Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ

(22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2024)



ΕΩΘΙΝΟΝ Β΄

Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος, ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε, ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.

(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

1 Αφοῦ πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, γιά νά ἔλθουν τό πρωί στόν τάφο καί νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.  2 Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁρίζοντα.  3 Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: Ποιός θά μᾶς κυλίσει τή μεγάλη πέτρα μακριά ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ μνημείου;  4 Μόλις ὅμως ἔστρεψαν τά μάτια τους πρός τά ἐκεῖ, εἶδαν ὅτι εἶχε μετατοπισθεῖ ἡ πέτρα μακριά ἀπ’ τό μνημεῖο. Καί τά ἔλεγαν αὐτά μεταξύ τους, διότι ἡ πέτρα αὐτή ἦταν πολύ μεγάλη καί δέν ἦταν εὔκολο νά μετακινηθεῖ.  5 Κι ἀφοῦ μπῆκαν στό μνημεῖο, εἶδαν ἕνα νέο πού καθόταν στά δεξιά τοῦ μνημείου καί ἦταν ντυμένος μέ λευκή στολή, καί γέμισαν μέ τρόμο καί κατάπληξη.  6 Αὐτός ὅμως τούς εἶπε: Μήν τρομάζετε καί μή φοβάστε. Ξέρω ποιόν ζητᾶτε. Ζητᾶτε τόν Ἰησοῦ τόν Ναζαρηνό τόν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανό
τό μέρος πού τόν ἔβαλαν.  7 Ἀλλά πηγαίνετε καί πέστε στούς μαθητές του καί ἰδιαιτέρως στόν Πέτρο, πού ἔχει ἀνάγκη παρηγοριᾶς καί βεβαιώσεως ὅτι συγχωρήθηκε γιά τήν ἄρνησή του, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία καί σᾶς περιμένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς τό εἶπε πρίν σταυρωθεῖ.  8 Ἐκεῖνες τότε βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο. Ἦταν μάλιστα γεμάτες τρόμο καί ἔκσταση. Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε σέ κανένα, διότι ἦταν φοβισμένες.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΙΓ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)

Ἀδελφοί, γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε. πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί· οἴδατε τὴν οἰκίαν Στεφανᾶ, ὅτι ἐστὶν ἀπαρχὴ τῆς Ἀχαΐας καὶ εἰς διακονίαν τοῖς ἁγίοις ἔταξαν ἑαυτούς· ἵνα καὶ ὑμεῖς ὑποτάσσησθε τοῖς τοιούτοις καὶ παντὶ τῷ συνεργοῦντι καὶ κοπιῶντι. χαίρω δὲ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ Στεφανᾶ καὶ Φουρτουνάτου καὶ Ἀχαϊκοῦ, ὅτι τὸ ὑμῶν ὑστέρημα οὗτοι ἀνεπλήρωσαν· ἀνέπαυσαν γὰρ τὸ ἐμὸν πνεῦμα καὶ τὸ ὑμῶν. ἐπιγινώσκετε οὖν τοὺς τοιούτους. Ἀσπάζονται ὑμᾶς αἱ ἐκκλησίαι τῆς Ἀσίας. ἀσπάζονται ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ πολλὰ Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα σὺν τῇ κατ᾿ οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίᾳ. ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἀδελφοὶ πάντες. ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ. Ὁ ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. μαρὰν ἀθᾶ. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μεθ᾿ ὑμῶν. ἡ ἀγάπη μου μετὰ πάντων ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· ἀμήν.

                        

                                                         (Α΄ Κορ. ιστ΄[16] 13-24)

ΝΑ βασιλεΥει Η ΑγΑπη

«Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω»

Ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ εἶναι ἡ κατακλείδα τῆς Α´ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῆς, ὁ ἐπίλογος, οἱ τελευταῖες νουθεσίες τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου. Ἡ περικοπὴ εἶναι μεστὴ ἀπὸ θαυμάσια πνευματικὰ νοήματα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ Ἀπόστολος προτρέπει τοὺς Κορινθίους: Ὅλα ὅσα κάνετε, ἂς γίνονται μὲ ἀγάπη, τοὺς λέει. Ἡ προτροπὴ αὐτὴ ἀπευθύνεται βέβαια καὶ σὲ μᾶς.

Ἂς δοῦμε λοιπὸν σὲ ποιὲς περιπτώσεις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθεῖ αὐτὴ καὶ πόσο ὠφελεῖ καὶ ἐμᾶς καὶ τοὺς ἄλλους.

1. Πάντοτε ἐφαρμόσιμη

Ἡ θεόπνευστη αὐτὴ ἐντολὴ μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθεῖ κυριολεκτικὰ σὲ κάθε περίσταση, τὴν κάθε στιγμὴ τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς. Μποροῦμε π.χ. νὰ ἐπιτελοῦμε τὴν ἐργασία μας μὲ ἀγάπη, μὲ τὴ σκέψη ὅτι ὠφελοῦμε τοὺς συν­ανθρώπους μας. Ὁ καταστηματάρχης, ὅταν ἔχει ἀγάπη, συνεργάζεται ἁρμονικὰ μὲ τοὺς ὑπαλλήλους του καὶ εἶναι λογικὸς στὶς ἀπαιτήσεις του ἀπὸ αὐτούς· εἶναι ἐπίσης ἐξυπηρετικὸς στὸν κάθε πελάτη. Ὁ γιατρὸς παρομοίως δείχνει εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς του καὶ ἔχει συναίσθηση τῆς μεγάλης εὐθύνης του γιὰ τὴ θεραπεία τους. Ὁ ἐκπαιδευτικὸς φροντίζει γιὰ τὴ μόρφωση καὶ ἀγωγὴ τῶν μαθητῶν του. Ἀπὸ ἀγάπη μάλιστα μπορεῖ νὰ φέρεται κάποτε καὶ αὐστηρά, μὲ στόχο τὴν ὠφέλεια τῶν μαθητῶν του. Ἀλλὰ καὶ ὁ τεχνίτης, ὁ γεωργός, ὁ ὁποιοσδήποτε ἐπαγγελματίας μπορεῖ νὰ ἀσκήσει τὴν ἐργασία του μὲ ἀγάπη.

Ἀκόμη καὶ τὰ ἔργα τῆς προσφορᾶς καὶ ἐλεημοσύνης εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ κάνουμε μὲ ἀγάπη. Νὰ ἐλεοῦμε καὶ νὰ διακονοῦμε ὄχι ἀπὸ καθῆκον, ψυχρὰ ἢ μὲ γογγυσμό, ἀλλὰ μὲ εἰλικρινὴ διάθεση προσφορᾶς, καὶ ἀπὸ ἀληθινὴ συμπάθεια στὸ πρόβλημα τοῦ πλησίον μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐλεημοσύνη.

Ὅποιος ἔχει ἀγάπη, εἶναι τίμιος στὶς συν­αλλαγές του, ἀνεκτικὸς καὶ ἀνεξίκακος στὶς διαφορές του μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, σεβαστικὸς στοὺς μεγαλύ­τερους, συγκαταβατικὸς στοὺς νεότερους, πράος, εὐγενικός, φιλάνθρωπος.

Οἱ Ἅγιοι ἐνεργοῦσαν μὲ ἀγάπη ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ μικρά. Ὁ σύγχρονός μας ἅγιος Πορφύριος, μελετοῦσε μὲ ἐπιμέλεια τὸ μάθημα μουσικῆς ποὺ ἔκανε, διότι δὲν ἤθελε νὰ στενοχωρήσει τὴ δασκάλα του, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγε, ἦταν ἁγία!

2. Λύνει ὅλα τὰ προβλήματα

Ἂν εἴχαμε ἀγάπη σὲ ὅλα ὅσα κάναμε, θὰ εἴχαμε λύσει ὅλα τὰ προβλήματά μας· θὰ ἤμασταν πανευτυχεῖς· καὶ ἡ κοινωνία μας θὰ ἦταν Παράδεισος. Αὐτὸ ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τὸν λόγο αὐτό. Ὅλα τὰ θέματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολήθηκε ὁ ἅγιος Ἀπόστολος στὴν παρούσα ἐπιστολή, εἶχαν προκύψει «ἐκ τοῦ ταύτην ἠμελῆσθαι»· ἐπειδὴ οἱ πιστοὶ τῆς Κορίνθου εἶχαν ἀμελήσει τὴν ἀγάπη, γράφει ὁ Ἅγιος. Διότι ἂν καλλιεργοῦσαν τὴν ἀγάπη, οὔτε διαιρέσεις θὰ ὑπῆρχαν μεταξύ τους, οὔτε θὰ κατέφευγαν στὰ δικαστήρια καὶ μάλιστα τῶν εἰδωλολατρῶν, οὔτε οἱ δυνατοὶ στὴν πίστη Χριστιανοὶ θὰ σκανδάλιζαν τοὺς ἀδύνατους τρώ­γοντας τὰ εἰδωλόθυτα, οὔτε θὰ ἐπιδίωκαν τὰ πιὸ ἐντυπωσιακὰ χαρίσματα.

Ὅταν ὅλα τὰ κάνουμε μὲ ἀγάπη, τότε μπαίνει στὴν ἄκρη ἡ ἰδιοτέλεια, ὁ ἐγωι­σμός, ποὺ εἶναι ἡ αἰτία κάθε ἁμαρτίας. Ἡ ἀγάπη περιλαμβάνει ὅλες τὶς ἀρετές. Ἐ­κεῖνος ποὺ ἀσκεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς ὅλους, πολεμάει συγχρόνως καὶ ὅλα τὰ πάθη· καὶ ὅ,τι κάνει, τὸ κάνει μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ μεράκι, μὲ πολλὴ Χάρη. Χαίρον­ται τὰ ἔργα του οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ καὶ ὁ Θεός. Ὅλα τότε γίνονται προσευχή, εὐάρεστη θυσία στὸν Θεό.

Ὅλα ὅσα κάνετε, ἂς γίνονται μὲ ἀγάπη. Ποιὸς μιλᾶ; Ὁ ἀπόστολος Παῦλος· ὁ ἄν­θρωπος τοῦ ὁποίου ὅλη ἡ ζωὴ ἀπὸ τότε ποὺ γνώρισε τὸν Χριστό, ἦταν προσφο­ρὰ ἀγάπης. Νουθετοῦσε τὸν κά­θε πι­στὸ μὲ δάκρυα, λυπόταν μὲ τὴν πτώση τοῦ καθενός, ἔπασχε γιὰ τὰ προβλήματα τῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ καρδιά του φλεγόταν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο, χωροῦσε ὅλη τὴν οἰκουμένη, χωροῦσε τὸν Θεό. Ἂς τὸν παρακαλέσουμε νὰ ἀνάψει καὶ στὴ δική μας καρδιὰ ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης. Γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὸν κόσμο, σ᾿ αὐτὴν βρίσκεται τὸ μυστικὸ τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς αἰώνιας σωτηρίας μας.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑ­στὼς ὁ Ἰησοῦς πα­ρὰ τν λί­μνην Γεν­νη­σα­ρέτ, εἶ­δε δύ­ο πλοῖ­α ἑ­στῶ­τα πα­ρὰ τν λί­μνην· ο δ ἁ­λι­εῖς ἀ­πο­βάν­τες ἀ­π’ αὐ­τῶν ἀ­πέ­πλυ­νον τ δί­κτυ­α. ἐμ­βὰς δ ες ν τν πλο­ί­ων, ν τοῦ Σμωνος, ἠ­ρώ­τη­σεν αὐ­τὸν ἀ­πὸ τς γς ἐ­πα­να­γα­γεῖν ὀ­λί­γον· κα κα­θί­σας ἐ­δί­δα­σκεν ἐκ το πλο­ί­ου τος ὄ­χλους. ς δ ἐ­πα­ύ­σα­το λα­λῶν, εἶ­πε πρς τν Σμωνα· Ἐ­πα­νά­γα­γε ες τ βά­θος κα χα­λά­σα­τε τ δί­κτυ­α ὑ­μῶν ες ἄ­γραν. κα ἀ­πο­κρι­θεὶς Σμων εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἐ­πι­στά­τα, δι' ὅ­λης τῆς νυκ­τὸς κο­πι­ά­σαν­τες οὐ­δὲν ἐ­λά­βο­μεν· ἐ­πὶ δ τ ῥή­μα­τί σου χα­λά­σω τ δί­κτυ­ον. κα τοῦ­το ποι­ή­σαν­τες συ­νέ­κλει­σαν πλῆ­θος ἰ­χθύ­ων πο­λύ· δι­ερ­ρή­γνυ­το δ τ δί­κτυ­ον αὐ­τῶν. κα κα­τέ­νευ­σαν τος με­τό­χοις τος ν τ ἑ­τέ­ρῳ πλο­ί­ῳ το ἐλ­θόν­τας συλ­λα­βέ­σθαι αὐ­τοῖς· κα ἦλ­θον, κα ἔ­πλη­σαν ἀμ­φό­τε­ρα τ πλοῖ­α, ὥ­στε βυ­θί­ζε­σθαι αὐ­τά. ἰ­δὼν δ Σμων Πτρος προ­σέ­πε­σε τος γό­να­σιν Ἰ­η­σοῦ λέ­γων· Ἔ­ξελ­θε ἀ­π' ἐ­μοῦ, ὅ­τι ἀ­νὴρ ἁ­μαρ­τω­λός εἰ­μι, Κριε· θάμ­βος γρ πε­ρι­έ­σχεν αὐ­τὸν κα πάν­τας τος σν αὐτῷ ἐ­πὶ τ ἄ­γρᾳ τν ἰ­χθύ­ων ᾗ συ­νέ­λα­βον, ὁ­μο­ί­ως δ κα Ἰάκωβον κα Ἰ­ω­άν­νην, υἱ­οὺς Ζε­βε­δα­ί­ου, ο ἦ­σαν κοι­νω­νοὶ τ Σμωνι. κα εἶ­πε πρς τν Σμωνα Ἰ­η­σοῦς· Μ φο­βοῦ· ἀ­πὸ το νν ἀν­θρώ­πους ἔ­σῃ ζω­γρῶν. κα κα­τα­γα­γόν­τες τ πλοῖ­α ἐ­πὶ τν γν, ἀ­φέν­τες ἅ­παν­τα ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ.                                                              

      (Λουκ. ε΄[5] 1 – 11)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

 Κά­πο­τε, ἐ­νῶ ὁ Ἰ­η­σοῦς στε­κό­ταν στὴν ὄ­χθη τῆς λί­μνης Γεν­νη­σα­ρέτ, τὰ πλή­θη τοῦ λαοῦ ἄρ­χι­σαν νὰ συ­νω­στί­ζον­ται γύ­ρω του καὶ νὰ τὸν στρι­μώ­χνουν, ἐ­πει­δὴ ἤ­θε­λαν ν' ἀκοῦν τὸ λό­γο τοῦ Θεοῦ. Τό­τε εἶ­δε δύ­ο μι­κρὰ πλοῖ­α ἀ­ραγ­μέ­να στὴν ἄ­κρη τῆς λί­μνης· οἱ  ψα­ρά­δες μά­λι­στα εἶχαν βγεῖ ἀπ’ αὐ­τὰ στὴν πα­ρα­λί­α καὶ ἐ­πλε­ναν τὰ δί­χτυ­α. Κι ἀφοῦ μπῆ­κε σ' ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πλοῖ­α αὐ­τά, σ' αὐ­τὸ πού ἦ­ταν τοῦ Σί­μω­να, τὸν πα­ρα­κά­λε­σε νὰ τὸ τρα­βή­ξει λί­γο πιὸ μέ­σα, σὲ μι­κρὴ ἀπό­στα­ση ἀ­πὸ τὴ στε­ριά. Καί τότε κάθισε μέ­σα στὸ πλοῖ­ο καὶ δί­δα­σκε ἀ­πὸ ἐκεῖ τά πλήθη τοῦ λαοῦ πού βρί­σκον­ταν στὴν πα­ρα­λί­α. Κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὴν ὁ­μι­λί­α του, εἶ­πε στὸ Σί­μω­να: Πά­ρε πά­λι τὸ πλοῖ­ο στὰ βαθιὰ νε­ρὰ τῆς λί­μνης καὶ ρίξ­τε τὰ δί­χτυ­ά σας γιὰ νὰ πι­ά­σε­τε ψά­ρια. Ὁ Σί­μων τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Δι­δά­σκα­λε, ὅ­λη τὴ νύ­χτα κο­πι­ά­σα­με ρί­χνον­τας τὰ δί­χτυ­α καὶ δὲν πι­ά­σα­με τί­πο­τε. Ἀ­φοῦ ὅ­μως τὸ δι­ατά­ζεις ἐσύ, θὰ ρί­ξω τὸ δί­χτυ ἔ­χον­τας τέ­λεια πε­ποί­θη­ση, καὶ ὑ­πα­κο­ὴ στὸ λό­γο σου. Κι ἀφοῦ τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τό, ἔπιασαν μέ­σα στὸ δί­χτυ πά­ρα πολ­λὰ ψά­ρια. Τό­σα πολ­λά, πού τὸ δί­χτυ τους ἄρ­χι­σε νὰ σπά­ζει, ἐπειδή δὲν ἄν­τε­χε στὸ βά­ρος τοῦ πλή­θους τῶν ψα­ρι­ῶν. Καὶ μὲ νεύ­μα­τα εἰδοποίησαν τούς συ­νε­ταί­ρους τους πού ἦ­ταν στὸ ἄλ­λο πλοῖ­ο νὰ ἔλ­θουν καὶ νὰ πιά­σουν μα­ζὶ μ' αὐ­τοὺς τὰ δί­χτυ­α καὶ νὰ τοὺς βο­η­θή­σουν νὰ τὰ σύ­ρουν ἐ­πά­νω. Ἐ­κεῖ­νοι ἦλθαν καὶ γέ­μι­σαν καὶ τὰ δύ­ο πλοῖα τό­σο πο­λύ, πού κιν­δύ­νευ­αν νὰ βυ­θι­σθοῦν ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῶν ψα­ρι­ῶν. Ὅ­ταν λοι­πὸν εἶ­δε ὁ Σί­μων Πέ­τρος τὸ πρω­το­φα­νὲς αὐ­τὸ καὶ ἀ­νέλ­πι­στο πλῆ­θος τῶν ψα­ρι­ῶν, ἔ­πε­σε κά­τω στὰ γόνα­τα τοῦ Ἰησοῦ καί τοῦ εἶ­πε: Βγὲς ἀ­πὸ τὸ πλοῖ­ο μου καὶ φύ­γε ἀ­πὸ μέ­να, Κύ­ρι­ε, διότι εἶμαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός, καὶ δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ σ' ἔ­χω στὸ πλοῖ­ο μου. Καὶ εἶ­πε αὐ­τὰ τὰ λό­για ὁ Πέ­τρος, δι­ό­τι κι αὐ­τὸς κι ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι πού ἦ­ταν μαζί του κυριεύθηκαν ἀ­πὸ με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη καὶ δέ­ος γιὰ τήν πρωτοφανή ἁ­λι­εί­α τό­σων ψα­ρι­ῶν πού εἶ­χαν πιά­σει, καὶ ἡ ὁποία μό­νο ἀ­πὸ πα­ρέμ­βα­ση τῆς θεί­ας δυ­νά­με­ως μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξη­γη­θεῖ. Πα­ρό­μοι­α μά­λι­στα κυ­ρεύ­θη­καν ἀ­πὸ ἔκ­πλη­ξη καὶ ὁ Ἰ­ά­κω­βος καὶ ὁ Ἰ­ω­άν­νης, οἱ γιοί τοῦ Ζε­βε­δαί­ου, οἱ ὁ­ποῖοι ἦ­ταν συ­νέ­ται­ροι τοῦ Σί­μωνος. Τό­τε ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πε στὸ Σί­μω­να: Μὴ φο­βᾶ­σαι. Ἀ­πὸ τώ­ρα πού σὲ κα­λῶ νὰ γίνεις ἀ­πό­στο­λός μου καὶ στὸ ἑξῆς, θὰ συ­νε­χί­σεις νὰ ψαρεύεις, ἀλλά δὲν θὰ πιά­νεις ψά­ρια ἀλλά ἀν­θρώ­πους ζων­τα­νούς, πού μὲ τὸ κή­ρυγ­μά σου θὰ τοὺς ὁ­δη­γεῖς στὴ σω­τη­ρί­α. Κι ἀφοῦ ἐ­πα­νέ­φε­ραν τὰ πλοῖ­α στὴ στε­ριά, ἄ­φη­σαν τά πάν­τα, καὶ τὰ ψά­ρια δη­λα­δὴ καὶ τὰ δί­χτυ­α καὶ τὰ πλοῖα τους, καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν.

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ    

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ

(15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2024)


ΕΩΘΙΝΟΝ Α΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς΄ καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν΄ καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων΄ Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ Ἰδού, ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

(Ματθ. κη΄[28]  16 – 20)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

16 Στὸ μεταξὺ οἱ ἕντεκα μαθητὲς πῆγαν στὴ Γαλιλαία, στὸ ὄρος ποὺ τοὺς καθόρισε ὁ Ἰησοῦς.17 Ἐκεῖ τὸν εἶδαν καὶ τὸν προσκύνησαν. Μερικοὶ ὅμως εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἂν ἦταν αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς. 18 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Δόθηκε καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση μου κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. 19 Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 20 διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους ὅλα τὰ παραγγέλματα ποὺ σᾶς ἔδωσα ὡς ἐντολές. Καὶ ἰδού, ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία, θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰώνας αὐτός, μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  

Ἀ­δελ­φοί εἰ­δό­τες ὅ­τι ο δι­και­οῦ­ται ἄν­θρω­πος ἐξ ἔρ­γων νό­μου ἐ­ὰν μ δι­ὰ πί­στε­ως Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, κα ἡ­μεῖς ες Χρι­στὸν Ἰ­η­σοῦν ἐ­πι­στε­ύ­σα­μεν, ἵ­να δι­και­ω­θῶ­μεν κ πί­στε­ως Χρι­στοῦ κα οκ ξ ἔρ­γων νό­μου, δι­ό­τι ο δι­και­ω­θή­σε­ται ξ ἔρ­γων νό­μου πᾶ­σα σρξ. Ε δ ζη­τοῦν­τες δι­και­ω­θῆ­ναι ν Χρι­στῷ εὑ­ρέ­θη­μεν κα αὐ­τοὶ ἁ­μαρ­τω­λοί, ἆ­ρα Χρι­στὸς ἁ­μαρ­τί­ας δι­ά­κο­νος; μ γέ­νοι­το. ε γρ κα­τέ­λυ­σα ταῦ­τα πά­λιν οἰ­κο­δο­μῶ, πα­ρα­βά­την ἐ­μαυ­τὸν συ­νί­στη­μι. ἐ­γὼ γρ δι­ὰ νό­μου νό­μῳ ἀ­πέ­θα­νον, ἵ­να Θε­ῷ ζή­σω. Χρι­στῷ συ­νε­στα­ύ­ρω­μαι· ζ δ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζ δ ν ἐ­μοὶ Χρι­στός· δ νν ζ ν σαρκ, ν πί­στει ζ τ το υἱ­οῦ το Θε­οῦ το ἀ­γα­πή­σαν­τός με κα πα­ρα­δόν­τος ἑ­αυ­τὸν ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ.

                                                    (Γαλ. β΄[2] 16 – 20)

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ

Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ ὀνομάζεται Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωση. Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὥστε ἡ Ἐκκλησία μας καθώρισε ἐκτός ἀπό τή μέρα τῆς ἑορτῆς καὶ δύο Κυριακὲς πρὸς τιμή της. Τὴν Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως καὶ τὴ σημερινὴ Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωση.

Μὲ τὴν Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως μᾶς προετοιμάζει γιά τὴ μεγάλη ἑορτή. Μὲ τὴν Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωση μᾶς ὑπενθυμίζει πώς δὲν πρέπει νὰ τὴν ξεχάσουμε, ἀλλά νὰ ἑξακολουθοῦμε νὰ ζοῦμε μέσα στὴν ἱερὴ της ἀτμόσφαιρα, μέσα στὸ πνεῦμα της, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητο νά διαποτίζει διαρκῶς τὴ ζωή μας.

Τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς ἑορτῆς μᾶς τὸ παρουσιάζει συμπυκνωμένο ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ προέρχεται καὶ αὐτὸ ἀπό τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή του, ὅπως καὶ τὸ τῆς προηγουμένης Κυριακῆς.

2. «ΧΡΙΣΤῼ ΣΥΝΕΣΤΑΥΡΩΜΑΙ»!

Συγκινητικὴ ἡ ὁμολογία τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου! Ἐγώ, λέγει, δὲν εἶμαι πιὰ ζωντανός, εἶμαι σταυρωμένος, ἕνας νεκρός, «Χριστῷ συνεσταύρωμαι»! Ἔχω καὶ ἐγώ σταυρωθεῖ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Ἀπό τότε ποὺ μοῦ ἀπεκάλυψε τὸν Ἑαυτό Του, τὴ μεγάλη Του ἀγάπη, ἡ ὁποία τὸν ἀνέβασε στὸ Σταυρό, ἀπό τότε ποὺ βαπτίστηκα, ἔπαυσα νὰ ἀνήκω σ' αὐτὸν τὸν κόσμο. Τίποτε πιὰ δὲν ἔχει ἀξία γιὰ μένα. Τίποτε! Οὔτε κι ὁ Μωσαϊκὸς νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, παρά μόνο ὁ Χριστός.

«Χριστῷ συνεσταύρωμαι»!

Ἂν μπορούσαμε νὰ συνειδητοποιήσουμε τί σήμαινε γιὰ ἕνα Ἑβραῖο νὰ ἐγκαταλείψει τὸν Μωσαϊκὸ νόμο, θὰ μᾶς ἔπιανε ἴλιγγος. Ἦταν σάν νὰ ἀναποδογύριζε ὅλο τὸ σύμπαν. Κάτι παραπάνω ἀπό ἐπανάσταση· ἦταν ἕνα εἶδος θανάτου!

Κι ὅμως ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ τόσοι ἄλλοι τὸ ἔκαμαν. Ἀρνήθηκαν τὰ πάντα γιὰ τὸν Χριστό μας. Σταυρώθηκαν μαζί Του, πέθαναν, ἀρνήθηκαν τὸν ἑαυτό τους, τὸ παρελθὸν καὶ τὰ ὄνειρά τους γιὰ τὸ μέλλον. Ὁ καθένας τους μὲ τὴ ζωὴ του ἔλεγε: Τίποτε δὲν ἔχει ἀξία γιά μένα, παρά μόνο ὁ Ἐσταυρωμένος Χριστός. Τὰ ἔχω ἀρνηθεῖ ὅλα καὶ μὲ τὸ Βάπτισμα ἔχω σταυρωθεῖ κι ἐγώ μαζί Του: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι»!

Ὤ! νὰ μπορούσαμε νὰ ἐπαναλάβουμε καὶ ἐμεῖς στὴ ζωή μας τὸ ἴδιο! Νὰ καταλάβουμε πώς γιὰ χάρη Του κάθε θυσία μας εἶναι ἀσήμαντη. Νὰ εἴμαστε σαν νεκροὶ γιὰ ὅλους τοὺς ψευδοσωτῆρες καὶ τὶς ἀπάτες τους: πολιτικούς, φιλοσόφους, μεγάλους στοχαστὲς καὶ παρα - μορφωμένους! Νὰ μποροῦμε νὰ λέμε καὶ ἐμεῖς σάν τὸν Ἀπόστολο: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι»: Εἶμαι σταυρωμένος μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Οὔτε οἱ φοβέρες καὶ οἱ ἀπειλὲς τοῦ κόσμου μὲ φοβίζουν, οὔτε τὰ γλυκά χαμόγελα καί οἱ ἀπολαύσεις του μὲ τραβοῦν κοντά του καὶ μὲ ξεγελοῦν. Εἶμαι γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα νεκρός! «Χριστῷ συνεσταύρωμαι»!

3. Η ΖΩΗ ΤΟΥ, ΖΩΗ ΜΟΥ

«Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός», γράφει στὴ συνέχεια ὁ Ἀπόστολος. Ἔχω σταυρωθεῖ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, καὶ τώρα πιὰ δὲν ζῶ ἐγώ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός.

Νά, λοιπόν, ποὺ ὁ θάνατος, τὸν ὁποῖο ὑφίσταται ὁ πιστός, ὅταν σταυρώνεται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ὁδηγεῖ τελικὰ στὴ Ζωή. Στὴ Ζωὴ ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐπιβίωση, ἀλλά καινούργια, ἀληθινὴ Ζωή. Ἡ Ζωὴ δὲ αὐτὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

Μήπως ὅλα αὐτὰ εἶναι λογοπαίγνια; Μοιάζουν τόσο ἀκατανόητα! Λέμε ὅτι ἔχουμε σταυρωθεῖ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ὅτι δὲν ζοῦμε πιὰ ἐμεῖς, ἀλλά ζεῖ μέσα μας ὁ Χριστός. Τί σημαίνουν αὐτὰ στὴν πράξη;

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε σωστὰ αὐτὰ τὰ λόγια, εἶναι ἀνάγκη πρῶτα νὰ τὰ ἐφαρμόσουμε! Ὅμως, ἄν θέλαμε μὲ πολὺ ἁπλό τρόπο νὰ δείξουμε τί σημαίνουν, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὰ ἑξῆς: Δὲν ζῶ ἐγώ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός, σημαίνει: Ἀρνοῦμαι τὶς δικές μου σκέψεις, τὶς δικές μου ἐπιθυμίες, τὶς δικές μου συνήθειες. Ἡ σκέψη μου ἔτσι γίνεται σκέψη Χριστοῦ. Οἱ ἐπιθυμίες μου ἐπιθυμίες τοῦ Χριστοῦ. Οἱ συνήθειές μου τὸ ἴδιο. Τὰ μάτια μου δὲν βλέπουν, ὅπως ἔβλεπαν πρίν. Τώρα γίνονται μάτια τοῦ Χριστοῦ, βλέπουν ὅπως ἔβλεπε καὶ βλέπει ὁ Χριστός. Τὰ αὐτιά μου τὸ ἴδιο. Ἡ γλῶσσα μου ἐπίσης γίνεται γλῶσσα Χριστοῦ. Τὰ πάντα μέσα μου, ὅ,τι εἶμαι καί ὅ,τι ἔχω, ἀνήκουν στὸ Χριστό.

Εἶναι ὄντως ἀσύλληπτο τὸ βάθος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τὴν ὁποία μποροῦμε καὶ καλούμαστε νὰ ζήσουμε οἱ πιστοὶ μέσα στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία. Ὁ πυρήνας αὐτῆς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ κατοικεῖ μέσα μας, καὶ ἐνώνεται πραγματικὰ καὶ ἀληθινὰ μαζί μας. Τόσο, ποὺ γίνεται ἕνα μὲ ἐμᾶς, καὶ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ γίνουμε ἕνα μαζί Του. Καὶ τόσο πολύ, ὥστε νὰ μῆ ζοῦμε πιὰ ἐμεῖς, ἀλλά νά ζεῖ μέσα μας ὁ Χριστός. Αὐτός, ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Ζωὴ αἰώνιος.

4. «ΥΠΕΡ ΕΜΟΥ»

Ἔχω σταυρωθεῖ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Δὲν ζῶ πιὰ ἐγώ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός, εἶπε ὁ Ἀπόστολος, καὶ συνεχίζει: Ἡ ζωὴ ποὺ ζῶ τώρα, εἶναι ζωὴ ποὺ ἐμπνέεται ἀπό τήν πίστη στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μὲ ἀγάπησε καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό Του σὲ θάνατο γιά χάρη μου, «ὑπέρ ἐμοῦ».

Αὐτό τὸ «ὑπὲρ ἐμοῦ» εἶναι ἕνα πυρακτωμένο καμίνι! Πόσο τὸ αἰσθανόταν ὁ Ἀπόστολος! Ὁ Χριστὸς δὲν σταυρώθηκε ἔτσι γενικὰ καὶ ἀόριστα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Σταυρώθηκε γιὰ μένα! Γιὰ τὸν καθένα μας. Ἐκεῖνος μᾶς γνωρίζει πρὶν γεννηθοῦμε, γι' αὐτὸ καὶ πάνω στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ γνώριζε καὶ τὸν καθένα μας καὶ τὶς ἁμαρτίες τοῦ καθενός μας. Σταυρώθηκε λοιπὸν ὄχι μόνο γιὰ ὅλους, ἀλλά καὶ γιὰ τὸν καθένα μας. Γιὰ τὸν καθένα μας ξεχωριστά. Γιὰ μένα! λέγει ὁ Ἀπόστολος. «Ὑπὲρ ἐμοῦ»! Ὁ Χριστὸς μὲ ἀγάπησε καὶ σταυρώθηκε γιὰ μένα! Νά, τὸ πιό γλυκὸ τραγούδι, ποὺ πρέπει νὰ τραγουδάει ἡ καρδιά μας! Τότε ἡ ζωή Του θὰ γίνει ζωή μας! Ἀλλά καί ἡ δόξα Του δόξα μας! Καὶ ἡ Βασιλεία Του δική μας Βασιλεία! Αἰώνια, ἀτέλειωτη, παντοτινὴ!

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος, Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἀ­κο­λου­θεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τὸν κα ἀ­ρά­τω τν σταυ­ρὸν αὐ­τοῦ, κα ἀ­κο­λου­θε­ί­τω μοι. ς γρ ν θέ­λῃ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ σῶ­σαι, ἀ­πο­λέ­σει αὐ­τήν· ς δ' ν ἀ­πο­λέ­σῃ τν ἑ­αυ­τοῦ ψυ­χὴν ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ κα το εὐ­αγ­γε­λί­ου, οὗ­τος σώ­σει αὐ­τήν. τ γρ ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον ἐ­ὰν κερ­δή­σῃ τν κό­σμον ὅ­λον, κα ζη­μι­ω­θῇ τν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ; τ δώ­σει ἄν­θρω­πος ἀν­τάλ­λαγ­μα τς ψυ­χῆς αὐ­τοῦ; ς γρ ἐ­ὰν ἐ­παι­σχυν­θῇ με κα τος ἐ­μοὺς λό­γους ν τ γε­νε­ᾷ τα­ύ­τῃ τ μοι­χα­λί­δι κα ἁ­μαρ­τω­λῷ, κα υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐ­παι­σχυν­θή­σε­ται αὐ­τὸν ὅ­ταν ἔλ­θῃ ἐν τ δό­ξῃ το πα­τρὸς αὐ­τοῦ με­τὰ τν ἀγ­γέ­λων τν ἁ­γί­ων. Κα ἔ­λε­γεν αὐ­τοῖς· Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν ὅ­τι εἰ­σί τι­νες τν ὧ­δε ἑ­στη­κό­των, οἵ­τι­νες ο μ γε­ύ­σων­ται θα­νά­του ἕ­ως ἂν ἴ­δω­σι τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ ἐ­λη­λυ­θυῖ­αν ἐν δυ­νά­μει.     

                                   (Μάρκ. η΄[8] 34 – θ΄[9] 1)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ὁ Ἰ­η­σοῦς κά­λε­σε τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ μα­ζὶ μὲ τοὺς μα­θη­τές του καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἐ­κεῖ­νος πού θέ­λει νὰ γί­νει δι­κός μου καὶ νὰ μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ ὡς μα­θη­τής μου, ἂς δι­α­κό­ψει κά­θε φι­λί­α καὶ σχέ­ση μὲ τὸν δι­ε­φθαρ­μέ­νο ἀ­π' τὴν ἁ­μαρ­τί­α ἑ­αυ­τό του κι ἂς πά­ρει τὴ στα­θε­ρὴ ἀ­πό­φα­ση νὰ ὑ­πο­στεῖ γιὰ μέ­να ὄ­χι μό­νο κά­θε θλί­ψη καὶ δο­κι­μα­σί­α, ἀλλά ἀ­κό­μα καὶ θά­να­το σταυ­ρι­κό, καὶ τό­τε ἂς μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ μι­μού­με­νος τὸ πα­ρά­δειγ­μά μου. Καὶ μὴ δι­στά­σει κα­νεὶς νὰ κά­νει τὶς θυ­σί­ες αὐ­τές. Δι­ό­τι ὅ­ποι­ος θέ­λει νὰ σώ­σει τὴ ζω­ή του, θὰ χά­σει τὴν πνευ­μα­τι­κή, εὐ­τυ­χι­σμέ­νη καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή. Ὅ­ποι­ος ὅ­μως χά­σει καὶ θυ­σιά­σει τὴ ζω­ή του γιὰ τὴν ὁ­μο­λο­γί­α καὶ τὴν ὑ­πα­κο­ή του σὲ μέ­να καὶ τὸ εὐ­αγ­γέ­λιό μου, αὐ­τὸς θὰ σώ­σει τὴν ψυ­χή του στὴ μέλ­λου­σα ζω­ή, ὅ­που θὰ κερ­δί­σει τὴν αἰ­ώ­νια εὐ­τυ­χί­α. Κι ἐ­κεί­νη ἡ σω­τη­ρί­α εἶ­ναι τὸ πᾶν. Δι­ό­τι τί θὰ ὠ­φε­λή­σει τὸν ἄν­θρω­πο, ἐ­ὰν κερ­δί­σει ὅ­λον αὐ­τὸν τὸν ὑ­λι­κὸ κό­σμο, καὶ στὸ τέ­λος χά­σει τὴν ψυ­χή του; Δι­ό­τι ἡ ψυ­χή του, πού εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κὴ καὶ αἰ­ώ­νια, δὲν συγ­κρί­νε­ται μὲ κα­νέ­να ἀ­π' τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ τοῦ φθαρ­τοῦ κό­σμου. Ἤ, ἐ­ὰν ἕ­νας ἄν­θρω­πος χά­σει τὴν ψυ­χή του, τί μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα γιὰ νὰ τὴν ἐ­ξα­γο­ρά­σει ἀ­π' τὴν αἰ­ώ­νια ἀ­πώ­λεια; Κι ἀ­σφα­λῶς θὰ χά­σει τὴν ψυ­χὴ του ἐ­κεῖ­νος πού δὲν θὰ ὑ­πο­στεῖ γιὰ μέ­να τὶς θυ­σί­ες αὐ­τές. Δι­ό­τι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ντρα­πεῖ ἐμένα καὶ τὰ λό­γιά μου ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­π' τὶς πε­ρι­φρο­νή­σεις καὶ τοὺς χλευα­σμοὺς τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς γε­νιᾶς αὐ­τῆς πού ἀ­πο­στά­τη­σε ἀπ' τὸν πνευ­μα­τι­κό της νυμ­φί­ο καὶ εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λή, αὐ­τὸν θὰ τὸν ντρα­πεῖ καὶ ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ θὰ τὸν ἀ­πο­κη­ρύ­ξει ὡς ξέ­νο, ὅ­ταν θὰ ἔλ­θει μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους περιβε­βλη­μέ­νος μὲ τὴ δό­ξα τοῦ Πα­τρός του. Τοὺς ἔ­λε­γε ἀ­κό­μη: Σᾶς λέ­ω ἀ­λη­θι­νὰ ὅτι ὑπάρχουν με­ρι­κοὶ ἀ­π' αὐ­τοὺς πού στέ­κον­ται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δέν θά γευθοῦν θάνατο προτοῦ νά δοῦν μετά τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος νὰ κα­τα­λύ­ε­ται ἡ παλαιά θεί­α τά­ξη καὶ δι­α­θή­κη μὲ τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῆς Ἱερουσαλήμ καί τοῦ ναοῦ της καὶ μὲ τὸν δι­α­σκορ­πισμό τοῦ Ἰσραήλ· γιὰ νὰ θε­με­λι­ω­θεῖ μὲ δύ­να­μη ἀκαταγώνιστη καί ὑ­περ­φυ­σι­κὴ ἡ νέ­α θεί­α τά­ξη στὸν κόσμο, τήν ὁποία θά ἐκ­προ­σω­πεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὡς ἄλ­λη βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ πάνω στή γῆ.