω τοῦ παθήματος πού τοῦ ἐπέφερε τό θάνατο. Καί ὑπέστη τό πάθημα τοῦ θανάτου γιά τή χάρη πού εὐαρεστήθηκε ὁ Θεός νά δώσει στήν ἀνθρωπότητα. Γιά νά συγχωρήσει δηλαδή ὁ Θεὸς τό ἀνθρώπινο γένος, χρειάστηκε ὁ Ἰησοῦς νά γευθεῖ τό πικρό ποτήρι τοῦ θανάτου γιά κάθε ἄνθρωπο. Διότι ἔπρεπε στό Θεό, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τά πάντα καί πρός τόν ὁποῖο ἀποβλέπουν τά πάντα καί ὅλα τά κατευθύνει στό ἄριστο τέλος τους, νά μήν ἀφήσει νά ματαιωθεῖ τό σχέδιό του γιά τόν ἄνθρωπο. Προκειμένου λοιπὸν νά ὁδηγήσει πολλούς ἀνθρώπους στή δόξα, ἔπρεπε νά ἀποδείξει τέλειο Σωτήρα καί νά ἀνυψώσει σέ τέλεια δόξα τόν ἀρχηγό καί αἴτιο τῆς σωτηρίας τους. Καί ἡ ἀνύψωση αὐτή ἔγινε μὲ παθήματα καί σκληρό θάνατο. Μ' αὐτά ὁ Ἰησοῦς Χριστός μᾶς ἐξιλέωσε γιά τίς ἁμαρτίες μας καί ἀναδείχθηκε τέλειος Σωτήρας.
ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἂνθρωπός τις προσῆλ­θε τῷ Ἰησοῦ, ᾧ ὄ­νο­μα Ἰάειρος, κα αὐτός ἄρ­χων τς συ­να­γω­γῆς ὑ­πῆρ­χε· κα πε­σὼν πα­ρὰ τος πό­δας το Ἰ­η­σοῦ πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸν εἰ­σελ­θεῖν ες τν οἶ­κον αὐ­τοῦ, ὅ­τι θυ­γά­τηρ μο­νο­γε­νὴς ν αὐ­τῷ ς ἐ­τῶν δώ­δε­κα κα αὕ­τη ἀ­πέ­θνῃ­σκεν. ν δ τ ὑ­πά­γειν αὐ­τὸν ο ὄ­χλοι συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν. κα γυ­νὴ οὖ­σα ν ῥύ­σει αἵ­μα­τος ἀ­πὸ ἐ­τῶν δώ­δε­κα, ἥ­τις ἰ­α­τροῖς προ­σα­να­λώ­σα­σα ὅ­λον τν βί­ον οκ ἴ­σχυ­σεν ὑ­π' οὐ­δε­νὸς θε­ρα­πευ­θῆ­ναι, προ­σελ­θοῦ­σα ὄ­πι­σθεν ἥ­ψα­το το κρα­σπέ­δου το ἱ­μα­τί­ου αὐ­τοῦ, κα πα­ρα­χρῆ­μα ἔ­στη ἡ ῥύ­σις το αἵ­μα­τος αὐ­τῆς. κα εἶ­πεν Ἰ­η­σοῦς· Τς ἁ­ψά­με­νός μου; ἀρ­νου­μέ­νων δ πάν­των εἶ­πεν Πτρος κα ο σν αὐ­τῷ· Ἐ­πι­στά­τα, ο ὄ­χλοι συ­νέ­χου­σί σε κα ἀ­πο­θλί­βου­σι κα λέ­γεις τς ἁ­ψά­με­νός μου; δ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν· Ἥ­ψα­τό μο τις· ἐ­γὼ γρ ἔ­γνων δύ­να­μιν ἐ­ξελ­θοῦ­σαν ἀ­π' ἐ­μοῦ. ἰ­δοῦ­σα δ γυ­νὴ ὅ­τι οκ ἔ­λα­θε, τρέ­μου­σα ἦλ­θε κα προ­σπε­σοῦ­σα αὐ­τῷ δι' ν αἰ­τί­αν ἥ­ψα­το αὐ­τοῦ ἀ­πήγ­γει­λεν αὐ­τῷ ἐ­νώ­πι­ον παν­τὸς το λα­οῦ, κα ς ἰ­ά­θη πα­ρα­χρῆ­μα. δ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Θρσει, θύ­γα­τερ, πί­στις σου σέ­σω­κέ σε· πο­ρε­ύ­ου ες εἰ­ρή­νην. Ἔ­τι αὐ­τοῦ λα­λοῦν­τος ἔρ­χε­ταί τις πα­ρὰ το ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου λέ­γων αὐ­τῷ ὅ­τι τέθνηκεν θυ­γά­τηρ σου· μ σκύλ­λε τν δι­δά­σκα­λον. δ Ἰ­η­σοῦς ἀ­κο­ύ­σας ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῷ λέ­γων· Μ φο­βοῦ· μό­νον πί­στευ­ε, κα σω­θή­σε­ται. ἐλ­θὼν δ ες τν οἰ­κί­αν οκ ἀ­φῆ­κεν εἰ­σελ­θεῖν οὐ­δέ­να ε μ Πτρον κα Ἰ­ω­άν­νην κα Ἰάκωβον κα τν πα­τέ­ρα τς παι­δὸς κα τν μη­τέ­ρα. ἔ­κλαι­ον δ πάν­τες κα ἐ­κό­πτον­το αὐ­τήν. δ εἶ­πε· Μ κλα­ί­ε­τε· οκ ἀ­πέ­θα­νεν, ἀλ­λὰ κα­θε­ύ­δει. κα κα­τε­γέ­λων αὐ­τοῦ, εἰ­δό­τες ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νεν. αὐ­τὸς δ ἐκ­βα­λὼν ἔ­ξω πάν­τας κα κρα­τή­σας τς χει­ρὸς αὐ­τῆς ἐ­φώ­νη­σε λέ­γων· πας, ἐ­γε­ί­ρου. κα ἐ­πέ­στρε­ψε τ πνεῦ­μα αὐ­τῆς, κα ἀ­νέ­στη πα­ρα­χρῆ­μα, κα δι­έ­τα­ξεν αὐ­τῇ δο­θῆ­ναι φα­γεῖν. κα ἐ­ξέ­στη­σαν ο γο­νεῖς αὐ­τῆς· δ πα­ρήγ­γει­λεν αὐ­τοῖς μη­δε­νὶ εἰ­πεῖν τ γε­γο­νός.       
  (Λουκ. η΄ [8] 41– 56)
ΔΥΟ ΘΑΥΜΑΤΑ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ   
ΜΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΟΥ ΣΩΖΕΙ
Μόλις ἐπέστρεψε ὁ Κύριος στὴν Καπερναούμ, Τὸν ὑποδέχθηκαν πλήθη λαοῦ, διότι ὅλοι Τὸν περίμεναν ἀνυπόμονα. Ἀνάμεσά τους ξεχώριζε ὁ Ἰάειρος, ποὺ ἦταν ἄρχοντας τῆς Συναγωγῆς. Ἕνα πρόβλημα μεγάλο τόν εἶχε ἀναστατώσει. Γι’ αὐτό καί ἔπεσε γονατιστὸς στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί Τόν παρακαλοῦσε νά ἔλθει στό σπίτι του· ἡ μονάκριβη δωδεκάχρονη κόρη του ἦταν βαριά ἄρρωστη, ἑτοιμοθάνατη. Ὁ Κύριος σπλαχνίστηκε τόν πονεμένο πατέρα κι ἀμέσως τόν ἀκολούθησε.
Στό δρόμο ὅμως τά πλήθη τοῦ λαοῦ Τόν πίεζαν ἀσφυκτικά. Κάποια στιγμή ἔγινε κάτι πού κανείς ἀπό τά πλήθη δέν τό πῆρε εἴδηση. Μία γυναίκα πού ὑπέφερε δώδεκα χρόνια ἀπό αἱμορραγία καί εἶχε ξοδεύσει ὅλη τήν περιουσία της σέ γιατρούς χωρίς νά βρεῖ πουθενά γιατρειά, πλησίασε τόν Κύριο κρυφά ἀπό πίσω, ἐπειδή ντρεπόταν νά γίνει φανερό τό νόσημά της, ἄγγιξε τήν ἄκρη τοῦ ἐνδύματος κι ἀμέσως τό θαῦμα ἔγινε, σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Ὅμως ὁ Κύριος ἄρχισε νά ρωτᾶ: Ποιός μέ ἄγγιξε; Κι ἐπειδή κανείς τριγύρω δέν ἀποκρινόταν, εἶπε ὁ Πέτρος καί οἱ ἄλλοι μαθητές: Διδάσκαλε, τόσα πλήθη λαοῦ Σέ ἔχουν περικυκλώσει καί Σέ πιέζουν, κι Ἐσύ ρωτᾶς: ποιός μέ ἄγγιξε; Μά ὁ Κύριος ἐπιμένει: Κάποιος μέ ἄγγιξε. Αἰσθάνθηκα νά βγαίνει ἀπό πάνω μου δύναμη θαυματουργική. Τότε ἡ γυναίκα, πού κατάλαβε ὅτι δέν ἔμεινε κρυφή ἡ πράξη της, ἦλθε τρέμοντας κι ἀφοῦ ἔπεσε γονατιστή στά πόδια του, ὁμολόγησε μπροστά σ’ ὅλους τό θαῦμα πού ἔγινε. Καί ὁ Κύριος τῆς εἶπε: Κόρη μου, ἡ πίστη σου σὲ ἔχει θεραπεύσει. Πήγαινε στὸ καλό.
Γιατί ὅμως ὁ Κύριος ρωτοῦσε ποιός Τόν ἄγγιξε; Δέν ἤξερε; Ἀσφαλῶς ἤξερε. Ἀλλά ἤθελε νά δείξει ὅτι δέν ἀγνοοῦσε τό γεγονός κι ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή δέν ὑπέκλεψε τή θεραπεία της, ἀλλά τήν ἔλαβε ἀπό τήν πανάγαθη θέλησή του. Καί τήν ἔλαβε ἐπειδή ἔδειξε μία πολύ μεγάλη πίστη. Αὐτήν ἀκριβῶς τήν πίστη της ἤθελε νά δημοσιοποιήσει καί νά ἐπιβραβεύσει· γιά νά διδαχθοῦν τά πλήθη πού ἦταν ἐκεῖ, καί πολύ περισσότερο ὁ ἄρχοντας τῆς Συναγωγῆς πού περνοῦσε μία πολύ μεγάλη δοκιμασία· ἀλλά καί γιά νά κάνει τή γυναίκα αὐτή αἰώνιο παράδειγμα πίστεως. Καί τήν ὀνομάζει «κόρη του», διότι μέ τήν πίστη της αὐτή ἡ γυναίκα δέν βρῆκε μόνο τή θεραπεία τοῦ σώματός της ἀλλά καί τή σωτηρία τῆς ψυχῆς της. Ἔγινε κατά τήν Παράδοση πιστή χριστιανή. Πίστεψε ὁλοκληρωτικὰ στόν Κύριο καί ἔγινε ἁγία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἁγία Βερονίκη, καί σ’ ὅλη τήν ὑπόλοιπη ζωή της διακήρυττε τό θαῦμα πού τῆς ἔκανε ὁ Κύριος. Καί μᾶς ἐμπνέει ἡ ἁγία Βερονίκη νά ἔχουμε κι ἐμεῖς τήν πίστη της, τή βεβαιότητά της ὅτι μόνο στόν Χριστό μποροῦμε νά βροῦμε λύτρωση καί σωτηρία. Ἀκόμη κι ὅταν τρέχουμε στους γιατρούς, νά ἔχουμε τή βεβαιότητα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ μέγας ἰατρός τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας.
Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Καθώς ὁ Κύριος συνέχιζε τήν πορεία του, ἦλθε κάποιος ἀπό τό σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου καί τοῦ εἶπε: Ἡ κόρη σου πέθανε· μήν κουράζεις ἄλλο τόν διδάσκαλο. Μποροῦμε ἄραγε νά φανταστοῦμε τί ἔνιωσε τή φοβερή ἐκείνη ὥρα ὁ δύστυχος πατέρας; Ὁ κύριος ὅμως, μόλις ἄκουσε τήν εἴδηση αὐτή, τοῦ εἶπε: Μή φοβᾶσαι, μόνο πίστευε, καί θά σωθεῖ ἡ κόρη σου. Ὅταν ἔφθασε στό σπίτι τοῦ Ἰαείρου, ἀντίκρισε ἕνα ὀδυνηρό θέαμα. Ἔκλαιγαν ὅλοι καί χτυποῦσαν τά στήθη τους καί τά κεφάλια τους γιά τή νεκρή. Κι Αὐτός τότε τούς εἶπε: Μήν κλαῖτε· δέν πέθανε, ἀλλά κοιμᾶται. Μά ἐκεῖνοι Τόν περιγελοῦσαν, διότι ἦταν βέβαιοι ὅτι τό κοριτσάκι ἦταν νεκρό. Αὐτός ὅμως, ἀφοῦ τούς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἄφησε νά μείνουν στό δωμάτιο τῆς νεκρῆς μόνο ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης καί οἱ γονεῖς τοῦ παιδιοῦ. Κι ἐκείνη τή μοναδική ὥρα ἔπιασε τό χέρι τοῦ μικροῦ κοριτσιοῦ καί φώναξε: Κόρη, σήκω ἐπάνω! Ἡ στιγμή ἦταν συγκλονιστική. Τό πρόσωπο τῆς κορούλας ροδίζει, τά δύο μάτια τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Οἱ γονεῖς κοιτοῦν ἐκστατικοί, γεμάτοι ἀσυγκράτητη χαρά. Κι Ἐκεῖνος τούς προστάζει νά δώσουν στή μικρή φαγητό καί νά μήν ποῦν σέ κανένα τό γεγονός.
Γιατί ὅμως τούς ἔδωσε αὐτή τήν ὁδηγία; Γιά νά μήν ἐρεθιστεῖ ὁ φθόνος τῶν ἐχθρῶν του, ἐξηγοῦν οἱ ἱεροί ἑρμηνευτές. Διότι τό θαῦμα αὐτό διαλαλοῦσε περίτρανα ὅτι ὁ Κύριος δέν εἶναι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά ἔχει τή δύναμη νά ἀνασταίνει νεκρούς, νά νικᾶ τό θάνατο. Αὐτή ἡ πραγματικότητα εἶναι ἀσύλληπτη. Δὲν εἶναι μία λεπτομέρεια στήν Πίστη μας ἀλλά ἡ μεγαλύτερη ἀλήθεια. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ἀνέστησε νεκρούς, ἀναστήθηκε καί ὁ ἴδιος γιά νά μᾶς δείξει ὅτι εἶναι ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου καί ὁ καθαιρέτης τοῦ Ἅδη, ἡ ζωή τῶν ἀπάντων.
Ἡ πίστη αὐτή πρέπει νά κυριαρχεῖ διαρκῶς στή σκέψη μας, νά ἀλλάξει τή ζωή μας. Δὲν ἔχουμε πλέον τό δικαίωμα ἐμεῖς νά τρέμουμε μπροστά στό θάνατο· νά τόν φοβόμαστε ὅπως ὅλοι ὅσοι ζοῦν χωρίς ἐλπίδα. Δέν εἴμαστε πλασμένοι γιά τά λίγα χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας. Ὁ θάνατος δέν εἶναι τό τέλος μας ἀλλά ἡ ἀρχή μιᾶς ἄλλης, ἀτελεύτητης ζωῆς. Ἡ ζωή μας ἐδῶ στή γῆ εἶναι ἕνα μικρὸ ἐπεισόδιο μπροστά στήν αἰωνιότητα. Κάποτε θά ἀναστήσει ὁ Κύριος κι ὅλους ἐμᾶς. Θά ἀκούσουμε ὅλοι μας τή φωνή του νά μᾶς καλεῖ καί πάλι στή ζωή, στήν αἰώνια ζωή. Μὴ φοβόμαστε τόν θάνατο. Ἡ ζωή μας ἔχει νόημα μόνο ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ Χριστός, πού εἶναι «ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάστασις ἡμῶν». Ἂς ζοῦμε λοιπόν μέ προοπτική αἰωνιότητας, προσμένοντας καί τή δική μας ἀνάσταση.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

Ι­Ε­ΡΑ Μ­Η­Τ­Ρ­Ο­Π­Ο­Λ­ΙΣ Π­Α­Φ­ΟΥ
Ι­Ε­Ρ­ΟΣ Ν­Α­ΟΣ Α­Π­Ο­Σ­Τ­Ο­Λ­ΩΝ Π­Α­Υ­Λ­ΟΥ Κ­ΑΙ Β­Α­Ρ­Ν­Α­ΒΑ
   Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ε΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ
(ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ)
(1 Ν­Ο­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ 2015)

Ο Α­Π­Ο­Σ­Τ­Ο­Λ­ΟΣ (Τ­ΩΝ ΑΓΙΩΝ)    
Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. Μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; Μὴ πάντες δυνάμεις; Μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; Μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; Μὴ πάντες διερμηνεύουσι; Ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι. ᾿Εὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. ῾Η ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.  
                             (Α΄ Κορινθ. ιβ΄ [12] 27 – ιγ΄[13] 8)
Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)
Ἀ­δ­ε­λ­φ­οί, ἐσεῖς οἱ Χριστιανοί εἶστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη, πού ὁ καθένας σας ἀνάλογα μέ τό χάρισμά του ἔχει μία θέση καί κάποιο μέρος στή ζωή τοῦ συνόλου. Καί βέβαια ὁ Θεὸς τοποθέτησε στήν Ἐκκλησία τόν καθένα στήν ὁρισμένη του θέση. Στήν πρώτη θέση τούς Ἀποστόλους, στή δεύτερη τούς προφῆτες, στήν τρίτη τούς διδασκάλους. Ἔπειτα ἄλλους τούς ἔθεσε νά κάνουν κάθε εἴδους θαύματα, ἄλλους νά ἔχουν χαρίσματα θεραπειῶν, χαρίσματα προστασίας τῶν ὀρφανῶν, τῶν χηρῶν, τῶν φτωχῶν, τῶν κάθε εἴδους ἀσθενῶν  χαρίσματα διακυβερνήσεως καὶ διοικήσεως μέσα στὴν Ἐκκλησία  χαρίσματα διαφόρων γλωσσῶν. Στὸν καθένα ὁ Κύριος ἔδωσε τὸ δικό του χάρισμα. Μήπως ὅλοι εἶναι Ἀπόστολοι; Μήπως ὅλοι εἶναι προφῆτες; Μήπως ὅλοι εἶναι διδάσκαλοι; Μήπως ὅλοι ἔχουν θαυματουργικά χαρίσματα; Μήπως ὅλοι ἔχουν χαρίσματα θεραπειῶν; Μήπως ὅλοι μιλοῦν γλῶσσες; Μήπως ὅλοι ἔχουν τὸ χάρισμα νὰ διερμηνεύουν γλῶσσες; Ἐπιδιώκετε λοιπὸν μέ ζῆλο τὰ χαρίσματα πού φέρνουν μεγαλύτερη ὠφέλεια, καί γι' αὐτό εἶναι καί ἀνώτερα. Καί τώρα σᾶς δείχνω ἕναν πολὺ ἀνώτερο ἀκόμη δρόμο, καὶ μέσο ἔξοχο καὶ ὑπέροχο, μὲ τὸ ὁποῖο ἀποκτῶνται τὰ καλύτερα χαρίσματα. Καὶ τὸ μέσο αὐτὸ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἐάν ὑποθέσουμε ὅτι μιλῶ τίς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων, δέν ἔχω ὅμως ἀγάπη, μοιάζω μέ τόν ἄψυχο χαλκό πού βουΐζει ὅταν τόν χτυποῦν, ἢ μέ τό κύμβαλο πού βγάζει θορυβώδη ἦχο χωρίς κάποια σημασία. Κι ἄν ἔχω τό χάρισμα τῆς προφητείας καί γνωρίζω ὅλα τά μυστικά σχέδια τῶν βουλῶν τοῦ Θεοῦ καί ἔχω ὅλη τή γνώση πού μπορεῖ νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος, κι ἄν ἔχω ὅλη τὴν πίστη, ὥστε νά μετακινῶ ἀκόμη καί βουνά, δέν ἔχω ὅμως ἀγάπη, δὲν εἶμαι τίποτε. Κι ἄν διαθέσω ὅλα τά ὑπάρχοντά μου γιά νά θρέψω μέ ψωμιά τούς φτωχούς, κι ἄν παραδώσω τό σῶμά μου γιά νά καῶ, δέν ἔχω ὅμως ἀγάπη, δέν ὠφελοῦμει σέ τίποτε ἀπό τίς θυσίες αὐτές. Ἐκεῖνος πού ἔχει ἀγάπη εἶναι μεγαλόψυχος, ἀνεκτικός καί μέ πλατιά καρδιά  γίνεται εὐεργετικός καί ὠφέλιμος. Ἐκεῖνος πού ἔχει ἀγάπη δέν φθονεῖ, δέν ξυπάζεται καί δέν φέρεται μέ ἀλαζονεία καὶ αὐθάδεια· δέν φουσκώνει ἀπό οἴηση καί ὑπερηφάνεια  δέν κάνει τίποτε τό ἄσχημο, δέν ζητᾶ τά δικά του συμφέροντα, δέν ἐρεθίζεται ἀπό θυμό καί ὀργή, δέν σκέπτεται ποτέ κακό ἐναντίον τοῦ ἄλλου, οὔτε λογαριάζει τό κακό πού ἔπαθε ἀπ' αὐτόν. Δέν χαίρεται ὅταν βλέπει νὰ γίνεται κάτι ἄδικο, χαίρεται ὅμως ὅταν βλέπει τήν ἀλήθεια νὰ ἐπικρατεῖ. Σκεπάζει ὅλες τίς ἐλλείψεις τοῦ ἄλλου καί δέν τόν διαπομπεύει γι' αὐτές  σχηματίζει εὐνοϊκή πεποίθηση σέ ὅλα γι' αὐτόν πού ἀγαπᾶ. Κι ὅταν βρίσκεται μπροστά σέ παρεκτροπές τοῦ ἄλλου, ἐλπίζει ὅτι ἀπ' ὅλες αὐτές θά διορθωθεῖ  σ' ὅλα δείχνει ὑπομονή γιά τόν συνάνθρωπό του. Ἡ ἀγάπη δέν ξεπέφτει ποτέ, ἀλλά μένει πάντοτε ἀληθινή καί ἰσχυρή, ἀκόμη καί μετά τό θάνατό μας.
ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ Ε­Υ­Α­Γ­Γ­Ε­Λ­ΙΟ
Ε­ἶ­π­εν ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος. Ἄ­ν­θ­ρ­ω­π­ος τ­ις ν π­λ­ο­ύ­σ­ι­ος, κ­αὶ ἐ­ν­ε­δ­ι­δ­ύ­σ­κ­ε­το π­ο­ρ­φύ­ρ­αν κ­αὶ β­ύ­σ­σ­ον ε­ὐ­φ­ρ­α­ι­ν­ό­μ­ε­ν­ος κ­α­θ' ἡ­μ­έ­ρ­αν λ­α­μ­π­ρ­ῶς. π­τ­ω­χ­ὸς δ τ­ις ν ὀ­ν­ό­μ­α­τι Λ­ά­ζ­α­ρος, ς ἐ­β­έ­β­λ­η­το π­ρ­ὸς τ­ὸν π­υ­λ­ῶ­να α­ὐ­τ­οῦ ἡ­λ­κ­ω­μέ­ν­ος κ­αὶ ἐ­π­ι­θ­υ­μ­ῶν χ­ο­ρ­τ­α­σ­θ­ῆ­ναι ἀ­πὸ τ­ῶν ψ­ι­χ­ί­ων τ­ῶν π­ι­π­τ­ό­ν­τ­ων ἀ­πὸ τ­ῆς τ­ρ­α­π­έ­ζ­ης τ­οῦ π­λ­ο­υ­σ­ί­ου· ἀ­λ­λὰ κ­αὶ ο κ­ύ­ν­ες ἐ­ρ­χ­ό­μ­ε­ν­οι ἀ­π­έ­λ­ε­ι­χον τ ἕ­λ­κη α­ὐ­τ­οῦ. ἐ­γ­έ­ν­ε­το δ ἀ­π­ο­θ­α­ν­ε­ῖν τ­ὸν π­τ­ω­χ­ὸν κ­αὶ ἀ­π­ε­ν­ε­χ­θ­ῆ­ναι α­ὐ­τ­ὸν ὑ­πὸ τ­ῶν ἀ­γ­γ­έ­λ­ων ε­ἰς τ­ὸν κ­ό­λ­π­ον Ἀ­β­ρ­α­άμ· ἀ­π­έ­θ­α­νε δ κ­αὶ π­λ­ο­ύ­σ­ι­ος κ­αὶ ἐ­τ­ά­φη. κ­αὶ ν τ ᾅ­δῃ ἐ­π­ά­ρ­ας τ­ο­ὺς ὀ­φ­θ­α­λ­μ­ο­ὺς α­ὐ­τ­οῦ, ὑ­π­ά­ρ­χων ἐν β­α­σ­ά­ν­ο­ις, ὁ­ρᾷ τ­όν Ἀ­β­ρ­α­ὰμ ἀ­πὸ μ­α­κ­ρ­ό­θ­εν κ­αὶ Λ­ά­ζ­α­ρ­ον ν τ­ο­ῖς κ­ό­λ­π­ο­ις α­ὐ­τ­οῦ. κ­αὶ α­ὐ­τ­ὸς φ­ω­ν­ή­σ­ας ε­ἶ­πε· π­ά­τ­ερ Ἀ­β­ρ­α­άμ, ἐ­λ­έ­η­σ­όν με κ­αὶ π­έ­μ­ψ­ον Λ­ά­ζ­α­ρον ἵ­να β­ά­ψῃ τ ἄ­κ­ρ­ον τ­οῦ δ­α­κ­τ­ύ­λ­ου α­ὐ­τ­οῦ ὕ­δ­α­τ­ος κ­αὶ κ­α­τ­α­ψ­ύ­ξῃ τ­ὴν γ­λ­ῶ­σ­σάν μ­ου, ὅ­τι ὀ­δ­υ­ν­ῶ­μ­αι ἐν τ φ­λ­ο­γὶ τα­ύ­τῃ. ε­ἶ­πε δ Ἀ­β­ρ­α­άμ· τ­έ­κ­ν­ον, μ­ν­ή­σ­θ­η­τι ὅ­τι ἀ­π­έ­λ­α­β­ες σ τ ἀ­γ­α­θά σ­ου ν τ ζ­ωῇ σ­ου, κ­αὶ Λ­ά­ζ­α­ρ­ος ὁ­μ­ο­ί­ως τ κ­α­κά· ν­ῦν δ ὧ­δε π­α­ρ­α­κ­α­λ­ε­ῖ­τ­αι, σ δ ὀ­δ­υ­ν­ᾶ­σ­αι· κ­αὶ ἐ­πὶ π­ᾶ­σι τ­ο­ύ­τ­ο­ις μ­ε­τ­α­ξὺ ἡ­μ­ῶν κ­αὶ ὑ­μ­ῶν χά­σ­μα μ­έ­γα ἐ­σ­τ­ή­ρ­ι­κ­τ­αι, ὅ­π­ως ο θ­έ­λ­ο­ν­τ­ες δ­ι­α­β­ῆ­ν­αι ἔ­ν­θ­εν π­ρ­ὸς ὑ­μ­ᾶς μ δ­ύ­ν­ω­ν­τ­αι, μ­η­δὲ ο ἐ­κ­ε­ῖ­θ­εν π­ρ­ὸς ἡ­μ­ᾶς δ­ι­α­π­ε­ρ­ῶ­σ­ιν. ε­ἶ­πε δ· ἐ­ρ­ω­τῶ οὖν σε, π­ά­τ­ερ, ἵ­να π­έ­μ­ψ­ῃς α­ὐ­τ­ὸν ε­ἰς τ­ὸν ο­ἶ­κ­ον τ­οῦ π­α­τ­ρ­ός μ­ου· ἔ­χω γὰρ π­έ­ν­τε ἀ­δ­ε­λ­φ­ο­ύς· ὅ­π­ως δ­ι­α­μα­ρ­τ­ύ­ρ­η­τ­αι α­ὐ­τ­ο­ῖς, ἵ­να μ κ­αὶ α­ὐ­τ­οὶ ἔλ­θ­ω­σ­ιν ε­ἰς τ­ὸν τ­ό­π­ον τ­ο­ῦ­τ­ον τ­ῆς β­α­σ­ά­ν­ου. λ­έ­γ­ει α­ὐ­τῷ Ἀ­β­ρ­α­άμ· ἔ­χου­σι Μ­ω­ϋ­σ­έα κ­αὶ τ­ο­ὺς π­ρ­ο­φ­ή­τ­ας· ἀ­κ­ο­υ­σ­ά­τ­ω­σ­αν α­ὐ­τ­ῶν. δ ε­ἶ­π­εν· ο­ὐ­χί, π­ά­τ­ερ Ἀ­β­ρ­α­άμ, ἀ­λ­λ' ἐ­άν τ­ις ἀ­πὸ ν­ε­κ­ρ­ῶν π­ο­ρ­ε­υ­θῇ π­ρ­ὸς α­ὐ­τ­ο­ὺς, μ­ε­τ­α­ν­ο­ή­σ­ο­υ­σ­ιν. ε­ἶ­πε δ α­ὐ­τῷ· ε Μ­ω­ϋ­σ­έ­ως κ­αὶ τ­ῶν π­ρ­ο­φ­η­τ­ῶν ο­ὐκ ἀ­κο­ύ­ο­υ­σ­ιν, οὐ­δὲ ἐ­άν τ­ις κ ν­ε­κ­ρ­ῶν ἀ­ν­α­σ­τῇ π­ε­ι­σ­θ­ή­σ­ο­ν­τ­αι.       
   (Λ­ο­υκ. ι­στ΄[16] 19 – 31)
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΗΤΑΝ πλούσιος καὶ ἤξερε, καθὼς φαίνεται, νά ἀπολαμβάνει καλά τή ζωή του — γλεντοῦσε «καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς». Ποιό ἦταν τό ὄνομά του; Ὁ Κύριος δέν τό ἀναφέρει. Στήν ἐποχή του βέβαια θά τό γνώριζαν ὅλοι. Ἐμεῖς ὡστόσο δέν τό γνωρίζουμε.
ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΟΜΩΣ τό ὄνομα τοῦ πτωχοῦ ζητιάνου, τοῦ Λαζάρου, ὁ ὁποῖος ἦταν πεταγμένος στὴν πύλη τοῦ ἀρχοντικοῦ τοῦ πλουσίου, γεμάτος πληγές καί τόσο πεινασμένος, ὥστε νά προσπαθεῖ νά χορτάσει τρώγοντας τά ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου. Μάλιστα ἦταν τόσο ἀδύναμος καί ἀβοήθητος, ὥστε τά σκυλιά πήγαιναν καί ἔγλειφαν τίς πληγές του.
Στήν ἄθλια κατάσταση πού βρισκόταν δέν εἶναι παράδοξο τό ὅτι σύντομα ὡδηγήθηκε στόν θάνατο. Ἄγγελοι παρέλαβαν τὴν βασανισμένη ψυχή του καί τήν ἔφεραν στὸν Παράδεισο, στήν ἀγκάλη τοῦ μεγάλου Πατριάρχου Ἀβραάμ. Μετά δέ ἀπό κάποιο χρονικὸ διάστημα ἀπέθανε καί ὁ πλούσιος καί ἐτάφη μέ μεγαλοπρέπεια καὶ ἐπισημότητα. Ἐδῶ τελειώνει ἡ πρώτη σκηνή. Ἡ σκιά. Τό ὄνειρο. Τό σύντομο καί φευγαλέο πέρασμα αὐτῆς τῆς πρόσκαιρης ζωῆς.
Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΚΗΝΗ μᾶς παρουσιάζει τήν ἀλήθεια, τὴν πραγματικότητα, τὴν αἰωνιότητα. Ὁ πλούσιος βρίσκεται στὸν Ἄδη, στήν κόλαση, καί βασανίζεται φρικτά. Ὑψώνει κάποια στιγμή τὰ μάτια του καί βλέπει ἀπό μακριά στόν Παράδεισο τόν Πατριάρχη Ἀβραὰμ καί τόν Λάζαρο στὴν ἀγκάλη του. Καί τότε ὁ πλούσιος κάνει κάτι ἄγνωστο καί ἀσυνήθιστο γι’ αὐτόν. Ζητεῖ ἐλεημοσύνη. Παρακαλεῖ τόν Πατριάρχη Ἀβραάμ νά στείλει τόν Λάζαρο νά βουτήξει τήν ἄκρη τοῦ δακτύλου του στό νερό καί νά δροσίσει λίγο τή γλώσσα του, διότι ὑποφέρει φρικτά ἀπό τή φλόγα τῆς κολάσεως.
Ὁ Πατριάρχης τότε τοῦ ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ ἴδιος ἀπόλαυσε τά πάντα στὴν ἐπίγεια ζωή του, τότε πού ὁ Λάζαρος ὑπέφερε κατὰ τρόπο μαρτυρικὸ τὶς δυστυχίες του. Εἶναι λοιπὸν δίκαιο, τοῦ λέγει, τώρα ὁ Λάζαρος νά παρηγορεῖται, ὁ ἴδιος δέ νά ὑποφέρει καὶ νὰ βασανίζεται. Ἐπί πλέον, τοῦ τονίζει, ἀνάμεσά τους ὑπάρχει «χάσμα μέγα», βάραθρο μεγάλο, πού καθιστᾶ ἀδύνατη τή διάβαση ἀπό τό ἕνα μέρος πρός τό    ἄλλο.
Ὁ πλούσιος τότε παρακαλεῖ τὸν Πατριάρχη νὰ στείλει τόν Λάζαρο στό πατρικό του σπίτι, νά προειδοποιήσει τά πέντε ἀδέλφια του γιά τήν μετά θάνατο κατάσταση, ὥστε νά μή βρεθοῦν καί ἐκεῖνα σ' αὐτὴ τὴ φοβερή κόλαση. 
Ὁ Ἀβραάμ τοῦ τονίζει πώς αὐτὸ μποροῦν νά τό γνωρίσουν τά ἀδέλφια του ἀπό τά ὅσα λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖο συνέγραψε ὁ Μωϋσῆς καί οἱ ἄλλοι Προφῆται, καί ἑπομένως δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νά τούς τό φανερώσει αὐτὸ ἀναστημένος ὁ Λάζαρος.
Ὁ πλούσιος ὅμως ἐπιμένει λέγοντας ὅτι, ἐάν ἀναστηθεῖ κάποιος νεκρός, τά ἀδέλφια του θά συγκλονισθοῦν καί θά μετανοήσουν. Καί ὁ ἅγιος Πατριάρχης τόν διαβεβαιώνει ὅτι, ἐάν δέν ἔχουν τήν καλή διάθεση νά ἀκούσουν τόν λόγο τοῦ Μωϋσέως καί τῶν Προφητῶν, οὔτε τή διαβεβαίωση ἑνὸς ἀναστημένου νεκροῦ θὰ δεχθοῦν.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΒΑΡΑΘΡΟ
Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου εἶναι συγκλονιστική. Μᾶς μεταφέρει στήν ἀντίπερα ὄχθη. Μᾶς φανερώνει τόν ἄγνωστο κόσμο τῆς αἰωνιότητος. Μᾶς παρουσιάζει τήν ἀληθινή εἰκόνα τῆς ζωῆς. Μᾶς δείχνει μέ ἀκρίβεια ποιὰ εἶναι ἡ πραγματικότης.
Μᾶς δείχνει δηλαδή ὅτι ἡ ἐπίγειος ζωή εἶναι ἕνα ὄνειρο, μία φευγαλέα σκιά, ἕνα θέατρο. Διαρκεῖ ἐλάχιστα — τό πολύ 80 - 90- 100 χρόνια. Καί ἔπειτα;
Ἔπειτα ἔρχεται ἡ πραγματικότης, ἡ ἀλήθεια, ἡ αἰωνιότης. Ἔπειτα φανερώνεται τό μεγαλύτερο βάραθρο τοῦ Σύμπαντος. Αὐτό πού χωρίζει τά πάντα γιά πάντα. Παράδεισος – Κόλαση. Καὶ μεταξύ τους τό βάραθρο, «χάσμα μέγα», ὥστε κανείς νά μή μπορεῖ νά μεταβεῖ ἀπό τό ἕνα μέρος στό ἄλλο.
Στό ἕνα μέρος θὰ ὑπάρχουν αὐτοί πού ἀπόλαυσαν τά ἀγαθά τους στήν ἐπίγεια ζωή τους. Ἀλλὰ θὰ ὑπάρχουν «ἐν βασάνοις», θά ὑποφέρουν. Καί θά εἶναι ἄνθρωποι χωρὶς ὄνομα, ἄγνωστοι γιά τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Στό ἄλλο μέρος θὰ χαίρονται τόν Παράδεισο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ οἱ Λάζαροι. Οἱ ἄνθρωποι μέ ὄνομα, οἱ γνωστοὶ στόν Θεό καί τούς ἁγίους, πού στόν κόσμο αὐτὸ πέρασαν ζωὴ μαρτυρική. Οἱ ἄνθρωποι πού ἔμειναν πιστοί στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.
Ἡ θέα αὐτοῦ τοῦ βαράθρου ἀσφαλῶς μᾶς γεμίζει μέ τρόμο. Ποῦ θά βρεθοῦμε ἄραγε; Ἀλλὰ τό ποῦ θά βρεθοῦμε ἑξαρτᾶται ἀπό τόν καθένα μας καί μόνο. Ὁ Θεός δέν μᾶς ζητεῖ πολλά προκειμένου νά μᾶς χαρίσει τή Βασιλεία Του. Ἐάν ἔχουμε φόβο Θεοῦ καί πιστεύουμε στόν λόγο Του, ἐάν ἀσκοῦμε τήν ἀγάπη καί δέν ἀδιαφοροῦμε γιά τούς πεινασμένους καί ταλαιπωρημένους ἀδελφούς μας, θά βρεθοῦμε κι ἐμεῖς στούς κόλπους τοῦ Πατριάρχου Ἀβραάμ, στόν Παράδεισο τοῦ Θεοῦ.
     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)