Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(19 ΜΑΡΤΙΟΥ 2017)
(ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, ἔ­χον­τες ἀρ­χι­ε­ρέ­α μέ­γαν δι­ε­λη­λυ­θό­τα τος οὐ­ρα­νο­ύς, Ἰ­η­σοῦν τν υἱ­ὸν το Θε­οῦ, κρα­τῶ­μεν τς ὁ­μο­λο­γί­ας. ο γρ ἔ­χο­μεν ἀρ­χι­ε­ρέ­α μ δυ­νά­με­νον συμ­πα­θῆ­σαι τας ἀ­σθε­νε­ί­αις ἡ­μῶν, πε­πει­ρα­σμέ­νον δ κα­τὰ πάν­τα κα­θ' ὁ­μοι­ό­τη­τα χω­ρὶς ἁ­μαρ­τί­ας. προ­σερ­χώ­με­θα ον με­τὰ παρ­ρη­σί­ας τ θρό­νῳ τς χά­ρι­τος, ἵ­να λά­βω­μεν ἔ­λε­ον κα χά­ριν εὕ­ρω­μεν ες εὔ­και­ρον βο­ή­θειαν.  Πς γρ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἐξ ἀν­θρώ­πων λαμ­βα­νό­με­νος ὑ­πὲρ ἀν­θρώ­πων κα­θί­στα­ται τ πρς τν Θε­όν, ἵ­να προ­σφέ­ρῃ δῶ­ρά τε κα θυ­σί­ας ὑ­πὲρ ἁ­μαρ­τι­ῶν, με­τρι­ο­πα­θεῖν δυ­νά­με­νος τος ἀ­γνο­οῦ­σι κα πλα­νω­μέ­νοις, ἐ­πεὶ κα αὐ­τὸς πε­ρί­κει­ται ἀ­σθέ­νειαν· κα δι τα­ύ­την ὀ­φε­ί­λει, κα­θὼς πε­ρὶ το λα­οῦ, οὕ­τω κα πε­ρὶ ἑ­αυ­τοῦ προ­σφέ­ρειν ὑ­πὲρ ἁ­μαρ­τι­ῶν. κα οχ ἑ­αυ­τῷ τις λαμ­βά­νει τν τι­μήν, ἀλ­λὰ κα­λού­με­νος ὑ­πὸ το Θε­οῦ, κα­θά­περ κα Ἀ­α­ρών. οὕ­τω κα Χρι­στὸς οχ ἑ­αυ­τὸν ἐ­δό­ξα­σε γε­νη­θῆ­ναι ἀρ­χι­ε­ρέ­α, ἀλ­λ' ὁ λα­λή­σας πρς αὐ­τόν· υἱ­ός μου ε σ, ἐ­γὼ σή­με­ρον γε­γέν­νη­κά σε· κα­θὼς κα ν ἑ­τέ­ρῳ λέ­γει· σ ἱ­ε­ρεὺς ες τν αἰ­ῶ­να κα­τὰ τν τά­ξιν Μελ­χι­σε­δέκ.
                                           (Ἑβρ. δ΄[4] 14 – ε΄[5] 6)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀφοῦ λοι­πόν, σύμ­φω­να καὶ μὲ ὅ­σα εἴ­πα­με, ἔ­χου­με με­γά­λο ἀρ­χι­ε­ρέ­α, ὁ ὁποῖος ἔ­χει πλέ­ον δι­α­σχί­σει τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ μπῆ­κε στὸν τό­πο τῆς αἰ­ώ­νιας ἀ­να­παύ­σε­ως, στὴν οὐ­ρά­νια βα­σι­λεί­α του, ὅ­που μᾶς πε­ρι­μέ­νει, τὸν Ἰ­η­σοῦ δη­λα­δή, ὁ ὁ­ποῖος δὲν εἶ­ναι ἕ­νας ἁ­πλὸς ἄν­θρω­πος ἀλλά καί ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, ἂς κρα­τοῦ­με κα­λὰ τὴν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στε­ώς μας πρὸς αὐ­τόν. Καὶ μὴν πε­ρά­σει πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ νοῦ μας ὅ­τι, ἀφοῦ αὐ­τὸς εἶ­ναι τώ­ρα στοὺς οὐ­ρα­νούς, δὲν θὰ δεί­ξει ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά μᾶς. Δι­ό­τι δὲν ἔ­χου­με ἀρ­χι­ε­ρέ­α πού νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ μᾶς συμ­πα­θή­σει στὶς ἠ­θι­κὲς καὶ φυ­σι­κὲς ἀ­δυ­να­μί­ες μας, ἐ­πει­δὴ τά­χα δὲν γνω­ρί­ζει τὰ ὅσα μᾶς συμ­βαί­νουν ἢ ἐ­πει­δὴ ὑ­ψώ­θη­κε τό­σο πο­λύ· ἀλλά ἔ­χου­με ἀρ­χι­ε­ρέ­α ὁ ὁποῖος ἔ­χει ἀν­τι­με­τω­πί­σει πει­ρα­σμοὺς μ' ὅ­λους τούς τρό­πους πού μπο­ρεῖ νὰ δο­κι­μα­σθεῖ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Ἔ­χει ἀν­τι­με­τω­πί­σει πει­ρα­σμοὺς ἐ­ξο­λο­κλή­ρου ὅ­μοι­α μ' ἐ­μᾶς, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ ὑ­πο­πέ­σει σὲ κα­μί­α ἁ­μαρ­τί­α. Ἀ­φοῦ λοι­πὸν τέ­τοι­ος εἶ­ναι ὁ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας μας, ἂς πλη­σι­ά­ζου­με μὲ θάρ­ρος καὶ ἄ­φο­βη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ βα­σι­λι­κό του θρό­νο, ἀ­πὸ τὸν ὁποῖο πη­γά­ζει ἡ χά­ρις. Ἂς πλη­σι­ά­ζου­με σ' αὐ­τὸν γιὰ νὰ λά­βου­με συγ­χώ­ρη­ση γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μας καὶ γιὰ νὰ βροῦ­με εὔ­νοι­α καὶ δω­ρε­ὲς πού θὰ μᾶς δώ­σουν ἄ­με­ση βο­ή­θεια σὲ κά­θε κρί­σι­μη ὥ­ρα πει­ρα­σμοῦ. Θὰ βροῦ­με ἔ­λε­ος, χά­ρη καὶ βο­ή­θεια ἀ­πὸ τὸν με­γά­λο καὶ εὔσπλαχνο ἀρ­χι­ε­ρέ­α μας. Δι­ό­τι κά­θε ἀρ­χι­ε­ρέ­ας στὴ λευ­ϊ­τι­κὴ ἱερωσύνη τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ξεχωρίζεται ἀ­πό τους ἀν­θρώ­πους καὶ ἐγ­κα­θί­στα­ται ἀρχιερέας στὰ ἔρ­γα τῆς λα­τρεί­ας τοῦ Θε­οῦ γιὰ τὴν ὠ­φέ­λεια τῶν ἀν­θρώ­πων, γιὰ νὰ προ­σφέ­ρει καὶ δῶ­ρα καὶ θυ­σί­ες γιά τή συγχώρηση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν τοῦ λα­οῦ. Καὶ μπο­ρεῖ ὁ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας τῶν Ἰ­ου­δαί­ων νὰ δεί­χνει συμπάθεια καὶ ἀ­νο­χὴ σ' ὅ­σους ἁ­μαρ­τά­νουν ἀ­πὸ ἄγνοια καὶ πλά­νη, ἐ­πει­δὴ κι αὐ­τὸς ὡς ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἐ­πάνω του ἠ­θι­κὴ ἀ­σθέ­νεια καὶ ἀν­θρώ­πι­νες ἀ­δυ­να­μί­ες. Καὶ ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­σθέ­νειας καὶ τῆς ἐνοχῆς του αὐ­τὸς ὀ­φεί­λει σύμ­φω­να μὲ τὶς δι­α­τά­ξεις τοῦ νό­μου, ὅ­πως προ­σφέ­ρει θυ­σί­α γιὰ χά­ρη τοῦ λα­οῦ, ἔ­τσι νὰ προ­σφέ­ρει θυ­σί­α καὶ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του. Ἐ­πί­σης κα­νεὶς δὲν παίρ­νει ἀ­πὸ μό­νος του τὴν ὑψηλή τιμή τῆς ἀρχιερωσύνης, ἀλλά τὴν δέ­χε­ται ὅ­ταν καλεῖται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ· ὅ­πως κλή­θη­κε στὸ ἀ­ξί­ω­μα αὐ­τὸ ἀ­πὸ τόν Θεό καί ὁ Ἀ­α­ρών. Ἔ­τσι καὶ ὁ Χρι­στὸς δὲν δό­ξα­σε μό­νος του τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ νὰ γί­νει ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, ἀλλά τὸν δό­ξα­σε ὁ Θε­ὸς Πα­τήρ, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶ­πε: Υἱ­ός μου εἶ­σαι ἐσύ. Ἐγώ σὲ γέν­νη­σα σή­με­ρα, ὅ­ταν σοῦ ἔ­δω­σα τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καὶ τὴν δό­ξα­σα μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­σή σου καὶ τὴν ἐν­θρό­νι­σή σου στὰ δε­ξιά μου. Ὅ­πως καὶ σ' ἄλ­λο ση­μεῖ­ο τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς λέ­ει: Ἐσύ εἶ­σαι ἱ­ε­ρέ­ας αἰ­ώ­νιος σὰν τὸν Μελ­χι­σε­δέκ. Γιὰ τὸ πρό­σω­πο αὐ­τὸ πα­ρα­σι­ω­πᾶ­ται σκό­πι­μα στὴν Ἁ­γί­α Γραφή ἡ γε­νε­α­λο­γί­α καὶ ὁ θά­να­τός του, γιὰ νὰ εἶναι σύμ­βο­λο καὶ προ­τύ­πω­ση τῆς παν­το­τι­νῆς βα­σι­λεί­ας καὶ τῆς ἱερωσύνης σου.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἐλθεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τὸν κα ἀ­ρά­τω τν σταυ­ρὸν αὐ­τοῦ, κα ἀ­κο­λου­θε­ί­τω μοι. ς γρ ν θέ­λῃ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ σῶ­σαι, ἀ­πο­λέ­σει αὐ­τήν· ς δ' ν ἀ­πο­λέ­σῃ τν ἑ­αυ­τοῦ ψυ­χὴν ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ κα το εὐ­αγ­γε­λί­ου, οὗ­τος σώ­σει αὐ­τήν. τ γρ ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον ἐ­ὰν κερ­δή­σῃ τν κό­σμον ὅ­λον, κα ζη­μι­ω­θῇ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ; τ δώ­σει ἄν­θρω­πος ἀν­τάλ­λαγ­μα τς ψυ­χῆς αὐ­τοῦ; ς γρ ἐ­ὰν ἐ­παι­σχυν­θῇ  με  κα τος  ἐ­μοὺς λό­γους ν τ γε­νε­ᾷ τα­ύ­τῃ τ μοι­χα­λί­δι ­ κα ἁ­μαρ­τω­λῷ, κα υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐ­παι­σχυν­θή­σε­ται αὐ­τὸν ὅ­ταν ἔλ­θῃ ἐν τ δό­ξῃ το πα­τρὸς αὐ­τοῦ με­τὰ τν ἀγ­γέ­λων τν ἁ­γί­ων. Κα ἔ­λε­γεν αὐ­τοῖς· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν ὅ­τι εἰ­σί τι­νες τῶν ὧ­δε ἑ­στη­κό­των, οἵ­τι­νες ο μ γεύσωνται θανάτου ἕ­ως ἂν ἴ­δω­σι τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ ἐ­λη­λυ­θυῖ­αν ἐν δυ­νά­μει.           
           (Μάρκ. η΄[8] 34 - θ΄[9]  1)
                     
   ΝΑ ΣΗΚΩΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΜΑΣ
Καθὼς βρισκόμαστε στὸ μέσο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει στοὺς ἱεροὺς Ναούς μας τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Κυρίου καὶ μᾶς καλεῖ νὰ τὸν προσκυνήσουμε μὲ δέος καὶ πίστη καὶ νὰ πάρουμε χάρη πολλὴ καὶ δύναμη γιὰ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα ποὺ διεξάγουμε τὴν περίοδο αὐτή.
1. ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ
Λίγες ἑβδομάδες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος του ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς μαθητές του καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ γιὰ νὰ τοὺς πεῖ λόγια βαρυσήμαντα γιὰ τὴ ζωή τους καὶ τὴ ζωὴ ὅλων μας. Ὅποιος θέλει, εἶπε, νὰ μὲ ἀκολουθήσει καὶ νὰ γίνει μαθητής μου, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του κι ἂς πάρει τὴ σταθερὴ ἀπόφαση νὰ ὑποστεῖ γιὰ μένα ὄχι μόνο κάθε θλίψη καὶ δοκιμασία ἀλλὰ καὶ θάνατο σταυρικό, καὶ τότε ἂς μὲ ἀκολουθεῖ.
Τί σημαίνει ὅμως «ἀπαρνοῦμαι τὸν ἑαυτό μου»; Σημαίνει δυὸ πράγματα. Πρῶτα ὅτι νεκρώνω τὸν παλαιὸ ἑαυτὸ ποὺ κρύβω μέσα μου, τὸν διαγράφω ἀπὸ τὴ ζωή μου. Παύω νὰ ὑπάρχω γι᾿ αὐτόν. Ἀρνοῦμαι δηλαδὴ καὶ νεκρώνω τὰ θελήματα, τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ροπὲς τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμη κι ἂν τὸν δῶ νὰ ἐπαναστατεῖ, νὰ ἀντιδρᾶ, νὰ ἐπιζητεῖ μὲ μανία καὶ ἐπιμονὴ καθετὶ ἁμαρτωλό, ἐγὼ δὲν ὑποκύπτω, δὲν τοῦ δίνω σημασία. Ἔχω ἀρνηθεῖ ὄχι μόνο κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου ἀλλὰ ὅλο τὸν παλαιὸ ἑαυτό μου.
Ἀρνοῦμαι τὸν παλαιὸ ἑαυτό μου σημαίνει ταυτόχρονα ὅτι ὑποτάσσομαι στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀκολουθῶ τὸν Κύριο ὅπου μὲ ὁδηγεῖ. Καὶ ὑπομένω ὅλες τὶς θλίψεις ποὺ ἐπιτρέπει στὴ ζωή μου γιὰ τὸν ἐξαγιασμό μου. Μέχρι τοῦ σημείου νὰ περιφρονῶ ἀκόμη καὶ τὸν θάνατο. Διότι αὐτὸ σημαίνει νὰ σηκώνω διαρκῶς τὸν σταυρὸ τῶν θλίψεων καὶ τῆς θυσίας. Ὅπως κάθε κατάδικος σήκωνε ὡς μελλοθάνατος τὸν σταυρό του, ἔτσι κι ἐγὼ πρέπει νὰ σηκώνω τὸν δικό μου σταυρὸ περιμένοντας τὸ μαρτύριο. Μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ εἶμαι ἕτοιμος σὲ κάθε στιγμή, ἀργὰ ἢ γρήγορα, νὰ πεθάνω, ἂν μοῦ τὸ ζητήσει ὁ Κύριος. Καὶ νὰ προχωρῶ μὲ τέτοια διαθέση ὄχι γιὰ λίγο ἀλλὰ σὲ ὅλη μου τὴ ζωή. Νὰ σηκώνω τὸν σταυρὸ τῶν θλίψεων ὄχι ἀναγκαστικά, ἐπειδὴ δὲν μπορῶ νὰ κάνω ἀλλιῶς, ἀλλὰ μὲ χαρὰ κι ἐλπίδα, μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι ὁ δρόμος τῆς ὑποταγῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο βαδίζω σηκώνοντας τὸν σταυρὸ τῶν θλίψεων, εἶναι ὁ μοναδικὸς δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία μου, στὸν Παράδεισο.
Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Κυρίου ἄλλωστε ἦταν μία διαρκὴς αὐταπάρνηση, προσφορὰ καὶ θυσία, ποὺ κορυφώθηκε καὶ ὁλοκληρώθηκε στὴ σταυρική του θυσία. Κι ἐπειδὴ αὐτὸς πρῶτος ἐφάρμοσε τὴν τέλεια αὐταπάρνηση, ζητᾶ κι ἀπὸ μᾶς ν᾿ ἀκολουθήσουμε ὁλόψυχα τὸ παράδειγμά του.
2. ΠΟΣΟ ΑΞΙΖΕΙ ΜΙΑ ΨΥΧΗ
Ὁ Κύριος συνέχισε τὴ διδασκαλία του λέγοντας: Ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ἐπίγεια ζωή του, θὰ χάσει τὴν αἰώνια. Ὅποιος ὅμως θυσιάσει τὴ ζωή του γιὰ μένα καὶ τὸ Εὐαγγέλιό μου, αὐτὸς θὰ σώσει τὴν ψυχή του. Διότι τί θὰ ὠφελήσει τὸν ἄνθρωπο ἐὰν κερδίσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ χάσει τὴν ψυχή του; Καὶ τί μπορεῖ νὰ δώσει ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ νὰ τὴν ἑξαγοράσει; Ὅποιος ντραπεῖ ἐμένα καὶ τοὺς λόγους μου ἐπειδὴ φοβᾶται τοὺς χλευασμοὺς τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀποστατημένης καὶ ἁμαρτωλῆς αὐτῆς γενιᾶς, αὐτὸν θὰ τὸν ἀποκηρύξω κι ἐγὼ ὅταν θὰ ἔλθω μέσα στὴ θεϊκὴ δόξα μου μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους.
Καὶ ὁ Κύριος ἐπισφράγισε τοὺς λόγους του λέγοντας: Πολλοὶ ἀπὸ σᾶς, πρὶν πεθάνουν, θὰ δοῦν νὰ θεμελιώνεται μὲ δύναμη ἀκαταγώνιστη ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ, δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία μου.
Σ᾿ ὅλη αὐτὴ τὴ διδασκαλία του ὁ Κύριος τονίζει τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς μας. Καὶ τί λέει; Πόσο ἀξίζει ἡ ψυχή μας; Ἀνυπολόγιστα. Δὲν συγκρίνεται μὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Ἔχει ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀξία ἀπὸ ὅλα τὰ πλούτη, τὶς τιμὲς καὶ τὶς ἀπολαύσεις αὐτῆς τῆς ζωῆς. Γι᾿ αὐτὴν ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γι᾿ αὐτὴν ἔχυσε τὸ αἷμα του ἐπάνω στὸ σταυρὸ καὶ μᾶς ἐξαγόρασε μὲ τὸ τίμιο Αἷμα του. Κι ἂν ἐμεῖς περιφρονήσουμε τὸ πολυτιμότατο αὐτὸ λύτρο ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ψυχή μας, ἡ καταστροφή μας θὰ εἶναι ἀνεπανόρθωτη. Διότι, ὅταν ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε συστηματικὰ καὶ ἀσύστολα, κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε τὴν ψυχή μας γιὰ πάντα στὴν αἰώνια κόλαση. Ἐκεῖ ἡ ψυχὴ θὰ χωρισθεῖ αἰωνίως ἀπὸ τὸν Θεό, τὴ χάρη του καὶ τὴν ἀγάπη του καὶ θὰ βυθισθεῖ στὸ αἰώνιο σκοτάδι. Γι᾿ αὐτὸ λέει ὁ Κύριος ὅτι τὸ χειρότερο κακὸ ποὺ μποροῦμε νὰ πάθουμε οἱ ἄνθρωποι, εἶναι τὸ νὰ χάσουμε τὴν ψυχή μας. Καὶ ἂν χάσουμε τὴν ψυχή μας, χάσαμε τὸν Θεό, χάσαμε τὸν ἑαυτό μας, χάσαμε τὰ πάντα. Κι αὐτὴ ἡ ἀπώλεια εἶναι ἀμετάκλητη. Μήπως ἔχουμε καὶ ἄλλη ψυχή, ὥστε νὰ δώσουμε μία στὸν σατανᾶ καὶ μία στὸν Θεό; Ἢ νὰ δώσουμε τὴ μία ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς ἄλλης; Τὰ χρήματα καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰ σπίτια μποροῦμε νὰ τὰ ἀνταλλάξουμε. Τὴν ψυχὴ ὅμως ποτέ.
Καὶ δὲν εἶναι δύσκολο νὰ τὴν χάσουμε. Σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ φοβερὸς πόλεμος διεξάγεται. Μὲ λύσσα οἱ δαίμονες ζητοῦν νὰ ἁρπάξουν καὶ νὰ κατασπαράξουν τὴν ψυχή μας. Ἂς ἀντισταθοῦμε λοιπὸν κι ἂς ἀγωνισθοῦμε. Ὣστε, ὅταν κλείσουμε τὰ μάτια μας, νὰ παραλάβουν τὴν ψυχή μας οἱ παμφώτεινοι ἄγγελοι στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ.  
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(12 ΜΑΡΤΙΟΥ 2017)
(ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Κα­τ' ἀρ­χάς σύ, Κριε, τν γν ἐ­θε­με­λί­ω­σας, κα ἔρ­γα τν χει­ρῶν σο εἰ­σιν ο οὐ­ρα­νοί· αὐ­τοὶ ἀ­πο­λοῦν­ται, σ δ δι­α­μέ­νεις· κα πάν­τες ς ἱ­μά­τιον πα­λαι­ω­θή­σον­ται, κα ὡ­σεὶ πε­ρι­βό­λαι­ον ἑ­λί­ξεις αὐ­το­ύς, κα ἀλ­λα­γή­σον­ται· σ δ αὐ­τὸς ε, κα τ ἔ­τη σου οκ ἐκλεί­ψου­σι. πρς τί­να δ τν ἀγ­γέ­λων εἴ­ρη­κέ πο­τε· κά­θου κ δε­ξι­ῶν μου ἕ­ως ἂν θ τος ἐχ­θρο­ύς σου ὑ­πο­πό­διον τν πο­δῶν σου; Οὐ­χὶ πάν­τες εἰ­σὶ λει­τουρ­γι­κὰ πνε­ύ­μα­τα ες δι­α­κο­νί­αν ἀ­πο­στελ­λό­με­να δι τος μέλ­λον­τας κλη­ρο­νο­μεῖν σω­τη­ρί­αν; Δι τοῦ­το δε πε­ρισ­σο­τέ­ρως ἡ­μᾶς προ­σέ­χειν τος ἀ­κου­σθεῖ­σι, μή­πο­τε πα­ραρ­ρυ­ῶ­μεν. Εγρ δι' ἀγ­γέ­λων λα­λη­θεὶς λό­γος ἐ­γέ­νε­το βέ­βαι­ος, κα πᾶ­σα πα­ρά­βα­σις κα πα­ρα­κο­ὴ ἔ­λα­βεν ἔν­δι­κον μι­σθα­πο­δο­σί­αν, πς ἡ­μεῖς ἐκ­φευ­ξό­με­θα τη­λι­κα­ύ­της ἀ­με­λή­σαν­τες σω­τη­ρί­ας; ἥ­τις ἀρ­χὴν λα­βοῦ­σα λα­λεῖ­σθαι δι το Κυ­ρί­ου, ὑ­πὸ τν ἀ­κου­σάν­των ες ἡ­μᾶς ἐ­βε­βαι­ώ­θη.
                                            (Ἑβρ. α΄[1]10 – β΄[2] 3)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
  Ἐ­σύ, Κύ­ρι­ε, στὴν ἀρ­χή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας στή­ρι­ξες τὴ γῆ καὶ τὴν ἑ­δραί­ω­σες μέ­σα στὸ οὐ­ρά­νιο στε­ρέ­ω­μα, καὶ ἔρ­γα τῶν χει­ρῶν σου εἶ­ναι οἱ οὐ­ρα­νοί. Αὐ­τοὶ θὰ χά­σουν τὸ ση­με­ρι­νό τους σχῆ­μα καὶ θὰ ἐ­ξα­φα­νι­σθοῦν. Ἐ­σὺ ὅ­μως πα­ρα­μέ­νεις ἀ­ναλ­λοί­ω­τος καὶ ἀ­με­τά­βλη­τος. Κι ὅ­λος ὁ κό­σμος θὰ πα­λι­ώ­σει σὰν ἕ­να ἔν­δυ­μα, κι ἐ­σύ θὰ τὸν πε­ρι­στρέ­ψεις καὶ θὰ τὸν πε­ρι­τυ­λί­ξεις σὰν ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ ροῦ­χο πού φο­ροῦν οἱ ἄν­θρω­ποι· θὰ ἀλ­λά­ξει λοι­πὸν καὶ θὰ γί­νει και­νούρ­γιος. Ἐ­σύ ὅ­μως εἶ­σαι πάν­το­τε ὁ ἴ­διος, καὶ τὰ ἔ­τη σου θὰ εἶ­ναι ἀ­τε­λεί­ω­τα. Σὲ ποι­ὸν ἄλ­λω­στε ἀ­πό τους ἀγ­γέ­λους ἔ­χει πεῖ πο­τὲ ὁ ἐ­που­ρά­νιος Πα­τέ­ρας· κά­θι­σε τώ­ρα με­τά τὴν Ἀ­νά­λη­ψή σου στὰ δε­ξιά μου, ὡ­σό­του ὑ­πο­τά­ξω τους ἐ­χθρούς σου βά­ζον­τάς τους κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια σου ὡς ὑ­πο­πό­διο πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ πα­τᾶς, γιὰ νὰ ἔ­χεις αἰ­ω­νί­ως ἀ­δι­α­φι­λο­νί­κη­τη τὴν ἐ­ξου­σί­α; Σὲ κα­νέ­ναν. Δὲν εἶ­ναι ὅ­λοι οἱ ἄγ­γε­λοι ὑ­πη­ρε­τι­κὰ πνεύ­μα­τα, πού ἐ­νερ­γοῦν ὄ­χι ἀ­πὸ δι­κή τους πρω­το­βου­λί­α, ἀλ­λά ἀ­πο­στέλ­λον­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ γιὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τοῦν ἐ­κεί­νους πού πρό­κει­ται νὰ κλη­ρο­νο­μή­σουν τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ή; Ὁ Υἱ­ός λοι­πὸν εἶ­ναι ἀ­συγ­κρί­τως ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό τοὺς ἀγ­γέ­λους. Γι' αὐ­τὸ κι ἐ­μεῖς πρέ­πει νὰ προ­σέ­χου­με πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο σ' ἐ­κεῖ­να πού ἀ­κού­σα­με μέ τὸ κή­ρυγ­μα, δι­ό­τι ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι λό­γοι τοῦ Υἱ­οῦ καί τῶν Ἀ­πο­στό­λων του. Εἶ­ναι ἐ­πεί­γου­σα ἀ­νάγ­κη νὰ προ­σέ­χου­με, μή­πως ἀ­πὸ ἀ­προ­σε­ξί­α μᾶς συμ­βεῖ νὰ πα­ρα­συρ­θοῦ­με καὶ πέ­σου­με ἔ­ξω. Κι ἀ­λί­μο­νό μας ἂν πέ­σου­με ἔ­ξω. Δι­ό­τι, ἐ­ὰν ὁ νό­μος πού ἀ­νήγ­γει­λε ὁ Θε­ὸς στὸ Μω­υ­σῆ δι­α­μέ­σου ἀγ­γέ­λων ἀ­πο­δεί­χθη­κε ἔγ­κυ­ρος καὶ ἰ­σχυ­ρός, καὶ κά­θε πα­ρά­βα­σή του καί πα­ρα­κο­ή τι­μω­ρή­θη­κε δί­και­α μὲ τὴν ἀ­νά­λο­γη τι­μω­ρί­α, πῶς ἐ­μεῖς θὰ ξε­φύ­γου­με τὴν τι­μω­ρί­α, ἐ­ὰν ἀ­με­λή­σου­με μιὰ τό­σο με­γά­λη καὶ σπου­δαί­α σω­τη­ρί­α; Τὴ σω­τη­ρί­α αὐ­τὴ δὲν μᾶς τὴν γνω­στο­ποί­η­σαν κά­ποι­οι ἄγ­γε­λοι, ὅ­πως ἔ­γι­νε στὸ νό­μο, ἀλ­λά ἀ­φοῦ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν κη­ρύτ­τει ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος, μᾶς τὴν πα­ρέ­δω­σαν ὡς ἀ­λη­θι­νή καὶ ἀ­ξι­ό­πι­στη οἱ ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι πού τὴν ἄ­κου­σαν κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὸ στό­μα τοῦ Κυ­ρί­ου.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ   
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ εἰ­σῆλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ες Κα­περ­να­οὺμ κα ἠ­κο­ύ­σθη ὅ­τι ες οἶ­κόν ἐ­στι. Κα εὐ­θέ­ως συ­νή­χθη­σαν πολ­λοὶ, ὥ­στε μη­κέ­τι χω­ρεῖν μη­δὲ τ πρς τν θύ­ραν· κα ἐ­λά­λει αὐ­τοῖς τν λό­γον. κα ἔρ­χον­ται πρς αὐ­τὸν πα­ρα­λυ­τι­κὸν φέ­ρον­τες, αἰ­ρό­με­νον ὑ­πὸ τεσ­σά­ρων. Κα μ δυ­νά­με­νοι προ­σεγ­γί­σαι αὐ­τῷ δι τν ὄ­χλον, ἀ­πε­στέ­γα­σαν τν στέ­γην ὅ­που ἦν, κα ἐ­ξο­ρύ­ξαν­τες χα­λῶ­σι τν κρά­βατ­τον ἐφ' ᾧ πα­ρα­λυ­τι­κὸς κα­τέ­κει­το. Ἰ­δὼν δ Ἰ­η­σοῦς τν πί­στιν αὐ­τῶν λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Τκνον, ἀ­φέ­ων­ταί σοι α ἁ­μαρ­τί­αι σου. Ἦ­σαν δ τι­νες τν γραμ­μα­τέ­ων ἐ­κεῖ κα­θή­με­νοι κα δι­α­λο­γι­ζό­με­νοι ν τας καρ­δί­αις αὐ­τῶν· Τ οὗ­τος οὕ­τως λα­λεῖ βλα­σφη­μί­ας; τς δύ­να­ται ἀ­φι­έ­ναι ἁ­μαρ­τί­ας ε μ ες Θε­ός; Κα εὐ­θέ­ως ἐ­πι­γνοὺς ὁ Ἰ­η­σοῦς τ πνε­ύ­μα­τι αὐ­τοῦ ὅ­τι οὕ­τως αὐ­τοὶ δι­α­λο­γί­ζον­ται ν ἑ­αυ­τοῖς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Τ ταῦ­τα δι­α­λο­γί­ζε­σθε ν τας καρ­δί­αις ὑ­μῶν; Τ ἐ­στιν εὐ­κο­πώ­τε­ρον, εἰ­πεῖν τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ, ἀ­φέ­ων­ταί σου α ἁ­μαρ­τί­αι, εἰ­πεῖν, ἔ­γει­ρε κα ἆ­ρον τν κρά­ββατόν σου κα πε­ρι­πά­τει; Ἵ­να δ εἰ­δῆ­τε ὅ­τι ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χει ὁ υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἀ­φι­έ­ναι ἐ­πὶ τς γς ἁ­μαρ­τί­ας (λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ). Σο λέ­γω, ἔ­γει­ρε κα ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα ὕ­πα­γε ες τν οἶ­κόν σου. Κα ἠ­γέρ­θη εὐ­θέ­ως, κα ἄ­ρας τν κρά­βατ­τον ἐ­ξῆλ­θεν ἐ­ναν­τί­ον πάν­των, ὥ­στε ἐ­ξί­στα­σθαι πάν­τας κα δο­ξά­ζειν τν Θε­ὸν λέ­γον­τας ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε οὕ­τως εἴ­δο­μεν. 
                                             (Μάρκ. β΄[2] 1 - 12)

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
1. Η ΠΙΣΤΗ ΚΑΝΕΙ ΘΑΥΜΑΤΑ!
Ἡ εἴδηση κυκλοφόρησε ἀστραπιαῖα: ὁ Κύριος βρίσκεται σὲ κάποιο σπίτι στὴν Καπερναούμ. Κι ἀμέσως ἔτρεξαν κοντά του τόσο πολλοί, ὥστε γέμισε ὅλο τὸ σπίτι καὶ δὲν χωροῦσε πλέον κανεὶς ἄλλος ἐκεῖ. Ἐνῶ ὅμως ὁ Κύριος δίδασκε τὸν λαό, τέσσερις ἄνθρωποι μετέφεραν ἐκεῖ, πάνω σ᾿ ἕνα κρεβάτι, ἕναν παράλυτο. Κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν φέρουν μέσα στὸ σπίτι, ἀνέβηκαν στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ τὴν ξήλωσαν πάνω ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ βρισκόταν ὁ Κύριος. Κατόπιν κατέβασαν σιγὰ - σιγὰ τὸ κρεβάτι. Καὶ καθὼς ὁ Κύριος εἶδε μπροστά του τὸν παράλυτο, διέγνωσε τὴ μεγάλη πίστη ποὺ εἶχε κι αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν μετέφεραν.
Διότι οἱ φίλοι τοῦ παραλύτου δὲν θὰ ἔφερναν τὸν φίλο τους στὸν Χριστό, ἐὰν δὲν εἶχαν μία τόσο μεγάλη καὶ δυνατὴ πίστη. Καὶ μάλιστα μετέφεραν τὸν φίλο τους μὲ τόσες δυσκολίες καὶ κόπους μπροστὰ στὰ ἔκπληκτα μάτια ὅλων. Χωρὶς νὰ ὑπολογίσουν τὶς ἀντιδράσεις τοῦ ἰδιοκτήτη, ἔκαναν μία πράξη τόσο ἐπικίνδυνη! Διότι ἡ ἀνάβαση τοῦ παραλύτου στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἡ κάθοδός του ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τῆς στέγης ἦταν δύσκολη ἐπιχείρηση καὶ εἶχε πολλοὺς κινδύνους. Αὐτοὶ ὅμως δὲν ὑπολόγισαν τίποτε, διότι εἶχαν μεγάλη πίστη. Τέτοια πίστη ἄλλωστε εἶχε κι ὁ παράλυτος, διότι δὲν θὰ δεχόταν νὰ τὸν μεταφέρουν μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἐὰν δὲν πίστευε ὅτι ὁ Ἰησοῦς μποροῦσε νὰ τὸν κάνει καλά.
Καὶ διδασκόμαστε ἔτσι πόσο μεγάλα θαύματα μπορεῖ νὰ κάνει ἡ θερμὴ καὶ ἀκλόνητη πίστη. Μιὰ τέτοια πίστη χρειαζόμαστε κι ἐμεῖς. Μιὰ πίστη ποὺ δὲν θὰ ὑπολογίζει ἐμπόδια, κινδύνους καὶ συνέπειες, θὰ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τῆς περιορισμένης λογικῆς. Αὐτὴ τὴν πίστη ποὺ θὰ μεταμορφώνει τὴ ζωή μας καὶ θὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ὑπακοὴ τοῦ θείου θελήματος. Βέβαια ἡ πίστη εἶναι θεῖο δῶρο, οὐράνιο χάρισμα, καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς πίστεως εἶναι ἔργο μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς. Γι᾿ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεὸ μὲ ὅλη τὴ θέρμη τῆς καρδιᾶς μας νὰ μᾶς κάνει ἀνθρώπους πίστεως, γιὰ νὰ παραθέτουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴ ζωή μας ὁλόκληρη στὰ χέρια τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ.
2. ΠΡΩΤΑ Η ΨΥΧΗ ΜΑΣ
Καθὼς ὁ Κύριος διέγνωσε αὐτὴ τὴ μεγάλη πίστη τους, λέει στὸν παράλυτο: «Παιδί μου, σοῦ ἔχουν συγχωρεθεῖ οἱ ἁμαρτίες σου, οἱ ὁποῖες εἶναι ἡ αἰτία τῆς σωματικῆς παραλυσίας σου». Μόλις ὅμως ἄκουσαν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου μας οἱ Φαρισαῖοι, ἄρχισαν νὰ σκέφτονται: Γιατί ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ξεστομίζει τέτοιες βλασφημίες; Ποιὸς ἄλλος μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός; Ὁ Κύριος ὅμως, ποὺ κατάλαβε τὶς πονηρὲς σκέψεις τους, τοὺς εἶπε: Γιατί ἔχετε τέτοιους κακοὺς λογισμούς; Τί εἶναι εὐκολότερο, νὰ πῶ στὸν παράλυτο, «εἶναι συγχωρημένες οἱ ἁμαρτίες σου», ἢ νὰ τοῦ πῶ, «πάρε στὸν ὦμο σου τὸ κρεβάτι σου καὶ περπάτα»; Γιὰ νὰ μάθετε λοιπὸν ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία στὴ γῆ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες, λέει στὸν παράλυτο: Σὲ σένα μιλῶ, πάρε τὸ κρεβάτι στὸν ὦμο σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου.
Καὶ ὁ παράλυτος σηκώθηκε ἀμέσως, πῆρε τὸ κρεβάτι του καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι ἐκεῖνο. Τὸν εἶδαν ὅλοι μὲ τὰ μάτια τους καὶ ἔκπληκτοι δόξαζαν τὸν Θεὸ λέγοντας ὅτι ποτὲ δὲν εἴδαμε παράλυτο μὲ μία προσταγὴ νὰ σηκώνεται ἀμέσως καὶ νὰ περπατᾶ.
Ἀπὸ τὴν ὅλη διήγηση τοῦ θαύματος φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι ὁ παράλυτος αὐτὸς ἔπασχε ἀπὸ διπλὴ παραλυσία. Ἦταν ἄρρωστος καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή. Οἱ πολλὲς ἁμαρτίες του εἶχαν παραλύσει καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα του. Καὶ ὁ Κύριος ἤθελε νὰ λυτρώσει τὸν παράλυτο πρῶτα ἀπὸ τὴν παραλυσία τῆς ψυχῆς του, ποὺ ἦταν ἡ αἰτία τῆς ἀσθενείας του.
Ὁ Κύριος βέβαια κάποιες φορὲς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες μας χωρὶς νὰ θεραπεύει καὶ τὶς ἀσθένειές μας. Ἤ καὶ ἀντίθετα, νὰ θεραπεύει τὶς ἀσθένειες μας χωρὶς νὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες μας, ὅταν ἐμεῖς μένουμε ἀμετανόητοι. Ἀλλὰ τότε ποιὰ ὠφέλεια μποροῦμε νὰ ἔχουμε ὅταν μείνει μέσα στὴν ψυχή μας τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας; Ἀντίθετα, ὅταν μὲ τὴ μετάνοια καὶ ἱερὰ Ἐξομολόγηση συμφιλιωθοῦμε μὲ τὸν Θεό, ἀκόμη κι ἂν δὲν θεραπευθοῦν οἱ ἀσθένειές μας, αἰσθανόμαστε τὸ φορτίο τῶν ἀσθενειῶν μας πιὸ ἐλαφρό, καὶ κερδίζουμε αἰώνια σωτηρία!
Μὴ λέμε λοιπὸν «πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ ὑγεία». Λάθος! Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς μας! Τί νὰ τὸ κάνεις νὰ ζήσεις ὑγιὴς πολλὰ χρόνια καὶ νὰ ὑποφέρεις αἰωνίως φρικτοὺς πόνους στὴν κόλαση; Ἐμεῖς βέβαια, ὅταν ἀρρωστήσει τὸ σῶμα μας, τρέχουμε στοὺς καλύτερους γιατρούς, καὶ καλὰ κάνουμε. Γιὰ τὴν ψυχή μας ὅμως, ποὺ εἶναι συχνὰ ἄρρωστη, θὰ πρέπει νὰ δείχνουμε πολὺ μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον. Νὰ τρέχουμε τακτικὰ στὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Ἐκεῖ ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας θὰ μᾶς προσφέρει τὴν ἴαση τῆς ψυχῆς μας. Καὶ ἐὰν τὸ κρίνει ὠφέλιμο γιὰ μᾶς, θὰ μᾶς χαρίζει καὶ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος. Ἐμεῖς πάντως ἂς τὸ κατανοοῦμε, ἂς τὸ ἐφαρμόζουμε καὶ ἂς τὸ λέμε: «πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ ὑγεία... τῆς ψυχῆς μας».

     (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)