Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
    ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ
(26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2020)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΛΒ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)
Τέ­κνον Τι­μό­θε­ε, πι­στὸς ὁ λό­γος καὶ πά­σης ἀ­πο­δο­χῆς ἄ­ξι­ος, εἰς τοῦ­το γὰρ καὶ κο­πι­ῶ­μεν καὶ ὀ­νει­δι­ζό­με­θα, ὅ­τι ἠλ­πί­κα­μεν ἐ­πὶ Θε­ῷ ζῶν­τι, ὅς ἐ­στι σω­τὴρ πάν­των ἀν­θρώ­πων,  μά­λι­στα πι­στῶν. Πα­ράγ­γελ­λε ταῦ­τα καὶ δί­δα­σκε. Μη­δε­ίς σου τῆς νε­ό­τη­τος κα­τα­φρο­νε­ί­τω, ἀλ­λὰ τύ­πος γί­νου τῶν πι­στῶν ἐν λό­γῳ, ἐν ἀ­να­στρο­φῇ, ἐν ἀ­γά­πῃ, ἐν πνε­ύ­μα­τι, ἐν πί­στει, ἐν ἁ­γνε­ί­ᾳ. Ἕ­ως ἔρ­χο­μαι πρό­σε­χε τῇ ἀ­να­γνώ­σει, τῇ πα­ρα­κλή­σει, τῇ δι­δα­σκα­λί­ᾳ. Μὴ ἀ­μέ­λει τοῦ ἐν σοὶ χα­ρί­σμα­τος, ὃ ἐ­δό­θη σοι δι­ὰ προ­φη­τε­ί­ας με­τὰ ἐ­πι­θέ­σε­ως τῶν χει­ρῶν τοῦ πρε­σβυ­τε­ρί­ου. Ταῦ­τα με­λέ­τα, ἐν το­ύ­τοις ἴ­σθι, ἵ­να σου ἡ προ­κο­πὴ φα­νε­ρὰ ᾖ ἐν πᾶ­σιν.
                                             (Α΄ Τιμ. δ΄[4] 9 -15)

Ο­ΜΙ­ΛΙ­Α ΣΤΟΝ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΝ
1. Ἀ­δελ­φοί, o­ἱ ἀ­γῶ­νες γι­ὰ ζω­ὴ εὐ­σέ­βει­ας καὶ πί­στη­ς εἶ­ναι πάν­το­τε ὠ­φέ­λι­μοι καί γι­ά τὴν πα­ρο­ῦ­σα ζω­ὴ καὶ γι­ὰ τὴ μέλλ­λου­σα. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος πού εἶ­ναι «Πι­στὸς καὶ πά­σης ἀ­πο­δο­χῆς ἄ­ξι­ος», ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος σή­με­ρα. Γι’ αὐ­τὸ καὶ προ­σθέ­τει ὅ­τι, ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἔτ­σι τὰ πράγ­μα­τα καὶ ἐ­μεῖς «κο­πι­ῶ­μεν καὶ ὀ­νει­δι­ζό­με­θα ὅ­τι ἠλ­πί­κα­μεν ἐ­πί Θε­ῷ ζῶν­τι, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι σω­τὴρ ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων, πρὸ παν­τὸς δὲ τῶν πι­στῶν». Προ­τρέ­πει δὲ τὸν Τι­μό­θε­ο ὁ Παῦλος· «πα­ράγ­γελ­λε ταῦτα καὶ δί­δα­σκε», ὡς ἐ­πί­σκο­πος πού εἶ­σαι. Ἐ­πει­δὴ δὲ ἦ­το νέ­ος κα­τὰ τὴν ἡ­λι­κί­α ὁ Τι­μό­θε­ος, συ­νε­χί­ζει· «μη­δείς σου τῆς νε­ό­τη­τος κα­τα­φρο­νεί­τω». Ἂς μὴ πε­ρι­φρο­νεῖ κα­νεὶς τὴν νε­ό­τη­τά σου. Γι­ὰ νὰ γί­νε­ται δὲ τοῦ­το, φρόν­τι­ζε νὰ γί­νε­σαι «τύ­πος τῶν πι­στῶν». Πα­ρά­δειγ­μα καὶ ὑ­πό­δειγ­μα τῶν Χρι­στι­α­νῶν σὲ ὅ­λα σου. Στά λό­γι­α σου, στή συμπεριφορά σου, στήν ἀγάπη πρός ὅ­λους, στὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ πού θὰ ζεῖς, στήν πίστη, στή κα­θα­ρό­τη­τα καὶ ἁ­γνό­τη­τα τῆς ζω­ῆς σου. «Ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύ­μα­τι, ἐν πί­στει, ἐν ἁγνείᾳ». Ἔτ­σι, καὶ μό­νον ἔτ­σι, θὰ γί­νε­σαι σε­βα­στὸς καὶ ἀ­γα­πη­τὸς στούς πι­στοὺς καί θὰ μπορεῖς νὰ τοὺς ἐ­πη­ρε­ά­ζεις στό θέ­λη­μα τοῦ Θεοῦ καί τή σω­τη­ρί­α τους.
Ἀλ­λ' αὐ­τὰ δὲν ἴ­σχυ­αν μό­νον γι­ὰ τὸν Τι­μό­θε­ο, ἀ­δελ­φοί. Ἰ­σχύ­ουν γιά ὅ­λους μας. Ὅ­λοι ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως ἔ­χο­με κα­θῆ­κον νὰ προσφέρομε τὸν ἑ­αυ­τὸν μας τύ­πο σέ κά­θε ἐκ­δή­λω­ση τῆς ζω­ῆς μας. Νὰ προσφέρομε τὸν ἑ­αυ­τὸν μας πα­ρά­δειγ­μα ζω­ῆς καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς χρι­στι­α­νι­κῆς, κα­τὰ τὸν κα­λύ­τε­ρο καί  τε­λει­ό­τε­ρο τρό­πο. Μό­νον ὅ­ταν τὸ πα­ρά­δειγ­μά μας εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὰ χρι­στι­α­νι­κό, μό­νον τό­τε θὰ μ­πο­ροῦ­με νὰ ὠ­φε­λοῦ­με τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους καὶ νὰ τοὺς βο­η­θοῦ­με νὰ κερ­δί­σουν καὶ αὐ­τοὶ τὴ σω­τη­ρί­α. Μό­νο τό­τε τὰ λό­γι­α τῆς πί­στε­ως, οἱ συμβουλές καί πα­ρα­κι­νή­σεις μας, ἄν ἀ­κο­λου­θοῦν τὸν Χρι­στὸ θὰ φέ­ρουν ἀ­πο­τέ­λε­σμα καὶ θὰ ἔ­χουν κύ­ρος. Ὅ­λοι ξέρου­μεν ὅ­τι, ὅ­ταν κά­ποι­ος δὲν ἔ­χει παράδειγμα χρι­στι­α­νι­κό, ὅ­σα καὶ ἂν πεῖ δὲν γί­νον­ται ἀ­κου­στά. Καὶ ὅ­σα ὡραῖα λό­γι­α καὶ ἂν λέ­γει, ὅταν ἡ ζω­ή του δὲν εἶ­ναι ὅ­πως θέ­λει ὁ Θε­ός, βλά­πτει μᾶλ­λον, πα­ρὰ ὠφελεῖ. Γί­νε­ται ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς αἰ­τί­α νὰ βλασφημεῖται ὁ Θε­ὸς καὶ ὄ­χι νὰ δο­ξά­ζε­ται. Ὅ­πως καί τὸ ἀν­τί­θε­το. Ὅ­που ὑ­πάρ­χει πα­ρά­δειγ­μα χρι­στι­α­νι­κό, ἐκεῖ ὅ­λοι πα­ρα­δέ­χον­ται καὶ τὸν Χρι­στι­α­νὸ καὶ τὴν πί­στη. Καί δο­ξά­ζουν τὸ Θε­ό. Πό­σες φο­ρὲς δὲν λέ­γουν, «αὐ­τὸς μά­λι­στα, εἶ­ναι Χρι­στι­α­νός». Γι­α­τί; Δι­ό­τι ζῆ χρι­στι­α­νι­κά. Δι­ό­τι τὸ πα­ρά­δειγ­μά του εἶ­ναι χρι­στι­α­νι­κό. Δι­ό­τι προ­σέ­χει στὰ λό­γι­α του, εἶ­ναι τί­μι­ος, εἶ­ναι δί­και­ος, εἶ­ναι σώ­φρων στὴ ζω­ή του, ἔ­χει ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἔ­χει ζω­ὴ πνευ­μα­τι­κή, εἶ­ναι ἄν­θρω­πος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Πό­σο λοι­πὸν πρέ­πει νὰ φρον­τί­ζομε τὸ πα­ρά­δειγ­μά μας νὰ εἶ­ναι ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸ τελειότερο, ὥ­στε καὶ ἐμεῖς νὰ εἴ­με­θα «τύ­ποι τῶν πι­στῶν»! Δι­ό­τι ἔτ­σι θὰ εἴ­με­θα πραγ­μα­τι­κὰ Χρι­στι­α­νοί.
2. ­Ἀλ­λ' ὁ Ἀ­πό­στο­λος δί­δει καὶ με­ρι­κές ἀ­κό­μη σπου­δαίες ὁ­δη­γίες στόν Τιμόθεο. «Μέχρι νά ἔλ­θω, τοῦ λέ­γει, σοῦ συνιστῶ νά ἐπιδίδεσαι μέ ζῆλο καί ἐπιμέλεια στήν ἀ­νά­γνω­ση τῶν Ἁ­γί­ων Γρα­φῶν, στὴν παρηγοριά καί νουθεσία τῶν ἀνθρώπων πού θλίβονται καί συγκλονίζονται, στή δι­δα­σκα­λί­α ὅ­λων τῶν πι­στῶν». Ἦσαν αὐ­τὰ κα­θή­κον­τα τοῦ Τι­μο­θέ­ου ὡς ἐ­πι­σκό­που. Καὶ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ ἐ­πι­τελεῖ κα­τὰ τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο, γι­ὰ νὰ ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στὸ με­γά­λο του ἀ­ξί­ω­μα καὶ στήν ὑψηλή κλήση, πού τοῦ εἶ­χε κά­μει ὁ Θε­ός. Τοῦ τὸ ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὁ Παῦλος. «Μὴ ἀμέλει τοῦ ἐν σοὶ χα­ρί­σμα­τος, ὃ ἐ­δό­θη σοι δι­ὰ προ­φη­τεί­ας με­τὰ ἐ­πι­θέ­σε­ως τῶν χει­ρῶν τοῦ πρε­σβυ­τε­ρί­ου». Σο­ῦ δόθηκε, τοῦ λέει, τὸ χά­ρι­σμα νὰ εἶ­σαι ἐ­πί­σκο­πος μὲ προ­φη­τι­κὴ ἀ­πο­κά­λυ­ψη. Καὶ μετά ἀπό αὐ­τή, μὲ τὸ νὰ τοποθετήσουν πάνω στήν κε­φα­λή του τά χέρια τους τὸ σῶ­μα τῶν πρε­σβυ­τέ­ρων. Δη­λα­δὴ τῶν Ἀ­πο­στό­λων, πού ἦσαν μα­ζὶ μὲ τὸν Παῦλο. Κα­τα­λή­γει δὲ ὁ Ἀ­πό­στο­λος· «ταῦ­τα με­λέ­τα, ἐν τού­τοις ἲσθι, ἵνα σου ἡ προ­κο­πὴ φα­νε­ρὰ ᾗ ἐν πᾶ­σι». Ὅ­λα ὅ­σα σοῦ ἔ­γρα­ψα, νὰ τὰ με­λε­τᾶς πο­λύ. Ὅ­λη σου ἡ ψυ­χὴ νὰ εἶ­ναι μέσα σαυτά ­καὶ νὰ ἀ­σχολεῖται μὲ αὐ­τά. Ἔτ­σι θὰ προ­ο­δεύεις πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἡ πρό­ο­δός σου θὰ εἶ­ναι φα­νε­ρὴ σέ ὅ­λους.
Πό­σο γί­νε­ται ἀ­ναγ­καί­α καὶ γιά ­μᾶς ἡ τε­λευ­ταί­α αὐ­τὴ προ­τρο­πὴ τοῦ  Ἀ­πο­στό­λου. Νὰ με­λετοῦμε τά λόγια τοῦ Θεοῦ. Ὅλα ὅ­σα στήν Ἁγία Γρα­φή, τὴν Παλαιά καὶ μά­λι­στα τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη κα­τέ­γρα­ψε τὸ Πνεῦμα τό Ἅ­γι­ο, δι­ὰ τῶν ἁ­γί­ων Προ­φη­τῶν καὶ Ἀ­πο­στό­λων. Νὰ τὰ μελετοῦμε πο­λύ. Νὰ τὰ με­λετοῦμε συ­χνά. Νὰ γεμίζει ὁ νοῦς καὶ ἡ ψυ­χή μας ἀ­πὸ αὐ­τά, ὥ­στε νὰ κυ­κλο­φο­ρο­ῦν πάν­το­τε μέσα μας. Νὰ εἶ­ναι αὐ­τὰ πού θὰ κα­νο­νί­ζουν τὴ ζω­ή μας καὶ τίς διάφορες ἐνέργειές μας. Νὰ πο­τί­ζε­ται ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ὕπαρξή μας ἀ­πὸ αὐ­τὰ καὶ τὸ πνεῦμα τους. Δι­ό­τι ὅ­ταν γί­νε­ται αὐτό, τό­τε ἡ χά­ρη τοῦ Θεοῦ γε­μί­ζει τὸν πι­στὸ καὶ τὸν κά­μνει θε­ο­κί­νη­το. Τὸν ἀ­ξι­ώ­νει νὰ ζεῖ μέσα στὸ πνεῦμα τοῦ Θε­οῦ. Τοῦ χα­ρί­ζει φω­τι­σμὸ θεῖ­ο καὶ τὸν κα­θο­δη­γεῖ στήν κάθε περίσταση πῶς νὰ φέ­ρε­ται θεάρεστα. Ἡ με­λέ­τη αὐ­τὴ ἀ­κό­μη ἀ­πο­κα­λύ­πτει στὴν ψυ­χὴ τὰ μυ­στή­ρι­α τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο. Θερ­μαί­νει ἔτ­σι τὴν ψυ­χὴ καὶ τὴ γε­μί­ζει εὐγνωμοσύνη. Κα­θα­ρί­ζει τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό μας ἀ­πὸ κά­θε σκέ­ψη καὶ λο­γι­σμὸ ἄ­σχη­μο καὶ γε­μί­ζει τὴν ψυ­χὴ μὲ νο­ή­μα­τα ἱ­ε­ρὰ καὶ ἅ­γι­α. Στρέ­φει τὸν ἄν­θρω­πο πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν οὐρανό. Καί ­ἔτ­σι σι­γὰ - σι­γὰ τὸν ἁ­γι­ά­ζει καὶ τὸν ἐ­νώ­νει μὲ τὸν Χρι­στό. Νὰ με­λετοῦμε λοι­πόν, νὰ μελετοῦμε κα­τὰ τρό­πο πλού­σι­ο τὰ λό­γι­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας εἴ­τε στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη, εἴ­τε στὰ συγ­γράμ­μα­τα τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, εἴ­τε σέ βι­βλί­α καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὀρ­θό­δο­ξα. Μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ θὰ συμ­βαί­νει καί σέ ­μᾶς ὅ,τι γινόταν στόν Τι­μό­θε­ο. Ἡ πνευ­μα­τι­κή μας πρό­ο­δος καὶ προ­κο­πὴ θὰ αὐξάνει. Θὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται καὶ θὰ γί­νε­ται φα­νε­ρή σέ ὅ­λους γιά σωτηρία δική μας καὶ πρὸς δό­ξα τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θεοῦ μας.  
(Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, δι­ήρ­χε­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς τὴν ῾Ι­ε­ρι­χώ. Καὶ ἰ­δοὺ, ἀ­νὴρ ὀ­νό­μα­τι κα­λο­ύ­με­νος Ζακ­χαῖ­ος· καὶ αὐ­τὸς ἦν ἀρ­χι­τε­λώ­νης, καὶ οὗ­τος ἦν πλο­ύ­σι­ος, καὶ ἐ­ζή­τει ἰ­δεῖν τὸν ᾿Ι­η­σοῦν τίς ἐ­στι, καὶ οὐκ ἠ­δύ­να­το ἀ­πὸ τοῦ ὄ­χλου, ὅ­τι τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ μι­κρὸς ἦν. Καὶ προ­δρα­μὼν ἔμ­προ­σθεν, ἀ­νέ­βη ἐ­πὶ συ­κο­μο­ρέ­αν, ἵ­να ἴ­δῃ αὐ­τόν, ὅ­τι ἐ­κε­ί­νης ἤ­μελ­λε δι­έρ­χε­σθαι. Καὶ ὡς ἦλ­θεν ἐ­πὶ τὸν τό­πον, ἀ­να­βλέ­ψας ὁ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­δεν αὐ­τὸν, καὶ εἶ­πε πρὸς αὐ­τόν· Ζακ­χαῖ­ε, σπε­ύ­σας κα­τά­βη­θι· σή­με­ρον γὰρ ἐν τῷ οἴ­κῳ σου δεῖ με μεῖ­ναι. Καὶ σπε­ύ­σας κα­τέ­βη, καὶ ὑ­πε­δέ­ξα­το αὐ­τὸν χα­ί­ρων. Καὶ ἰ­δόν­τες πάν­τες δι­ε­γόγ­γυ­ζον, λέ­γον­τες· ὅ­τι πα­ρὰ ἁ­μαρ­τω­λῷ ἀν­δρὶ εἰ­σῆλ­θε κα­τα­λῦ­σαι. Στα­θεὶς δὲ Ζακ­χαῖ­ος, εἶ­πε πρὸς τὸν ᾿Ι­η­σοῦν· Ἰ­δοὺ, τὰ ἡ­μί­ση τῶν ὑ­παρ­χόν­των μου Κύριε, δί­δω­μι τοῖς πτω­χοῖς· καὶ εἴ τι­νός τι ἐ­συ­κο­φάν­τη­σα, ἀ­πο­δί­δω­μι τε­τρα­πλοῦν. Εἶ­πε δὲ πρὸς αὐ­τὸν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· ὅ­τι σή­με­ρον σω­τη­ρί­α τῷ οἴ­κῳ το­ύ­τῳ ἐ­γέ­νε­το, κα­θό­τι καὶ αὐ­τὸς υἱ­ὸς ᾿Α­βρα­άμ ἐ­στιν. Ἦλ­θε γὰρ ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ζη­τῆ­σαι καὶ σῶ­σαι τὸ ἀ­πο­λω­λός.
                                        (Λουκ. ιθ΄[19] 1 - 10)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
κενο τόν καιρό μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στήν εριχώ, καί περνοῦσε μέσα ἀπὸ τὴν πόλη. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνας ἄνθρωπος πού ὀνομαζόταν Ζακχαῖος. Αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. Καὶ προσπαθοῦσε νὰ δεῖ τόν Ἰησοῦ ποιός εἶναι, ἀλλά δὲν μποροῦσε. Διότι ὑπῆρχε μεγάλη συρροὴ λαοῦ, καὶ αὐτὸς ἦταν κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ σκεπαζόταν ἀπὸ τὸ πλῆθος. Ἔτρεξε λοιπὸν μπροστὰ ἀπὸ τὸ πλῆθος πού συνόδευε τόν Ἰησοῦ καὶ ἀνέβηκε σὰν νὰ ἦταν μικρὸ παιδὶ σὲ μία συκομουριὰ γιὰ νὰ τὸν δεῖ, διότι ἀπὸ τὸν δρόμο ἐκεῖνο στὸν ὁποῖο βρισκόταν τὸ δέντρο αὐτὸ θὰ περνοῦσε ὀ Ἰησοῦς. Ἀμέσως μόλις ἔφθασε ὁ Ἰησοῦς στὸ σημεῖο ἐκεῖνο, σήκωσε τὰ μάτια του καὶ τὸν εἶδε· καὶ χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζει ἀπὸ παλαιότερα τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ εἶπε: Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου, σύμφωνα μὲ τὴ θεία βουλὴ πού προετοιμάζει τὴ σωτηρία σου. Τότε ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε γρήγορα καὶ τὸν ὑποδέχθηκε στὸ σπίτι του μὲ χαρά. Ὅλοι ὅμως, ὅταν εἶδαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς προτίμησε τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, μουρμούριζαν μεταξύ τους μὲ ἀγανάκτηση καὶ σχολίαζαν περιφρονητικὰ τόν Ἰησοῦ λέγοντας ὅτι μπῆκε νὰ μείνει καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ζακχαῖος ὅμως στάθηκε μπροστὰ στὸν Κύριο καὶ τοῦ εἶπε: Ἰδού, Κύριε, τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου τὰ δίνω ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς, κι ἂν τυχὸν ὡς τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες καὶ ἀναφορὲς γιὰ νὰ ἀδικήσω κάποιον σὲ κάτι, τοῦ τὸ γυρίζω πίσω τετραπλάσιο. Τότε ὁ Ἰησοῦς στράφηκε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε: Σήμερα μὲ τὴν ἐπίσκεψή μου στὸ σπίτι αὐτὸ ἦλθε ἡ σωτηρία τόσο στὸν οἰκοδεσπότη ὅσο καὶ στοὺς δικούς του. Καὶ ἔπρεπε νὰ σωθεῖ καὶ ὁ ἀρχιτελώνης αὐτός, διότι κι αὐτὸς εἶναι γιὸς καὶ ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, ὅπως κι ἐσεῖς πού διαμαρτύρεσθε. Καὶ σ᾿ αὐτὸν λοιπὸν ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴν ὑπόσχεση τῆς σωτηρίας. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ συντελέσω στὴ σωτηρία αὐτὴ τοῦ Ζακχαίου, διότι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ ν᾿ ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, πού σὰν χαμένο πρόβατο κινδύνευε νὰ πεθάνει μέσα στὴν ἁμαρτία.





Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
    ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ)
(19 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2020)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΚΘ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)
Ἀ­δελ­φοί, ὅ­ταν ὁ Χρι­στὸς φα­νε­ρω­θῇ, ἡ ζω­ὴ ὑ­μῶν, τό­τε καὶ ὑ­μεῖς σὺν αὐ­τῷ φα­νε­ρω­θή­σε­σθε ἐν δό­ξῃ. Νε­κρώ­σα­τε οὖν τὰ μέ­λη τὰ ἐ­πὶ τῆς γῆς, πορ­νε­ί­αν, ἀ­κα­θαρ­σί­αν, πά­θος, ἐ­πι­θυ­μί­αν κα­κήν, καὶ τὴν πλε­ο­νε­ξί­αν ἥ­τις ἐ­στὶν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, δι᾽ ἃ ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ ἐ­πὶ τοὺς υἱ­οὺς τῆς ἀ­πει­θε­ί­ας· ἐν οἷς καὶ ὑ­μεῖς πε­ρι­ε­πα­τή­σα­τέ πο­τε ὅ­τε ἐ­ζῆ­τε ἐν αὐ­τοῖς. Νυ­νὶ δὲ ἀ­πό­θε­σθε καὶ ὑ­μεῖς τὰ πάν­τα, ὀρ­γήν, θυ­μόν, κα­κί­αν, βλα­σφη­μί­αν, αἰ­σχρο­λο­γί­αν ἐκ τοῦ στό­μα­τος ὑ­μῶν· μὴ ψε­ύ­δε­σθε εἰς ἀλ­λή­λους, ἀ­πεκ­δυ­σά­με­νοι τὸν πα­λαι­ὸν ἄν­θρω­πον σὺν ταῖς πρά­ξε­σιν αὐ­τοῦ, καὶ ἐν­δυ­σά­με­νοι τὸν νέ­ον τὸν ἀ­να­και­νο­ύ­με­νον εἰς ἐ­πί­γνω­σιν κατ᾽ εἰ­κό­να τοῦ κτί­σαν­τος αὐ­τόν, ὅ­που οὐκ ἔ­νι Ἕλ­λην καὶ ᾽Ι­ου­δαῖ­ος, πε­ρι­το­μὴ καὶ ἀ­κρο­βυ­στί­α, βάρ­βα­ρος, Σκύ­θης, δοῦ­λος, ἐ­λε­ύ­θε­ρος, ἀλ­λὰ τὰ πάν­τα καὶ ἐν πᾶ­σι Χρι­στός. 
                                                             (Κολ. γ΄ [3]4 – 11)

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΜΑΧΑΙΡΙ!
ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ: «Νε­κρώ­σα­τε οὖν τὰ μέ­λη ὑ­μῶν τὰ ἐ­πί τῆς γῆς».
Τὸ δρά­μα τῆς ἀ­σύλ­λη­πτης δό­ξης καὶ λαμ­πρό­τη­τος, ποὺ θὰ ἀ­πο­λαύ­σουν οἱ πι­στοὶ με­τὰ τὴν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, προ­βάλ­λει ἐ­νώ­πιόν μας στὴν ἀρ­χή του τὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα τῆς ση­με­ρι­νῆς Κυ­ρια­κῆς.
Ἕ­να ὅ­ρα­μα ἐκ­πλη­κτι­κό, ποῦ συγ­κι­νεῖ βα­θύ­τα­τα τὶς καρ­δι­ὲς ὅ­λων μας, γιὰ τὴν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ὁ­ποί­ου ὅ­μως ἀ­παι­τοῦν­ται κά­ποι­ες βα­σι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Αὐ­τὲς ση­μει­ώ­νει στὴ συ­νέ­χεια ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος γρά­φον­τας μὲ δύ­να­μη καὶ αὐ­στη­ρό­τη­τα: «Νε­κρώ­σα­τε οὖν τὰ μέ­λη ὑ­μῶν τὰ ἐ­πί τῆς γῆς»! Νε­κρῶ­στε λοι­πόν, λέ­γει, θα­να­τῶ­στε τὰ γή­ι­να μέ­λη σας.
Τί εἶ­ναι ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ νέ­κρω­ση καὶ πῶς ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται;
Σ᾿ αὐ­τὸ τὸ δι­πλὸ ἐ­ρώ­τη­μα θὰ προ­σπα­θή­σου­με νὰ ἀ­παν­τή­σου­με σή­με­ρα.
1. ΣΩΜΑΤΟΚΤΟΝΟΙ;
Μο­λο­νό­τι ἡ ἔκ­φρα­ση «τὰ μέ­λη ὑ­μῶν τὰ ἐ­πὶ τῆς γῆς», τὴν ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Ἀ­πό­στο­λος, φαί­νε­ται ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ σῶ­μα μας, ἐν τού­τοις μιὰ προ­σε­κτι­κό­τε­ρη ἐ­ξέ­τα­σή της μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει βα­θύ­τε­ρες ἔν­νοι­ες· ὅ­τι δη­λα­δὴ οἱ πι­στοὶ ὀ­φεί­λου­με νὰ νε­κρώ­σου­με ὄ­χι τὸ σῶ­μα μας, ἀλ­λὰ τὸν γή­ϊ­νο καὶ σαρ­κι­κό, τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ ἑ­αυ­τό μας. Νὰ ἀ­παλ­λα­γοῦ­με ἀ­πὸ τὰ ἁ­μαρ­τω­λὰ καὶ αἰ­σχρὰ πά­θη, (ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πα­ριθ­μεῖ στὴ συ­νέ­χεια: τὶς ἀ­κά­θαρ­τες σαρ­κι­κό­τη­τες, τὶς πο­νη­ρὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες, τὴν πλε­ο­νε­ξί­α, τὸν θυ­μό, τὴν βλα­σφη­μί­α, τὴν αἰ­σχρο­λο­γί­α, τὸ ψέ­μα.
«Ἡ­μεῖς οὐκ ἐ­δι­δά­χθη­μεν σω­μα­το­κτό­νοι εἶ­ναι, ἀλ­λὰ πα­θο­κτό­νοι», ἔ­λε­γε ἕ­νας ἅ­γιος ἀ­σκη­τὴς σὲ κά­ποι­ον πλα­νε­μέ­νο μο­να­χό, ποὺ κα­θό­ταν κα­τα­με­σή­με­ρο στὸν καυ­στι­κὸ ἥ­λιο τῆς ἐ­ρή­μου γιὰ νὰ ἐ­ξον­τώ­σει τὸ σῶ­μα του. Ἔ­χου­με δη­λα­δὴ πα­ρα­λά­βει ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­σή μας, τοῦ εἶ­πε, τὴν σω­στι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α νὰ μὴν εἴ­μα­στε σω­μα­το­κτό­νοι, ἀλ­λὰ πα­θο­κτό­νοι. Νὰ προ­σπα­θοῦ­με νὰ ἀ­παλ­λα­γοῦ­με ἀ­πὸ τὰ ἁ­μαρ­τω­λὰ πά­θη, ὄ­χι νὰ ἐ­ξον­τώ­σου­με τὸ σῶ­μα μας, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἁ­πλῶς ὄρ­γα­νο ἐ­κτε­λέ­σε­ως τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τῆς ψυ­χῆς μας.
Ἄλ­λο βέ­βαι­α ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­φή­νου­με τὸ σῶ­μα ἀ­σύ­δο­το. Ὄ­χι. Θὰ τὸ χα­λι­να­γω­γοῦ­με, θὰ τὸ δυ­σκο­λεύ­ου­με, θὰ με­τα­χει­ρι­ζό­μα­στε ἀ­κό­μη καὶ βί­α – γι᾿ αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε καὶ νη­στεύ­ου­με καὶ κά­νου­με με­τά­νοι­ες καὶ ἀ­γρυ­πνί­ες καὶ ἄλ­λες σω­μα­τι­κὲς ἀ­σκή­σεις σύμ­φω­να μὲ τὶς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Ὡ­στό­σο θὰ πρέ­πει πάν­το­τε νὰ ἔ­χου­με κα­τὰ νοῦν πὼς ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­ναι αὐ­το­σκο­πός, οὔ­τε ἀ­πο­βλέ­πουν στὴν ἐ­ξόν­τω­ση τοῦ σώ­μα­τος. Σκο­πὸς εἶ­ναι ἡ νέ­κρω­ση τῶν πα­θῶν! Αὐ­τὸ νὰ μὴ τὸ λη­σμο­νοῦ­με πο­τέ!
2. ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΤΟΣ!
Πῶς ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ νέ­κρω­ση τῶν πα­θῶν; Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς μὲ μό­νες τὶς ἀν­θρώ­πι­νες δυ­νά­μεις κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον. Ὅ­μως «τὰ ἀ­δύ­να­τα πα­ρὰ ἀν­θρώ­ποις δυ­να­τὰ πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ ἐ­στιν» (Λουκ. ι­η'[18] 27)· αὐ­τὰ ποὺ εἶ­ναι ἀ­κα­τόρ­θω­τα στὸν ἄν­θρω­πο, κα­τορ­θώ­νον­ται εὔ­κο­λα μὲ τὴν Χά­ρη καὶ τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ.
Ναί, μὲ τὴ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Ἀλ­λὰ ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ δὲν δί­δε­ται – τὸ γνω­ρί­ζου­με – στοὺς ὀ­κνη­ροὺς καὶ φυ­γό­πο­νους, ἀλ­λὰ στοὺς μα­χη­τὲς καὶ πο­λε­μι­στές. Σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀ­παλ­λα­γοῦν ἀ­πὸ τὰ πά­θη καὶ ἀ­γω­νί­ζον­ται γι᾿ αὐ­τό. Ὁ Ἀ­πό­στο­λος γρά­φει «νε­κρώ­σα­τε», ποὺ ση­μαί­νει «θα­να­τῶ­στε», κι αὐ­τὸ βέ­βαι­α προ­ϋ­πο­θέ­τει πό­λε­μο καὶ μά­λι­στα ἀ­συνθη­κο­λό­γη­το!
Πό­λε­μο ἀ­συν­θη­κο­λό­γη­το! Στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη ὁ Θε­ὸς εἶ­χε δώ­σει ἐν­το­λὴ στοὺς Ἑ­βραί­ους νὰ μὴ συν­θη­κο­λο­γή­σουν πο­τὲ μὲ τοὺς εἰ­δω­λο­λά­τρες ἐ­χθρούς τους στὴ Γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας, δι­ό­τι θὰ κιν­δύ­νευ­αν νὰ πα­ρα­συρ­θοῦν στὴν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α καὶ οἱ ἴ­διοι. Αὐ­τό, ἑρ­μη­νεύ­ουν οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὸν κά­θε πι­στό. Γι' αὐ­τὸ καὶ συ­νι­στοῦν ἐν­τό­νως: πο­τὲ καμ­μί­α συν­θη­κο­λό­γη­ση στὸν πνευ­μα­τι­κὸ πό­λε­μο! Φω­τιὰ καὶ μα­χαί­ρι σὲ ὅ­λα τὰ πά­θη!
Πρα­κτι­κό­τε­ρα πῶς δι­ε­ξά­γε­ται αὐ­τὸς ὁ πό­λε­μος, πῶς νε­κρώ­νον­ται τὰ πά­θη; Οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες λέ­γουν πά­λι πὼς τὰ πά­θη ζοῦν, ὅ­σο τὰ τρέ­φου­με· καὶ ὅ­τι, ὅ­ταν τοὺς κό­ψου­με τὴν τρο­φή, ὅ­ταν δη­λα­δὴ παύ­σου­με νὰ τὰ ἐ­νερ­γοῦ­με, πε­θαί­νουν, νε­κρώ­νον­ται.
Ἐ­πὶ πα­ρα­δείγ­μα­τι: Ἕ­νας ἔ­χει τὸ πά­θος τοῦ θυ­μοῦ· ἂν κά­πο­τε τοῦ φερ­θοῦν ἄ­σχη­μα, ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως συγ­κρα­τή­σει τὸν θυ­μό του καὶ δὲν τὸν ἐκ­δη­λώ­σει, κό­βει τὴν τρο­φὴ τοῦ πά­θους. Καὶ ἐ­ὰν αὐ­τὸ τὸ κά­νει γιὰ ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα, τὸ πά­θος νε­κρώ­νε­ται ἀ­πὸ ἔλ­λει­ψη τρο­φῆς. Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὰ ὑ­πό­λοι­πα πά­θη: τὴν φι­λη­δο­νί­α, τὴν αἰ­σχρο­λο­γί­α, τὴν βλα­σφη­μί­α, τὸ ψέ­μα, τὴν ζή­λεια κ.τ.λ.
Ἀ­δελ­φοί, βρι­σκό­μα­στε σὲ πό­λε­μο, ἂς μὴ τὸ λη­σμο­νοῦ­με! Ἂν δὲν ἀ­γω­νι­στοῦ­με νὰ νε­κρώ­σου­με μὲ τὴ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ τὰ πά­θη μας, θὰ μᾶς νε­κρώ­σουν ἐ­κεῖ­να, ὁ­πό­τε χα­νό­μα­στε!
Ἡ ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι σα­φὴς καὶ γιά μᾶς: Φω­τιὰ καὶ μα­χαί­ρι στὰ πά­θη σας! Μὴ συν­θη­κο­λο­γή­σε­τε πο­τὲ μὲ κα­νέ­να! «Νε­κρώ­σα­τε τὰ μέ­λη ὑ­μῶν τὰ ἐ­πί τῆς γῆς»!
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, εἰ­σερ­χο­μέ­νου τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ εἴς τι­να κώ­μην, ἀ­πήντησαν αὐ­τῷ δέ­κα λε­προὶ ἄν­δρες, οἳ ἔ­στη­σαν πόῤ­ῥω­θεν, καὶ αὐ­ τοὶ ἦ­ραν φω­νὴν, λέ­γον­τες· ᾿Ι­η­σοῦ ἐ­πι­στά­τα, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. Καὶ ἰ­δὼν, εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Πο­ρευ­θέν­τες ἐ­πι­δε­ί­ξα­τε ἑ­αυ­τοὺς τοῖς ἱ­ε­ρεῦ­σι. Καὶ ἐ­γέ­νε­το ἐν τῷ ὑ­πά­γειν αὐ­τοὺς, ἐ­κα­θα­ρί­σθη­σαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐ­τῶν, ἰ­δὼν ὅ­τι ἰ­ά­θη, ὑ­πέ­στρε­ψε με­τὰ φω­νῆς με­γά­λης δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν, καὶ ἔ­πε­σεν ἐ­πὶ πρό­σω­πον πα­ρὰ τοὺς πό­δας αὐ­τοῦ, εὐ­χα­ρι­στῶν αὐ­τῷ· καὶ αὐ­τὸς ἦν Σα­μα­ρε­ί­της. Ἀ­πο­κρι­θεὶς δὲ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­πεν· οὐ­χὶ οἱ δέ­κα ἐ­κα­θα­ρί­σθη­σαν; οἱ δὲ ἐν­νέ­α ποῦ; οὐχ εὑ­ρέ­θη­σαν ὑ­πο­στρέ­ψαν­τες δοῦ­ναι δό­ξαν τῷ Θε­ῷ, εἰ μὴ ὁ ἀλ­λο­γε­νὴς οὗ­τος; Καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἀ­να­στὰς πο­ρε­ύ­ου· ἡ πί­στις σου σέ­σω­κέ σε.
                                           (Λουκ. ιζ΄[17] 12–19)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Τήν ὥρα πού ὁ Ἰησοῦς ἔμπαινε σὲ κάποιο χωριό, τόν συνάντησαν δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι στάθηκαν ἀπὸ μακριά, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο κάθε λεπρός θεωροῦνταν ἀκάθαρτος καὶ δὲν τοῦ ἐπιτρεπόταν νὰ πλησιάσει κανέναν. Κι αὐτοὶ ἄρχισαν νὰ τοῦ φωνάζουν δυνατά: Ἰησοῦ, Κύριε, σπλαχνίσου μας καὶ θεράπευσέ μας. Βλέποντάς τους ἐκεῖνος τοὺς εἶπε: Πηγαίνετε καί δεῖξτε τὸ σῶμα σας στοὺς ἱερεῖς, γιὰ νὰ βεβαιώσουν ἄν πράγματι θεραπευθήκατε, σύμφωνα μὲ τὴ διάταξη τοῦ νόμου. Καὶ καθὼς αὐτοὶ πήγαιναν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπό τούς ἱερεῖς, καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα. Ἕνας ἀπ' αὐτούς, μόλις εἶδε ὅτι θεραπεύθηκε, ἐπέστρεψε καὶ μὲ δυνατὴ φωνὴ ἐκφράζοντας τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του δόξαζε τὸν Θεὸ πού τὸν θεράπευσε διαμέσου τοῦ Ἰησοῦ. Ἔπεσε τότε μὲ τὸ πρόσωπο κάτω στὴ γῆ κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε. Καὶ αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης, δηλαδὴ σχισματικὸς καὶ λιγότερο φωτισμένος ἀπό τούς Ἰουδαίους. Συνεπῶς κανεὶς δὲν θὰ περίμενε νὰ δείξει αὐτὸς μιὰ τέτοια εὐγνωμοσύνη πού δὲν ἔδειξαν οἱ ἄλλοι ἐννέα, πού ἦταν Ἰσραηλίτες. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε: Δὲν καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννέα ποῦ εἶναι; Χάθηκαν νὰ γυρίσουν πίσω καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Θεό, παρὰ μόνο ὁ ξένος αὐτός, πού δὲν ἀνήκει στὸ γνήσιο ἰουδαϊκὸ γένος; Καὶ σ᾿ αὐτὸν εἶπε: Σήκω καὶ πήγαινε. Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε. Δὲν θεράπευσε μόνο τὸ σῶμα σου, ἀλλά ἀποτελεῖ καὶ καλὴ ἀρχή πού θὰ σὲ ὁδηγήσει καὶ στὴν πνευματική σου σωτηρία.


Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ
(12 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2020)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ)
Ἀδελφοί, ἑ­νὶ ἑ­κά­στῳ ἡ­μῶν ἐ­δό­θη ἡ χά­ρις κα­τὰ τ μέ­τρον τς δω­ρε­ᾶς το Χρι­στοῦ. δι­ὸ λέ­γει· ἀ­να­βὰς ες ὕ­ψος ᾐχ­μα­λώ­τευ­σεν αἰχ­μα­λω­σί­αν κα ἔ­δω­κε δό­μα­τα τος ἀν­θρώ­ποις. τ δ ἀ­νέ­βη τ ἐ­στιν ε μ ὅ­τι κα κα­τέ­βη πρῶ­τον ες τ κα­τώ­τε­ρα μέ­ρη τς γς; κα­τα­βὰς αὐ­τός ἐ­στι κα ἀ­να­βὰς ὑ­πε­ρά­νω πάν­των τν οὐ­ρα­νῶν, ἵ­να πλη­ρώ­σῃ τ πάν­τα. κα αὐ­τὸς ἔ­δω­κε τος μν ἀ­πο­στό­λους, τος δ προ­φή­τας, τος δ εὐ­αγ­γε­λι­στάς, τος δ ποι­μέ­νας κα δι­δα­σκά­λους, πρς τν κα­ταρ­τι­σμὸν τν ἁ­γί­ων ες ἔρ­γον δι­α­κο­νί­ας, ες οἰ­κο­δο­μὴν το σώ­μα­τος το Χρι­στοῦ, μέ­χρι κα­ταν­τή­σω­μεν ο πάν­τες ες τν ἑ­νό­τη­τα τς πί­στε­ως κα τς ἐ­πι­γνώ­σε­ως το υἱ­οῦ το Θε­οῦ, ες ἄν­δρα τέ­λει­ον, ες μέ­τρον ἡ­λι­κί­ας το πλη­ρώ­μα­τος το Χρι­στοῦ.   
         (Ἐφεσ. δ΄[4], 7 – 13)

ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ
1. ΕΙ­μα­στε προ­νο­μι­οΥ­χοι
    «Ἦλ­θεν ὁ φω­τι­σμός· ἡ χά­ρις ἐ­πε­φά­νη· ἡ λύ­τρω­σις ἐ­πέ­στη...» (Στι­χη­ρὰ Αἴ­νων 10ης Ἰ­α­νου­α­ρί­ου). 
Κα­θὼς ἀ­κό­μη βρι­σκό­μα­στε μέ­σα στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Θε­ο­φα­νί­ων, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α συ­νε­χί­ζει νὰ ψάλ­λει καὶ νὰ πα­νη­γυ­ρί­ζει τὴ φα­νέ­ρω­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ στὸν κό­σμο. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ φω­τι­σμός μας, ἡ δύ­να­μή μας, ἡ ἐγ­γύ­η­ση γιὰ τὴ λύ­τρω­ση καὶ τὴ σω­τη­ρί­α μας. Εἶ­ναι ἡ πη­γὴ τῆς Χά­ρι­τος καὶ γι᾿ αὐ­τὸ χο­ρη­γεῖ ὑ­πε­ρά­φθο­νες τὶς δω­ρε­ές Του. Γι᾿ αὐ­τὴ τὴ χά­ρη μᾶς ὁ­μι­λεῖ τὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα τῆς ση­με­ρι­νῆς Κυ­ρια­κῆς με­τὰ τὰ Φῶ­τα, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι μι­κρὸ τμῆ­μα ἀ­πὸ τὴν πρὸς Ἐ­φε­σί­ους ἐ­πι­στο­λή.
Γρά­φει ὁ θε­ό­πνευ­στος Ἀ­πό­στο­λος: «Ἑ­νὶ ἑ­κά­στῳ ἡ­μῶν ἐ­δό­θη ἡ χά­ρις κα­τὰ τὸ μέ­τρον τῆς δω­ρε­ᾶς τοῦ Χρι­στοῦ»· δη­λα­δή, στὸν κα­θέ­να ἀ­πὸ ἐ­μᾶς δό­θη­κε ἡ θεί­α Χά­ρη, σύμ­φω­να μὲ τὸ μέ­τρο ποὺ κα­θο­ρί­ζει ἡ σο­φί­α, ἡ δι­και­ο­σύ­νη καὶ ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ θεί­α αὐ­τὴ δω­ρε­ὰ μᾶς προ­σφέ­ρε­ται ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς πραγ­μα­τι­κὲς ἀ­νάγ­κες καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κό μας συμ­φέ­ρον.
Πράγ­μα­τι, ὁ Χρι­στὸς δι­α­νέ­μει τὰ χα­ρί­σμα­τα. Τὸ μαρ­τυ­ρεῖ καὶ ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φὴ κα­θὼς λέ­γει: Ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος μὲ τὴν Ἀ­νά­λη­ψή Του ἀ­νέ­βη­κε ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­δε­σε αἰχ­μά­λω­τους τοὺς ἐ­χθρούς Του, δη­λα­δὴ τὸν σα­τα­νᾶ καὶ τὸν θά­να­το, κι ἔ­δω­σε χα­ρί­σμα­τα στοὺς ἀν­θρώ­πους. 
Λέ­γον­τας λοι­πὸν ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φὴ γιὰ τὸν Χρι­στὸ ὅ­τι ἀ­νέ­βη­κε, τί ἄλ­λο ση­μαί­νει πα­ρὰ ὅ­τι πρω­τύ­τε­ρα καὶ κα­τέ­βη­κε στὰ κα­τώ­τε­ρα μέ­ρη τῆς γῆς, ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος καὶ σταυ­ρώ­θη­κε; 
Ὁ Χρι­στὸς ποὺ κα­τέ­βη­κε, εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ποὺ καὶ ἀ­νέ­βη­κε ἐ­πά­νω ἀ­π᾿ ὅ­λους τοὺς οὐ­ρα­νούς, «ἵ­να πλη­ρώ­σῃ τὰ πάν­τα»· γιὰ νὰ γε­μί­σει μὲ τὴν πα­ρου­σί­α­ Του καὶ τὶς δω­ρε­ὲς Του τὰ πάν­τα.
Εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅ­τι εἴ­μα­στε προ­νο­μι­οῦ­χοι ὅ­λοι ὅ­σοι ζοῦ­με στὴ με­τὰ Χρι­στὸν ἐ­πο­χή. Δι­ό­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ τῆς Χά­ρι­τος. Ἤ­δη τὸ ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε, καὶ ὁ Θε­άν­θρω­πος Λυ­τρω­τὴς μὲ τὴ σταυ­ρι­κὴ θυ­σί­α, τὴ θρι­αμ­βευ­τι­κὴ Ἀ­νά­στα­ση καὶ τὴν πα­νέν­δο­ξη Ἀ­νά­λη­ψή Του στοὺς οὐ­ρα­νοὺς μᾶς ἐ­ξα­σφά­λι­σε ἀ­νε­κτί­μη­τα χα­ρί­σμα­τα καὶ προ­νό­μια. Μᾶς ὁ­δή­γη­σε στὴν ἀ­λη­θι­νὴ θε­ο­γνω­σί­α, θε­ρά­πευ­σε τὶς πλη­γὲς τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, κα­τήρ­γη­σε τὸ κρά­τος τοῦ δι­α­βό­λου, ἄ­νοι­ξε τὸν δρό­μο γιὰ τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ὴ καὶ μα­κα­ρι­ό­τη­τα.
Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ προ­νό­μια ὅ­μως μπο­ροῦν νὰ τὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν μό­νο ὅ­σοι πι­στεύ­ουν στὸν Χρι­στὸ καὶ ζοῦν ἑ­νω­μέ­νοι μα­ζί Του μέ­σα στὴ ζω­ὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὅ­σοι ζοῦν μὲ τα­πεί­νω­ση καὶ ὑ­πα­κο­ὴ στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καὶ με­τέ­χουν στὰ ἱ­ε­ρὰ Μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἑλ­κύ­ουν τὴ θεί­α Χά­ρη καὶ αἰ­σθά­νον­ται τὸ πλή­ρω­μα τῆς χα­ρᾶς καὶ τῆς εἰ­ρή­νης ποὺ προ­σφέ­ρει ὁ Χρι­στός. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι Αὐ­τὸς ποὺ γε­μί­ζει ὅ­λη τὴ ζω­ή τους, κα­θὼς προ­ο­δεύ­ουν στὸ σύν­δε­σμο καὶ τὴν κοι­νω­νί­α μα­ζί Του. Ἄλ­λω­στε αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ ὁ σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴ συ­νέ­χεια ἡ ἀ­πο­στο­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή.
2. Ο σκο­πΟς τΗς ζωΗς μας
   Μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α ὁ Κύ­ριος δι­α­νέ­μει δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα καὶ δι­α­κο­νί­ες: Ἄλ­λους ἔ­θε­σε ἀ­πο­στό­λους, ἄλ­λους προ­φῆ­τες, ἄλ­λους εὐ­αγ­γε­λι­στές, ἄλ­λους ποι­μέ­νες καὶ δι­δα­σκά­λους. Κι ὅ­λα αὐ­τὰ γιὰ νὰ κα­ταρ­τί­ζον­ται οἱ Χρι­στια­νοὶ καὶ νὰ ἐ­πι­τε­λεῖ­ται τὸ ἔρ­γο τῆς δι­α­κο­νί­ας, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἰ­κο­δο­μεῖ­ται τὸ σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. 
«Μέ­χρι κα­ταν­τή­σω­μεν οἱ πάν­τες εἰς τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως», δη­λα­δή, μέ­χρι νὰ φθά­σου­με ὅ­λοι νὰ ἔ­χου­με μί­α καὶ τὴν ἴ­δια ἀ­λη­θι­νὴ πί­στη καὶ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ καὶ νὰ προ­ο­δεύ­ου­με πνευ­μα­τι­κά, ἕ­ως ὅ­του γί­νου­με ἕ­νας τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος «εἰς μέ­τρον ἡ­λι­κί­ας τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ»· ν᾿ ἀ­πο­κτή­σου­με τὸ μέ­τρο τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τε­λει­ό­τη­τας τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λα­δὴ νὰ ἔ­χου­με πλή­ρεις τὶς δω­ρε­ὲς καὶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ τε­λει­ό­τη­τά Του. 
Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας. Ὄ­χι ἁ­πλὰ νὰ πε­ρά­σου­με κα­λὰ ἢ νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σου­με μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας. Ὄ­χι νὰ γί­νου­με μό­νο «κα­λοὶ ἄν­θρω­ποι στὴν κοι­νω­νί­α». Ὁ Χρι­στὸς μᾶς κα­λεῖ σὲ κά­τι ἀ­σύγ­κρι­τα ἀ­νώ­τε­ρο. Σὲ ἕ­νω­ση καὶ κοι­νω­νί­α μα­ζί Του. Σὲ ζω­ὴ ἁ­γι­ό­τη­τας. Μᾶς θέ­λει ἀ­δελ­φοὺς καὶ συγ­κλη­ρο­νό­μους Του, ὥ­στε νὰ συμ­βα­σι­λεύ­σου­με καὶ νὰ μᾶς χα­ρί­σει τὴν αἰ­ώ­νια εὐ­τυ­χί­α κον­τά Του. Ἆ­ρα­γε τί ἄλ­λο ἀ­νώ­τε­ρο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πο­θή­σει ὁ ἄν­θρω­πος;...
    Κα­θὼς βρι­σκό­μα­στε στὴν ἀρ­χὴ τῆς νέ­ας χρο­νιᾶς καὶ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρί­ζου­με τοὺς στό­χους μας, ἂς μὴν ξε­χνοῦ­με τὸν πρῶ­το καὶ βα­σι­κό μας στό­χο: Νὰ ἑ­νω­θοῦ­με μὲ τὸν Χρι­στό! Κι αὐ­τὸ βέ­βαι­α μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ἐ­πι­τύ­χου­με μό­νο ἂν εἴ­μα­στε συ­νει­δη­τὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι τὸ Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ ποὺ μᾶς με­ταγ­γί­ζει ζω­ὴ καὶ δύ­να­μη, χά­ρη καὶ ἁ­γι­ό­τη­τα.

ΤΟ ΙΕΡΟΝ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ (ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ)
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἀ­κο­ύ­σας ὁ ᾿Ι­η­σοῦς ὅ­τι ᾿Ι­ω­άν­νης πα­ρε­δό­θη, ἀ­νε­χώ­ρη­σεν εἰς τὴν Γα­λι­λα­ί­αν· καὶ κα­τα­λι­πὼν τὴν Να­ζα­ρὲτ, ἐλ­θὼν κα­τῴ­κη­σεν εἰς Κα­περ­να­οὺμ τὴν πα­ρα­θα­λασ­σί­αν, ἐν ὁ­ρί­οις Ζα­βου­λὼν καὶ Νε­φθα­λείμ, ἵ­να πλη­ρω­θῇ τὸ ῥη­θὲν δι­ὰ ῾Η­σα­ΐ­ου τοῦ προ­φή­του, λέ­γον­τος· Γῆ Ζα­βου­λὼν καὶ γῆ Νε­φθα­λε­ίμ, ὁ­δὸν θα­λάσ­σης, πέ­ραν τοῦ ᾿Ι­ορ­δά­νου, Γα­λι­λα­ί­α τῶν ἐ­θνῶν, ὁ λα­ὸς ὁ κα­θή­με­νος ἐν σκό­τει εἶ­δε φῶς μέ­γα, καὶ τοῖς κα­θη­μέ­νοις ἐν χώ­ρᾳ καὶ σκι­ᾷ θα­νά­του, φῶς ἀ­νέ­τει­λεν αὐ­τοῖς.  Ἀ­πὸ τό­τε ἤρ­ξα­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς κη­ρύσ­σειν καὶ λέ­γειν· Με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν.    
                                            (Ματ­θ. δ΄[4], 12-17)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ὅ­ταν ἄ­κου­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­τι ὁ Ἰ­ω­άν­νης πα­ρα­δό­θη­κε στή φυ­λα­κὴ ἀ­π' τὸν βα­σι­λιά Ἀν­τί­πα, ἀ­να­χώ­ρη­σε καὶ πῆ­γε στὴ Γα­λι­λαί­α. Κι ἀ­φοῦ ἄ­φη­σε τὴ Να­ζα­ρέτ, πῆ­γε κ­αί κα­τοί­κη­σε στὴν Κα­περ­να­ούμ, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν κτι­σμέ­νη κον­τά σ­τή λί­μνη τῆς Γα­λι­λαί­ας, σ­τὰ σὺ­νο­ρα τ­ῶν φυ­λῶν Ζα­βου­λών κ­αὶ Νε­φθα­λείμ. Ἔ­τσι ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε καὶ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἐ­κεῖ­νο π­ού εἶ­πε ὁ Θε­ὸς μέ­σω τ­οῦ προ­φή­του Ἡ­σα­ΐ­α: Ἡ χώ­ρα τῆς φυ­λῆς Ζα­βου­λών καί ἡ χώ­ρα τῆς φυ­λῆς Νε­φθα­λείμ, πού ἐ­κτεί­νον­ται κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μό, στὰ ἀ­να­το­λι­κά του, ἡ Γα­λι­λαί­α, στὴν ὁ­ποί­α κα­τοι­κοῦν πολ­λοὶ ἐ­θνι­κοί, ὁ λα­ὸς πού κά­θε­ται κα­θη­λω­μέ­νος κι ἀ­κί­νη­τος στὸ πνευ­μα­τι­κὸ σκο­τά­δι τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῆς πλά­νης καὶ τῆς ἀ­σέ­βειας εἶ­δε με­γά­λο πνευ­μα­τι­κὸ φῶς, τὸν Χρι­στὸ· κι ἔ­λαμ­ψε φῶς ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ σ' ἐ­κεί­νους πού κά­θον­ται στὴ χώ­ρα πού σκι­ά­ζε­ται ἀ­πὸ τὸ πυ­κνό­τα­το σκο­τά­δι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τοῦ θα­νά­του. Ἀ­πὸ τό­τε ἄρ­χι­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς νὰ κη­ρύτ­τει συ­στη­μα­τι­κὰ καὶ νὰ λέ­ει: Με­τα­νο­εῖ­τε, δι­ό­τι πλη­σί­α­σαν οἱ ἡ­μέ­ρες πού ὁ Μεσ­σί­ας θὰ ἐγ­κα­θι­δρύ­σει καὶ στὴ γῆ τὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν μὲ τὴ νέ­α, πνευ­μα­τι­κή, ἅ­για καὶ οὐ­ρά­νια ζω­ή, ἡ ὁ­ποί­α θὰ με­τα­δί­δε­ται μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α του.


Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020


Ι­Ε­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ
Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ ΑΠ.ΠΑΥ­ΛΟΥ και ΒΑΡ­ΝΑ­ΒΑ

Α­ΚΟ­ΛΟΥ­ΘΙ­ΕΣ Ι­Α­ΝΟΥΑ­ΡΙΟΥ 2020


1 ΤΕΤΑΡΤΗ Η Κ­Α­ΤΑ Σ­Α­Ρ­ΚΑ Π­Ε­Ρ­Ι­Τ­Ο­ΜΗ ΤΟΥ ΚΥ­Ρ­Ι­ΟΥ  Η­Μ­ΩΝ Ι­Η­Σ­ΟΥ Χ­Ρ­Ι­Σ­Τ­ΟΥ,
Βα­σι­λεί­ου τ­οῦ Με­γά­λου.
3 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Προεόρτια τῶν Φώτων. Μαλαχίου Προφήτου, Γορδίου μάρτυρος
Ἡ Ἀκολουθία τῶν ΜΕΓΑΛΩΝ ΩΡΩΝ ΤΩΝ  ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ
Κατάλυσις εἰς πάντα
5 ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ, Ἀ­πό­στ. (Β΄ Τιμ. δ΄[4] 5–8), Εὐ­αγγ.(Μάρκ. α΄[1] 1 - 8)Θεοπέμπτου καί Θεωνᾶ τῶν μαρτύρων. Συγκλητικῆς Ὁσίας
(Νη­στεί­α, κατάλυσις οἴνου καί ἐλαίου)
6 ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ. Ἀ­πό­στ. (Τίτ. β΄[2] 11–14, γ΄[3] 4-7), Εὐ­αγγ.(Ματθ. γ΄[3] 13 - 17)
7 ΤΡΙΤΗ Ἡ Σύ­να­ξις τοῦ Τι­μί­ου Ἐν­δό­ξου Προ­φή­του καί Βα­πτι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου, Ἀ­πό­στ. (Πράξ. ιθ΄[19], 1 – 8), Εὐ­αγγ. (Ἰ­ω. α΄[1] 29-34)
11 ΣΑΒΒΑΤΟΝ Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Κοι­νο­βιάρχου
12 ΚΥΡΙΑΚΗ  ΜΕΤΑ  ΤΑ  ΦΩΤΑ,  Τατιανῆς μάρτυρος Ἀ­πό­στ. (Ἐ­φεσ. δ΄[4], 7 – 13), Εὐ­αγγ. (Ματθ. δ΄[4] 12-17)
17 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ἀν­τω­νί­ου τοῦ Με­γά­λου, Γεωρ­γί­ου τοῦ ἐξ Ἰ­ω­αν­νί­νων νε­ο­μάρ­τυ­ρος
18 ΣΑΒΒΑΤΟΝ Ἀ­θα­να­σί­ου καί Κυ­ρίλ­λου, Πα­τρια­ρχῶν Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας.
19 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (10 ΛΕΠΡΩΝ),  Ἀ­πό­στ. (Β΄Κολοσ. γ΄[3] 4 - 11), Εὐ­αγγ.   (Λουκ. ιζ΄[17]  12 - 19) Μα­κα­ρί­ου Αἰ­γυ­πτί­ου καί Μα­κα­ρί­ου τοῦ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας. Μάρ­κου Ἐ­φέ­σου τοῦ Εὐ­γε­νι­κοῦ
20 ΔΕΥΤΕΡΑ Εὐ­θυ­μί­ου τοῦ Με­γ., Ἁ­γνῆς Μάρ­τ
21­ ΤΡΙΤΗ Μα­ξί­μου τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, Ἁ­γνῆς Μάρ­τ. καί Μα­ξί­μου τοῦ Γραι­κοῦ.
24 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ἁ­γ. Νε­ο­φύ­του Ὁ­σίας Ξέ­νης
25 ΣΑΒΒΑΤΟΝ  Γρη­γο­ρίου τοῦ Θε­ο­λό­γου
26 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΖΑΚΧΑΙΟΥ), Ἀ­πό­στ. (Α΄ Τιμ. δ΄[4] 9 – 15), Εὐ­αγγ.   (Λουκ. ι­θ΄[19]  1 - 10), Ξε­νο­φῶν­τος Ὁ­σ. καί τῆς Συ­νο­δεί­ας αὐ­τοῦ
27 ΔΕΥΤΕΡΑ Ἀ­να­κο­μι­δή τῶν λει­ψά­νων Ἁγ. Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Χρυ­σο­στό­μου, Δημητριανοῦ ἐπισκόπου Ταμασοῦ Κύπρου
30 ΠΕΜΠΤΗ Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν