Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ Στ΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ            

     


ΕΩΘΙΝΟΝ  Θ΄

Οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων , ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς, Εἰρήνη ὑμῖν. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τόν Κύριον. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν , Εἰρήνη ὑμῖν, καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς, Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον. ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφιένται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. Θωμᾶς δέ, εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν Ἰησοῦς, ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί, Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἤλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἤλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν, Εἰρήνη ὑμῖν. εἶτα λέγει τῷ Θωμᾶ, φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὦδε, καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου. καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. καὶ ἀπεκρίθη ὁ Θωμᾶς, καὶ εἶπεν αὐτῷ, Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, Ὅτι ἑώρακάς με πεπίστευκας, μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες, καὶ πιστεύσαντες. Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστιν γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ΄ ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες, ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

( Ἰωάν. κ΄[20]  19 – 31)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

 19 Καί ἡ μαρτυρία αὐτή τῆς Μαρίας ἐπιβεβαιώθηκε τήν ἴδια ἡμέρα. Διότι ὅταν βράδιασε τήν ἡμέρα ἐκείνη, τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, κι ἐνῶ οἱ μαθητές ἦταν μαζεμένοι σ’ ἕνα σπίτι καί εἶχαν τίς θύρες κλειστές ἐπειδή φοβοῦνταν τούς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς καί στάθηκε στή μέση καί τούς εἶπε: Ἄς ἔλθει εἰρήνη σέ σᾶς.  20 Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, τούς ἔδειξε τά χέρια του καί τήν πλευρά του, γιά νά δοῦν τά σημάδια τῶν πληγῶν καί νά πεισθοῦν ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Διδάσκαλός τους πού σταυρώθηκε. Ἀφοῦ λοιπόν βεβαιώθηκαν γι’ αὐτό μέ τήν ἐπίδειξη τῶν οὐλῶν του, χάρηκαν οἱ μαθητές πού εἶδαν τόν Κύριο.  21 Ὅταν λοιπόν οἱ μαθητές ἠρέμησαν κάπως ἀπό τήν πρώτη σφοδρή συγκίνηση πού αἰσθάνθηκαν ἐξαιτίας τῆς μεγάλης τους χαρᾶς, τούς εἶπε πάλι ὁ Ἰησοῦς σέ σχέση μέ τή μελλοντική τους τώρα κλήση καί ἀποστολή: Ἄς ἔλθει εἰρήνη σέ σᾶς. Ὅπως μέ ἀπέστειλε ὁ Πατέρας μου γιά τό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι κι ἐγώ σᾶς στέλνω νά συνεχίσετε τό ἴδιο ἔργο.  22 Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, προκειμένου νά τούς μεταδώσει τήν πνοή τῆς νέας οὐράνιας ζωῆς ἐμφύσησε στά πρόσωπά τους, ὅπως κάποτε ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ, καί τούς εἶπε: Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον.  23 Σ’ ὅποιους συγχωρήσετε τίς ἁμαρτίες, θά τούς εἶναι συγχωρημένες κι ἀπό τόν Θεό. Σ’ ὅποιους ὅμως τίς κρατᾶτε ἀσυγχώρητες, θά μείνουν γιά πάντα κρατημένες.  24 Ὁ Θωμᾶς ὅμως, πού ἦταν ἕνας ἀπό τούς δώδεκα ἀποστόλους καί τόν ὁποῖο ὀνόμαζαν Δίδυμο ὅσοι Ἑβραῖοι μιλοῦσαν τήν ἑλληνική γλώσσα, δέν ἦταν μαζί τους ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς.  25 Ὅταν λοιπόν τόν εἶδαν, τοῦ ἔλεγαν οἱ ἄλλοι μαθητές: Εἴδαμε τόν Κύριο. Αὐτός ὅμως τούς ἀπάντησε: Ἐάν δέν δῶ μέ τά μάτια μου στά χέρια του τό σημάδι τῶν καρφιῶν καί δέν βάλω τό δάχτυλό μου στό σημάδι τῶν καρφιῶν καί δέν βάλω τό χέρι μου στήν πλευρά του, ὥστε ὄχι μόνο μέ τά μάτια μου ἀλλά καί μέ τά δάχτυλά μου νά βεβαιωθῶ, δέν θά πιστέψω.  26 Πράγματι λοιπόν, ὕστερα ἀπό ὀκτώ ἡμέρες ἦταν πάλι μέσα στό σπίτι οἱ μαθητές, καί μαζί μ’ αὐτούς ἦταν κι ὁ Θωμᾶς. Ἔρχεται λοιπόν ὁ Ἰησοῦς, ἐνῶ ἦταν κλειστές οἱ θύρες, καί στάθηκε ἀνάμεσα στούς μαθητές καί εἶπε: Ἄς ἔλθει εἰρήνη σέ σᾶς.  27 Ἔπειτα λέει στόν Θωμᾶ: Φέρε τό δάχτυλό σου ἐδῶ. Ψηλάφησε καί ἐξέτασε τά σημάδια τῶν πληγῶν μου, καί δές συγχρόνως μέ τά μάτια σου τά χέρια μου. Φέρε τό χέρι σου κάτω ἀπό τά ἐνδύματά μου καί βάλ’ το στήν πλευρά μου πού χτυπήθηκε ἀπό τή λόγχη. Καί μήν ἀφήνεις τόν ἑαυτό σου νά κυριευθεῖ ἀπό τήν ἀπιστία, ὥστε νά γίνεις μόνιμα καί ἀνεπανόρθωτα ἄπιστος, ἀλλά νά προοδεύεις καί νά στηρίζεσαι στήν πίστη, ὥστε νά γίνεις ἀμετακίνητος καί ἀδιάσειστος σ’ αὐτή.  28 Ὁ Θωμᾶς τότε τοῦ ἀποκρίθηκε: Πιστεύω καί ὁμολογῶ ὅτι εἶσαι ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου.  29 Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Πίστεψες ἐπειδή μέ εἶδες. Μακάριοι καί πιό εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού πιστεύουν χωρίς νά μέ ἔχουν δεῖ μέ τά μάτια τους, ὅπως μέ εἶδες ἐσύ. Καί θά πιστέψουν ἔτσι ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μου στίς γενιές πού θά ἔλθουν.  30 Σύμφωνα λοιπόν μέ ὅσα ἐξιστορήσαμε, ἐκτός ἀπό τό θαῦμα τῆς Ἀναστάσεώς του, ὁ Ἰησοῦς μπροστά στά μάτια τῶν μαθητῶν του ἔκανε καί πολλά ἄλλα θαύματα πού ἀποδείκνυαν τή θεότητά του καί τά ὁποῖα δέν εἶναι γραμμένα στό βιβλίο αὐτό.  31 Αὐτά πού ἐκθέσαμε, γράφηκαν γιά νά πιστέψετε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός πού προκηρύχθηκε ἀπό τούς προφῆτες, ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ· κι ἔτσι πιστεύοντας νά ἔχετε ὡς ἀναφαίρετο κτῆμα σας τή νέα, θεία καί αἰώνια ζωή, τήν ὁποία μεταδίδει ὁ ἴδιος στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού ἐπικαλοῦνται τό ὄνομά του.

 

 Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Κ΄[20ης] ΚΥΡΙΑΚΗΣ)

Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾿ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾿ ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾿Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. ῞Οτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾿Αραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. ῎Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· Ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.             

         (Γαλ.  α΄[1] 11-19)      

 

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ «Τὸ Εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾿ ἐμοῦ

οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον...

ἀλλὰ δι᾿ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ»

T Εὐαγγέλιο ποὺ σᾶς ἐκήρυξα, λέγει στ σημερινό Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δὲν εἶναι ἐπινόημα ἀνθρώπου. Διότι δὲν τὸ παρέλαβα οὔτε τὸ διδάχθηκα ἀπὸ κάποιον ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸ παρέλαβα ἀπευθείας μὲ ἀποκάλυψη Θεοῦ. Δὲν ἔμαθε λοιπὸν ὁ θεῖος Παῦλος τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως ἀπὸ ἄλλους ποστόλους ἢ πιστούς, ἀλλὰ τὶς πληροφορήθηκε μὲ ἐσωτερικὴ θεϊκὴ ἔλλαμψη πο φώτισε τὸν νοῦ του. Ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ συγγραφεῖς τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου μὲ ἀποκάλυψη καὶ ἔμπνευση τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατέγραψαν τις θεῖες ἀλήθειες. Ἂς δοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς ὅτι τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο εἶναι θεόπνευστο, καὶ πῶς πρέπει νὰ τὸ μελετοῦμε. 

1. ΠΑΣΑ ΓΡΑΦΗ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟΣ

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἄλλοι συγγραφεῖς τῆς Καινῆς Διαθήκης συγκλονισμένοι ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ποὺ εἶχαν ἐπὶ τρία χρόνια μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, σαγηνευμένοι ἀπὸ τὴν θεία του διδασκαλία, ἔκπληκτοι ἀπὸ τὰ ἀμέτρητα θαύματα, μεταρσιωμένοι ἀπὸ τὴ θέα τῆς ἀκτινοβόλου θεϊκῆς παρουσίας του, κατέγραψαν μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅσα ἦσαν ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἀλλὰ καὶ ὁ θεῖος Παῦλος μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι καὶ ὁ ἴδιος δεν κηρύττει ἕνα Εὐαγγέλιο ποὺ τὸ παρέλαβε ἐμμέσως ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους ἢ ἀπὸ κάποιον ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό με εἰδικὲς καὶ ἔκτακτες ἀποκαλύψεις. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς γράφει ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο πο κηρύττει δὲν ἀποτελεῖ προσωπική του διδασκαλία ἀλλὰ θεϊκὴ ἀποκάλυψη. Καὶ ἀλλοῦ τονίζει ὅτι «πᾶσα Γραφὴ θεόπνευστος» (Β ́ Τιμ. γ'[3] 16), θέλοντας νὰ μᾶς δείξει ὅτι οἱ συγγραφεῖς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, δὲν ἔγραψαν ἀνθρώπινες σκέψεις, ἀλλὰ ἀξιώθηκαν νὰ δεχθοῦν μέσα τους την πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία τους καθοδηγοῦσε στη συγγραφὴ τῶν θείων ἀληθειῶν. 

καταγραφή λοιπὸν τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀποτελεῖ προϊόν συνεργασίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἱερῶν συγγραφέων, ὄχι βέβαια ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μετέδωσε στοὺς ἱερούς συγγραφεῖς τὶς θεῖες ἀλήθειες καὶ τοὺς ἐφώτισε νὰ ἐκθέσουν τὰ ἱερὰ νοήματα, ὥστε ἡ Ἁγία Γραφὴ νὰ ἀποτελε ἀλάθητο λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ οἱ ἱεροὶ συγγραφεῖς ἔγιναν «καλοὶ ἀγωγοί» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «ἔνθεα ὄργανα» διὰ τῶν ὁποίων ὁ Θεὸς φανέρωσε τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ Ἐκκλησία μας πιστεύει καὶ διδάσκει ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ ἔχει θεανθρώπινο χαρακτήρα. Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει ὅτι τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὁμιλεῖ διὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν, τῶν συγγραφέων τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 

2. ΜΕΛΕΤΗ

φόσον λοιπὸν ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποτελεῖ τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, δὲν πρέπει νὰ τὴν ἔχουμε στὸ σπίτι μας μόνο ὡς ἱερὸ βιβλίο γιὰ νὰ τὸ βλέπουμε στὸ εἰκονοστάσι, ἀλλὰ θὰ πρέπει καθημερινὰ νὰ λαχταροῦμε νὰ τὸ ἀνοίξουμε γιὰ νὰ ἀκούσουμε «τί λαλήσει ἐν ἡμῖν Κύριος ὁ Θεός» (Ψαλ. πδ' [84] 9). Νὰ ποθοῦμε τ μελέτη του μὲ τὴν πίστη ὅτι δὲν θὰ διαβάσουμε ἁπλῶς ἕνα ὠφέλιμο βιβλίο ἀλλὰ τὸ βιβλίο τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ νὰ τὴ μελετοῦμε μέ δίψα ἱερὴ καὶ πεῖνα ἀκόρεστη, με πόθο ἅγιο. Νὰ τὴ μελετοῦμε μὲ τὴν συναίσθηση ὅτι χωρὶς αὐτὴν δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε πνευματικὴ ζωή. 

Καθημερινά λοιπόν, πρὶν ἀνοίξουμε τὴν Ἁγία Γραφή, νὰ προσευχόμαστε στὸν Κύριο νὰ διανοίγει τὸν νοῦ μας «τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς» (Λουκ. κδ'[24] 45) γιὰ νὰ κατανοοῦμε δηλαδὴ τὰ θεῖα του λόγια. Ὁ ἅγιος Κύριλλος λεξανδρείας γράφει ὅτι «χρειάζεται να λάμψει μέσα στην ψυχή μας ἡ θεία φωταγωγία, γιὰ νὰ κατανοήσουμε τη θεόπνευστο Γραφή». Διότι χωρὶς τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ, ὅσο κι ἂν κουραζόμαστε, δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τίποτε. 

Καθὼς πάλι καθημερινὰ θὰ ἀνοίγουμε τὸ βιβλίο τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸ μελετοῦμε αἰσθανόμενοι ὅτι ἀκοῦμε τὴν ἴδια τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ νὰ μιλ στὴν ψυχή μας, καὶ νὰ μᾶς καθοδηγε. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς νὰ τὴν μελετοῦμε μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης. Καὶ νὰ ἀνοίγουμε τὰ αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς μας, γιὰ νὰ δεχθε καὶ νὰ ἀποδεχθε ὅσα ὁ ἴδιος ὁ Θεός μ τρόπο ἀνεξιχνίαστο καὶ μυστικά θὰ πε στην καρδιά μας. Νὰ τὴν μελετοῦμε σὰν νὰ ἔχουμε μπροστά μας τὸν ἴδιο τὸν Κύριο νὰ μᾶς ὁμιλε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ νὰ τὴν μελετοῦμε μὲ ἱερὸ δέος καὶ ταπείνωση πολλή. Καὶ νὰ περιμένουμε νὰ δοῦμε ποιό μήνυμα θὰ μᾶς δώσει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς στὴν κάθε μας μέρα καὶ νὰ σπεύδουμε νὰ τὸ ἐκτελέσουμε. 

Ἀδελφοί, ἐὰν ἔτσι μελετοῦμε καθημερινὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἐσωτερικό μας ὁλόκληρο θὰ φωτίζεται ἀπὸ τὴ γνώση αὐτὴ καὶ θὰ μεταμορφώνει σταδιακὰ καὶ ἀδιόρατα τη ζωή μας. Κι ἂν εἴμαστε δεκτικοὶ σ᾿ αὐτὴν τὴ θεία ἀλλοίωση, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ θὰ καταστήσει τὸν καθένα μας μιὰ ζωντανὴ Ἁγία Γραφή, «ἐπιστολὴν Χριστοῦ γινωσκομένην καὶ ἀναγινωσκομένην» (Β' Κορ. γ'[3] 3, 2), διότι μέσα μας θὰ σχηματίζεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ  ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν χώ­ραν τῶν Γα­δα­ρη­νῶν ὑ­πήν­τη­σεν αὐ­τῷ ἀ­νήρ τις ἐκ τῆς πό­λε­ως, ὃς εἶ­χε δαι­μό­νι­α ἐκ χρό­νων ἱ­κα­νῶν, καὶ ἱ­μά­τι­ον οὐκ ἐ­νε­δι­δύ­σκε­το, καὶ ἐν οἰ­κί­ᾳ οὐκ ἔ­με­νεν, ἀλ­λ' ἐν τοῖς μνή­μα­σιν. ἰ­δὼν δὲ τὸν Ἰ­η­σοῦν καὶ ἀ­να­κρά­ξας προ­σέ­πε­σεν αὐ­τῷ καὶ φω­νῇ με­γά­λῃ εἶ­πε· Τί ἐ­μοὶ καὶ σοί, Ἰ­η­σοῦ υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ὑ­ψί­στου; δέ­ο­μαί σου, μή με βα­σα­νί­σῃς. πα­ρήγ­γει­λε γὰρ τῷ πνε­ύ­μα­τι τῷ ἀ­κα­θάρ­τῳ ἐ­ξελ­θεῖν ἀ­πὸ τοῦ ἀν­θρώ­που. πολ­λοῖς γὰρ χρό­νοις συ­νηρ­πά­κει αὐ­τόν, καὶ ἐ­δε­σμεῖ­το ἁ­λύ­σε­σι καὶ πέ­δαις φυ­λασ­σό­με­νος, καὶ δι­αρ­ρήσ­σων τὰ δε­σμὰ ἠ­λα­ύ­νε­το ὑ­πὸ τοῦ δα­ί­μο­νος εἰς τὰς ἐ­ρή­μους. ἐ­πη­ρώ­τη­σε δὲ αὐ­τὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Τί σοί ἐ­στιν ὄ­νο­μα; ὁ δὲ εἶ­πε· Λε­γε­ών· ὅ­τι δαι­μό­νι­α πολ­λὰ εἰ­σῆλ­θεν εἰς αὐ­τόν· καὶ πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸν ἵ­να μὴ ἐ­πι­τά­ξῃ αὐ­τοῖς εἰς τὴν ἄ­βυσ­σον ἀ­πελ­θεῖν. Ἦν δὲ ἐ­κεῖ ἀ­γέ­λη χο­ί­ρων ἱ­κα­νῶν βο­σκο­μέ­νη ἐν τῷ ὄ­ρει· καὶ πα­ρε­κά­λουν αὐ­τὸν ἵ­να ἐ­πι­τρέ­ψῃ αὐ­τοῖς εἰς ἐ­κε­ί­νους εἰ­σελ­θεῖν· καὶ ἐ­πέ­τρε­ψεν αὐ­τοῖς. ἐ­ξελ­θόν­τα δὲ τὰ δαι­μό­νι­α ἀ­πὸ τοῦ ἀν­θρώ­που εἰ­σῆλ­θον εἰς τοὺς χο­ί­ρους, καὶ ὥρ­μη­σεν ἡ ἀ­γέ­λη κα­τὰ τοῦ κρη­μνοῦ εἰς τὴν λί­μνην καὶ ἀ­πε­πνί­γη. ἰ­δόν­τες δὲ οἱ βό­σκον­τες τὸ γε­γε­νη­μέ­νον ἔ­φυ­γον, καὶ ἀ­πήγ­γει­λαν εἰς τὴν πό­λιν καὶ εἰς τοὺς ἀ­γρο­ύς. ἐ­ξῆλ­θον δὲ ἰ­δεῖν τὸ γε­γο­νὸς, καὶ ἦλ­θον πρὸς τὸν Ἰ­η­σοῦν, καὶ εὗ­ρον κα­θή­με­νον τὸν ἄν­θρω­πον, ἀ­φ' οὗ τὰ δαι­μό­νι­α ἐ­ξε­λη­λύ­θει, ἱ­μα­τι­σμέ­νον καὶ σω­φρο­νοῦν­τα πα­ρὰ τοὺς πό­δας τοῦ Ἰ­η­σοῦ, καὶ ἐ­φο­βή­θη­σαν. ἀ­πήγ­γει­λαν δὲ αὐ­τοῖς οἱ ἰ­δόν­τες πῶς ἐ­σώ­θη ὁ δαι­μο­νι­σθε­ίς. καὶ ἠ­ρώ­τη­σαν αὐ­τὸν ἅ­παν τὸ πλῆ­θος τῆς πε­ρι­χώ­ρου τῶν Γα­δα­ρη­νῶν ἀ­πελ­θεῖν ἀ­π' αὐ­τῶν, ὅ­τι φό­βῳ με­γά­λῳ συ­νε­ί­χον­το· αὐ­τὸς δὲ ἐμ­βὰς εἰς τὸ πλοῖ­ο ὑ­πέ­στρε­ψεν. ἐ­δέ­ε­το δὲ αὐ­τοῦ ὁ ἀ­νὴρ, ἀ­φ' οὗ ἐ­ξε­λη­λύ­θει τὰ δαι­μό­νι­α, εἶ­ναι σὺν αὐ­τῷ· ἀ­πέ­λυ­σε δὲ αὐ­τὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Ὑ­πό­στρε­φε εἰς τὸν οἶ­κόν σου καὶ δι­η­γοῦ ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σέ σοι ὁ Θε­ός. καὶ ἀ­πῆλ­θε κα­θ' ὅ­λην τὴν πό­λιν κη­ρύσ­σων ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σεν αὐ­τῷ ὁ Ἰ­η­σοῦς.                                           

 (Λουκ. η΄[8] 26 – 39)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ Ἰησοῦς κα­τέ­πλευ­σε στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῶν Γαδαρηνῶν, πού εἶ­ναι ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴ Γα­λι­λαί­α. Κι ὅ­ταν βγῆ­κε στὴ στε­ριά, τὸν συ­νάν­τη­σε κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος πού κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν πό­λη, ὁ ὁποῖος εἶ­χε μέ­σα του δαι­μό­νια ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια. Αὐ­τὸς δὲν φο­ροῦ­σε πά­νω του ροῦ­χα οὔτε ἔ­με­νε σὲ σπί­τι, ἀλλά ζοῦ­σε μέ­σα στὰ μνή­μα­τα. Ὅ­ταν ὅ­μως εἶδε τὸν Ἰ­η­σοῦ, ἀ­πὸ τὸ φό­βο του ἔ­βγα­λε μιὰ δυ­να­τὴ κραυ­γή, ἔ­πε­σε στὰ πό­δια του καὶ μὲ φω­νὴ με­γά­λη εἶ­πε: Ποι­ὰ σχέ­ση ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα σὲ μέ­να καὶ σὲ σέ­να καὶ τί ζη­τᾶς ἀ­πὸ μέ­να, Ἰ­η­σοῦ, Υἱ­ὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μὴ μὲ βα­σα­νί­σεις καὶ μὴ μοῦ ἐ­πι­βά­λεις τὴν τι­μω­ρί­α νὰ κλει­στῶ ἀ­πὸ τώ­ρα μέ­σα στὰ σκο­τά­δια τοῦ Ἅ­δη. Καὶ εἶ­πε τὰ λό­για αὐ­τὰ ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος, δι­ό­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­χε δι­α­τά­ξει τὸ ἀ­κά­θαρ­το δαι­μο­νι­κὸ πνεῦ­μα νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο. Δι­ό­τι ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια τὸν εἶ­χε κυ­ρι­εύ­σει, καὶ τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἄ­γρια ἔ­ξα­ψη. Γι’ αὐτό τὸν ἔ­δε­ναν μὲ ἁ­λυ­σί­δες καὶ μὲ σι­δε­ρέ­νια δε­σμὰ στὰ πό­δια, καὶ τὸν φύ­λα­γαν νὰ μὴν κά­νει κα­νέ­να κα­κὸ ἢ βλά­ψει κα­νέ­ναν. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἔ­σπα­ζε τὰ δε­σμὰ καὶ συ­ρό­ταν βί­αι­α ἀ­πὸ τὸν δαί­μο­να στὶς ἐ­ρη­μι­ές. Τὸν ρώ­τη­σε τό­τε ὁ Ἰ­η­σοῦς: Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ ὄ­νο­μά σου; Κι αὐ­τὸς τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Λε­γε­ών, δη­λα­δὴ τα­ξι­αρ­χί­α στρα­τι­ω­τῶν. Καὶ εἶ­χε αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα, δι­ό­τι εἶ­χαν μπεῖ μέ­σα στὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τὸ ὄ­χι μό­νο ἕ­να ἀλλά πολ­λὰ δαι­μό­νια. Καὶ τὰ δαι­μό­νια αὐ­τὰ μὲ τὸ στό­μα τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νὰ μὴν τὰ δι­α­τά­ξει νὰ πᾶ­νε στὰ τρί­σβα­θα τοῦ Ἅ­δη. Στὸ με­τα­ξὺ ἐκεῖ κον­τὰ ἦ­ταν ἕ­να κο­πά­δι ἀ­πὸ πολ­λοὺς χοί­ρους πού ἔ­βο­σκαν στὸ βου­νό. Καὶ τὰ δαι­μό­νια τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νὰ τοὺς ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ μποῦν σ' ἐ­κεί­νους τοὺς χοί­ρους. Καὶ ὁ Κύ­ριος τούς τὸ ἐ­πέ­τρε­ψε, ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ πού ἔ­τρε­φαν τοὺς χοί­ρους τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ πα­ρα­βαί­νον­τας τὸ Μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο, ὁ ὁποῖος ἀ­πα­γό­ρευ­ε ὡς ἀ­κά­θαρ­το τὸ χοι­ρι­νὸ κρέ­ας. Μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ ὁ Κύ­ριος τι­μώ­ρη­σε τὴν πα­ρα­νο­μί­α τους αὐ­τή. Κι ἀφοῦ βγῆ­καν τὰ δαι­μό­νια ἀ­πό τὸν ἄν­θρω­πο, μπῆ­καν στοὺς χοί­ρους. Τό­τε τὸ κο­πά­δι ὅρ­μη­σε μὲ ἀ­συγ­κρά­τη­τη μα­νί­α πρὸς τὸ γκρε­μό, κι ἔ­πε­σε κά­τω στὴ λί­μνη καὶ πνί­γη­κε. Μό­λις εἶ­δαν αὐ­τὸ πού ἔ­γι­νε ἐ­κεῖ­νοι πού ἔ­βο­σκαν τοὺς χοί­ρους, ἔ­φυ­γαν καὶ ἀ­νήγ­γει­λαν τὸ συμ­βὰν τῆς κα­τα­στρο­φῆς τῶν χοί­ρων στοὺς κα­τοί­κους τῆς πό­λε­ως καὶ σ' ὅ­σους ἔ­με­ναν ἔ­ξω στὴν ὕ­παι­θρο. Τό­τε οἱ ἄν­θρω­ποι βγῆ­καν ἀ­πὸ τὴν πό­λη καὶ τὰ πε­ρί­χω­ρα γιὰ νὰ δοῦν αὐ­τὸ πού ἔ­γι­νε, καὶ ἦλ­θαν στόν Ἰησοῦ. Καὶ πράγ­μα­τι, βρῆ­καν τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τό­ν ὁποῖον εἶχαν βγεῖ τά δαιμόνια νά κάθεται κοντά στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί νά εἶναι ντυμένος καί σωφρονισμένος. Καί φοβήθηκαν. Κι ὅ­σοι εἶ­χαν δεῖ τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ τοὺς δι­η­γή­θη­καν πῶς ἔ­γι­νε κα­λὰ καὶ σώ­θη­κε ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος. Τό­τε ὅ­λο τὸ πλῆ­θος τῆς πε­ρι­φέ­ρειας τῶν Γα­δα­ρηνῶν πα­ρα­κά­λε­σαν τὸν Ἰησοῦ νὰ φύ­γει ἀ­πὸ κον­τά τους, δι­ό­τι κυ­ρι­εύ­θη­καν ἀ­πὸ με­γά­λο φό­βο ὅ­ταν εἶ­δαν τὴ δί­και­η τι­μω­ρί­α πού ἐ­πι­βλή­θη­κε σ' ἐ­κεί­νους πού ἐξέτρεφαν χοί­ρους πα­ρὰ τὴν ἀ­πα­γό­ρευ­ση τοῦ νό­μου. Καὶ ὁ Ἰ­η­σοῦς μπῆ­κε στὸ πλοῖ­ο καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ μέ­ρος ἀ­πὸ τὸ ὁποῖο εἶ­χε ἔλ­θει. Ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­μως ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν βγεῖ τὰ δαι­μό­νια τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ μέ­νει μα­ζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ ἔ­δω­σε τὴν ἐν­το­λὴ νὰ φύ­γει λέ­γον­τας: Γύ­ρι­σε πί­σω στὸ σπί­τι σου καὶ νὰ δι­η­γεῖ­σαι ὅ­σα σοῦ ἔκανε ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σὲ ἀ­πάλ­λα­ξε ἀ­πὸ τὰ δαι­μό­νια. Κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε καὶ διεκήρυττε σ' ὅ­λη τὴν πό­λη ὅ­σα τοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς.

 


Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

      ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ

(ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)

(15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2023)


 

ΕΩΘΙΝΟΝ Η΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω, ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι, Γύναι, τὶ κλαίεις; λέγει αὐτοῖς, Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν, καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἐστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Γύναι, τὶ κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ, Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπὲ μοι ποῦ αὐτὸν ἔθηκας, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μαρία, στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ, Ῥαββουνί, ὃ λέγεται Διδάσκαλε, λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μή μου ἃπτου, οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου, πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ αὐτοῖς, Ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν, ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.

Ἰωάν. κ΄[20] 11 – 18)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

11 Ἡ Μαρία ὅμως στὸ μεταξὺ στεκόταν κοντὰ στὸ μνημεῖο κι ἔκλαιγε ἔξω ἀπ᾿ αὐτό, χωρὶς νὰ φαντάζεται ποτὲ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε.  12 Ἐνῶ λοιπὸν ἑξακολουθοῦσε νὰ κλαίει, ἔσκυψε μιὰ στιγμὴ στὸ μνημεῖο ἀναζητώντας καὶ πάλι τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Βλέπει τότε δύο ἀγγέλους μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ἔνδοξους καὶ ἀκαταγώνιστους φρουροὺς τοῦ τάφου. Αὐτοὶ κάθονταν ὡς ὑπηρέτες τοῦ ἀναστημένου Κυρίου, ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τοῦ κεφαλιοῦ καὶ ὁ ἄλλος πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου πιὸ πρὶν ἦταν τοποθετημένο κάτω στὴ γῆ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.  13 Τῆς λένε τότε ἐκεῖνοι: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Κι αὐτὴ τοὺς ἀπαντᾶ: Διότι πῆραν τὸν Κύριό μου ἀπὸ τὸν τάφο καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔβαλαν.  14 Καὶ ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, στράφηκε πίσω καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται ὄρθιος, ἀλλὰ δὲν κατάλαβε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, εἴτε διότι τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου εἶχε ὑποστεῖ μεταβολὴ μὲ τὴν Ἀνάσταση, εἴτε διότι ἡ Μαρία δὲν ὑποπτευόταν κἂν ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀναστήθηκε.  15 Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Γυναίκα, γιατί κλαῖς; Ποιὸν ζητᾶς; Ἐκείνη νόμισε ὅτι ἦταν ὁ κηπουρὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐὰν τὸν πῆρες ἐσύ, πές μου ποῦ τὸν ἔβαλες, κι ἐγὼ θὰ τὸν πάρω ἀπὸ τὸν κῆπο σου καὶ θὰ τὸν τοποθετήσω σὲ ἄλλον τάφο.  16 Τῆς λέει τότε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸν γνωστὸ σ᾿ ἐκείνη τόνο τῆς φωνῆς του: Μαρία! Ἐκείνη τότε ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ, στράφηκε πίσω καὶ τοῦ εἶπε: Ραββουνί, ποὺ σημαίνει· διδάσκαλέ μου.  17 Τότε ἡ Μαρία ἔτρεξε νὰ περιπτυχθεῖ μὲ σεβασμὸ τὰ πόδια του, νομίζοντας ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἑξακολουθεῖ καὶ τώρα νὰ ζεῖ σωματικῶς ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος του μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του. Γι᾿ αὐτὸ τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις. Μὴ συμπεριφέρεσαι πλέον σὲ μένα σὰν νὰ πρόκειται νὰ εἶμαι καὶ πάλι ἀνάμεσά σας μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφή, μὲ τὴ μορφὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀσθενείας, ὅπως ζοῦσα μαζί σας πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος. Μὴ μ᾿ ἀγγίζεις, διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου. Συνεπῶς δὲν ἐγκαινιάσθηκε ἀκόμη ἡ νέα σχέση τῆς εὐλαβικῆς καὶ λατρευτικὴς οἰκειότητος ποὺ θὰ συνάψω μὲ τοὺς ἀνθρώπους μετὰ τὴν Ἀνάληψή μου ὡς αἰώνιος καὶ οὐράνιος πλέον ἀρχιερεὺς καὶ ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ὁποία θὰ εἶμαι ἑνωμένος. Πήγαινε ὅμως στοὺς ἀδελφούς μου καὶ πές τους: Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου, τὸν ὁποῖο δι᾿ ἐμοῦ καὶ σεῖς ἔχετε κατὰ χάριν Πατέρα. Αὐτὸς ἔγινε καὶ Θεός μου ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι Θεὸς δικός σας.  18 Ἔρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἀναγγέλλει στοὺς μαθητὲς ὅτι εἶδε τὸν Κύριο καὶ ὅτι τῆς εἶπε τὰ λόγια αὐτά.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)

Τέκνον Τίτε, πι­στὸς ὁ λό­γος· καὶ πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι οἱ πε­πι­στευ­κό­τες τῷ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τὰ κα­λὰ καὶ ὠ­φέ­λι­μα τοῖς ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δὲ ζη­τή­σεις καὶ γε­νε­α­λο­γί­ας καὶ ἔ­ρεις καὶ μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γὰρ ἀ­νω­φε­λεῖς καὶ μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν καὶ δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος καὶ ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρός σε ἢ Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρός με εἰς Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γὰρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τὸν νο­μι­κὸν καὶ Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. μαν­θα­νέ­τω­σαν δὲ καὶ οἱ ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι εἰς τὰς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μὴ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε οἱ με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τοὺς φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. Ἡ χά­ρις με­τὰ πάν­των ὑ­μῶν· ἀ­μήν.

                                    (Τἰτ. γ΄[3] 8 – 15)

 

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι»

Μἐ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀναχωρήσεως ἀπὸ τὴν Κρήτη δύο συνεργῶν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τοῦ νομικοῦ Ζηνᾶ καὶ τοῦ Ἀπολλοδώρου, ὁ θεῖος Παῦλος συμβουλεύει τὸν ἀπόστολο Τίτο νὰ τοὺς ἐφοδιάσει μὲ ὅλα τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὸ ταξίδι τρόφιμα καὶ ροῦχα. Παράλληλα δὲ τὸν συμβουλεύει ὅτι θὰ πρέπει νὰ μάθει σὲ ὅλους τοὺς πιστοὺς νὰ πρωτοστατοῦν σὲ καλὰ ἔργα καὶ νὰ συντρέχουν τοὺς ἀδελφοὺς στὶς ἀπαραίτητες ἀνάγκες τους. Παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὴν προτροπὴ αὐτὴ τοῦ θείου Ἀποστόλου ἂς δοῦμε κι ἐμεῖς μὲ ποιὸ τρόπο πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ γιατί.

1. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΕΡΓΑ ΑΛΛΑ ΙΕΡΑ!

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ζητεῖ ἀπὸ ὅλους τοὺς πιστοὺς νὰ ἔχουμε ὡς διαρκὴ σπουδὴ καὶ μέριμνα τὴν ἐπιτέλεση καλῶν ἔργων. Νὰ μὴν ἔχουμε ἁπλῶς μία θεωρητικὴ πίστη, ἀλλὰ νὰ τὴν ἐκδηλώνουμε καὶ μὲ τὰ ἀγαθὰ ἔργα. Καὶ ἔτσι νὰ διδάσκουμε τὸ μάθημα τῶν καλῶν ἔργων καὶ μὲ τὸν λόγο μας, πολὺ δὲ περισσότερο μὲ τὸ παράδειγμά μας. Καὶ μᾶς τονίζει ὄχι ἁπλῶς νὰ ἐργαζόμαστε τὰ καλὰ ἔργα ὅταν μᾶς περισσεύει χρόνος, ἀλλὰ νὰ ἀποτελοῦν αὐτὰ τὴν κύρια φροντίδα μας, νὰ πρωτοστατοῦμε σ᾿ αὐτά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ νὰ τὰ ἐργαζόμαστε μὲ ἐπιμέλεια καὶ ζῆλο. Διότι εἶναι ἔργα ἀγάπης, ἔργα ἱερά. Νὰ τὰ ἐργαζόμαστε ὡς κατενώπιον Θεοῦ.

Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ νὰ δίνουμε ὅλη μας τὴν καρδιὰ ὅταν ἐργαζόμαστε τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Νὰ εἴμαστε δραστήριοι καὶ ἐφευρετικοί. Μὴ περιμένουμε ἀπὸ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη νὰ ζητοῦν τὴν βοήθειά μας, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι μέσα σὲ ἕνα πλημμύρισμα ἀγάπης νὰ δείχνουμε ἐνδιαφέρον καὶ νὰ ἀναζητοῦμε ἀνθρώπους ἐνδεεῖς. Κι ὅταν τοὺς βροῦμε, νὰ τοὺς διακονοῦμε μὲ προθυμία καὶ εὐχαρίστηση. Καὶ νὰ τοὺς χορηγοῦμε τὰ ἀπαραίτητα ἀγαθὰ μὲ ἀφθονία καὶ χαρά. Νὰ τοὺς δίδουμε καὶ τροφὲς καὶ ἐνδύματα καὶ χρήματα, ὅ,τι τοὺς εἶναι ἀπαραίτητο. Μάλιστα δὲ νὰ συμπαραστεκόμαστε καὶ νὰ διακονοῦμε τοὺς ἀρρώστους καὶ ἡλικιωμένους, ἀνθρώπους ἀνυπεράσπιστους ἢ ἀνήμπορους, χῆρες, ὀρφανὰ καὶ ἐγκαταλελειμμένους γέροντες. Καὶ νὰ τοὺς παρέχουμε τὶς ἀναγκαῖες ἐξυπηρετήσεις σὲ ὅ,τι χρειάζονται, σὰν νὰ διακονοῦμε στὰ πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.

2. ΚΕΡΔΙΖΕΙΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΕΣΥ!

Γιατί ὅμως πρέπει νὰ πρωτοστατοῦμε στὰ καλὰ ἔργα; Θὰ ἀπαντοῦσε πολὺ φυσικὰ κανεὶς ὅτι θὰ πρέπει νὰ πρωτοστατοῦμε στὰ καλὰ ἔργα γιὰ νὰ βοηθοῦμε τοὺς γύρω μας ἀνθρώπους. Ἀσφαλῶς καὶ γι᾿ αὐτό. Στὸ σημερινὸ ὅμως Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁ θεῖος Παῦλος ζητεῖ νὰ ἐργαζόμαστε τὰ ἔργα αὐτὰ περισσότερο γιὰ μᾶς τοὺς ἰδίους, γιὰ νὰ βοηθηθοῦμε ἐμεῖς πρῶτα. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν αἰτιολογικὴ πρόταση ποὺ ἐπιτάσσει. Συνιστᾶ στοὺς πιστοὺς νὰ τὰ ἐργάζονται γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἄκαρποι. Ἄρα λοιπὸν ἐνδιαφέρεται περισσότερο γι᾿ αὐτοὺς ποὺ δίνουν κι ἔπειτα γι᾿ αὐτοὺς ποὺ λαμβάνουν. Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε συνιστᾶ νὰ ἐργαζόμαστε τὰ καλὰ ἔργα ὄχι ἀπὸ λύπη ἢ ἀπὸ ἀνάγκη, ὄχι τόσο γιὰ νὰ δέχονται πλουσιοπάροχα οἱ ἄλλοι τὴν ἀγάπη μας, ἀλλὰ διότι «ἱλαρὸν δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς» (Β' Κορ.θ'[9] 7).

Πάνω σ' αὐτὸ λέγει καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: Δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, ποὺ ἔθρεψε στὴν ἔρημο ἀπὸ πέντε ἄρτους πέντε χιλιάδες ἄνδρες, νὰ θρέψει τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς μαθητὰς του; Γιατί λοιπὸν δεχόταν τροφὲς ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦσαν; Γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ἔτσι ὅτι φροντίζει καὶ ἐνδιαφέρεται πολὺ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐργάζονται τὰ καλὰ ἔργα.

Γι' αὐτὸ καὶ ὁ προφήτης Δανιὴλ συμβούλευσε τὸν Ναβουχοδονόσορα λέγοντας : «διὰ τοῦτο, βασιλεῦ,... τὰς ἁμαρτίας σου ἐν ἐλεημοσύναις λύτρωσαι καὶ τὰς ἀδικίας ἐν οἰκτιρμοῖς πενήτων»(Δαν. δ'[4] 24). Μὲ τὶς ἐλεημοσύνες καὶ τὴν εὐσπλαγχνία σου θὰ λυτρωθεῖς ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ ἀδικίες σου. Ἄδειασε τὸ ταμεῖο σου ὄχι μόνο γιὰ νὰ τραφοῦν ἀπὸ αὐτὸ οἱ φτωχοί, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τὴν τιμωρία. Μὲ τὰ καλὰ ἔργα τῆς φιλανθρωπίας λοιπόν, τῆς ἐλεημοσύνης καὶ γενικώτερα τῆς ἀγάπης, ὁ ἄνθρωπος, ἐφόσον βέβαια ζεῖ ἐν μετανοίᾳ, λυτρώνεται ἀπό τὶς ἁμαρτίες του. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ γλυτώνει ἀπὸ τὴν αἰώνια καταδίκη τῆς κολάσεως. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, ὁμοιάζει μὲ τὸν οἰκτίρμονα καὶ ἐλεήμονα Θεό. Ποιὸς κερδίζει λοιπὸν περισσότερα, αὐτὸς ποὺ δέχεται τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης ἢ αὐτὸς ποῦ τὰ ἐνεργεῖ;

Ἀδελφοί, ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὰ χρήματα δὲν ἔχουν ἀποταμιευτικὴ ἀξία, ἡ καλύτερη ἐπένδυση γιὰ μᾶς εἶναι νὰ ἀποταμιεύουμε ὄχι μόνον τὰ χρήματά μας ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά μας στὰ πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας ποὺ τὰ ἔχουν ἀνάγκη. Εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος νὰ μεταφέρουμε τὶς ἐπενδύσεις μας στὴν ἄλλη ζωή, στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην. ἐ­ξῆλ­θεν ὁ σπε­ί­ρων τοῦ σπεῖ­ραι τὸν σπό­ρον αὐ­τοῦ. καὶ ἐν τῷ σπε­ί­ρειν αὐ­τὸν ὃ μὲν ἔ­πε­σε πα­ρὰ τὴν ὁ­δόν, καὶ κα­τε­πα­τή­θη, καὶ τὰ πε­τει­νὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ κα­τέ­φα­γεν αὐ­τό· καὶ ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐ­πὶ τὴν πέ­τραν, καὶ φυ­ὲν ἐ­ξη­ράν­θη δι­ὰ τὸ μὴ ἔ­χειν ἰ­κμά­δα· καὶ ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐν μέ­σῳ τῶν ἀ­καν­θῶν, καὶ συμ­φυ­εῖ­σαι αἱ ἄ­καν­θαι ἀ­πέ­πνι­ξαν αὐ­τό. καὶ ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀ­γα­θήν, καὶ φυ­ὲν ἐ­πο­ί­η­σε καρ­πὸν ἑ­κα­τον­τα­πλα­σί­ο­να. ταῦ­τα λέ­γων ἐ­φώ­νει· Ὁ ἔ­χων ὦ­τα ἀ­κο­ύ­ειν ἀ­κου­έ­τω. Ἐ­πη­ρώ­των δὲ αὐ­τὸν οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ λέ­γον­τες· Τίς εἴ­η ἡ πα­ρα­βο­λή αὕ­τη; ὁ δὲ εἶ­πεν· Ὑ­μῖν δέ­δο­ται γνῶ­ναι τὰ μυ­στή­ρι­α τῆς βα­σι­λε­ί­ας τοῦ Θε­οῦ, τοῖς δὲ λοι­ποῖς ἐν πα­ρα­βο­λαῖς, ἵ­να βλέ­πον­τες μὴ βλέ­πω­σι καὶ ἀ­κο­ύ­ον­τες μὴ συ­νι­ῶ­σιν. Ἔ­στι δὲ αὕ­τη ἡ πα­ρα­βο­λή· ὁ σπό­ρος ἐ­στὶν ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ· οἱ δὲ πα­ρὰ τὴν ὁ­δόν εἰ­σιν οἱ ἀ­κο­ύ­σαν­τες, εἶ­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος καὶ αἴ­ρει τὸν λό­γον ἀ­πὸ τῆς καρ­δί­ας αὐ­τῶν, ἵ­να μὴ πι­στε­ύ­σαν­τες σω­θῶ­σιν. οἱ δὲ ἐ­πὶ τῆς πέ­τρας οἳ ὅ­ταν ἀ­κο­ύ­σω­σι, με­τὰ χα­ρᾶς δέ­χον­ται τὸν λό­γον, καὶ οὗ­τοι ῥί­ζαν οὐκ ἔ­χου­σιν, οἳ πρὸς και­ρὸν πι­στε­ύ­ου­σι καὶ ἐν και­ρῷ πει­ρα­σμοῦ ἀ­φί­σταν­ται. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀ­κάν­θας πε­σόν, οὗ­τοί εἰ­σιν οἱ ἀ­κού­σαν­τες, καὶ ὑ­πὸ με­ρι­μνῶν καὶ πλο­ύ­του καὶ ἡ­δο­νῶν τοῦ βί­ου πο­ρευ­ό­με­νοι συμ­πνί­γον­ται καὶ οὐ τε­λε­σφο­ροῦ­σι. τὸ δὲ ἐν τῇ κα­λῇ γῇ, οὗ­τοί εἰ­σιν οἵ­τι­νες ἐν καρ­δί­ᾳ κα­λῇ καὶ ἀ­γα­θῇ ἀ­κο­ύ­σαν­τες τὸν λό­γον κα­τέ­χου­σι καὶ καρ­πο­φο­ροῦ­σιν ἐν ὑ­πο­μο­νῇ.

                                            (Λουκ. η΄[8] 5 – 15)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Εἶπε ὁ Κύριος αὐτή τήν πα­ρα­βο­λή: Βγῆ­κε ὁ σπο­ριὰς στὸ χω­ρά­φι του, γιὰ νὰ σπεί­ρει τὸν σπό­ρο του. Καὶ κα­θὼς ἔ­σπερ­νε, με­ρι­κοὶ σπό­ροι ἔ­πε­σαν κον­τὰ στὸ δρό­μο τοῦ χω­ρα­φιοῦ καὶ κα­τα­πα­τή­θη­καν ἀ­πό τούς δι­α­βά­τες, καὶ τοὺς κα­τέφα­γαν τὰ που­λιὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Ἄλ­λοι σπό­ροι πά­λι ἔ­πε­σαν πά­νω σὲ πε­τρῶ­δες ἔ­δα­φος, κι ἀφοῦ φύ­τρω­σαν, ξε­ρά­θη­καν, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν ὑ­γρα­σί­α· Κι ἄλ­λοι σπό­ροι ἔ­πε­σαν σὲ ἔ­δα­φος γε­μά­το ἀ­πὸ σπό­ρους ἀγ­κα­θι­ῶν, κι ὅ­ταν τὰ ἀγ­κά­θια φύ­τρω­σαν μα­ζί τους, τοὺς ἔ­πνι­ξαν τε­λεί­ως. Κι ἄλ­λοι σπό­ροι ἔ­πε­σαν μέ­σα στὴ γῆ τὴ μα­λα­κὴ καὶ εὔ­φο­ρη, καὶ ὅ­ταν φύ­τρω­σαν, ἔ­κα­ναν καρ­πὸ ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π' τὸν σπό­ρο. Κι ἐ­νῶ τὰ ἔ­λε­γε αὐ­τά, γιὰ νὰ δώ­σει με­γα­λύ­τε­ρο τό­νο στοὺς λό­γους του καὶ γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρει τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἀ­κρο­α­τῶν του, φώ­να­ζε δυ­να­τά: Αὐ­τὸς πού ἔ­χει αὐ­τιὰ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον πνευ­μα­τι­κὸ γιὰ νὰ ἀ­κού­ει καὶ νὰ ἐγκολπώνεται αὐ­τὰ πού λέ­ω, ἂς ἀ­κού­ει.

Οἱ μα­θη­τές του τό­τε τὸν ρω­τοῦ­σαν καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α καὶ ἡ ση­μα­σί­α αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­βο­λῆς; Κι αὐ­τὸς τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Σὲ σᾶς πού ἔ­χε­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ κα­λὴ δι­ά­θε­ση σᾶς ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς τὴ χά­ρη του νὰ μά­θε­τε τὶς μυ­στη­ρι­ώ­δεις ἀ­λή­θει­ες τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ· στοὺς ἄλ­λους ὅ­μως μι­λά­ω μὲ πα­ρα­βο­λές. Αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χουν ἐν­δι­α­φέ­ρον νὰ γνω­ρί­σουν καὶ νὰ δε­χθοῦν τὶς πνευ­μα­τι­κὲς ἀ­λή­θει­ες, καὶ ὁ νοῦς τους εἶ­ναι ἀμαθής καὶ ἀ­νί­κα­νος γιὰ πνευ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α. Γι' αὐ­τὸ δι­δά­σκω μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τό, γιὰ νὰ μὴν μπο­ροῦν νὰ δοῦν βα­θύ­τε­ρα καὶ κα­θα­ρό­τε­ρα, ἂν καὶ θὰ βλέ­πουν μὲ τὰ σω­μα­τι­κά τους μά­τια, καὶ γιὰ νὰ μὴν μπο­ροῦν νὰ κα­τα­λά­βουν, ἂν καὶ θὰ ἀκοῦν τὴ δι­δα­σκα­λί­α πού τοὺς ἐ­ξη­γεῖ τὰ μυ­στή­ρια. Καὶ τὸ κά­νω αὐ­τὸ ὄ­χι μό­νο γιὰ λό­γους δι­και­ο­σύ­νης, ἀλλά καὶ ἀ­πὸ ἀ­γα­θό­τη­τα, γιὰ νὰ μὴν ἐ­πι­βα­ρύ­νουν τὴ θέ­ση τους πε­ρι­φρο­νών­τας τὴν ἀ­λή­θεια, καὶ σκλη­ρυν­θοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἡ ση­μα­σί­α τῆς πα­ρα­βο­λῆς εἶ­ναι αὐ­τή: Ὁ σπό­ρος συμ­βο­λί­ζει τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Τὸ ἔ­δα­φος πού εἶ­ναι κον­τὰ στὸ δρό­μο συμ­βο­λί­ζει αὐ­τοὺς πού ἄ­κου­σαν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο τὸν λό­γο. Ἔ­πει­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος καὶ ἀ­φαι­ρεῖ τὸν λό­γο ἀ­πὸ τὶς καρ­δι­ές τους, γιὰ νὰ μὴν πι­στέ­ψουν καὶ σω­θοῦν. Τὸ πε­τρῶ­δες ἔ­δα­φος ἐξάλλου πού δέ­χθη­κε τὸν σπό­ρο συμ­βο­λί­ζει αὐ­τοὺς οἱ ὁποῖοι ὅ­ταν ἀ­κού­σουν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ τὸν δέ­χον­ται μὲ χα­ρὰ καὶ ἐν­θου­σια­σμό. Μέ­σα τους ὅ­μως δὲν ἔ­χει αὐ­τὸς βα­θιὰ ρί­ζα, γιὰ νὰ στε­ρε­ω­θεῖ. Γι’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τοὶ γιὰ λί­γο χρό­νο πι­στεύ­ουν, ὅ­ταν ὅ­μως ἔλ­θει και­ρὸς πει­ρα­σμοῦ ἢ δι­ωγ­μοῦ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πὸ τὴν πί­στη. Οἱ σπό­ροι πού ἔ­πε­σαν στὰ ἀγ­κά­θια συμ­βο­λί­ζουν ἐ­κεί­νους πού ἄ­κου­σαν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ κι ἀρ­χί­ζουν μὲ κά­ποι­α προ­θυ­μί­α νὰ βα­δί­ζουν στὸν δρό­μο τῆς πί­στε­ως. Πνί­γον­ται ὅ­μως ἀ­πὸ τὶς ἀ­γω­νι­ώ­δεις φρον­τί­δες γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σουν πλού­τη, κα­θὼς κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς σαρ­κι­κῆς ζω­ῆς, στὴν ὁποία δι­ευ­κο­λύ­νουν τὰ πλού­τη πού ἀ­πέ­κτη­σαν, κι ἔ­τσι δὲν προ­κύ­πτουν οὔ­τε φτά­νουν μέ­χρι τὸ τέ­λος, προ­κει­μέ­νου νὰ δώ­σουν τὸν καρ­πό. Οἱ σπό­ροι τώ­ρα πού ἔ­πε­σαν στὴν εὔ­φο­ρη γῆ συμ­βο­λί­ζουν τοὺς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους οἱ ὁποῖοι μὲ καρ­διὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τη, εὐ­θεί­α καὶ ἀ­γα­θὴ ἄ­κου­σαν καὶ κα­τα­νό­η­σαν τὸν λό­γο καὶ τὸν κρα­τοῦν σφι­χτὰ μέ­σα τους, καὶ καρ­πο­φο­ροῦν τὶς ἀ­ρε­τὲς δεί­χνον­τας ὑ­πο­μο­νὴ καὶ καρ­τε­ρί­α στὶς θλί­ψεις καὶ τοὺς πει­ρα­σμοὺς καὶ σ' ὅ­λα τὰ ἐμ­πό­δια πού συ­ναν­τοῦν στὴν ἄ­σκη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς.

 

 

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2023

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Γ΄ ΛΟΥ­ΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕ­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ

Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ Α­ΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Γ΄ ΛΟΥ­ΚΑ

(8 Ο­ΚΤΩΒ­ΡΙΟΥ 2023)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον΄ καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει οὖν, καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου, καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας, βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε, καὶ ἐπίστευσεν. Οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν Γραφήν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί.

(Ἰωάν. κ΄[20] 1 – 10)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

1 Ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται στὸ μνημεῖο πρωί, ὅταν ἦταν ἀκόμη σκοτάδι, καὶ βλέπει ὅτι ὁ λίθος ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου ἦταν σηκωμένος ἀπὸ τὸ μνῆμα. \2 Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸ μνῆμα ἀνοιχτό, τρέχει κι ἔρχεται στὸ Σίμωνα Πέτρο καὶ στὸν ἄλλο μαθητὴ τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς, καὶ τοὺς εἶπε: Πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ δὲν ξερουμε ποῦ τὸν ἔβαλαν.  3 Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη αὐτὴ εἴδηση, βγῆκε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ ἔμενε, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν βγῆκε καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἔρχονταν στὸ μνημεῖο.  4 Ἔτρεχαν λοιπὸν καὶ οἱ δύο μαζί· ἀλλὰ ὁ ἄλλος μαθητής, ἐπειδὴ ἦταν νεότερος, ἔτρεξε μπροστὰ πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ ἔφθασε πρῶτος στὸ μνημεῖο.  5 Καὶ σκύβοντας ἀπ᾿ ἔξω βλέπει τοὺς νεκρικοὺς ἐπιδέσμους νὰ εἶναι κάτω στὴ γῆ· ἐπειδὴ ὅμως ἦταν πολὺ συγκινημένος, δὲν προχώρησε νὰ μπεῖ μέσα.  6 Ἐνῶ λοιπὸν περίμενε ἀπ᾿ ἔξω, ἔρχεται καὶ ὁ Σίμων Πέτρος ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν καί, θαρραλέος καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν ἀπὸ τὸ χαρακτήρα του, μπῆκε στὸ μνημεῖο καὶ παρατήρησε ἀπὸ κοντὰ ὅτι οἱ νεκρικοὶ ἐπίδεσμοι ἦταν κάτω στὴ γῆ καὶ δὲν ἔλειπαν, ὅπως θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ συμβεῖ ἐὰν τὸ σῶμα εἶχε κλαπεῖ.  7 Παρατήρησε ἀκόμη ὅτι τὸ ὕφασμα μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν σκεπάσει τὸ κεφάλι τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἦταν ἀνακατεμένο μὲ τοὺς ἐπιδέσμους ἀκατάστατα, ἀλλὰ ἦταν τυλιγμένο χωριστὰ κάπου ἐκεῖ μὲ τάξη, ποὺ δὲν πρόδιδε βιασύνη καὶ σπουδή.  8 Τότε λοιπὸν καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ποὺ εἶχε ἔλθει πρῶτος στὸ μνῆμα, παρακινημένος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Πέτρου, μπῆκε μέσα, καὶ τὰ εἶδε αὐτὰ ἀπὸ κοντὰ καὶ πίστεψε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε.  9 Δὲν εἶχε πιστέψει πιὸ πρίν, ἀλλὰ μόλις τώρα ποὺ εἶδε ἀδειανὸ τὸν τάφο· διότι καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πέτρος δὲν γνώριζαν ἀκόμη τὴν ἀληθινὴ σημασία τῶν προφητειῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ὁ Μεσσίας ἔπρεπε νὰ ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς.  10 Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξέτασαν τὸν τάφο καὶ πείσθηκαν ὅτι κάθε ἄλλη ἔρευνα ἦταν περιττή, ἐπέστρεψαν πάλι στὰ καταλύματά τους οἱ μαθητές.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΙΗ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)

Ἀ­δελ­φοί, ὁ σπε­ί­ρων φει­δο­μέ­νως, φει­δο­μέ­νως καὶ θε­ρί­σει, καὶ ὁ σπε­ί­ρων ἐπ᾽ εὐ­λο­γί­αις ἐπ᾽ εὐ­λο­γί­αις καὶ θε­ρί­σει. Ἕ­κα­στος κα­θὼς προ­αι­ρεῖ­ται τῇ καρ­δί­ᾳ, μὴ ἐκ λύ­πης ἢ ἐξ ἀ­νάγ­κης· ἱ­λα­ρὸν γὰρ δό­την ἀ­γα­πᾷ ὁ Θε­ός. Δυ­να­τὸς δὲ ὁ Θε­ὸς πᾶ­σαν χά­ριν πε­ρισ­σεῦ­σαι εἰς ὑ­μᾶς, ἵ­να ἐν παν­τὶ πάν­το­τε πᾶ­σαν αὐ­τάρ­κειαν ἔ­χον­τες πε­ρισ­σε­ύ­η­τε εἰς πᾶν ἔρ­γον ἀ­γα­θόν, κα­θὼς γέ­γρα­πται· ᾽Ε­σκόρ­πι­σεν, ἔ­δω­κε τοῖς πέ­νη­σιν, ἡ δι­και­ο­σύ­νη αὐ­τοῦ μέ­νει εἰς τὸν αἰ­ῶ­να. Ὁ δὲ ἐ­πι­χο­ρη­γῶν σπέρ­μα τῷ σπε­ί­ρον­τι καὶ ἄρ­τον εἰς βρῶ­σιν χο­ρη­γή­σαι καὶ πλη­θύ­ναι τὸν σπό­ρον ὑ­μῶν καὶ αὐ­ξή­σει τὰ γε­νή­μα­τα τῆς δι­και­ο­σύ­νης ὑ­μῶν· ἐν παν­τὶ πλου­τι­ζό­με­νοι εἰς πᾶ­σαν ἁ­πλό­τη­τα, ἥ­τις κα­τερ­γά­ζε­ται δι᾽ ἡ­μῶν εὐ­χα­ρι­στί­αν τῷ Θε­ῷ.  

(Β΄ Κορινθ. θ΄ [9] 6-11)   

 

ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΑΛΗΘΙΝΗ

1. ΝΑ ΔΙΝΟΥΜΕ ΜΕ ΑΦΘΟΝΙΑ

Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος παίρ­νει μί­α εἰ­κό­να ἀ­πὸ τ γε­ωρ­γι­κὴ ζω­ὴ στ ση­με­ρι­νὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα γι ν μᾶς το­νί­σει με­γά­λες ἀ­λή­θει­ες σχε­τι­κὲς μὲ τ με­γά­λη ἀ­ρε­τὴ τς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης. Ἐ­κεῖ­νος ὁ γε­ωρ­γός, λέ­ει, ποὺ σπέρ­νει τὸν σπό­ρο του μ τσιγ­γου­νιά, μ τσιγ­γου­νιὰ θ θε­ρί­σει κα τν καρ­πό. Κι ἐ­κεῖ­νος ποὺ σπέρ­νει ἄ­φθο­νους σπό­ρους θ θε­ρί­σει πλού­σιους καρ­πούς. Ἔ­τσι κα στν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη κά­θε πι­στὸς πρέ­πει ν μοι­ρά­ζει ἁ­πλό­χε­ρα τ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά του, γι ν κερ­δί­σει πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρα ὑ­λι­κὰ κα πνευ­μα­τι­κά. Για­τί ὅ­μως ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος το­νί­ζει ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι πρέ­πει ν ἐκ­δη­λώ­νου­με τν ἀ­ρε­τὴ τς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης ἁ­πλό­χε­ρα; Δι­ό­τι σ κά­θε ἐ­πο­χὴ πολ­λοὶ πι­στοὶ φο­βοῦν­ται κα δι­στά­ζουν ν κά­νουν ἐ­λε­η­μο­σύ­νες, φο­βοῦν­ται μή­πως στε­ρη­θοῦν, μή­πως γί­νουν φτω­χοί. Γι᾿ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό­στο­λος τοῦ Χρι­στοῦ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τν εἰ­κό­να τοῦ γε­ωρ­γοῦ γι ν δεί­ξει ὅ­τι κα οἱ γε­ωρ­γοί, ὅ­ταν παίρ­νουν τν σπό­ρο γι ν σπεί­ρουν τ χω­ρά­φια τους, προ­σω­ρι­νὰ φαί­νε­ται ὅ­τι ἀ­δειά­ζουν οἱ ἀ­πο­θῆ­κες τν σι­τη­ρῶν τους κα ὅ­τι χά­νουν τ σι­τά­ρι ποὺ μ τό­σο κό­πο συ­νέ­λε­ξαν. Με­τὰ ὅ­μως ἀ­πὸ κά­ποι­ους μῆ­νες, κα­τὰ τὸν θε­ρι­σμό, θ συλ­λέ­ξουν στς ἀ­πο­θῆ­κες τους ἀ­συγ­κρί­τως με­γα­λύ­τε­ρη πο­σό­τη­τα σι­τα­ριοῦ ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ σκόρ­πι­σαν στ σπο­ρά. Ἔ­τσι κα στν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Φαί­νε­ται ἀρ­χι­κῶς ὅ­τι χά­νου­με τ ἀ­γα­θὰ ποὺ μοι­ρά­ζου­με, ἀλ­λὰ μό­νο πρό­σκαι­ρα, δι­ό­τι πρό­κει­ται ν θε­ρί­σου­με πολ­λα­πλά­σια ἀ­γα­θά, κα σ᾿ αὐ­τὴ τ ζω­ὴ κα στν ἄλ­λη. Στ πα­ρά­δειγ­μα μά­λι­στα τς σπο­ρᾶς οἱ γε­ωρ­γοὶ μπο­ρεῖ κά­ποι­ες χρο­νι­ὲς ν μν ἔ­χουν τος καρ­ποὺς ποὺ πε­ρι­μέ­νουν, δι­ό­τι δυ­σμε­νεῖς και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες μπο­ρεῖ ν κα­τα­στρέ­ψουν τ συγ­κο­μι­δή τους. Ὅ­σοι ὅ­μως ἐ­λε­οῦν, δν πρό­κει­ται πο­τὲ ν χά­σουν τος καρ­πούς τους. ς προ­σφέ­ρου­με λοι­πὸν τς ἐ­λε­η­μο­σύ­νες μας ἁ­πλό­χε­ρα, χω­ρὶς τσιγ­γου­νιὰ κα φει­δώ.

2. ΝΑ ΔΙΝΟΥΜΕ ΜΕ ΠΡΟΘΥΜΙΑ

ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στ συ­νέ­χεια μς ζη­τεῖ ν ἐ­λε­οῦ­με ὄ­χι μό­νον ἁ­πλό­χε­ρα ἀλ­λὰ κα μ πρό­θυ­μη κα ἐ­λεύ­θε­ρη δι­ά­θε­ση, ὄ­χι μ λύ­πη ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη. Δι­ό­τι ὁ Θε­ὸς ἀ­γα­πᾶ ἐ­κεῖ­νον ποὺ δί­νει μ προ­θυ­μί­α κα χα­ρά. Ν προ­σφέ­ρου­με λοι­πὸν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη μ ἐ­λεύ­θε­ρη δι­ά­θε­ση κα ὄ­χι ἐ­πει­δὴ με­ρι­κοί μᾶς πι­έ­ζουν μς ἐ­ξα­ναγ­κά­ζουν ἠ­θι­κῶς μ τν πα­ρου­σί­α τους ἐ­πει­δὴ φο­βό­μα­στε μν ἐ­κτε­θοῦ­με στος γύ­ρω μας· κα κα­τό­πιν ν αἰ­σθα­νό­μα­στε λύ­πη ἐ­πει­δὴ νο­μί­ζου­με ὅ­τι χά­σα­με τ χρή­μα­τά μας. Ἔ­τσι οἱ ἐ­λε­η­μο­σύ­νες μας δν θ ἔ­χουν κα­μί­α ἀ­πο­λύ­τως ἀ­ξί­α. Κα ἐ­πι­πλέ­ον ὅ­ταν ἔ­τσι εἴ­μα­στε σφι­χτοὶ κα τρέ­μου­με μή­πως ἀ­δειά­σει τ πορ­το­φό­λι μας, κα κρα­τοῦ­με ὅ­λες τς οἰ­κο­νο­μί­ες μας γιὰ μᾶς, ὅ­ταν θ ἔλ­θει ἡ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του μας, δν θ μπο­ρέ­σου­με ν πά­ρου­με τί­πο­τε μα­ζί μας, κα θ ἀ­να­χω­ρή­σου­με γι τ αἰ­ώ­νιο τα­ξί­δι μας γυ­μνοὶ κα πάμ­πτω­χοι. ς μά­θου­με λοι­πὸν ν προ­σφέ­ρου­με μ χα­ρὰ κα προ­θυ­μί­α, χω­ρὶς στε­νό­τη­τα καρ­διᾶς κα ἰ­δι­ο­τέ­λεια.

3. ΕΤΣΙ ΘΑ ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΕΥΟΥΝ

Κα τί λοι­πὸν ἔ­χου­με ν κερ­δί­σου­με; Μς τ λέ­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος. Τ πρῶ­το κα σπου­δαι­ό­τε­ρο, τν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Καἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι προ­τι­μό­τε­ρη ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο ἀ­γα­θὸ κα ἀ­πὸ αὐ­τὴν ἀ­κό­μη τ ζω­ή μας. Ἔ­πει­τα ὁ Θε­ός, λέ­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, θ μς πλου­τί­σει μ ἀ­συγ­κρί­τως με­γα­λύ­τε­ρες δω­ρε­ές. Δι­ό­τι ὁ πα­νά­γα­θος κα πο­λυ­έ­λε­ος Κύ­ριος ὅ­ταν μς χο­ρη­γεῖ τ ἀ­γα­θά του ὑ­λι­κὰ κα πνευ­μα­τι­κά, τ χο­ρη­γεῖ πλού­σια, τ πλη­θύ­νει κα τ πολ­λα­πλα­σιά­ζει. Γι᾿ αὐ­τὸ κα θ μς ἀν­τα­πο­δώ­σει τό­σο πολ­λὰ ὑ­λι­κὰ κα πνευ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­θά, ὥ­στε ὄ­χι μό­νο ν μς ἀρ­κοῦν γι ν ζή­σου­με, ἀλ­λὰ κα ν μς πε­ρισ­σεύ­ουν γι ν μπο­ροῦ­με κα πά­λι ν κά­νου­με κι ἄλ­λες ἐ­λε­η­μο­σύ­νες. Κα ὅ­σο ἐ­μεῖς θ προ­σφέ­ρου­με, τό­σο ὁ Θε­ὸς θ αὐ­ξά­νει κα τ ἀ­γα­θά μας κα τν προ­θυ­μί­α μας, γι ν γι­νό­μα­στε ἀ­κό­μη πι εὐ­ερ­γε­τι­κοὶ στος ἄλ­λους. Ὥ­στε ὅ­σο πι πο­λὺ πλε­ο­νά­ζουν τ ὑ­λι­κά μας ἀ­γα­θά, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­μεῖς ν δί­νου­με κι ἄλ­λα. Κι ἔ­τσι στ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ ν ἔ­χου­με πάν­το­τε ἐ­πάρ­κεια, πο­λὺ δ πε­ρισ­σό­τε­ρο στ πνευ­μα­τι­κὰ ν ἔ­χου­με πε­ρίσ­σεια.

Κι ἔ­τσι οὐ­σι­α­στι­κὰ θ γί­νου­με πραγ­μα­τι­κὰ πλού­σιοι, πάμ­πλου­τοι. Δι­ό­τι μπο­ρεῖ βέ­βαι­α ν μ ζοῦ­με μέ­σα στ χλι­δὴ κα τν πο­λυ­τέ­λεια, μέ­σα σ πα­λά­τια κα βί­λες· ἀλ­λὰ μ τ φι­λαν­θρω­πί­α κα τν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη θ ἀ­πο­τα­μι­εύ­ου­με πνευ­μα­τι­κὰ ἀ­πο­θέ­μα­τα, γι ν κτί­σου­με ἀ­συγ­κρί­τως κα­λύ­τε­ρα πα­λά­τια, ποὺ δν πα­λι­ώ­νουν, δν χά­νουν πο­τὲ τν ἀ­ξί­α τους, ἀ­νά­κτο­ρα αἰ­ώ­νια κα ἄ­φθαρ­τα στν ἀ­τε­λεύ­τη­τη αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Ἐ­κεῖ θ δοῦ­με πι κα­θα­ρὰ τν αἰ­ώ­νια συγ­κο­μι­δή μας. Ἐ­κεῖ θ μς προ­σφέ­ρει ὁ Θε­ὸς ἀν­τὶ τν ἐ­πι­γεί­ων τ ἐ­που­ρά­νια, ἀν­τὶ τν φθαρ­τῶν τ ἄ­φθαρ­τα, ἀν­τὶ τν πρό­σκαι­ρων τ αἰ­ώ­νια.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ­κεί­νῳ, ­πο­ρε­­ε­το ­η­σοῦς ες πό­λιν κα­λου­μέ­νην Να­ΐν· κα συ­νε­πο­ρε­­ον­το αὐ­τῷ ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ ­κα­νοὶ κα ­χλος πο­λύς. ς δ ἤγ­γι­σε τ πύ­λῃ τς πό­λε­ως, κα ­δοὺ ­ξε­κο­μί­ζε­το τε­θνη­κὼς υἱ­ὸς μο­νο­γε­νὴς τ μη­τρὶ αὐ­τοῦ, κα αὕ­τη ν χή­ρα, κα ­χλος τς πό­λε­ως ­κα­νὸς ν σν αὐ­τῇ. κα ­δὼν αὐ­τὴν Κύ­ριος ­σπλαγ­χνί­σθη ­π' αὐ­τῇ κα εἶ­πεν αὐ­τῇ· Μ κλαῖ­ε· κα προ­σελ­θὼν ­ψα­το τς σο­ροῦ, ο δ βα­στά­ζον­τες ­στη­σαν, κα εἶ­πε· Νε­α­νί­σκε, σο λέ­γω, ­γέρ­θη­τι. κα ­νε­κά­θι­σεν νε­κρὸς κα ἤρ­ξα­το λα­λεῖν, κα ­δω­κεν αὐ­τὸν τ μη­τρὶ αὐ­τοῦ. ­λα­βε δ φό­βος πάν­τας, κα ­δό­ξα­ζον τν Θε­ὸν, λέ­γον­τες ­τι Προ­φή­της μέ­γας ­γή­γερ­ται ν ­μῖν, κα ­τι ­πε­σκέ­ψα­το Θε­ὸς τν λα­ὸν αὐ­τοῦ.

                                       (Λουκ. ζ΄[7] 11 – 16)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό πή­γαινε ὁ Ἰ­η­σοῦς σὲ μί­α πό­λη ποὺ λε­γό­τα­ν Να­ΐν. Μα­ζί του βά­δι­ζαν καί οἱ μα­θη­τές του, οἱ ὁποῖοι ἦ­ταν ἀρ­κε­τοί, κα­θὼς καὶ πλῆθος λα­οῦ πο­λύ. Μό­λις ὅ­μως πλη­σί­α­σε στὴν πύ­λη τῆς πό­λε­ως, ἔ­βγα­ζαν ἔ­ξω ἕ­να νε­κρό, τὸν μο­νά­κρι­βο γιὸ μιᾶς μητέρας πού ἦ­ταν χή­ρα καὶ δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν ἄλ­λο προστάτη στὸν κό­σμο. Καὶ μα­ζὶ μ' αὐ­τὴν ἦ­ταν καὶ πο­λὺς λαός ἀπ' τὴν πό­λη πού συ­νό­δευ­ε καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μέ με­γά­λη συμ­πό­νια τὴν κη­δεί­α. Ὅ­ταν εἶ­δε τὴ χή­ρα ὁ Ἰ­η­σοῦς, τὴν σπλα­χνί­σθη­κε, καί γνω­ρί­ζον­τας μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι σὲ λί­γο θὰ ἀ­νέ­σται­νε τό γιὸ της τῆς εἶ­πε: Μὴν κλαῖς. Τό­τε πλη­σί­α­σε κι ἄγ­γι­ξε τὸ φέ­ρε­τρο. Κι ἐ­κεῖ­νοι πού τὸ σή­κω­ναν στά­θη­καν. Καὶ εἶ­πε ὁ Ἰ­η­σοῦς: Νέ­ε μου, σέ σέ­να μι­λῶ. Σή­κω. Τό­τε ὁ νε­κρὸς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ κά­θι­σε ζωντανός πά­νω στὸ φέ­ρε­τρο κι ἄρ­χι­σε νὰ μι­λά­ει. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τὸν πα­ρέ­δω­σε στὴ μη­τέ­ρα του. Ὅ­λους τό­τε τοὺς κυ­ρί­ευ­σε φό­βος, δι­ό­τι αἰσθάνονταν τὴν πα­ρου­σί­α θεί­ας δυ­νά­με­ως μέ­σα στὴν ἁμαρτωλότητα καὶ ἀ­να­ξι­ό­τη­τά τους. Καὶ δό­ξα­ζαν τὸν Θεό καὶ ἔ­λε­γαν ὅ­τι με­γά­λος προ­φή­της ἐμ­φα­νί­στη­κε ἀνάμεσά μας καὶ ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τὸν λα­ό του γιὰ νὰ τὸν προ­στα­τεύ­σει.