Παρασκευή 2 Ιουνίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

(4 ΙΟΥΝΙΟΥ 2023)

 


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΟΡΘΡΟΥ 

Οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων , ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς, Εἰρήνη ὑμῖν. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τόν Κύριον. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν , Εἰρήνη ὑμῖν, καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς, Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον. ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφιένται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.

( Ἰωάν. κ΄[20]  19 – 23)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

19 Καί ἡ μαρτυρία αὐτή τῆς Μαρίας ἐπιβεβαιώθηκε τήν ἴδια ἡμέρα. Διότι ὅταν βράδιασε τήν ἡμέρα ἐκείνη, τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, κι ἐνῶ οἱ μαθητές ἦταν μαζεμένοι σ’ ἕνα σπίτι καί εἶχαν τίς θύρες κλειστές ἐπειδή φοβοῦνταν τούς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς καί στάθηκε στή μέση καί τούς εἶπε: Ἄς ἔλθει εἰρήνη σέ σᾶς.  20 Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, τούς ἔδειξε τά χέρια του καί τήν πλευρά του, γιά νά δοῦν τά σημάδια τῶν πληγῶν καί νά πεισθοῦν ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Διδάσκαλός τους πού σταυρώθηκε. Ἀφοῦ λοιπόν βεβαιώθηκαν γι’ αὐτό μέ τήν ἐπίδειξη τῶν οὐλῶν του, χάρηκαν οἱ μαθητές πού εἶδαν τόν Κύριο.  21 Ὅταν λοιπόν οἱ μαθητές ἠρέμησαν κάπως ἀπό τήν πρώτη σφοδρή συγκίνηση πού αἰσθάνθηκαν ἐξαιτίας τῆς μεγάλης τους χαρᾶς, τούς εἶπε πάλι ὁ Ἰησοῦς σέ σχέση μέ τή μελλοντική τους τώρα κλήση καί ἀποστολή: Ἄς ἔλθει εἰρήνη σέ σᾶς. Ὅπως μέ ἀπέστειλε ὁ Πατέρας μου γιά τό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι κι ἐγώ σᾶς στέλνω νά συνεχίσετε τό ἴδιο ἔργο.  22 Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, προκειμένου νά τούς μεταδώσει τήν πνοή τῆς νέας οὐράνιας ζωῆς ἐμφύσησε στά πρόσωπά τους, ὅπως κάποτε ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ, καί τούς εἶπε: Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον.  23 Σ’ ὅποιους συγχωρήσετε τίς ἁμαρτίες, θά τούς εἶναι συγχωρημένες κι ἀπό τόν Θεό. Σ’ ὅποιους ὅμως τίς κρατᾶτε ἀσυγχώρητες, θά μείνουν γιά πάντα κρατημένες.  

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Ἐν τῷ συμ­πλη­ροῦ­σθαι τὴν ἡ­μέ­ραν τῆς πεν­τη­κο­στῆς ἦ­σαν ἅ­παν­τες οἱ ἀπόστολοι ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἐ­πὶ τὸ αὐ­τό. καὶ ἐ­γέ­νε­το ἄφ­νω ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ἦ­χος ὥ­σπερ φε­ρο­μέ­νης πνο­ῆς βι­α­ί­ας, καὶ ἐ­πλή­ρω­σεν ὅ­λον τὸν οἶ­κον οὗ ἦ­σαν κα­θή­με­νοι· καὶ ὤ­φθη­σαν αὐ­τοῖς δι­α­με­ρι­ζό­με­ναι γλῶσ­σαι ὡ­σεὶ πυ­ρός, ἐ­κά­θι­σέ τε ἐ­φ' ἕ­να ἕ­κα­στον αὐ­τῶν, καὶ ἐ­πλή­σθη­σαν ἅ­παν­τες Πνε­ύ­μα­τος ἁ­γί­ου, καὶ ἤρ­ξαν­το λα­λεῖν ἑ­τέ­ραις γλώσ­σαις κα­θὼς τὸ Πνεῦ­μα ἐ­δί­δου αὐ­τοῖς ἀ­πο­φθέγ­γε­σθαι. Ἦ­σαν δὲ ἐν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ κα­τοι­κοῦν­τες Ἰ­ου­δαῖ­οι, ἄν­δρες εὐ­λα­βεῖς ἀ­πὸ παν­τὸς ἔ­θνους τῶν ὑ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νόν· γε­νο­μέ­νης δὲ τῆς φω­νῆς τα­ύ­της συ­νῆλ­θε τὸ πλῆ­θος καὶ συ­νε­χύ­θη, ὅ­τι ἤ­κου­ον εἷς ἕ­κα­στος τῇ ἰ­δί­ᾳ δι­α­λέ­κτῳ λα­λο­ύν­των αὐ­τῶν. ἐ­ξί­σταν­το δὲ πάν­τες καὶ ἐ­θα­ύ­μα­ζον λέ­γον­τες πρὸς ἀλ­λή­λους· Οὐκ ἰ­δοὺ πάν­τες οὗ­τοί εἰ­σιν οἱ λα­λοῦν­τες Γα­λι­λαῖ­οι; καὶ πῶς ἡ­μεῖς ἀ­κο­ύ­ο­μεν ἕ­κα­στος τῇ ἰ­δί­ᾳ δι­α­λέ­κτῳ ἡ­μῶν ἐν ᾗ ἐ­γεν­νή­θη­μεν, Πάρθοι καὶ Μῆ­δοι καὶ Ἐ­λα­μῖ­ται, καὶ οἱ κα­τοι­κοῦν­τες τὴν Με­σο­πο­τα­μί­αν, Ἰ­ου­δα­ί­αν τε καὶ Καπ­πα­δο­κί­αν, Πόντον καὶ τὴν Ἀ­σί­αν, Φρυ­γί­αν τε καὶ Παμ­φυ­λί­αν, Αἴ­γυ­πτον καὶ τὰ μέ­ρη τῆς Λι­βύ­ης τῆς κα­τὰ Κυ­ρή­νην, καὶ οἱ ἐ­πι­δη­μοῦν­τες Ρω­μαῖ­οι, Ἰ­ου­δαῖ­οί τε καὶ προ­σή­λυ­τοι, Κρῆ­τες καὶ Ἄ­ρα­βες, ἀ­κο­ύ­ο­μεν λα­λο­ύν­των αὐ­τῶν ταῖς ἡ­με­τέ­ραις γλώσ­σαις τὰ με­γα­λεῖ­α τοῦ Θε­οῦ;

                                         (Πράξ. Ἀποστ. β΄[2]1 – 11)                                                               

 

ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ: «Ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου»

Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὅλοι οἱ πιστοὶ μὲ μιὰ καρδιὰ προσεύχονταν συναγμένοι στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ. Καὶ ξαφνικά, χωρὶς νὰ τὸ περιμένει κανείς, μιὰ βοὴ ἀκούσθηκε νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὰν βίαιος, ὁρμητικὸς ἄνεμος καὶ γέμισε ὅλο τὸν τόπο, ὅπου ἦσαν οἱ Ἀπόστολοι κι οἱ ἄλλοι μαθηταί. Καὶ εἶδαν ὅλοι μὲ τὰ μάτια τους γλῶσσες παρόμοιες μὲ τὶς γλῶσσες τῆς φωτιᾶς νὰ διαμοιράζονται καὶ νὰ κάθονται στὸν καθένα ἀπὸ αὐτούς. Καὶ «ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου». Γέμισε τὸ ἐσωτερικό τους μὲ Πνεῦμα Ἅγιον. Ἂς δοῦμε λοιπὸν τί ἦταν αὐτὴ ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ποιὰ σημασία ἔχει γιά μᾶς.

1. Η ΕΠΙΦΟΙΤΗΣΗ

Ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ Μαθητὰς ἦταν ἕνα γεγονὸς ἔκτακτο καὶ μοναδικὸ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι δὲν ἀπέκτησαν ἁπλῶς τὴν ὑπερφυσικὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ γέμισε τὸ ἐσωτερικό τους ἀπὸ τὴν παρουσία του. Μέσα τους πλέον ἐσκήνωσε τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔγιναν κατοικητήρια καὶ ναοὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μ' ἕναν ὅμως τρόπο ἰδιαίτερο, ἔκτακτο καὶ μοναδικό. Μόνον αὐτοὶ ἔγιναν ἀλάθητοι ἐκφραστές τῆς ἀληθείας, πάνσοφοι.

Ἐρωτᾶ σχετικῶς ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: Τί σημαίνει ὅτι οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ παρόντες πιστοὶ «ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου»; Σημαίνει ὄχι μόνον ὅτι ἔλαβαν τὴν Χάριν τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ἀλλἂ ὅτι «ἐπλήσθησαν» μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ τί σημαίνει «ἐπλήσθησαν»; Ἀναπυρώθηκαν καὶ ἀναζωογονήθηκαν μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κυριαρχοῦσαν στὴν ψυχή τους. Ἀπό τότε καὶ στὸ ἑξῆς ζοῦσαν μέσα στὴν παρουσία καὶ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μεταμόρφωσε τὴ ζωή τους. Ἔγιναν πλέον ἀτρόμητοι, πάνσοφοι, κήρυτταν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ παρρησία.

Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων συμπληρώνει: Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καὶ οἱ ἄλλοι μαθητὲς μετάλαβαν τῆς φωτιᾶς ἡ ὁποία ἐξαφανίζει καὶ κατακαίει τὰ ἀγκάθια τῶν ἁμαρτιῶν καὶ λαμπρύνει τὴν ψυχή. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στάθηκε πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τῶν ἁγίων μαθητῶν μὲ τὴν μορφὴ τῶν πυρίνων γλωσσῶν μία καὶ μοναδικὴ φορὰ μέσα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας, διότι μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἐξηγεῖ ὁ ἱερὸς πατήρ, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοποθετοῦσε ἐπάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τῶν μαθητῶν καινούργια διαδήματα πνευματικά, στεφάνια καὶ στέμματα λαμπρὰ τῆς παρουσίας του καὶ τῆς δυνάμεώς του. Ἐπιπλέον τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίστηκε γιὰ μία καὶ μοναδικὴ φορὰ μὲ τὴ μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν γιὰ νὰ μᾶς θυμίσει ὄχι μόνο τὴν σύγχυση τῶν γλωσσῶν τῆς Βαβέλ, ἀλλὰ περισσότερο τὴν τραγικὴ καὶ συγκλονιστικὴ ὥρα ποὺ ὁ Θεὸς ἔκλεισε τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου στοὺς πρωτοπλάστους μὲ τὴν φλογίνη ρομφαία. Τότε στέρησε τὴν χάρη του ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τώρα μὲ τὶς πύρινες γλῶσσες ἀποκατέστησε τὴν χάρη στοὺς μαθητὲς καὶ δι᾿ αὐτῶν σ᾿ ὅλη τὴν Ἐκκλησία.

2. ΔΟΧΕΙΑ TOΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ κι ἔπειτα τὸ θαῦμα τῆς μεταδόσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπαναλαμβάνεται ἄπειρες φορὲς στὴν Ἐκκλησία μας, μὲ τρόπο ὅμως διαφορετικό. Λέγει ἕνας ὑπέροχος ὕμνος τῆς Πεντηκοστῆς ὅτι τὸ Παράκλητο Πνεῦμα ἐνέπλησε τοὺς ἁγίους μαθητάς. Ἀλλὰ δι᾿ αὐτῶν καὶ τῶν διαδόχων τους «εἰς πᾶσαν σάρκα ἐκκέχυται», προσφέρεται σὲ κάθε ἄνθρωπο διὰ τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι ξεκίνησε ἀπὸ τὴν ἱερὴ χορεία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἅπλωσε τὴν χάρη του σ᾿ ὅλους τοὺς πιστούς. Κάθε πιστὸς πλέον μπορεῖ νὰ λάβει τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ ἀποκτήσει πάνω του ἀνεξίτηλη τὴν σφραγίδα τῶν χαρισμάτων του μὲ τὸ Μυστήριο τοῦ ἁγίου Χρίσματος. Ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὅλα τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας αὐτὸ τὸ θαῦμα τῆς ἐπενέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ζοῦμε οἱ πιστοί. Διότι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τελεσιουργεῖ ὅλα τὰ Μυστήρια κι ἐμεῖς αἰσθανόμαστε τὶς πνευματικὲς ἀλλοιώσεις ποὺ ἐπιφέρει στὴ ζωή μας.

«Τὰ πάντα χορηγεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀναβρύζει τὶς προφητεῖες, καθιερώνει τοὺς ἱερεῖς, διδάσκει στοὺς ἀγραμμάτους μαθητὰς τὴν σοφία, συγκρατεῖ ὁλόκληρο τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας». Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς στοὺς ὑπέροχους ὕμνους τῆς Πεντηκοστῆς ζητοῦμε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως ἐπιφοίτησε καὶ ἐπλήρωσε τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους ἔτσι νὰ ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς τῆς δικῆς του ἐλλάμψεως καὶ νὰ μᾶς στηρίξει μὲ τὴν δύναμή του.

Ἀδελφοί, στὶς εὐχὲς τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς προσευχόμαστε στὸν Κύριό μας μὲ τὰ ἑξῆς ἱερὰ λόγια: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ... δώρισέ μας πνεῦμα σοφίας στοὺς δικούς μας διαλογισμούς, καὶ πνεῦμα συνέσεως στὴν δική μας ἀφροσύνη. Ἐπισκίαζε μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἱεροῦ φόβου τὰ ἔργα μας, ἐγκατάστησε στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας πνεῦμα εὐθές. Δώριζέ μας πνεῦμα ἡγεμονικό, ὥστε νὰ στηρίζει τὴν ὀλισθηρότητα τῆς διανοίας μας. Καθοδήγησέ μας κάθε ἡμέρα πρὸς τὸ πνευματικὸ μας συμφέρον, ὥστε νὰ ζοῦμε καθημερινὰ μέσα μας τὴν Ἱερὴ παρουσία σου. Δῶσε μας τὴν Χάρη σου, ὥστε νὰ μὴν ἀπατόμαστε ἀπὸ τὰ τερπνὰ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἀπόλαυση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Ἀμήν.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῇ ἐ­σχά­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ τῇ με­γά­λῃ τῆς ἑ­ορ­τῆς εἱ­στή­κει ὁ Ἰ­η­σοῦς καὶ ἔ­κρα­ξε λέ­γων· Ἐάν τις δι­ψᾷ, ἐρ­χέ­σθω πρός με καὶ πι­νέ­τω. ὁ πι­στε­ύ­ων εἰς ἐ­μέ, κα­θὼς εἶ­πεν ἡ γρα­φή, πο­τα­μοὶ ἐκ τῆς κοι­λί­ας αὐ­τοῦ ῥε­ύ­σου­σιν ὕ­δα­τος ζῶν­τος. τοῦ­το δὲ εἶ­πε πε­ρὶ τοῦ Πνε­ύ­μα­τος οὗ ἔ­μελ­λον λαμ­βά­νειν οἱ πι­στε­ύ­ον­τες εἰς αὐ­τόν· οὔ­πω γὰρ ἦν Πνεῦ­μα Ἅ­γι­ον, ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς οὐ­δέ­πω ἐ­δο­ξά­σθη. πολ­λοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄ­χλου ἀ­κο­ύ­σαν­τες τὸν λό­γον ἔ­λε­γον· Οὗ­τός ἐ­στιν ἀ­λη­θῶς ὁ προ­φή­της· ἄλ­λοι ἔ­λε­γον· Οὗ­τός ἐ­στιν ὁ Χρι­στός· οἱ δὲ ἔ­λε­γον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γα­λι­λα­ί­ας ὁ Χρι­στὸς ἔρ­χε­ται; οὐ­χὶ ἡ γρα­φὴ εἶ­πεν ὅ­τι ἐκ τοῦ σπέρ­μα­τος Δαυ­ῒδ καὶ ἀ­πὸ Βη­θλέ­εμ τῆς κώ­μης, ὅ­που ἦν Δαυ­ῒδ, ὁ Χρι­στὸς ἔρ­χε­ται; σχί­σμα οὖν ἐν τῷ ὄ­χλῳ ἐ­γέ­νε­το δι' αὐ­τόν. τι­νὲς δὲ ἤ­θε­λον ἐξ αὐ­τῶν πι­ά­σαι αὐ­τόν, ἀλ­λ' οὐ­δεὶς ἐ­πέ­βα­λεν ἐ­π' αὐ­τὸν τὰς χεῖ­ρας. Ἦλ­θον οὖν οἱ ὑ­πη­ρέ­ται πρὸς τοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς καὶ Φα­ρι­σα­ί­ους, καὶ εἶ­πον αὐ­τοῖς ἐ­κεῖ­νοι· Δι­α­τί οὐκ ἠ­γά­γε­τε αὐ­τόν;  ἀ­πε­κρί­θη­σαν οἱ ὑ­πη­ρέ­ται· Οὐ­δέ­πο­τε οὕ­τως ἐ­λά­λη­σεν ἄν­θρω­πος, ὡς οὗ­τος ὁ ἄν­θρω­πος. ἀ­πε­κρί­θη­σαν οὖν αὐ­τοῖς οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι· Μὴ καὶ ὑ­μεῖς πε­πλά­νη­σθε; μή τις ἐκ τῶν ἀρ­χόν­των ἐ­πί­στευ­σεν εἰς αὐ­τὸν ἢ ἐκ τῶν Φα­ρι­σα­ί­ων; ἀλ­λ’ ὁ ὄ­χλος οὗ­τος ὁ μὴ γι­νώ­σκων τὸν νό­μον ἐ­πι­κα­τά­ρα­τοί εἰ­σι! λέ­γει Νι­κό­δη­μος πρὸς αὐ­το­ύς, ὁ ἐλ­θὼν νυ­κτὸς πρὸς αὐ­τὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐ­τῶν· Μὴ ὁ νό­μος ἡ­μῶν κρί­νει τὸν ἄν­θρω­πον, ἐ­ὰν μὴ ἀ­κο­ύ­σῃ πα­ρ' αὐ­τοῦ πρό­τε­ρον καὶ γνῷ τί ποι­εῖ; ἀ­πε­κρί­θη­σαν καὶ εἶ­πον αὐ­τῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γα­λι­λα­ί­ας εἶ; ἐ­ρε­ύ­νη­σον καὶ ἴ­δε ὅ­τι προ­φή­της ἐκ τῆς Γα­λι­λα­ί­ας οὐκ ἐ­γή­γερ­ται. Πάλιν οὖν αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς ἐ­λά­λη­σε λέ­γων· Ἐ­γώ εἰ­μι τὸ φῶς τοῦ κό­σμου· ὁ ἀ­κο­λου­θῶν ἐ­μοὶ οὐ μὴ πε­ρι­πα­τή­σῃ ἐν τῇ σκο­τί­ᾳ, ἀλ­λ' ἕ­ξει τὸ φῶς τῆς ζω­ῆς.

                                   (Ἰωάν. ζ΄[7] 37 – 52, η΄[8] 12)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Τὴν τε­λευ­ταί­α καὶ πιὸ ἐ­πί­ση­μη ἡμέρα ἀπ’ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες ἡμέρες τῆς ἑ­ορ­τῆς στά­θη­κε ὄρ­θιος ὁ Ἰησοῦς καὶ μὲ ζω­η­ρὴ φω­νὴ εἶ­πε: Ἐ­ὰν κα­νεὶς αἰ­σθά­νε­ται πό­θο καὶ δί­ψα ὄ­χι γιὰ ἀ­γα­θὰ ὑ­λι­κὰ καὶ φθαρ­τά, ἀλλά γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ γα­λή­νη καὶ τὴ μα­κα­ρι­ό­τη­τα τῆς θεί­ας ζω­ῆς, ἂς ἔρ­χε­ται σὲ μέ­να μὲ πί­στη καὶ ἂς πί­νει ἐ­λεύ­θε­ρα. Κον­τά μου θὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­θοῦν ὅ­λοι οἱ εὐ­γε­νι­κοί του πό­θοι καὶ θὰ βρεῖ ἀ­νά­παυ­ση ἡ ψυ­χή του. Ἀ­πὸ τὴν καρ­διὰ καὶ τὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς ἐ­κεί­νου πού πι­στεύ­ει σὲ μέ­να, σύμ­φω­να μὲ τὰ λό­για της Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, θὰ ἀ­να­βλύ­ζουν πο­τά­μια νε­ροῦ πού θὰ εἶ­ναι πάν­τα τρε­χού­με­νο. Κι ἔ­τσι θὰ πο­τί­ζε­ται ὄ­χι μό­νο ὁ ἴ­διος, ἄλ­λα καὶ οἱ ἄλλοι πού θὰ ἔρ­χον­ται σὲ σχέση μ' αὐ­τόν. Αὐ­τὰ τὰ λό­για τὰ εἶ­πε ὁ Κύ­ριος γιὰ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα, πού θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σαν με­τὰ τὴν Ἀ­νά­λη­ψή του στοὺς οὐ­ρα­νοὺς ὅ­σοι θὰ πί­στευ­αν σ' αὐ­τόν. Δι­ό­τι πρω­τύ­τε­ρα εἶ­χαν βέ­βαι­α δο­θεῖ χα­ρί­σμα­τα προ­φη­τι­κὰ καὶ θαυ­μα­τουρ­γι­κὰ σὲ ἀν­θρώ­πους δί­και­ους καὶ προ­φῆ­τες, ἀλλά ἡ χάρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος πού ἀ­να­γεν­νᾶ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τοὺς με­τα­δί­δει τὴ θεί­α καὶ μα­καρία ζω­ὴ δὲν εἶ­χε δο­θεῖ σὲ κα­νέ­ναν. Καὶ δὲν εἶ­χε δο­θεῖ ἡ χά­ρις αὐ­τὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, δι­ό­τι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη δοξασθεῖ μὲ τὸ Πά­θος του καὶ τὴν Ἀ­νά­λη­ψή του. Πολ­λοὶ λοι­πὸν ἀ­πὸ τὸν λα­ό, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν τὰ λό­για αὐ­τὰ πού εἶ­πε ὁ Κύ­ριος στὴ διά­ρκεια τῆς ἑ­ορ­τῆς, ἔ­λε­γαν: Πράγ­μα­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ προ­φή­της πού μᾶς προ­α­νήγ­γει­λε ὁ Μω­υ­σῆς. Ἄλ­λοι ἔ­λε­γαν: Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Μεσ­σί­ας Χρι­στός. Ἄλ­λοι ἔ­λε­γαν: Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ εἶ­ναι ὁ Μεσ­σί­ας· δι­ό­τι μή­πως ὁ Μεσ­σί­ας εἶ­ναι νὰ ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴ Γα­λι­λαία; Δὲν εἶ­πε ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φὴ ὅ­τι ὁ Μεσ­σί­ας Χρι­στὸς θὰ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ γέ­νος τοῦ Δα­βὶδ καὶ ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ τῆς Βη­θλε­έμ, ὅ­που γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε ὁ Δα­βίδ; Προ­κλή­θη­κε λοι­πὸν δι­αί­ρε­ση καὶ δι­α­φω­νί­α με­τα­ξύ του λα­οῦ γι' αὐ­τόν. Με­ρι­κοὶ μά­λι­στα ἀπ’ αὐ­τοὺς ἤ­θε­λαν νὰ τὸν συλλάβουν, ἀλλά κα­νεὶς δὲν τόλ­μη­σε ν' ἁ­πλώ­σει χέ­ρι ἐ­πά­νω του· δι­ό­τι μιὰ ἀ­ό­ρα­τη δύ­να­μη τοὺς συγ­κρα­τοῦ­σε καὶ τοὺς πα­ρεμ­πό­δι­ζε.

Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν συλ­λάβει, γύ­ρι­σαν ἄ­πρα­κτοι οἱ ὑ­πη­ρέ­τες στοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί τοὺς Φα­ρι­σαί­ους. Κι ἐ­κεῖ­νοι τοὺς ρώ­τη­σαν: Για­τί δέν τὸν φέ­ρα­τε, ἀφοῦ καὶ δη­μο­σί­ως ἐμ­φα­νί­στη­κε καὶ πολλοί ἀπ' τὸ πλῆ­θος τὸν ἄ­κου­γαν μὲ δυ­σμέ­νεια καὶ ἦ­ταν ἕ­τοι­μοι νὰ σᾶς βο­η­θή­σουν μὴ σᾶς δι­α­φύ­γει; Τό­τε οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τοὺς ἔ­δω­σαν τὴν ἑξῆς ἀ­πάν­τη­ση: Ποτέ ἄλ­λο­τε δὲν δί­δα­ξε ἄλ­λος ἄν­θρω­πος μὲ τό­ση σο­φί­α καὶ δύ­να­μη καὶ χά­ρη μὲ ὅ­ση δι­δά­σκει ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός. Ὕ­στε­ρα λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν ἀ­νέλ­πι­στη αὐ­τὴ ἀ­πάν­τη­ση τῶν ὑ­πη­ρε­τῶν τοὺς ξα­να­ρώ­τη­σαν οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι: Μή­πως πα­ρα­συρ­θή­κα­τε κι ἐσεῖς, πού εἶστε πάν­το­τε κον­τά μας καὶ ἀ­κοῦ­τε τὴ δι­δα­σκα­λί­α μας, κι ἔ­χε­τε πλα­νη­θεῖ ἀ­π' αὐ­τόν, ὅ­πως τὰ ἀμαθῆ πλή­θη τοῦ λα­οῦ; Μή­πως πί­στε­ψε σ' αὐ­τὸν κα­νεὶς ἀ­π' τοὺς ἄρ­χον­τες, πού εἶ­ναι οἱ μό­νοι ἁρ­μό­διοι νὰ κρί­νουν τὰ θρη­σκευ­τι­κὰ ζη­τή­μα­τα, ἢ ἀ­π' τοὺς Φα­ρι­σαί­ους, πού εἶ­ναι ἄ­γρυ­πνοι φύ­λα­κες τῶν πα­ρα­δό­σε­ων καὶ τῆς ἀ­λη­θι­νῆς πί­στε­ως; Κα­νεὶς ἀ­π' αὐ­τοὺς δὲν πί­στε­ψε, πα­ρὰ μό­νον αὐ­τὸς ὁ ὄ­χλος, πού δὲν ξέ­ρει τὸ νό­μο καὶ γι' αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅλοι τους κα­τα­ρα­μέ­νοι.

Τοὺς ρώ­τη­σε τό­τε ὁ Νι­κό­δη­μος, ἐ­κεῖ­νος πού ἦλ­θε στὸν Ἰ­η­σοῦ μέ­σα στὴ νύ­χτα καὶ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­π' αὐ­τούς, δι­ό­τι ἦ­ταν κι αὐ­τὸς μέ­λος τοῦ συ­νε­δρί­ου: Μή­πως ὁ νόμος μας μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­δι­κά­σει ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, ἐ­ὰν προ­η­γου­μέ­νως δὲν τὸν ἀ­κού­σει ὁ δι­κα­στὴς πού ἐκ­προ­σω­πεῖ τὸ νό­μο καὶ μά­θει ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­λο­γί­α του τί ἀ­ξι­ο­κα­τά­κρι­το καὶ ἀ­ξι­ό­ποι­νο ἔ­κα­νε; Ἐ­κεῖ­νοι τό­τε τοῦ εἶ­παν: Μή­πως εἶ­σαι κι ἐσύ ἀ­πὸ τὴ Γα­λι­λαί­α; Ἐ­ξέ­τα­σε καὶ εὔ­κο­λα θὰ δεῖς καὶ θὰ πει­σθεῖς ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ὅ­τι κα­νεὶς προ­φή­της ἀ­πὸ τὴ Γα­λι­λαί­α δὲν ἔ­χει βγεῖ ἕ­ως τώ­ρα.

Ὁ Ἰ­η­σοῦς τοὺς μί­λη­σε πά­λι καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἐγώ εἶ­μαι τὸ φῶς ὄ­χι μό­νο τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ἀλλά ὅ­λου τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνος πού μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ μὲ πλή­ρη ἐμπιστοσύνη κι ἐλπίδα καὶ μὲ πρό­θυ­μη ὑ­πα­κο­ὴ στὰ λό­γιά μου δὲν θὰ περ­πα­τή­σει οὔτε θὰ βρε­θεῖ πο­τὲ στὸ σκοτάδι τῆς πλά­νης καὶ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀλλά θὰ ἔ­χει μέ­σα του τὸ ζω­η­φό­ρο καὶ πνευ­μα­τι­κὸ φῶς, πού προ­έρ­χε­ται ἀπό τὴν ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή, τὸν Θεό.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου