Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ  (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)
 (15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2019)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)
Τέκνον Τι­μό­θε­ε, μὴ ἐ­παι­σχυν­θῇς τὸ μαρ­τύ­ριον τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν μη­δὲ ἐ­μὲ τὸν δέ­σμιον αὐ­τοῦ, ἀλ­λὰ συγ­κα­κο­πά­θη­σον τῷ εὐ­αγ­γε­λί­ῳ κα­τὰ δύ­να­μιν Θε­οῦ, τοῦ σώ­σαν­τος ἡ­μᾶς καὶ κα­λέ­σαν­τος κλή­σει ἁ­γί­ᾳ, οὐ κα­τὰ τὰ ἔρ­γα ἡ­μῶν, ἀλ­λὰ κατ᾿ ἰ­δί­αν πρό­θε­σιν καὶ χά­ριν, τὴν δο­θεῖ­σαν ἡ­μῖν ἐν Χρι­στῷ ᾿Ι­η­σοῦ πρὸ χρό­νων αἰ­ω­νί­ων, φα­νε­ρω­θεῖ­σαν δὲ νῦν διὰ τῆς ἐ­πι­φα­νε­ί­ας τοῦ σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ, κα­ταρ­γή­σαν­τος μὲν τὸν θά­να­τον, φω­τί­σαν­τος δὲ ζω­ὴν καὶ ἀ­φθαρ­σί­αν διὰ τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου, εἰς ὃ ἐ­τέ­θην ἐ­γὼ κή­ρυξ καὶ ἀ­πό­στο­λος καὶ δι­δά­σκα­λος ἐ­θνῶν. Δι᾿ ἣν αἰ­τί­αν καὶ ταῦ­τα πά­σχω, ἀλλ᾿ οὐκ ἐ­παι­σχύ­νο­μαι· οἶ­δα γὰρ ᾧ πε­πί­στευ­κα, καὶ πέ­πει­σμαι ὅ­τι δυ­να­τός ἐ­στι τὴν πα­ρα­θή­κην μου φυ­λά­ξαι εἰς ἐ­κε­ί­νην τὴν ἡ­μέ­ραν. Ὑ­πο­τύ­πω­σιν ἔ­χε ὑ­γι­αι­νόν­των λό­γων ὧν παρ᾿ ἐ­μοῦ ἤ­κου­σας, ἐν πί­στει καὶ ἀ­γά­πῃ τῇ ἐν Χρι­στῷ ᾿Ι­η­σοῦ· τὴν κα­λὴν πα­ρα­θή­κην φύ­λα­ξον διὰ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου τοῦ ἐ­νοι­κοῦν­τος ἐν ἡ­μῖν. Οἶ­δας τοῦ­το, ὅ­τι ἀ­πε­στρά­φη­σάν με πάν­τες οἱ ἐν τῇ ᾿Α­σί­ᾳ, ὧν ἐ­στι Φύγελλος καὶ ῾Ερ­μο­γέ­νης. Δῴ­η ἔ­λε­ος ὁ Κύριος τῷ ᾿Ο­νη­σι­φό­ρου οἴ­κῳ, ὅ­τι πολ­λά­κις με ἀ­νέ­ψυ­ξε καὶ τὴν ἅ­λυ­σίν μου οὐκ ἐ­παι­σχύν­θη, ἀλ­λὰ γε­νό­με­νος ἐν ῾Ρώμῃ σπου­δαι­ό­τε­ρον ἐ­ζή­τη­σέ με καὶ εὗ­ρε· δῴ­η αὐ­τῷ ὁ Κύριος εὑ­ρεῖν ἔ­λε­ος πα­ρὰ Κυ­ρί­ου ἐν ἐ­κε­ί­νῃ τῇ ἡ­μέ­ρᾳ· καὶ ὅ­σα ἐν ᾿Ε­φέ­σῳ δι­η­κό­νη­σε, βέλ­τιον σὺ γι­νώ­σκεις.                                    
     (Β΄ Τιμ. α’[1] 8 – 18)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Παιδί μου Τιμόθεε, ἀφοῦ ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε χάρισμα ἀνδρείας καί δυνάμεως, μήν ντραπεῖς νά ὁμολογεῖς τή μαρτυρία γιά τόν Κύριό μας, τόν σταυρωμένο Χριστό. Μήν ντρα­πεῖς ἀκόμη οὔτε γιά μένα πού ἔχω φυλακισθεῖ γιά τό ὄνο­μά του, ἀλλά κακοπάθησε μαζί μου γιά χάρη τοῦ Εὐ­αγ­γελίου μέ τή δύναμη πού δίνει ὁ Θεός. Αὐτός μᾶς ἔσωσε καί μᾶς κάλεσε μέ ἱερή κλήση πού μᾶς ἁγιάζει. Μᾶς ἔσωσε καί μᾶς κάλεσε ὄχι γιά τά ἔργα μας, ἀλλά γιατί ὁ ἴδιος εἶχε τήν ἀγαθή θέληση καί μᾶς πρόσφερε τή χάρη του λόγῳ τῆς σχέσεώς μας μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Μᾶς ἔδωσε λοιπόν τή χάρη του καί μᾶς πρόσφερε τή σωτηρία αὐτή προτοῦ δημιουργηθοῦν ὅσα ἔγιναν μέσα στόν χρόνο, ἐπειδή τήν εἶχε ἀποφασίσει προαιώνια. Φανερώθηκε ὅμως τώρα ἡ χάρις καί ἡ σωτηρία αὐ­τή μέ τήν ἐνανθρώπηση καί ἐμφάνιση τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος κατήργησε τόν θάνατο καί ἔφερε στό φῶς τή ζωή καί τήν ἀφθαρσία μέ τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Γιά τό Εὐαγγέλιο αὐτό ἀναδείχθηκα ἐγώ ἀπό τόν Θεό κήρυκας καί ἀπόστολος καί διδάσκαλος τῶν ἐθνι­κῶν. Κι ἐπειδή εἶμαι κήρυκας καί ἀπόστολος τῶν ἐθνι­κῶν, γι᾿ αὐτό καί ὑποφέρω αὐτά τά παθήματα. Ἀλλά δέν ντρέπομαι γι᾿ αὐτά. Διότι γνωρίζω ποιός εἶναι αὐ­τός στόν ὁποῖο ἔχω στηρίξει τήν ἐμπιστοσύνη μου. Καί εἶμαι βέβαιος ὅτι ἔχει τή δύναμη νά φυλάξει ὅλο τό ἔρ­­γο πού μοῦ ἐμπιστεύθηκε καί ἐπετέλεσα, ὅπως καί τήν ἀνταμοιβή μου γι᾿ αὐτό, μέχρι τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς δευ­­­τέρας του παρουσίας. Ὡς ὑπόδειγμα καί τύπο ὑγιοῦς διδασκαλίας, ἀπαλ­λαγμένης ἀπό τήν ἀρρώστια τῆς πλάνης, νά κρατᾶς γε­ρά τούς λόγους πού ἄκουσες ἀπό μένα. Αὐτοί οἱ λόγοι ἀναφέρονται στήν πίστη καί τήν ἀγάπη πού ἀπο­κτοῦ­με οἱ πιστοί ὅταν εἴμαστε ἑνωμένοι μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Τόν καλό καί πολύτιμο θησαυρό τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας πού σοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός φύλαξέ τον μέ τήν ἐνίσχυση καί τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο κατοικεῖ μέσα μας. Μή μιμεῖσαι αὐτούς πού μέ ἐγκατέλειψαν. Γνωρί­ζεις ὅτι μέ ἐγκατέλειψαν καί μέ ἀποστράφηκαν ὅλοι αὐ­τοί πού τώρα εἶναι στήν Ἀσία, ἀνάμεσα στούς ὁποί­ους εἶναι καί ὁ Φύγελλος καί ὁ Ἑρμογένης. Ὁ Κύριος νά δώσει τό ἔλεός του στήν οἰκογένεια τοῦ Ὀνησιφόρου, διότι πολλές φορές μοῦ ἔδωσε ἀνα­ψυχή καί ἀνακούφιση καί δέν ντράπηκε τήν ἁλυσίδα μέ τήν ὁποία εἶμαι δεμένος, ἀλλά ἦλθε ὁ ἴδιος στή Ρώμη καί μέ μεγάλο ἐνδια­φέ­ρον καί προθυμία μέ ἀναζήτησε καί μέ βρῆκε. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός νά τοῦ δώσει νά βρεῖς ἔλεος ἀπό τόν Κύριο καί Πατέρα τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς δευτέρας παρουσίας. Ἀλλά καί πόσο μᾶς βοήθησε καί μᾶς ὑπηρέτησε στήν Ἔφεσο, ἐσύ τό ξέρεις καλύτερα.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)
Εἶ­πεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ἄν­θρω­πός τις ἐ­πο­ί­η­σε δεῖ­πνον μέ­γα, καὶ ἐ­κά­λε­σε πολ­λο­ύς· καὶ ἀ­πέ­στει­λε τὸν δοῦ­λον αὐ­τοῦ τῇ ὥ­ρᾳ τοῦ δε­ί­πνου εἰ­πεῖν τοῖς κε­κλη­μέ­νοις· ἔρ­χε­σθε, ὅ­τι ἤ­δη ἕ­τοι­μά ἐ­στι πάν­τα. καὶ ἤρ­ξαν­το ἀ­πὸ μι­ᾶς πα­ραι­τεῖ­σθαι πάν­τες, ὁ πρῶ­τος εἶ­πεν αὐ­τῷ· ἀ­γρὸν ἠ­γό­ρα­σα, καὶ ἔ­χω ἀ­νάγ­κην ἐ­ξελ­θεῖν καὶ ἰ­δεῖν αὐ­τόν· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. καὶ ἕ­τε­ρος εἶ­πε· ζεύ­γη βο­ῶν ἠ­γό­ρα­σα πέν­τε, καὶ πο­ρε­ύ­ο­μαι δο­κι­μά­σαι αὐ­τά· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. καὶ ἕ­τε­ρος εἶ­πε· γυ­ναῖ­κα ἔ­γη­μα, καὶ δι­ὰ τοῦ­το οὐ δύ­να­μαι ἐλ­θεῖν. καὶ πα­ρα­γε­νό­με­νος ὁ δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος ἀ­πήγ­γει­λε τῷ κυ­ρί­ῳ αὐ­τοῦ ταῦ­τα. τό­τε ὀρ­γι­σθεὶς ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της εἶ­πε τῷ δο­ύ­λῳ αὐ­τοῦ· ἔ­ξελ­θε τα­χέ­ως εἰς τὰς πλα­τε­ί­ας καὶ ῥύ­μας τῆς πό­λε­ως, καὶ τοὺς πτω­χοὺς καὶ ἀ­να­πή­ρους καὶ χω­λοὺς καὶ τυ­φλοὺς εἰ­σά­γα­γε ὧ­δε. καὶ εἶ­πεν ὁ δοῦ­λος· κύ­ρι­ε, γέ­γο­νεν ὡς ἐ­πέ­τα­ξας, καὶ ἔ­τι τό­πος ἐ­στί. καὶ εἶ­πεν ὁ κύ­ρι­ος πρὸς τὸν δοῦ­λον· Ἔ­ξελ­θε εἰς τὰς ὁ­δοὺς καὶ φραγ­μοὺς καὶ ἀ­νάγ­κα­σον εἰ­σελ­θεῖν, ἵ­να γε­μι­σθῇ ὁ οἶ­κός μου. λέ­γω γὰρ ὑ­μῖν ὅ­τι οὐ­δεὶς τῶν ἀν­δρῶν ἐ­κε­ί­νων τῶν κε­κλη­μέ­νων γε­ύ­σε­ταί μου τοῦ δε­ί­πνου.       
                (Λουκ. ιδ΄[14] 16 – 24)  

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
1. ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΕΤΟΙΜΑ!
Κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος, λέ­γει ὁ Κύ­ριος στὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ Με­γά­λου Δεί­πνου, ἑ­τοί­μα­σε ἕ­να με­γά­λο καὶ ἐ­πί­ση­μο βρα­δι­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ προ­σκά­λε­σε σ᾿ αὐ­τὸ πολ­λούς. Μά­λι­στα, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ἡ ὥ­ρα, ἔ­στει­λε τὸν δοῦ­λο του γιὰ νὰ τοὺς τὸ ὑ­πεν­θυ­μί­σει. «Ἔρ­χε­σθε ὅ­τι ἤ­δη ἕ­τοι­μά ἐ­στι πάν­τα», ἔ­λε­γε ὁ δοῦ­λος στὸν κα­θέ­να τους· ἐ­λᾶ­τε, εἶ­ναι ὅ­λα ἕ­τοι­μα!
ΤΟ ΜΕΓΑ ΔΕΙΠΝΟ συμ­βο­λί­ζει, λέ­γουν οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, τὴν ἀ­τέ­λει­ω­τη χα­ρὰ τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Τὴν ἀ­σύλ­λη­πτη δό­ξα τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Τὴν ὡ­ραι­ό­τη­τα καὶ εὐ­φρο­σύ­νη τῆς Οὐ­ρα­νί­ου Βα­σι­λεί­ας. Καὶ νὰ πού, ὅ­πως μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὁ Κύ­ριος, ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι κι­ό­λας ἕ­τοι­μα. Ἕ­τοι­μα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη αὐ­γὴ τοῦ Σύμ­παν­τος, ἢ μᾶλ­λον πρὶν κἂν ἀ­κό­μη δη­μι­ουρ­γη­θεῖ τὸ Σύμ­παν. Δι­ό­τι ὁ πα­νά­γα­θος Δη­μι­ουρ­γός μας, κι­νού­με­νος ἀ­πὸ ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη, ἑ­τοί­μα­σε πρῶ­τα τὸ Μέ­γα Δεῖ­πνο, τὴν εὐ­λο­γη­μέ­νη Βα­σι­λεί­α, ποὺ θὰ ἦ­ταν ὁ σκο­πὸς τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας μας, καὶ κα­τό­πιν μᾶς δη­μι­ούρ­γη­σε.
Τώ­ρα λοι­πὸν εἶ­ναι ὅ­λα ἕ­τοι­μα. Εἶ­ναι στρω­μέ­νο τὸ τρα­πέ­ζι, ὅ­λα στὴ θέ­ση τους.
Ναί, ἀ­δελ­φοί! Δὲν πο­ρευ­ό­μα­στε στὴν τύ­χη, στὰ χα­μέ­να. Οὔ­τε μᾶς ἔ­πλα­σε ὀ Θε­ὸς γιὰ τὴ φω­τιά. Μᾶς ἔ­πλα­σε γιὰ τὸ ἀ­τέ­λει­ω­το Τρα­πέ­ζι Του, γιὰ τὴν αἰ­ώ­νια της Βα­σι­λεί­ας Του χα­ρά. Αὐ­τὸ τὸ Τρα­πέ­ζι εἶ­ναι ποὺ δί­νει νό­η­μα στοὺς κό­πους μας, στοὺς πό­νους, στὶς ἀ­γω­νί­ες, στοὺς ἀ­γῶ­νες μας, στὶς θλί­ψεις καὶ τοὺς πει­ρα­σμούς μας, κα­θὼς περ­νᾶ­με ἀ­στρα­πια­ῖα ἀ­πὸ τὸν κό­σμο τοῦ­το τῆς φθο­ρᾶς.
Χω­ρὶς αὐ­τό, αὐ­τὴ ἡ ζω­ή μας θὰ ἦ­ταν κό­λα­ση καὶ φρί­κη καὶ νυ­χτιά. Μὲ αὐ­τὸ νὰ μᾶς προ­σμέ­νει ἐ­κεῖ στὸ τέρ­μα, γε­μί­ζει φῶς καὶ ἡ φρί­κη γί­νε­ται χα­ρά. Τώ­ρα τὸ ξέ­ρου­με, ἡ ὀ­λι­γο­ή­με­ρη ζω­ή μας – ἂν τὸ θε­λή­σου­με – μᾶς ὁ­δη­γεῖ στὸ πα­νευ­φρό­συ­νο αὐ­τὸ Δεῖ­πνο, ὅ­που ἡ φω­νὴ τοῦ Πλα­στουρ­γοῦ μας μᾶς κα­λεῖ:
Ἐρ­χε­σθε! Εἶ­ναι ὅ­λα ἕ­τοι­μα. Ἐ­λᾶ­τε στὴν αἰ­ώ­νια χα­ρά!
2. ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ ΕΠΙΣΗΜΩΣ
Ἔκ­πλη­ξη καὶ ἀ­πο­ρί­α προ­κα­λεῖ ἡ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­δει­ξαν οἱ προ­σκε­κλη­μέ­νοι στὸ με­γά­λο αὐ­τὸ τρα­πέ­ζι. Ὁ ἕ­νας εἶ­πε: «ἀ­γρὸν ἠ­γό­ρα­σα» καὶ ἔ­χω ἀ­νάγ­κη νὰ πά­ω νὰ τὸν δῶ. Ὁ ἄλ­λος ὅ­τι ἀ­γό­ρα­σε πέν­τε ζευ­γά­ρια βό­δια καὶ πά­ει νὰ τὰ δο­κι­μά­σει. Κι ὁ ἄλ­λος ὅ­τι παν­τρεύ­τη­κε καὶ γι᾿ αὐ­τὸ δὲν μπο­ρεῖ νὰ με­τά­σχει στὸ δεῖ­πνο.
Ὅ­ταν ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της ἄ­κου­σε ἀ­πὸ τὸν δοῦ­λο του τὶς ἀ­δι­και­ο­λό­γη­τες προ­φά­σεις τῶν προ­σκε­κλη­μέ­νων του θύ­μω­σε καὶ τοῦ ἔ­δω­σε και­νούρ­για ἐν­το­λή. Πή­γαι­νε, τοῦ εἶ­πε, γρή­γο­ρα στὶς πλα­τεῖ­ες καὶ στὰ στε­νὰ τῆς πό­λε­ως καὶ φέ­ρε ἐ­δῶ μέ­σα ὅ­λους τοὺς φτω­χοὺς καὶ τοὺς σα­κά­τη­δες καὶ τοὺς κου­τσ­οὺς καὶ τοὺς τυ­φλοὺς ποὺ θὰ βρεῖς. Ὁ δοῦ­λος ἔ­φυ­γε καὶ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο εἶ­πε στὸν κύ­ριό του: κύ­ρι­ε, ἔ­γι­νε ὅ­πως δι­έ­τα­ξες, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λος τό­πος ἄ­δει­ος ἀ­κό­μη στὸ σπί­τι. Καὶ ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της εἶ­πε στὸν δοῦ­λο: ἔ­βγα τώ­ρα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη στοὺς δρό­μους καὶ τοὺς φρά­χτες τῶν χω­ρα­φι­ῶν, καὶ ὅ­σους θὰ βρεῖς ἐ­κεῖ, ἐ­πει­δὴ μπο­ρεῖ νὰ ντρέ­πον­ται, φέ­ρε τους ἐ­δῶ μὲ τὴ βί­α γιὰ νὰ γε­μί­σει τὸ σπί­τι μου. Ἀ­λή­θεια σᾶς λέ­γω, συμ­πλή­ρω­σε, κα­νέ­νας ἀ­πό τους προ­σκα­λε­σμέ­νους ἐ­κεί­νους δὲν θὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὸ τρα­πέ­ζι μου. Δι­ό­τι πολ­λοὶ προ­σκα­λοῦν­ται, λί­γοι ὅ­μως ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ται ἄ­ξιοι τῆς τι­μη­τι­κῆς αὐ­τῆς προ­σκλή­σε­ως. «Πολ­λοὶ γάρ εἰ­σι κλη­τοί, ὀ­λί­γοι δὲ ἐ­κλε­κτοί».
ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ καὶ μά­λι­στα ἐ­πι­σή­μως καὶ ἐ­πι­μό­νως νὰ με­τά­σχουν στὸ Μέ­γα Δεῖ­πνο τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ πρω­τί­στως, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με, ὑ­πῆρ­ξαν οἱ Ἑ­βραῖ­οι, ὁ λα­ὸς ποὺ δέ­χθη­κε τὶς ἐκ­πλη­κτι­κὲς εὐ­λο­γί­ες τοῦ Θε­οῦ διὰ μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων. Καὶ ὅ­μως, τί μυ­στή­ριο! Αὐ­τὸς ὁ λα­ός, μέ­σα ἀ­πὸ τὰ σπλάγ­χνα τοῦ ὁ­ποί­ου βγῆ­καν οἱ με­γά­λοι προ­φῆ­τες καὶ ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­ῆλ­θε καὶ ὁ ἴ­διος ὁ ἐ­ναν­θρω­πή­σας Θε­ός, ἔ­μει­νε στὴν πλει­ο­ψη­φί­α του πα­γε­ρὰ ἀ­δι­ά­φο­ρος στὴ με­γά­λη πρό­σκλη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου γιὰ τὴν αἰ­ώ­νια Βα­σι­λεί­α.
Δι­ε­στραμ­μέ­νος λα­ός. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­ει γιὰ Οὐ­ρά­νια Βα­σι­λεί­α. Δι­α­στρε­βλώ­νον­τας φρι­κτὰ τὶς ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ Θε­οῦ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε μό­νο ἐ­πί­γεια βα­σι­λεί­α. Ἤ­θε­λε νὰ κυ­ρι­αρ­χή­σει αὐ­τὸς σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Τυ­φλω­μέ­νος, πα­ρά­φρων λα­ός. Θα­νά­τω­σε τὸν ἴ­διο τὸν Μεσ­σί­α ποὺ ἐ­πὶ αἰ­ῶ­νες πε­ρί­με­νε. Καὶ δύ­ο χι­λιά­δες χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει στὸ στο­τά­δι καὶ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κει ἀ­κό­μη τὴν ἐ­πί­γεια βα­σι­λεί­α, νὰ κυ­ρι­αρ­χή­σει ἀπ᾿ ἄ­κρου σ᾿ ἄ­κρο τῆς γῆς. Καὶ αὐ­τὸ στὰ χρό­νια τοῦ Ἀν­τι­χρί­στου, ἔ­στω καὶ γιὰ λί­γο, θὰ τὸ ἐ­πι­τύ­χει, ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­τας ἔ­τσι τὸν κύ­κλο τῆς ἀ­πο­στα­σί­ας του, τῆς ἀρ­νή­σε­ώς του νὰ με­τά­σχει στὸ τρα­πέ­ζι τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.
Σὰν τοὺς Ἑ­βραί­ους ὅ­μως – ἂς τὸ ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με αὐ­τὸ – ὑ­πάρ­χει κίν­δυ­νος νὰ ἀ­δι­α­φο­ρή­σου­με καὶ ἐ­μεῖς οἱ πι­στοὶ Χρι­στια­νοί, ποὺ δε­χθή­κα­με ἀ­πεί­ρως με­γα­λύ­τε­ρες εὐ­λο­γί­ες ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους καὶ ἀ­ναμ­φι­βό­λως εἴ­μα­στε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­μεῖς ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ ΕΠΙΣΗΜΩΣ στὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ κίν­δυ­νος δὲ εἶ­ναι νὰ ἐ­πι­δι­ώ­ξου­με καὶ ἐ­μεῖς – ὄ­χι σὰν σύ­νο­λο πλέ­ον, ἀλ­λὰ ὁ κα­θέ­νας μας προ­σω­πι­κὰ – νὰ βροῦ­με τὴν εὐ­τυ­χί­α μας στὴ γῆ. Τὰ χω­ρά­φια, τὰ βό­δια, ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, οἱ μέ­ρι­μνες γιὰ ἐ­πί­γει­ες ἀ­νέ­σεις καὶ ἡ­δο­νές, ὑ­πάρ­χει φό­βος νὰ μᾶς ἀ­πορ­ρο­φή­σουν τό­σο πο­λύ, ὥ­στε νὰ πε­ρι­φρο­νή­σου­με τὸ Μέ­γα Δεῖ­πνο τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.
Νὰ τὸ πε­ρι­φρο­νή­σου­με. Νὰ τὸ ἀν­ταλ­λά­ξου­με πο­λὺ φθη­νά: «Ἀν­τὶ πι­να­κί­ου φα­κῆς». Γιὰ λί­γα χρό­νια κά­ποι­ων δι­α­σκε­δά­σε­ων καὶ ἀ­νέ­σε­ων. Δι­ό­τι «οὐ κα­τα­φρο­νεῖ τις τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν, εἰ μὴ τῇ ἐλ­πί­δι τῆς ἀ­νέ­σε­ως τῆς μι­κρᾶς τῆς ἐν­ταῦ­θα»· δὲν πε­ρι­φρο­νεῖ κά­ποι­ος τὴ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, πα­ρὰ μό­νον ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἐ­πι­δι­ώ­ξε­ώς του γιὰ μιὰ μι­κρὴ ἄ­νε­ση ἐ­δῶ στὴ γῆ. Πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ ἕ­να πιά­το φα­κές. Καὶ οὔ­τε κἂν ἕ­να πιά­το – ἀ­φοῦ δὲν ὑ­πάρ­χει καμ­μιὰ σύγ­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὸ αἰ­ώ­νιο, τὸ πα­νευ­φρό­συ­νο Θε­ϊ­κὸ Τρα­πέ­ζι καὶ σὲ ὁ­ποι­εσ­δή­πο­τε ἐ­πί­γει­ες δό­ξες καὶ ἀ­πο­λαύ­σεις, ποὺ πρὶν τὶς γευ­θοῦ­με ἀ­φα­νί­ζον­ται ὡ­σὰν τὴν πά­χνη τῆς αὐ­γῆς.
Ἀ­δελ­φοί, Χρι­στού­γεν­να πλη­σιά­ζουν. Καὶ βέ­βαι­α τὸ γνω­ρί­ζου­με πὼς ὅ­λο τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς με­γά­λης ἑ­ορ­τῆς εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό: ἡ πρό­σκλη­ση νὰ με­τά­σχου­με στὸ Μέ­γα Δεῖ­πνο τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Πρό­σκλη­ση, τὴν ὁ­ποί­α ἦρ­θε αὐ­το­προ­σώ­πως ὁ Ἴ­διος ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς τὴν ἀ­πευ­θύ­νει γε­νό­με­νος ἄν­θρω­πος.
Λοι­πόν, τώ­ρα τὰ κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­λα. Κα­τα­λα­βαί­νου­με πὼς οὐ­σι­α­στι­κὰ ἑ­τοι­μα­σί­α γιὰ τὴ με­γά­λη ἑ­ορ­τὴ τῶν Χρι­στου­γέν­νων δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ κά­νουν οἱ πολ­λοὶ – ψώ­νια, δῶ­ρα, γλυ­κί­σμα­τα, και­νούρ­για ροῦ­χα, στό­λι­σμα δέν­δρων καὶ ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α – ἀλ­λὰ τί; Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἡ ἑ­τοι­μα­σί­α τῆς καρ­διᾶς μας – ἡ εἰ­λι­κρι­νὴς ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, ἡ θερ­μὴ προ­σευ­χή, ἡ ἱ­ε­ρὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα τῆς ψυ­χῆς, ἡ κα­τὰ δύ­να­μη νη­στεί­α – μιὰ ἑ­τοι­μα­σί­α ποὺ θὰ μᾶς ἀ­ξι­ώ­σει καὶ στὸ ἱ­ε­ρὸ Μυ­στή­ριο τῆς θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας ἐ­δῶ ἀ­κα­τα­κρί­τως νὰ με­τά­σχου­με καὶ τὸ Μέ­γα Δεῖ­πνο τῆς θεί­ας Βα­σι­λεί­ας ἐ­κεῖ ὅ­λοι ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με.
     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου