Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
(22 ΜΑΪΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐ­γέ­νε­το Πτρον δι­ερ­χό­με­νον δι­ὰ πάν­των κα­τελ­θεῖν κα πρς τος ἁ­γί­ους τος κα­τοι­κοῦν­τας Λδδαν. εὗ­ρε δ ἐ­κεῖ ἄν­θρω­πόν τι­να Αἰ­νέ­αν ὀ­νό­μα­τι, ξ ἐ­τῶν ὀ­κτὼ κα­τα­κε­ί­με­νον ἐ­πὶ κρα­βάτ­τῳ, ς ν πα­ρα­λε­λυ­μέ­νος. κα εἶ­πεν αὐ­τῷ Πτρος· Αἰ­νέ­α, ἰ­ᾶ­ταί σε Ἰ­η­σοῦς ὁ Χρι­στός· ἀ­νά­στη­θι κα στρῶ­σον σε­αυ­τῷ. κα εὐ­θέ­ως ἀ­νέ­στη. κα εἶ­δον αὐ­τὸν πάν­τες ο κα­τοι­κοῦν­τες Λδδαν κα τν Σρωνα, οἵ­τι­νες ἐ­πέ­στρε­ψαν ἐ­πὶ τν Κριον. ν Ἰόππ δ τις ν μα­θή­τρι­α ὀ­νό­μα­τι Τα­βι­θά, δι­ερ­μη­νευ­ο­μέ­νη λέ­γε­ται Δορ­κάς· αὕ­τη ν πλή­ρης ἀ­γα­θῶν ἔρ­γων κα ἐ­λε­η­μο­συ­νῶν ὧν ἐ­πο­ί­ει. ἐ­γέ­νε­το δ ν τας ἡ­μέ­ραις ἐ­κε­ί­ναις ἀ­σθε­νή­σα­σαν αὐ­τὴν ἀ­πο­θα­νεῖν· λο­ύ­σαν­τες δ αὐ­τὴν ἔ­θη­καν ἐν ὑ­πε­ρώ­ῳ. ἐγ­γὺς δ οὔ­σης Λδδης τ Ἰόππ ο μα­θη­ταὶ ἀ­κο­ύ­σαν­τες ὅ­τι Πτρος ἐ­στὶν ἐν αὐ­τῇ, ἀ­πέ­στει­λαν δύ­ο ἄν­δρας πρς αὐ­τὸν πα­ρα­κα­λοῦν­τες μ ὀ­κνῆ­σαι δι­ελ­θεῖν ἕ­ως αὐ­τῶν. ἀ­να­στὰς δ Πτρος συ­νῆλ­θεν αὐ­τοῖς· ν πα­ρα­γε­νό­με­νον ἀ­νή­γα­γον ες τ ὑ­πε­ρῷ­ον, κα πα­ρέ­στη­σαν αὐ­τῷ πᾶ­σαι α χῆ­ραι κλα­ί­ου­σαι κα ἐ­πι­δει­κνύ­με­ναι χι­τῶ­νας κα ἱ­μά­τι­α ὅ­σα ἐ­πο­ί­ει με­τ' αὐ­τῶν οὖ­σα Δορ­κάς. ἐκ­βα­λὼν δ ἔ­ξω πάν­τας Πτρος κα θες τ γό­να­τα προ­ση­ύ­ξα­το, κα ἐ­πι­στρέ­ψας πρς τ σῶ­μα εἶ­πε· Τα­βι­θά, ἀ­νά­στη­θι. δ ἤ­νοι­ξε τος ὀ­φθαλ­μοὺς αὐ­τῆς, κα ἰ­δοῦ­σα τν Πτρον ἀ­νε­κά­θι­σε. δος δ αὐ­τῇ χεῖ­ρα ἀ­νέ­στη­σεν αὐ­τήν, φω­νή­σας δ τος ἁ­γί­ους κα τς χή­ρας πα­ρέ­στη­σεν αὐ­τὴν ζῶ­σαν. γνω­στὸν δ ἐ­γέ­νε­το κα­θ' ὅ­λης τς Ἰόππης, κα πολ­λοὶ ἐ­πί­στευ­σαν ἐ­πὶ τν Κριον. 
                                                                          (Πράξ. Ἀποστ. θ΄ [9] 32 – 42)

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΤΑΒΙΘΑ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Ταβιθά, ἀνάστηθι»
Στὴν πόλη Ἰόππη κατοικοῦσε ἡ πολὺ εὐσεβὴς Χριστιανὴ μαθήτρια Ταβιθά. «Αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν». Κάποτε ὅμως ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ἔπειτα ἀπὸ λίγο ἀπέθανε. Μεγάλη ἦταν ἡ θλίψη ὅλων τῶν κατοίκων τῆς πόλεως γιὰ τὴν ἀκούραστη μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ. Ἀπέστειλαν λοιπὸν δύο ἄνδρες πρὸς τὸν Πέτρον «παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν». Καὶ πράγματι ὁ Πέτρος ἀνταποκρίθηκε στὴν πρόσκληση καὶ «συνῆλθεν αὐτοῖς». Τότε, ἐκεῖ στὸ δωμάτιο ποὺ ἦταν ἡ νεκρή, «θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο». Ἔπειτα στράφηκε πρὸς τὸ νεκρὸ σῶμα καὶ μ᾿ ὅλη τὴ δύναμη τῆς πίστεώς του εἶπε «Ταβιθά, ἀνάστηθι»! Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἂς δοῦμε λοιπὸν γιατί ὁ Κύριος διὰ τοῦ Πέτρου ἔκαμε τὸ θαῦμα αὐτὸ καὶ ποιὰ σημασία ἔχει γιὰ τὴ ζωή μας.
1. ΘΑΥΜΑ ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΕΩΣ
Τὸ θαῦμα αὐτὸ τῆς ἀναστάσεως τῆς Ταβιθὰ ἦταν μιὰ ἐπιβράβευση ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου πρὸς τὴν ἀφοσιωμένη του μαθήτρια. Διότι ἡ Ταβιθὰ δὲν ἦταν ἁπλῶς μία πιστὴ μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἦταν ὑπόδειγμα ἀγάπης, ἐργάτιδος καλῶν ἔργων καὶ φιλανθρωπίας. Καὶ τὸ ἑβραϊκὸ ὄνομα τῆς Ταβιθά, ποὺ στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα σημαίνει «Δορκάς», δηλαδὴ ζαρκάδι, φανερώνει τὸν χαρακτῆρα τῆς Ταβιθά, ἡ ὁποία ἦταν ταχύτατη καὶ ἔξυπνη σὰν τὸ ζαρκάδι στὴν ἐπιτέλεση ἱερῶν ἔργων. «Αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει». Ἔκανε πολλὲς ἐλεημοσύνες καὶ ἄλλα καλὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα τῆς τὰ ἐνέπνεε ἡ ἀγάπη ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἦταν ἀκούραστη νὰ εὐεργετεῖ ἰδιαιτέρως τὰ ὀρφανὰ καὶ τὶς χῆρες.
Αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀρετὴ καὶ τὰ καλὰ ἔργα τῆς Ταβιθὰ ἀποκαλύφθηκαν πλήρως κατὰ τὸν θάνατό της. Ἔτρεξαν ὅλοι οἱ γνωστοί της μπροστὰ στὸ σκῆνος της μὲ θλίψη μεγάλη. Διότι δὲν θρηνοῦσαν ἁπλῶς ἕνα γνώριμο πρόσωπο ἀλλὰ μία ἀκούραστη μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἐκτίμηση καὶ τὴν γενικὴ ἀναγνώριση τῆς ἁγίας της ζωῆς καὶ τῆς πολλῆς της ἀγάπης διεπίστωσε καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Πέτρος, μόλις ἐπῆγε στὸ σπίτι της. Ἐκεῖ «παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι» κλαίοντας για τὸν θάνατό της. Οἱ χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ τῆς πόλεως ἔδειχναν στὸν Πέτρο τοὺς «χιτῶνας καὶ τὰ ἱμάτια», τὰ ὁποῖα κατεσκεύαζε ἡ Ταβιθὰ γιὰ χάρη τους καὶ τὰ θέρμαινε μὲ τὴν πνοὴ τῆς ἀγάπης της. Αὐτὴ τοὺς παρηγοροῦσε, τοὺς συμβούλευε, τοὺς ἀνακούφιζε στὸν πόνο τους.
Ἄπο αὐτὴν τὴν ἀρετὴ τῆς γυναίκας συγκινημένος ὁ Πέτρος, μὲ ὅλη τὴν θερμότητα τῆς καρδιᾶς του «θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο». Ἴσως στὴν προσευχή του αὐτὰ τὰ δάκρυα τῶν εὐεργετημένων ἀνθρώπων νὰ ἐπικαλέστηκε ὁ Πέτρος, ἀλλὰ καὶ τὴν μεγάλη φιλανθρωπία της. Καὶ ὁ Κύριος μας ἄκουσε τὴν προσευχὴ τοῦ Πέτρου ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας βραβεύοντας τὴν ἀφοσιωμένη του μαθήτρια, τὴν κόρη τῆς ἀγάπης καὶ τῶν καλῶν ἔργων, τὴν Ταβιθά. Ἡ ἀνάστασή της ἀποτελοῦσε μόνον τὴν ἀρχὴ τῶν ἀμοιβῶν ποὺ θὰ τῆς χάριζε ὁ Κύριος καὶ σ' αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀλλὰ πολὺ περισσότερο στὴν αἰώνια Βασιλεία. Διότι ὁ Κύριος ἐπιβλέπει ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοὺς ἐλεήμονες καὶ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἀγάπης, οἱ ὁποῖοι ἑλκύουν πολλὴ τὴν Χάρη του.
2. ΜΙΜΗΤΑΙ ΤΗΣ
Ἡ ἁγία Ταβιθὰ μὲ τὸ παράδειγμά της ἐμπνέει κι ἐμᾶς νὰ γίνουμε σήμερα ταπεινοὶ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ἀθόρυβα, ταπεινὰ καὶ ἀνιδιοτελῶς, μὲ κίνητρο μόνο τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ νὰ προσφέρουμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη στοὺς γύρω μας· νὰ στηρίζουμε τοὺς ἀδυνάτους· νὰ παρηγοροῦμε τοὺς ὀλιγοψύχους· νὰ εὐεργετοῦμε τοὺς ἐνδεεῖς· νὰ παρέχουμε βάλσαμο παρηγοριᾶς στοὺς πονεμένους. Ἐὰν ἀγαποῦμε τὸν Χριστὸ πραγματικά, θὰ πρέπει αὐτὸ νὰ τὸ ἀποδεικνύουμε στὴ ζωή μας μὲ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Μὲ πράξεις ἐλεημοσύνης καὶ προσφορᾶς πρὸς τοὺς πάσχοντας, τοὺς πεφορτισμένους. τοὺς ἐνδεεῖς ὑλικῶς καὶ πνευματικῶς, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θλίβονται καὶ πονοῦν.
Νὰ προσφέρουμε ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς καρδιᾶς μας καὶ ἀπὸ τὸ ὑστέρημα τῶν ἀγαθῶν μας ἀκόμη στοὺς ἄλλους, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη τροφές, ροῦχα καὶ χρήματα. Νὰ διακονοῦμε ἰδιαιτέρως στὸ ὀργανωμένο φιλανθρωπικὸ ἔργο ποὺ ἐπιτελεῖ ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα. Εἶναι πραγματικὰ ἀξιοθαύμαστο τὸ φιλανθρωπικὸ αὐτὸ ἔργο, στὸ ὁποῖο συμμετέχουν ἰδιαιτέρως γυναῖκες. Καὶ μᾶς ἐμπνέουν κι αὐτὲς μὲ τὴν αὐτοθυσία τους καὶ μᾶς διδάσκουν μὲ τὴν προσφορά τους νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς ἄνθρωποι διακονίας, ὄχι μόνο μὲ τὴ δική μας πρωτοβουλία καὶ ἔμπνευση, ἀλλὰ καὶ συμμετέχοντας στὴ συντονισμένη φιλανθρωπικὴ δράση τῆς Ἐκκλησίας μας: στὸ φιλόπτωχο ταμεῖο, στὰ συσσίτια ποὺ ὀργανώνουν πολλὲς ἐνορίες, στὰ ἔργα τῆς φιλανθρωπίας, στὸν τομέα τῆς προνοίας, στοὺς ἐράνους τῆς ἀγάπης, στὰ νοσοκομεῖα, στὰ γηροκομεῖα ἢ ἄλλα ἱδρύματα, στὶς φυλακές, στὰ κοιμητήρια, στοὺς ἀρρώστους, στὶς κατασκηνώσεις, παντοῦ ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη.
Ἀδελφοί, ὁ Κύριος μᾶς ἐβεβαίωσε ὅτι στοὺς ἀνθρώπους τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἀγάπης θὰ χαρίσει μισθὸ πολὺ καὶ θὰ τοὺς ἀναδείξει υἱοὺς τοῦ ὑψίστου Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐμπράκτου χριστιανικῆς ἀγάπης, κάθε ὑλικῆς καὶ πνευματικὴς προσφορᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἀδελφὸ τοῦ Χριστοῦ.
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
                                      Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς ες Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. ἔ­στι δ ν τος Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις ἐ­πὶ τ προ­βα­τι­κῇ κο­λυμ­βή­θρα, ἐ­πι­λε­γο­μέ­νη Ἑ­βρα­ϊ­στὶ Βη­θεσδά, πέν­τε στο­ὰς ἔ­χου­σα. ν τα­ύ­ταις κα­τέ­κει­το πλῆ­θος τν ἀ­σθε­νο­ύν­των, τυ­φλῶν, χω­λῶν, ξη­ρῶν, ἐκ­δε­χο­μέ­νων τν το ὕ­δα­τος κί­νη­σιν. ἄγ­γε­λος γρ κα­τὰ και­ρὸν κα­τέ­βαι­νεν ν τ κο­λυμ­βή­θρᾳ, κα ἐ­τα­ράσ­σε­ τ ὕ­δωρ· ον πρῶ­τος ἐμ­βὰς με­τὰ τν τα­ρα­χὴν το ὕ­δα­τος ὑ­γι­ὴς ἐ­γί­νε­το ᾧ δή­πο­τε κα­τε­ί­χε­το νο­σή­μα­τι. ν δ τις ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ τρι­ά­κον­τα κα ὀ­κτὼ ἔ­τη ἔ­χων ἐν τ ἀ­σθε­νε­ί­ᾳ αὐ­τοῦ. τοῦ­τον ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς κα­τα­κε­ί­με­νον, κα γνος ὅ­τι πο­λὺν ἤ­δη χρό­νον ἔ­χει, λέ­γει αὐ­τῷ· Θλεις ὑ­γι­ὴς γε­νέ­σθαι; ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῷ ἀ­σθε­νῶν· Κριε, ἄν­θρω­πον οκ ἔ­χω, ἵ­να ὅ­ταν τα­ρα­χθῇ τ ὕ­δωρ, βά­λῃ με ες τν κο­λυμ­βή­θραν· ν δ ἔρ­χο­μαι ἐγώ ἄλ­λος πρ ἐ­μοῦ κα­τα­βα­ί­νει. λέ­γει αὐ­τῷ Ἰ­η­σοῦς· Ἔ­γει­ρε, ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει. κα εὐ­θέ­ως ἐ­γέ­νε­το ὑ­γι­ὴς ὁ ἄν­θρω­πος, κα ἦ­ρε τν κρά­βατ­τον αὐ­τοῦ κα πε­ρι­ε­πά­τει. ν δ σάβ­βα­τον ν ἐ­κε­ί­νῃ τ ἡ­μέ­ρᾳ. ἔ­λε­γον ον ο Ἰ­ου­δαῖ­οι τ τε­θε­ρα­πευ­μέ­νῳ· Σββατν ἐ­στιν· οκ ἔ­ξε­στί σοι ἆ­ραι τν κρά­βατ­τον. ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τοῖς· ποι­ή­σας με ὑ­γι­ῆ, ἐ­κεῖ­νός μοι εἶ­πεν· ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει. ἠ­ρώ­τη­σαν ον αὐ­τόν· Τς ἐ­στιν ὁ ἄν­θρω­πος ὁ εἰ­πών σοι, ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει; δ ἰ­α­θεὶς οκ ᾔ­δει τς ἐ­στιν· γρ Ἰ­η­σοῦς ἐ­ξέ­νευ­σεν ὄ­χλου ὄν­τος ἐν τ τό­πῳ. με­τὰ ταῦ­τα εὑ­ρί­σκει αὐ­τὸν Ἰ­η­σοῦς ἐν τ ἱ­ε­ρῷ κα εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἴ­δε ὑ­γι­ὴς γέ­γο­νας· μη­κέ­τι ἁ­μάρ­τα­νε, ἵ­να μ χεῖ­ρόν σο τι γέ­νη­ται. ἀ­πῆλ­θεν ὁ ἄν­θρω­πος κα ἀ­νήγ­γει­λε τος Ἰ­ου­δα­ί­οις ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ ποι­ή­σας αὐ­τὸν ὑ­γι­ῆ.                                       
 (Ἰωάν. ε΄[5] 1 – 15)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ὕ­στε­ρα ἀπ’ αὐ­τὰ ἦ­ταν ἡ ἑ­ορ­τὴ τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, πι­θα­νό­τα­τα ἡ ἑ­ορ­τὴ τῶν Που­ρίμ, πού ἔ­πε­φτε πε­ρί­που ἕ­να μή­να πρὶν τὸ Πά­σχα. Κα­τὰ τὴν ἑ­ορ­τὴ αὐ­τὴ ἀ­νέ­βη­κε ὁ Ἰησοῦς στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ἐκεῖ, στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, κον­τὰ στὴν προ­βα­τι­κὴ πύ­λη τοῦ τεί­χους τῆς πό­λε­ως ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α λί­μνη στὴν ὁποία κο­λυμ­ποῦ­σαν, καὶ ἡ ὁ­ποί­α στὴν ἑ­βρα­ϊ­κὴ γλώσ­σα ὀ­νο­μα­ζό­ταν Βη­θεσ­δά. Ἡ κο­λυμ­βή­θρα αὐ­τὴ εἶ­χε τριγύ­ρω της πέν­τε στο­ές, πέν­τε θο­λω­τὰ ὑ­πό­στε­γα. Σ' αὐ­τὰ τὰ θο­λω­τὰ ὑ­πό­στε­γα βρί­σκον­ταν ξα­πλω­μένοι πά­ρα πολ­λοὶ ἄρ­ρω­στοι, τυ­φλοί, κου­τσοί, ἄν­θρω­ποι μὲ κά­ποι­ο μέ­λος πι­α­σμέ­νο καὶ ἀ­ναί­σθη­το ἢ ἀ­τρο­φι­κὸ· κι ὅ­λοι αὐ­τοὶ πε­ρί­με­ναν νὰ κι­νη­θεῖ τὸ νε­ρὸ τῆς κο­λυμβή­θρας. Δι­ό­τι ἀ­πὸ και­ρὸ σὲ και­ρὸ ἕ­νας ἄγ­γε­λος κα­τέ­βαι­νε στὴν κο­λυμ­βή­θρα καὶ ἀ­να­τά­ρα­ζε τὰ νε­ρά της. Καὶ ὅ­ποι­ος ἔμ­παι­νε πρῶ­τος σ' αὐ­τὴ με­τὰ τὴν ἀ­να­τά­ρα­ξη τοῦ νε­ροῦ, γι­νό­ταν ὑ­γι­ής, ὁ­ποι­α­δή­πο­τε κι ἂν ἦ­ταν ἡ ἀρ­ρώ­στια πού εἶ­χε. Ὑ­πῆρ­χε λοι­πὸν ἐκεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος τῶν ἀρρώ­στων καὶ κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος πού ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος τριά­ντα ὀ­κτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Ὅ­ταν τὸν εἶ­δε ὁ Ἰησοῦς νὰ εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νος κά­τω καὶ μὲ τὸ θεῖ­ο Του βλέμ­μα δι­έ­κρι­νε ὅ­τι ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρὸ εἶχε αὐ­τὴν τὴν ἀ­σθέ­νεια, τοῦ εἶ­πε: Θέ­λεις νὰ γί­νεις ὑ­γι­ής; Καὶ μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τὴ ὁ Κύ­ριος ἔ­δι­νε ἀ­φορ­μὴ στὸν πα­ρά­λυ­το νὰ ζη­τή­σει τὴ βο­ή­θειά Του. Πράγ­μα­τι λοι­πὸν ὁ ἄρ­ρω­στος τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Κύ­ρι­ε, δὲν ἔ­χω ἄν­θρω­πο νὰ μὲ ρί­ξει στὴν κο­λυμ­βή­θρα ἀ­μέ­σως μό­λις ἀ­να­τα­ρα­χθοῦν τὰ νε­ρά της. Κι ἐ­νῶ προ­σπα­θῶ νὰ πλη­σιά­σω ἐγώ μό­νος μου, προ­λα­βαί­νει ἄλ­λος καὶ κα­τε­βαί­νει στὸ νε­ρὸ πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Σή­κω ἐ­πά­νω, πά­ρε τὸ κρε­βά­τι σου στὸν ὦ­μο σου καὶ περ­πάτα. Κι ἀ­μέ­σως ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­γι­νε κα­λά, πῆ­ρε τὸ κρε­βά­τι του καὶ περ­πα­τοῦ­σε ἐ­λεύ­θε­ρα.
Ἦ­ταν ὅ­μως Σάβ­βα­το ἡ ἡμέρα πού ἔ­γι­νε αὐ­τό. Ἔ­λε­γαν λοι­πὸν οἱ πρό­κρι­τοι Ἰ­ου­δαῖ­οι στὸν θε­ρα­πευ­μέ­νο: Σή­με­ρα εἶ­ναι Σάβ­βα­το. Δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ση­κώ­νεις καὶ νὰ με­τα­φέ­ρεις τὸ κρε­βά­τι σου. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε: Ἐ­κεῖ­νος πού μὲ ἔ­κα­νε κα­λὰ μὲ θαῦμα καὶ θε­ϊ­κὴ δύ­να­μη, αὐ­τὸς μοῦ εἶ­πε, πά­ρε τὸ κρε­βά­τι σου καὶ περπάτα. Με­τὰ λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν ἀ­πάν­τη­ση αὐ­τὴ τὸν ρώ­τη­σαν ἐ­κεῖ­νοι: Ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς πού σοῦ εἶπε πά­ρε τὸ κρε­βά­τι σου καὶ περπάτα; Ὁ θε­ρα­πευ­μέ­νος ὅ­μως πα­ρά­λυ­τος δὲν ἤ­ξε­ρε ποι­ὸς εἶ­ναι· δι­ό­τι ὁ Ἰησοῦς εἶ­χε φύ­γει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος καί εἶχε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Καὶ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, δι­ό­τι ὑπῆρ­χε πο­λὺς λα­ὸς στὸν τό­πο πού ἔ­γι­νε τὸ θαῦ­μα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ τὸν βρῆ­κε ὁ Ἰησοῦς στό ἱ­ε­ρὸ καὶ τοῦ εἶ­πε: Βλέ­πεις, τώ­ρα ἔ­χεις γί­νει ὑ­γι­ής. Πρόσεξε λοι­πὸν ἀ­πὸ δῶ καὶ πέ­ρα νὰ μὴν ἁ­μαρ­τά­νεις πιά γιὰ νὰ μὴ πά­θεις τί­πο­τε χει­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀσθένεια πού εἶ­χες, καὶ ἡ ὁ­ποί­α σοῦ συ­νέ­βη ἀ­πὸ τὶς ἁμαρτίες σου. Πρό­σε­ξε μὴν πά­θεις χει­ρό­τε­ρη συμ­φο­ρὰ στὸ σῶμα σου, καὶ χά­σεις μα­ζὶ μὲ τὴν ὑ­γεί­α τοῦ σώματός σου καὶ τὴν ψυ­χή σου. Ἔ­φυ­γε τό­τε ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρὸ καί, ἀφοῦ συνάν­τη­σε τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους, τοὺς ἀ­νήγ­γει­λε ὅ­τι ὁ Ἰησοῦς ἦ­ταν αὐ­τὸς πού τὸν γι­ά­τρε­ψε.



Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
 (15 ΜΑΪΟΥ 2016)

  ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)
Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, πλη­θυ­νόν­των τῶν μα­θη­τῶν ἐ­γέ­νε­το γογ­γυ­σμὸς τῶν ῾Ελ­λη­νι­στῶν πρὸς τοὺς ῾Ε­βρα­ί­ους, ὅ­τι πα­ρε­θε­ω­ροῦν­το ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τῇ κα­θη­με­ρι­νῇ αἱ χῆ­ραι αὐ­τῶν. Προ­σκα­λε­σά­με­νοι δὲ οἱ δώ­δε­κα τὸ πλῆ­θος τῶν μα­θη­τῶν εἶ­πον· Οὐκ ἀ­ρε­στόν ἐ­στιν ἡ­μᾶς κα­τα­λε­ί­ψαν­τας τὸν λό­γον τοῦ Θε­οῦ δι­α­κο­νεῖν τρα­πέ­ζαις. Ἐ­πι­σκέ­ψα­σθε οὖν, ἀ­δελ­φοί, ἄν­δρας ἐξ ὑ­μῶν μαρ­τυ­ρου­μέ­νους ἑ­πτά, πλή­ρεις Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου καὶ σο­φί­ας, οὓς κα­τα­στή­σο­μεν ἐ­πὶ τῆς χρε­ί­ας τα­ύ­της· ἡ­μεῖς δὲ τῇ προ­σευ­χῇ καὶ τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τοῦ λό­γου προ­σκαρ­τε­ρή­σο­μεν. Καὶ ἤ­ρε­σεν ὁ λό­γος ἐ­νώ­πιον παν­τὸς τοῦ πλή­θους· καὶ ἐ­ξε­λέ­ξαν­το Στέ­φα­νον, ἄν­δρα πλή­ρη πί­στε­ως καὶ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου, καὶ Φί­λιπ­πον καὶ Πρό­χο­ρον καὶ Νι­κά­νο­ρα καὶ Τί­μω­να καὶ Παρ­με­νᾶν καὶ Νι­κό­λα­ον προ­σή­λυ­τον ᾿Αν­τι­ο­χέ­α, οὓς ἔ­στη­σαν ἐ­νώ­πιον τῶν ἀ­πο­στό­λων, καὶ προ­σευ­ξά­με­νοι ἐ­πέ­θη­καν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας. Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ηὔ­ξα­νε, καὶ ἐ­πλη­θύ­νε­το ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μα­θη­τῶν ἐν ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ σφό­δρα, πο­λύς τε ὄ­χλος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ὑ­πή­κου­ον τῇ πί­στει.     
  (Πράξ. στ΄[6] 1 – 7)  

ΟΙ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΙ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Ἐπισκέψασθε ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνέυματος Ἁγίου καὶ σοφίας»
Τς πρτες ἡμέρες τς ζως τς κκλησίας, μς ναφέρει τ βιβλίο τν Πράξεων, οἱ Ἑλληνιστές, οἱ βραοι δηλαδ πο μιλοσαν τν λληνικ γλῶσσα, ρχισαν ν παραπονονται, διότι οἱ χρες ατν παραμελονταν κατ τν καθημεριν διανομ τροφν κα ἐλεημοσυνῶν. Οἱ ἅγιοι πόστολοι κατενόησαν ὅτι μι νέα νάγκη δημιουργεται, ατή τῆς διακονίας τν τραπεζν. Γι' ατ συγκέντρωσαν τ πλθος τν πιστν καί τοὺς εἶπαν: ξετάστε προσεκτικ κα ἐκλέξτε ἀπὸ σς τος διους ἑπτὰ ἄνδρες, τος ποίους θ γκαταστήσουμε διακόνους στ διακονία τν τραπεζν. Τ κριτήρια τς κλογς τῶν ἑπτὰ διακόνων ἦσαν νὰ χουν τν καλ μαρτυρία ἀπὸ τοὺς πιστος καὶ ν εναι πλήρεις Πνεύματος κα σοφίας. Ατ θ δομε στν συνέχεια.
1. Η ΕΞΩΘΕΝ ΚΑΛΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Οἱ γιοι πόστολοι, ὅταν νεκοίνωσαν στος πιστος τν νάγκη τς κλογς τν ἑπτὰ διακόνων, θεσαν σ' ατος κα τ κριτήρια τ ὁποῖα θ ἔπρεπε ν πληρον οἱ ἑπτὰ ατο ἄνδρες. ζήτησαν ἀπὸ τοὺς πιστος ν κλέξουν «ἄνδρας μαρτυρουμένους ἑπτά». Τ πρτο λοιπν κριτήριο γι τν κλογ τν ἑπτὰ διακόνων ταν ν χουν τν καλ μαρτυρία ἀπὸ τοὺς πιστούς. Ἔπρεπε ν κλέξουν διακόνους πο ν εναι ποδεκτο κα γαπητο ἀπὸ τοὺς πιστούς. Λέγει χαρακτηριστικερς Χρυσόστομος: «ν θ μποροσαν οἱ γιοι πόστολοι ν κλέξουν μόνοι τους ἑπτὰ διακόνους, κινούμενοι ἀπὸ τν πνο το γίου Πνεύματος, ζητον ἀπὸ τ πλήθη τν πιστν νὰ τος δώσουν τν μαρτυρία τους». Κι ατ κριβς δείχνει πόσο μεγάλη σημασία χει ἡ καλ μαρτυρία κα ποδοχ τν διακόνων π τος πιστούς. Ατ τ στοιχεο ποτελοσε ναγκαία προϋπόθεση κα γιὰ κάθε λειτουργ τς κκλησίας. Φαίνεται ατ κα στν περίπτωση τοῦ Τιμοθέου, ὁ ὁποῖος «ἐμαρτυρεῖτο π τν ἐν Λύστροις καὶ Ἰκονίῳ δελφν» (Πράξ. ις'[16] 2).
Κάθε λειτουργς λοιπν τς κκλησίας θ πρέπει νὰ εναι ἄνδρας ξιόπιστος κα κέραιος, ν μν χει δώσει καμμίαν φορμ σκανδάλου. Ὄχι μόνον ν εναι λεύθερος ἀπὸ κάθε κατηγορία, ἀλλὰ κα ν πιβεβαιώνουν οἱ πιστο ὅτι εναι νάρετος. Ὅσοι λοιπν θέλουν ν διακονήσουν στν κκλησία θ πρέπει ν χουν ζω νεπίληπτη καὶ χαρακτήρα λαμπρό. Ατ κριβς τονίζει καπόστολος Παλος, ὅταν λέγει ὅτι οἱ διάκονοι θ πρέπει ν εναι σεμνο κα γκρατες κα χι διπρόσωποι ασχροκερδες, ν χουν ζω ἄμεμπτη κα συνείδηση καθαρή· ν ἐξετάζονται κα ν ποδεικνύονται ἀνέγκλητοι, κατηγόρητοι κα μεμπτοι (βλ. Α Τιμ.γ'[3] 8-10).
2. ΠΛΗΡΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
δεύτερη προϋπόθεση, τν ποία ἔπρεπε ν χουν οἱ πτ διάκονοι, ταν ὅτι θ ἔπρεπε ν εναι «πλήρεις Πνεύματος γίου κα σοφίας». Ν χουν τ διοικητικ κα τ γιαστικ χαρίσματα τοῦ γίου Πνεύματος. Ν μν εναι ἁπλς πνευματικο ἄνθρωποι, ἀλλὰ ν εναι πλήρεις Πνεύματος, σοφίας κα συνέσεως. Ν πλημμυρίζει τν ψυχή τους κα τν ζωή τους ἡ παρουσία το γίου Πνεύματος. τσι φαίνεται ξεκάθαρα ἀπὸ ατ ὅτι ἡ ατία πο τος κατέστησε διακόνους δν ταν μία ἁπλή πνευματικ ζωή, ἀλλὰ μι πνευματικ ζω πλήρης κα γνήσια. Λέγει ὁ ερς Χρυσόστομος: «Μ νομίζεις, ἐπειδ οἱ διάκονοι ρχικς δν διακονοσαν στ κήρυγμα ἀλλὰ στ διακονία τν τραπεζν, ὅτι δὲν εἶχαν νάγκη τοῦ φωτισμοῦ τοῦ γίου Πνεύματος, τς σοφίας κα συνέσεως· κάθε λλο». Οἱ πτ διάκονοι ἀλλὰ κα λοι οἱ λειτουργο τς κκλησίας πρέπει νὰ εναι τίμιοι στν διαχείριση τν οκονομικν ἀλλὰ κα φρόνιμοι κα συνετοί, ὥστε ν προλαμβάνουν τ δίκαια παράπονα κα ν διανέμουν τ λικ γαθ νάλογα μ τς πραγματικς νάγκες τν πιστν. Θ πρέπει ν χουν χι ἁπλς σύνεση νθρώπινη ἀλλὰ σύνεση πνευματικ κα γία, πο δίνει τ γιον Πνεῦμα. Κα ν ἐκζητοῦν διαρκς τν φωτισμ τοῦ γίου Πνεύματος, γιὰ νὰ πιτελον τ ερ λειτούργημά τους μ φόβο Θεοῦ καὶ σύνεση ερή.
δελφοί, σ μία ποχ τόσο μεγάλης ποστασίας, ἡ κοινωνία μας χει διαίτερη νάγκη ἀπὸ κληρικος κα γενικότερα ἀπὸ ἐργάτες τῆς κκλησίας κασυνεργάτες τν κληρικν μας ἄμεμπτους, πνευματέμφορους κα συνετούς. Ἡ κκλησία μς καλε καθημεριν ν
δεόμαστε «πρ τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τς ἐν Χριστῷ διακονίας, παντς το κλήρου κα τοῦ λαοῦ». ς προσευχόμαστε λοιπν θερμ στν γιο Θεν ναδείξει διαιτέρως σήμερα γίους λειτουργος κα ἐργάτες τῆς κκλησίας μας. Ἀλλὰ κα ν δώσει τν νεύση κα τν ελογία του στος πιστος καὶ ἐνάρετους γονες πο χουν κάποιο παιδ μ τέτοια ερ κλίση ν τ προετοιμάζουν μέσα σ περιβάλλον ἁγνότητος κα γιότητος, ὥστε νὰ τ δον κάποια ἡμέρα ν καθίσταται ξιος καὶ ἅγιος ερουργς τοῦ Κυρίου. Γι νδομε λοι μας καιρος ναψύξεως στν κκλησία μας κα στν λλάδα μας.   
   (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)
    
ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
          Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλ­θὼν Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀ­πὸ Ἁ­ρι­μα­θα­ί­ας, εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής, ς κα αὐ­τὸς ν προσ­δε­χό­με­νος τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ, τολ­μή­σας εἰ­σῆλ­θε πρς Πι­λᾶ­τον κα ᾐ­τή­σα­το τ σῶ­μα το Ἰ­η­σοῦ. δ Πι­λᾶ­τος ἐ­θα­ύ­μα­σεν ε ἤ­δη τέ­θνη­κε, κα προ­σκα­λε­σά­με­νος τν κεν­τυ­ρί­ω­να ἐ­πη­ρώ­τη­σεν αὐ­τὸν ε πά­λαι ἀ­πέ­θα­νε· κα γνος ἀ­πὸ το κεν­τυ­ρί­ω­νος ἐ­δω­ρή­σα­το τ σῶ­μα τ Ἰ­ω­σήφ. κα ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να κα κα­θε­λὼν αὐ­τὸν ἐ­νε­ί­λη­σε τ σιν­δό­νι κα κα­τέ­θη­κεν αὐ­τὸν ν μνη­με­ί­ῳ ν λε­λα­το­μη­μέ­νον κ πέ­τρας, κα προ­σε­κύ­λι­σε λί­θον ἐ­πὶ τν θύ­ραν το μνη­με­ί­ου. δ Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α Ἰ­ω­σῆ ἐ­θε­ώ­ρουν πο τί­θε­ται. Κα δι­α­γε­νο­μέ­νου το σαβ­βά­του Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α το Ἰ­α­κώ­βου κα Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λε­ί­ψω­σιν αὐ­τόν. κα λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των ἔρ­χον­ται ἐ­πὶ τ μνη­μεῖ­ον, ἀ­να­τε­ί­λαν­τος το ἡ­λί­ου. κα ἔ­λε­γον πρς ἑ­αυ­τάς· Τς ἀ­πο­κυ­λί­σει ἡ­μῖν τν λί­θον κ τς θύ­ρας το μνη­με­ί­ου; κα ἀ­να­βλέ­ψα­σαι θε­ω­ροῦ­σιν ὅ­τι ἀ­πο­κε­κύ­λι­σται ὁ λί­θος· ν γρ μέ­γας σφό­δρα. κα εἰ­σελ­θοῦ­σαι ες τ μνη­μεῖ­ον εἶ­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον ν τος δε­ξι­οῖς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λὴν λευκήν, κα ἐ­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. δ λέ­γει αὐ­ταῖς· Μ ἐκ­θαμβεῖ­σθε· Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τν Να­ζα­ρη­νὸν τν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον· ἠ­γέρ­θη, οκ ἔ­στιν ὧ­δε· ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν. ἀλ­λ' ὑ­πά­γε­τε εἴ­πα­τε τος μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ κα τ Πτρ ὅ­τι προ­ά­γει ὑ­μᾶς ες τν Γα­λι­λα­ί­αν· ἐ­κεῖ αὐ­τὸν ὄ­ψε­σθε, κα­θὼς εἶ­πεν ὑ­μῖν. κα ἐ­ξελ­θοῦ­σαι ἔ­φυ­γον ἀ­πὸ το μνη­με­ί­ου· εἶ­χε δ αὐ­τὰς τρό­μος κα ἔκ­στα­σις, κα οὐ­δε­νὶ οὐ­δὲν εἶ­πον· ἐ­φο­βοῦν­το γρ.
               (Μάρκ. ιε΄[15] 43 – 47, ιστ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦλ­θε ὁ Ἰ­ω­σὴφ πού κα­τα­γό­ταν ἀ­π' τὴν πό­λη Ἀ­ρι­μαθαί­α, ἕ­να σε­βα­στὸ καὶ ἐ­πί­ση­μο μέ­λος τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ συνε­δρί­ου, πού εἶ­χε πι­στέ­ψει κι αὐ­τὸς στὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θεοῦ καὶ πε­ρί­με­νε τὴ βα­σιλεί­α αὐ­τὴ χω­ρὶς νὰ κλο­νι­σθεῖ ἡ ἐλ­πί­δα του ἀ­πὸ τὸ θάνα­το τοῦ Ἰησοῦ· αὐ­τὸς λοι­πὸν τόλ­μη­σε καὶ πα­ρου­σιάστη­κε στὸν Πι­λά­το καὶ ζή­τη­σε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Πι­λά­τος μά­λι­στα ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος κι ἀ­πό­ρη­σε πού τό­σο γρή­γο­ρα εἶ­χε κι­ό­λας πε­θά­νει ὁ Ἰησοῦς. Κι ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο, τὸν ρώ­τη­σε ἐ­ὰν εἶ­χε ὥ­ρα πολ­λὴ πού πέ­θα­νε. Κι ὅ­ταν ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ πέ­θα­νε ὁ Ἰ­η­σοῦς, χά­ρι­σε τὸ σῶ­μα του στὸν Ἰ­ω­σήφ. Κι ἐ­κεῖ­νος, ἀφοῦ ἀ­γό­ρα­σε και­νούρ­γιο καὶ ἀ­με­τα­χείρι­στο σεν­τό­νι καὶ κα­τέ­βα­σε τὸν Ἰησοῦ ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό, τύ­λι­ξε τὸ σῶ­μα του στὸ σεν­τό­νι καὶ τὸν ἔ­βα­λε κά­τω σ' ἕ­να μνη­μεῖ­ο, τὸ ὁποῖο ἦ­ταν σκα­λι­σμέ­νο μέ­σα στὸ βράχο· καὶ κύ­λι­σε ἕ­να με­γά­λο λί­θο πά­νω στὸ στό­μιο τοῦ μνη­μεί­ου κλεί­νον­τας ἔ­τσι τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου. Στὸ με­τα­ξὺ ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α τοῦ Ἰωσῆ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν προ­σε­κτι­κὰ καὶ μὲ πο­λὺ ἐν­διαφέ­ρον ποῦ το­πο­θε­τή­θη­κε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ.
Ἀφοῦ πέ­ρα­σε τὸ Σάβ­βα­το, ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ ἡ Σα­λώ­μη ἀ­γό­ρα­σαν τὸ βρά­δυ τοῦ Σαβ­βά­του ἀ­ρώ­μα­τα, γιὰ νὰ ἔλ­θουν τὸ πρω­ὶ στὸν τά­φο καὶ νὰ ἀ­λεί­ψουν τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν᾿ ἀνατέλλει κάτω ἀπ᾿ τόν ὁ­ρί­ζον­τα. Κι ἔ­λε­γαν με­τα­ξύ τους: Ποι­ὸς θὰ μᾶς κυ­λί­σει τὴ με­γάλη πέ­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου; Μό­λις ὅ­μως ἔ­στρε­ψαν τὰ μά­τια τους πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἶ­δαν ὅ­τι εἶ­χε με­τα­το­πι­σθεῖ ἡ πέ­τρα μα­κριὰ ἀπ’ τό μνημεῖο. Καὶ τὰ ἔ­λε­γαν αὐ­τὰ με­τα­ξύ τους, δι­ό­τι ἡ πέ­τρα αὐ­τὴ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη καὶ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ. Κι ἀφοῦ μπῆ­καν στὸ μνη­μεῖ­ο, εἶ­δαν ἕ­να νέ­ο πού καθόταν στὰ δε­ξιὰ τοῦ μνη­μεί­ου καὶ ἦ­ταν ντυ­μέ­νος μὲ λευκή στο­λή, καὶ γέ­μι­σαν μὲ τρό­μο καὶ κα­τά­πλη­ξη. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς εἶπε: Μὴν τρο­μά­ζε­τε καὶ μὴ φο­βάστε. Ξέ­ρω ποι­ὸν ζη­τᾶ­τε. Ζη­τᾶ­τε τὸν Ἰησοῦ τὸν Να­ζα­ρηνὸ τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Ἀ­να­στή­θη­κε. Δέν εἶναι ἐ­δῶ. Νά, εἶ­ναι ἀ­δεια­νὸ τὸ μέ­ρος πού τὸν ἔ­βα­λαν. Ἀλ­λὰ πη­γαί­νε­τε καὶ πέ­στε στοὺς μα­θη­τές του καὶ ἰ­διαι­τέ­ρως στὸν Πέ­τρο, πού ἔ­χει ἀ­νάγ­κη πα­ρη­γο­ριᾶς καὶ βε­βαι­ώ­σε­ως ὅ­τι συγ­χω­ρή­θη­κε γιὰ τὴν ἄρ­νη­σή του, ὅ­τι πη­γαί­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς στὴ Γα­λι­λαί­α καὶ σᾶς πε­ρι­μέ­νει ἐκεῖ. Ἐ­κεῖ θὰ τὸν δεῖ­τε, ὅ­πως σᾶς τὸ εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐ­κεῖ­νες τό­τε βγῆ­καν κι ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὸ μνη­μεῖ­ο. Ἦ­ταν μά­λι­στα γε­μά­τες τρό­μο καὶ ἔκ­στα­ση. Δὲν εἶ­παν ὅ­μως τί­πο­τε σὲ κα­νέ­να, δι­ό­τι ἦ­ταν φο­βι­σμέ­νες.