Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ. ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
    ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ
(17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016)
(ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ)
Ἀδελφοί, πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε, αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες, ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες, ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο. Προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν, πεποίθαμεν γὰρ ὅτι καλὴν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. Περισσοτέρως δὲ παρακαλῶ τοῦτο ποιῆσαι ἵνα τάχιον ἀποκατασταθῶ ὑμῖν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν τὸν ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου, τὸν Κύριον ἡμῶν ᾽Ιησοῦν, καταρτίσαι ὑμᾶς ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ εἰς τὸ ποιῆσαι τὸ θέλημα αὐτοῦ, ποιῶν ἐν ἡμῖν τὸ εὐάρεστον ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.  
                                        (Ἑβρ. ιγ΄[13] 17-21)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀ­δελ­φοί, νά ὑπακοῦτε στοὺς πνευματικοὺς προϊσταμένους σας καὶ νὰ ὑποτάσσεσθε τελείως σ' αὐτούς. Διότι αὐτοί ἀγρυπνοῦν γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν σας, καθὼς θὰ δώσουν λόγο στὸ Χριστὸ γιὰ τὶς ψυχές σας. Νὰ τοὺς ὑπακοῦτε, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνονται μὲ τὴν ὑπακοή σας, ὥστε ν πιτελον τ ργο τους ατ μ χαρ κα χι μ στεναγμούς. λλωστε δν σς συμφέρει ν στενάζουν ἐξαιτίας σας οἱ πνευματικο σας προεστοί, πειδή ὁ Θες θ σς τιμωρήσει γι' ατό. Ν προσεύχεσθε γιά μᾶς. Κα χουμε τ θάρρος νά ζητήσουμε τς προσευχές σας, διότι εμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ συνείδησή μας δν μς τύπτει σ τίποτε, ἀλλά μᾶς δίνει γαθ συμμαρτυρία, ἀφοῦ πάντοτε κα σ ὅλα θέλουμε ν συμπεριφερόμαστε καλά. Σς παρακαλ λοιπν ν τ κάνετε ατ περισσότερο γι μένα, γι ν μπορέσω ν λθω ξαν κοντά σας τ συντομότερο. Καί ὁ Θεός, πο εναι ὁ χορηγς κα νομοθέτης τς ερήνης, ὁ ὁποῖος νέστησε κ νεκρν τν μεγάλο ποιμένα τν πνευματικν προβάτων προκειμένου νά εσέλθει στν οραν κα ν προσφέρει ἐκεῖ ὡς ξιλαστήριο θυσία τ αἷμα του, μ τ ὁποῖο πικυρώθηκε διαθήκη αώνια, τν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστ δηλαδή, εχομαι ν σς τελειοποιήσει σ κάθε γαθ ργο, ὥστε ν κάνετε τ θέλημά του. Ατς ν νεργήσει στ σωτερικό σας ἐκεῖνο πο εναι ρεστ νώπιόν του διαμέσου τς μεσιτείας τοῦ ησο Χριστο, στν ὁποῖο νήκει ἡ δόξα στος αἰῶνες τν αώνων. μήν.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, εἰ­σερ­χο­μέ­νου τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ εἴς τι­να κώ­μην, ἀ­πήντησαν αὐ­τῷ δέ­κα λε­προὶ ἄν­δρες, οἳ ἔ­στη­σαν πόῤ­ῥω­θεν, καὶ αὐ­τοὶ ἦ­ραν φω­νὴν, λέ­γον­τες· ᾿Ι­η­σοῦ ἐ­πι­στά­τα, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. Καὶ ἰ­δὼν, εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Πο­ρευ­θέν­τες ἐ­πι­δε­ί­ξα­τε ἑ­αυ­τοὺς τοῖς ἱ­ε­ρεῦ­σι. Καὶ ἐ­γέ­νε­το ἐν τῷ ὑ­πά­γειν αὐ­τοὺς, ἐ­κα­θα­ρί­σθη­σαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐ­τῶν, ἰ­δὼν ὅ­τι ἰ­ά­θη, ὑ­πέ­στρε­ψε με­τὰ φω­νῆς με­γά­λης δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν, καὶ ἔ­πε­σεν ἐ­πὶ πρό­σω­πον πα­ρὰ τοὺς πό­δας αὐ­τοῦ, εὐ­χα­ρι­στῶν αὐ­τῷ· καὶ αὐ­τὸς ἦν Σα­μα­ρε­ί­της. Ἀ­πο­κρι­θεὶς δὲ ὁ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­πεν· οὐ­χὶ οἱ δέ­κα ἐ­κα­θα­ρί­σθη­σαν; οἱ δὲ ἐν­νέ­α ποῦ; οὐχ εὑ­ρέ­θη­σαν ὑ­πο­στρέ­ψαν­τες δοῦ­ναι δό­ξαν τῷ Θε­ῷ, εἰ μὴ ὁ ἀλ­λο­γε­νὴς οὗ­τος; Καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἀ­να­στὰς πο­ρε­ύ­ου· ἡ πί­στις σου σέ­σω­κέ σε.
                                           (Λουκ. ιζ΄[17] 12–19)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Τήν ὥρα πού ὁ Ἰησοῦς ἔμπαινε σὲ κάποιο χωριό, τόν συνάντησαν δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι στάθηκαν ἀπὸ μακριά, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο κάθε λεπρός θεωροῦνταν ἀκάθαρτος καὶ δὲν τοῦ ἐπιτρεπόταν νὰ πλησιάσει κανέναν. Κι αὐτοὶ ἄρχισαν νὰ τοῦ φωνάζουν δυνατά: Ἰησοῦ, Κύριε, σπλαχνίσου μας καὶ θεράπευσέ μας. Βλέποντάς τους ἐκεῖνος τοὺς εἶπε: Πηγαίνετε καί δεῖξτε τὸ σῶμα σας στοὺς ἱερεῖς, γιὰ νὰ βεβαιώσουν ἄν πράγματι θεραπευθήκατε, σύμφωνα μὲ τὴ διάταξη τοῦ νόμου. Καὶ καθὼς αὐτοὶ πήγαιναν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπό τούς ἱερεῖς, καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα. Ἕνας ἀπ' αὐτούς, μόλις εἶδε ὅτι θεραπεύθηκε, ἐπέστρεψε καὶ μὲ δυνατὴ φωνὴ ἐκφράζοντας τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του δόξαζε τὸν Θεὸ πού τὸν θεράπευσε διαμέσου τοῦ Ἰησοῦ. Ἔπεσε τότε μὲ τὸ πρόσωπο κάτω στὴ γῆ κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε. Καὶ αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης, δηλαδὴ σχισματικὸς καὶ λιγότερο φωτισμένος ἀπό τούς Ἰουδαίους. Συνεπῶς κανεὶς δὲν θὰ περίμενε νὰ δείξει αὐτὸς μιὰ τέτοια εὐγνωμοσύνη πού δὲν ἔδειξαν οἱ ἄλλοι ἐννέα, πού ἦταν Ἰσραηλίτες. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε: Δὲν καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννέα ποῦ εἶναι; Χάθηκαν νὰ γυρίσουν πίσω καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Θεό, παρὰ μόνο ὁ ξένος αὐτός, πού δὲν ἀνήκει στὸ γνήσιο ἰουδαϊκὸ γένος; Καὶ σ' αὐτὸν εἶπε: Σήκω καὶ πήγαινε. Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε. Δὲν θεράπευσε μόνο τὸ σῶμα σου, ἀλλά ἀποτελεῖ καὶ καλὴ ἀρχή πού θὰ σὲ ὁδηγήσει καὶ στὴν πνευματική σου σωτηρία.

ΒΙΟΣ ΟΣΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
Ὁ Μέγας Ἀντώνιος γεννήθηκε περὶ τὸ 251 μ.Χ. στὴν πόλη Κομὰ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, κοντά στὴ Μέμφιδα, ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ εὔπορους. Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ εὐσεβοῦς αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου καὶ τῶν παιδιῶν του.
Ἀπὸ τὴν παιδικὴ του ἡλικία ἦταν ὀλιγαρκής καὶ αὐτάρκης, «μόνοις δὲ οἷς εὕρισκεν ἠρκεῖτο καὶ πλέον οὐδὲν ἐζήτει». Σὲ νεαρὴ ἠλικία, περίπου 20 ἐτῶν, ἔχασε τοὺς γονεῖς του. Ἕξι μῆνες μετὰ τὴν κοίμηση τῶν γονέων του, ἄκουσε στὴν ἐκκλησία τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ πλουσίου νεανίσκου, στὴν ὁποία ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν πλούσιο νέο : «πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δὸς πτωχοῖς». Τόση μεγάλη ἐντύπωση προξένησε ἡ Εὐαγγελικὴ αὐτὴ προτροπὴ στὴν ψυχὴ τοῦ Ἀντωνίου, ὥστε ἀμέσως διένειμε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πτωχοὺς καὶ ἐνδεεῖς, ἀφοῦ φύλαξε τὰ ἀπολύτως ἀναγκαία γιὰ τὴν συντήρηση αὐτοῦ καὶ τῆς μικρῆς του ἀδελφῆς, τὴν ὁποία φρόντισε νὰ παραδώσει σὲ Χριστιανὲς νέες παρθένους ποὺ εἶχαν ἀφιερωθεῖ στὴ χριστιανικὴ ἀρετή, βέβαιος ὅτι κοντά τους θὰ εἶναι κατὰ πάντα ἀσφαλής.
Ἀπὸ τότε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἄρχισε νὰ ζεῖ ἀσκητικὸ βίο, ἐργαζόμενος ἀδιάκοπα καὶ ὑποβαλλόμενος σὲ αὐστηρὴ νηστεία, γιὰ νὰ κατανικήσει τοὺς πειρασμοὺς τῆς σάρκας, ἀγρυπνώντας ὁλόκληρη τὴ νύχτα καὶ τρώγοντας ἐλάχιστα.
Στὴ συνέχεια ἀπῆλθε σὲ τόπο ἔρημο καὶ μακρινὸ ὅπου ὑπῆρχαν μνήματα καὶ ἀφοῦ εἰσῆλθε σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἔκλεισε τὴ θύρα. Ἡ τροφὴ του ἦταν ἐλάχιστη καὶ τοῦ τὴν πήγαινε σὲ καθορισμένες ἡμέρες ἕνας συνασκητής του. Ἐκεῖ ὑπερνίκησε, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, νέους πειρασμούς. Ἀργότερα πῆγε κοντὰ στὰ ἐρείπια ἑνὸς φρουρίου καὶ κατοίκησε σὲ σπήλαιο χωρὶς νὰ τὸν βλέπει κανένας καὶ χωρὶς νὰ δέχεται κανένα παρὰ μόνο ἕναν γνωστό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔφερνε κάθε ἕξι μῆνες ψωμὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἑξάμηνο.
Μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια ἀσκήσεως καὶ ἀφοῦ ἔφθασε σὲ ὕψη πνευματικὴς τελειώσεως, ἐμφανίσθηκε στὸν κόσμο καὶ τότε ἄρχισαν νὰ συρρέουν περὶ αὐτὸν πολλοὶ ποὺ τὸν θαύμαζαν ὡς ἀσκητὴ καὶ θαυματουργό. Μαρτυρεῖται ὅτι, ἐνῶ ὁ Ἅγιος βρισκόταν ἀκόμα στὴ ζωή, ἔβλεπε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐξέρχονταν ἀπὸ τὸ σῶμα τους, καθὼς καὶ τοὺς δαίμονες ποὺ τὶς ὁδηγοῦσαν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι πολὺ θαυμαστό, ἀφοῦ μία τέτοια δυνατότητα εἶναι γνώρισμα μόνο νοερῆς καὶ ἀσώματης φύσεως.
Τὸ ἔτος 311 μ.Χ., κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμίνου (307 – 313 μ.Χ.), κατῆλθε στὴν Ἀλεξάνδρεια, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ νὰ βοηθήσει τοὺς πιστούς, τοὺς Ὁμολογητὲς καὶ τοὺς Μάρτυρες. Ὅταν ἔπαυσε ὁ διωγμός, ὁ Ὅσιος ἐπανῆλθε στὴν ἔρημο, ἀλλὰ ἐπειδὴ αἰσθανόταν ἐνοχλημένος ἀπὸ τὴν παρουσία πολλῶν, ποὺ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸν συναντήσουν, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἦλθε σὲ τόπο ἔρημο, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ ὄρος ψηλό, κοντὰ στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα. Καὶ ἐκεῖ ὅμως προσέρχονταν πολλοὶ γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του, νά διδαχθοῦν καὶ νὰ θεραπευθοῦν. Θεράπευσε δὲ τοὺς ἀσθενεῖς «οὐ προστάζων, ἀλλ’ εὐχόμενος καὶ τὸν Χριστὸν ὀνομάζων».
Ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ἔφθασε μέχρι τοὺς βασιλεῖς, τόσο ὥστε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ οἱ υἱοί του, Κωνστάντιος καὶ Κώνστας, ἔγραφαν σὲ αὐτόν, σάν νὰ ἦταν πατέρας τους καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἀπαντήσει.
Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἀσκητικοῦ του βίου ποτὲ δὲν ἄλλαξε ἔνδυμα καὶ ποτὲ δὲν ἔνιψε τὸ σῶμα ἢ τὰ πόδια του μὲ νερό. Ὁ Ὅσιος, ἄν καὶ ἀγράμματος στὴν ἀνθρώπινη σοφία, ἦταν σοφὸς κατὰ Θεόν. Εἶχε λόγο «ἠρτυμένον τῷ θείω ἅλατι καὶ χαρίεντα». Δίδασκε στοὺς μαθητές του νά μὴν θεωροῦν τίποτε ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μή νομίζουν ὄτι, ἐπειδὴ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀγαθά, στεροῦνται κάτι ἀξιόλογο. Τὸ νὰ ἀφήνει κανείς τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ εἶναι σάν νὰ καταφρονεῖ μία δραχμὴ ἀπὸ χαλκό, γιὰ νὰ κερδίσει ἑκατὸ χρυσές. Δὲν πρέπει, ἔλεγε, νὰ λησμονᾶμε ὅτι ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πρόσκαιρος, συγκρινόμενος πρὸς τὸν μέλλοντα αἰώνα. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ κοπιάζουμε γιὰ τὴν ἀπόκτηση πρόσκαιρων ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦμε νά παρουμε μαζί μας, ἀλλὰ γιά τὴν ἀπόκτηση αἰώνιων ἀγαθῶν, δηλαδή τῆς φρονήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τῆς σωφροσύνης, τῆς ἀνδρείας, τῆς συνέσεως, τῆς ἀγάπης.
Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ἀφοὺ ἔζησε ἑκατὸν πέντε ἔτη, κοιμήθηκε ὁσίως τὸ 356 μ.Χ. Ἂν καί, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, μία ἀπὸ τὶς τελευταῖες ἐπιθυμίες τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ἦταν νά μείνει κρυφὸς ὁ τόπος τῆς ταφῆς του, οἱ μοναχοὶ πού μόναζαν κοντά του ἔλεγαν ὅτι κατεῖχαν τὸ ἱερὸ λείψανό του, τὸ ὁποῖο ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ (561 μ.Χ.), κατατέθηκε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀργότερα, τὸ 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'.
Τὸν ζηλωτὴν Ἠλίαν τοῖς τρόποις μιμούμενος, τῷ Βαπτιστῇ εὐθείαις ταῖς τρίβοις ἑπόμενος, Πάτερ Ἀντώνιε, τῆς ἐρήμου γέγονας οἰκιστής, καὶ τὴν οἰκουμένην ἐστήριξας εὐχαῖς σου. Διὸ πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τοὺς βιωτικούς, θορύβους ἀπωσάμενος, ἡσυχαστικῶς, τὸν βίον ἐξετέλεσας, τὸν Βαπτιστὴν μιμούμενος, κατὰ πάντα τρόπον Ὁσιώτατε. Σὺν αὐτῷ οὖν σὲ γεραίρομεν, Ἀντώνιε Πάτερ, τῶν Πατέρων κρηπίς.


Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ
(10 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ)
Ἀδελφοί, ἑ­νὶ ἑ­κά­στῳ ἡ­μῶν ἐ­δό­θη ἡ χά­ρις κα­τὰ τ μέ­τρον τς δω­ρε­ᾶς το Χρι­στοῦ. δι­ὸ λέ­γει· ἀ­να­βὰς ες ὕ­ψος ᾐχ­μα­λώ­τευ­σεν αἰχ­μα­λω­σί­αν κα ἔ­δω­κε δό­μα­τα τος ἀν­θρώ­ποις. τ δ ἀ­νέ­βη τ ἐ­στιν ε μ ὅ­τι κα κα­τέ­βη πρῶ­τον ες τ κα­τώ­τε­ρα μέ­ρη τς γς; κα­τα­βὰς αὐ­τός ἐ­στι κα ἀ­να­βὰς ὑ­πε­ρά­νω πάν­των τν οὐ­ρα­νῶν, ἵ­να πλη­ρώ­σῃ τ πάν­τα. κα αὐ­τὸς ἔ­δω­κε τος μν ἀ­πο­στό­λους, τος δ προ­φή­τας, τος δ εὐ­αγ­γε­λι­στάς, τος δ ποι­μέ­νας κα δι­δα­σκά­λους, πρς τν κα­ταρ­τι­σμὸν τν ἁ­γί­ων ες ἔρ­γον δι­α­κο­νί­ας, ες οἰ­κο­δο­μὴν το σώ­μα­τος το Χρι­στοῦ, μέ­χρι κα­ταν­τή­σω­μεν ο πάν­τες ες τν ἑ­νό­τη­τα τς πί­στε­ως κα τς ἐ­πι­γνώ­σε­ως το υἱ­οῦ το Θε­οῦ, ες ἄν­δρα τέ­λει­ον, ες μέ­τρον ἡ­λι­κί­ας το πλη­ρώ­μα­τος το Χρι­στοῦ.
(Ἐφεσ. δ΄[4], 7 – 13)

ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ
1. ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Κυριακὴ μετὰ τὰ Θεοφάνια, καὶ ὅλη ἡ κτίσις εἶναι λουσμένη στὸ φῶς καὶ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Οἱ πιστοὶ μὲ εὐφροσύνη δεχθήκαμε «τὴν χάριν τῆς ἀπολυτρώσεως, τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἰορδάνου». Ἀκούσαμε στοὺς ὕμνους τῶν Θεοφανίων ὅτι «ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος», ἡ ὁποία καταυγάζει καὶ λαμπρύνει ὅλους τοὺς πιστούς. Κατὰ τοὺς πρώτους μάλιστα αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τελοῦσε κατὰ τὶς ἑορτὲς τῶν Φώτων ὁμαδικὲς βαπτίσεις κατηχουμένων. Ἔτσι ζοῦσε περισσότερο αἰσθητὰ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ φωτοχυσία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού δινόταν σὲ κάθε πιστὸ κατὰ τὴν Βάπτισή του καὶ τὴν σφράγισή του μὲ τὸ ἅγιο Χρίσμα.
Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς ἀναφέρεται σ' αὐτὴν τὴν δωρεὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Μᾶς ἐξηγεῖ λοιπόν ὁ ἀπόστολος Παῦλος πὼς ὁ Χριστὸς παρέχει τὴν χάρη του σὲ κάθε βαπτισμένο Χριστιανό. Λέγει ὅτι στὸν κάθε πιστὸ ξεχωριστὰ «ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ». Ὁ Χριστὸς τὴν χάρη του αὐτὴ δὲν μᾶς τὴν ἔδωσε, ἐπειδὴ τὴν ἀξίζαμε ἢ ἐπειδὴ μᾶς τὴν χρωστοῦσε ἀλλὰ μᾶς τὴν πρόσφερε ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾶ καὶ θέλει νὰ πλουτίσει ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός του μὲ τὰ θεῖα του δῶρα, νὰ μᾶς στολίσει μὲ τὸ φῶς του. Δὲν ἔδωσε ὁ δωρεοδότης Κύριος στὸν καθένα μας τὴν ἴδια χάρη ἐξ ἴσου, ἀλλά κατὰ τὰ θεϊκὰ σχέδια του, κατὰ τὸ μέτρο τῆς δωρεᾶς του. Δηλαδὴ ὅπως ὁ Ἴδιος τὴν μέτρησε μὲ τὴν πανσοφία του καὶ τὴν δικαιοσύνη του. Ὑπολογίζοντας καὶ τὴν διαθεσή μας καὶ τὸ πνευματικὸ μας συμφέρον.
Ὅσοι λοιπὸν νομίζουμε ὅτι ἐλάβαμε λιγότερα ἢ μικρότερα χαρίσματα θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε πάντοτε μέσα μας τὴν βεβαιότητα ὅτι ὅση χάρη Θεοῦ ἐλάβαμε, τὴν μέτρησε πάνσοφα ὁ ἅγιος Θεὸς κατὰ τὴν δική του δικαιοσύνη καὶ τὴν δική μας δεκτικότητα. Αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς ἔχουμε χρέος νὰ κάνουμε δὲν εἶναι νὰ μειονεκτοῦμε γιὰ τὰ ὅσα δὲν ἐλάβαμε καὶ νὰ γογγύζουμε, ἢ νὰ ὑπερφρονοῦμε γιά ὅσα ἔχουμε, πολὺ δὲ περισσότερο νὰ μὴν ἀποδιώκουμε τὴν θεία χάρη μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἀλλὰ ἀντίθετα νὰ ἐκζητοῦμε μὲ πόθο καὶ δέος καθημερινὰ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα νὰ γινόμαστε δεκτικὰ δοχεῖα τῆς χάριτος. Διότι διαφορετικὰ δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε, ἀργοσβήνουμε πνευματικῶς καὶ χανόμαστε.
2. ΓΙΑ ΝΑ ΕΛΘΕΙ Η ΧΑΡΙΣ
Πῶς ὅμως ἡ ἀνθρωπότης ἔγινε κοινωνὸς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιά τὴν αἰχμαλωσία τῶν ἀνθρώπων στὸν διάβολο;
Ὁ Θεὸς ποὺ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κατ' εἰκόνα του, τὸν ἔντυσε καὶ μὲ τὴν θεοΰφαντη στολὴ τῆς χάριτός του, γιά νά ἀκτινοβολεῖ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν χάρη ὁ ἄνθρωπος ζοῦσε, αὐτὴ τοῦ ἔδινε τὸ δικαίωμα νὰ βλέπει, νὰ ἀκούει, νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Θεό, νὰ ζεῖ ζωὴ πνευματική. Ὅταν ὅμως ὁ Ἀδὰμ ἀρνήθηκε τὸν Θεό, ἔχασε τὴν χάρη του, ἀσφυκτιοῦσε καὶ λιμοκτονοῦσε μακριὰ ἀπό τὸ φῶς της. Ἀργοπέθαινε αἰχμαλωτισμένος ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ τὰ πάθη του. Ἔπρεπε λοιπὸν κάποιος νὰ τὸν ἀπελευθέρωσει ἀπό τὴν ἀνυπόφορη αὐτὴ σκλαβιά.
Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Γι' αὐτὸ κατέβηκε στὰ κατώτατα μέρη τῆς γῆς. Ἡ κατάβαση βέβαια αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ἐξωτερικὴ κατάβαση, ἀλλὰ δείχνει τὸ ὕψος τῆς ταπεινώσεώς του καὶ τῆς ἀγάπης του. Ὁ Θεὸς μας ἐσαρκώθη καὶ κατέβηκε ἀκόμη πιὸ χαμηλά, στὸν σκοτεινὸ καὶ κυρίαρχο Ἅδη. Ἀπό ἐκεῖ ὅμως μὲ τὴν Ἀναστασή του καὶ τὴν Ἀναληψή του ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς. Ὁ ἴδιος κατέβηκε καὶ ὁ ἴδιος ἀνέβηκε. Κατέβηκε ὠς Θεὸς καὶ ἀνέβηκε ὥς ἄνθρωπος. Καὶ ὡς Θεάνθρωπος θριαμβευτὴς ἔδεσε αἰχμαλωτισμένους τοὺς ἐχθρούς του, τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο. Κι ἀπελευθέρωσε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἦταν μέχρι τότε αἰχμαλωτισμένοι ἀπό αὐτόν, αἰχμαλωτίζοντας πλέον καὶ τὸν ἴδιο τὸν διάβολο. Καὶ ἐπανέφερε τὸν ἄνθρωπο στὴν πρώτη του θέση. Τοῦ ξαναέδωσε «τὴν στολὴν τὴν πρώτην» τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τώρα πλέον κάθε πιστὸς μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ἐνδύεται τὴν στολὴ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὲ τὸ ἅγιο Χρίσμα πλημμυρίζει μὲ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νὰ λοιπὸν πῶς ὁ Χριστὸς μᾶς κάνει κοινωνοὺς τῆς χάριτός του.
3. Ο XΡΙΣΤΟΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ
Ποιὲς ὅμως εἶναι οἱ πνευματικὲς μεταμορφώσεις ποὺ συντελοῦνται στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν μέσα στὴ χάρι τοῦ Θεοῦ; Μᾶς ἐξηγεῖ ὁ θεῖος Ἀπόστολος ὅτι ὁ χαριτοδότης Κύριός μας ἐμπιστεύθηκε τὴν χάρι του στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, στοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους, γιὰ νὰ μᾶς μεταγγίζουν τὴν θεία χάρη, νὰ μᾶς καταρτίζουν καὶ νὰ μᾶς καλλιεργοῦν. Γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε νήπιοι, ἀλλὰ ἄνδρες τέλειοι, προοδεύοντας σὲ ἁγιασμὸ καὶ τελειότητα. Γιὰ νὰ μορφωθεῖ, νὰ σχηματισθεῖ δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μέσα μας. Νὰ γεμίζει πλέον καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μας. Ὁ Χριστὸς νὰ ζεῖ καὶ νὰ ἐνεργεῖ μέσα μας. Κι ἐμεῖς νὰ ἔχουμε νοῦν Χριστοῦ, καρδιὰ Χριστοῦ, μάτια Χριστοῦ. Τί ὑπέροχο βίωμα! Νὰ ἐπιθυμοῦμε ὅ,τι θὰ ἐπιθυμοῦσε ὁ Χριστός, νὰ κάνουμε ὅ,τι θὰ ἔκανε ὁ Χριστός. Κι ἐμεῖς νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν μυστικὴ παρουσία του, νά ζοῦμε μέσα στὸ φῶς του καὶ τὴν χάρη του. Νὰ εἴμαστε χριστοφόροι καὶ θεοφόροι.
(Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟΝ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ (ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ)
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἀ­κο­ύ­σας ὁ ᾿Ι­η­σοῦς ὅ­τι ᾿Ι­ω­άν­νης πα­ρε­δό­θη, ἀ­νε­χώ­ρη­σεν εἰς τὴν Γα­λι­λα­ί­αν· καὶ κα­τα­λι­πὼν τὴν Να­ζα­ρὲτ, ἐλ­θὼν κα­τῴ­κη­σεν εἰς Κα­περ­να­οὺμ τὴν πα­ρα­θα­λασ­σί­αν, ἐν ὁ­ρί­οις Ζα­βου­λὼν καὶ Νε­φθα­λείμ, ἵ­να πλη­ρω­θῇ τὸ ῥη­θὲν δι­ὰ ῾Η­σα­ΐ­ου τοῦ προ­φή­του, λέ­γον­τος· Γῆ Ζα­βου­λὼν καὶ γῆ Νε­φθα­λε­ίμ, ὁ­δὸν θα­λάσ­σης, πέ­ραν τοῦ ᾿Ι­ορ­δά­νου, Γα­λι­λα­ί­α τῶν ἐ­θνῶν, ὁ λα­ὸς ὁ κα­θή­με­νος ἐν σκό­τει εἶ­δε φῶς μέ­γα, καὶ τοῖς κα­θη­μέ­νοις ἐν χώ­ρᾳ καὶ σκι­ᾷ θα­νά­του, φῶς ἀ­νέ­τει­λεν αὐ­τοῖς.  Ἀ­πὸ τό­τε ἤρ­ξα­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς κη­ρύσ­σειν καὶ λέ­γειν· Με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν.
(Ματ­θ. δ΄[4], 12-17)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό ὅ­ταν ἄ­κου­σε ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὁ Ἰ­ω­άν­νης πα­ρα­δό­θη­κε στή φυ­λα­κὴ ἀ­π' τὸν βα­σιλιά Ἀντί­πα, ἀ­να­χώ­ρη­σε καὶ πῆ­γε στὴ Γ­α­λ­ι­λ­α­ία. Κι ἀ­φ­οῦ ἄ­φ­η­σε τὴ Ν­α­ζ­α­ρ­έτ, π­ῆ­γε κ­αί κ­α­τ­ο­ί­κ­η­σε σ­τ­ὴν Κ­α­π­ε­ρ­ν­α­ο­ύμ, ἡ ὁ­ποία ἦ­τ­αν κ­τ­ι­σ­μ­έ­νη κ­ο­ν­τά σ­τή λ­ί­μ­νη τ­ῆς Γ­α­λ­ι­λ­α­ί­ας, σ­τὰ σὺ­ν­ο­ρα τ­ῶν φυ­λ­ῶν Ζ­α­β­ο­υ­λ­ών κ­αὶ Ν­ε­φ­θ­α­λ­ε­ίμ. Ἔ­τ­σι ἐ­π­α­λ­η­θ­ε­ύ­θ­η­κε καὶ π­ρ­α­γ­μ­α­τ­ο­πο­ι­ή­θ­η­κε ἐ­κ­ε­ῖ­νο π­ού ε­ἶ­πε ὁ Θ­ε­ὸς μ­έ­σω τ­οῦ π­ρ­ο­φ­ή­τ­ου Ἡ­σ­α­ΐα: Ἡ χώ­ρα τῆς φυ­λῆς Ζα­βου­λών καί ἡ χώρα τῆς φυ­λῆς Νε­φθα­λείμ, πού ἐ­κτεί­νον­ται κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μό, στὰ ἀ­να­το­λι­κά του, ἡ Γα­λι­λαί­α, στὴν ὁ­ποί­α κα­τοι­κοῦν πολ­λοὶ ἐ­θνι­κοί, ὁ λα­ὸς πού κά­θε­ται κα­θη­λω­μέ­νος κι ἀ­κί­νη­τος στὸ πνευ­μα­τι­κὸ σκο­τά­δι τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῆς πλά­νης καὶ τῆς ἀ­σέ­βει­ας εἶ­δε με­γά­λο πνευ­μα­τι­κὸ φῶς, τὸν Χρι­στὸ· κι ἔ­λαμ­ψε φῶς ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ σ' ἐ­κεί­νους πού κά­θον­ται στὴ χώ­ρα πού σκι­ά­ζε­ται ἀ­πὸ τὸ πυ­κνό­τα­το σκο­τά­δι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τοῦ θα­νά­του. Ἀ­πὸ τό­τε ἄρ­χι­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς νὰ κη­ρύτ­τει συ­στη­μα­τι­κὰ καὶ νὰ λέ­ει: Με­τα­νο­εῖ­τε, δι­ό­τι πλη­σί­α­σαν οἱ ἡμέρες πού ὁ Μεσ­σί­ας θὰ ἐγ­κα­θι­δρύ­σει καὶ στὴ γῆ τὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν μὲ τὴ νέ­α, πνευ­μα­τι­κή, ἅ­γι­α καὶ οὐ­ρά­νι­α ζω­ή, ἡ ὁ­ποί­α θὰ με­τα­δί­δε­ται μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α του.

Ἀπολυτίκιον ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ Ἦχος α΄

Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις· τοῦ γὰρ Γεννήτορος ἡ φωνὴ προσεμαρτύρει σοι, ἀγαπητόν σε Υἱὸν ὀνομάζουσα· καὶ τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς, ἐβεβαίου τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Ὁ ἐπιφανεὶς Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ τὸν κόσμον φωτίσας δόξα σοι.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

Ι­Ε­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ
Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΩΝ ΠΑΥ­ΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡ­ΝΑ­ΒΑ
ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩ­ΤΩΝ
 (3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016)

Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ (ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩ­ΤΩΝ)
Τέ­κνον Τι­μό­θε­ε, νῆ­φε ν πᾶ­σι, κα­κο­πά­θη­σον, ἔρ­γον πο­ί­η­σον εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ, τν δι­α­κο­νί­αν σου πλη­ρο­φό­ρη­σον. ἐ­γὼ γρ ἤ­δη σπέν­δο­μαι, κα και­ρὸς τς ἐ­μῆς ἀ­να­λύ­σε­ως ἐ­φέ­στη­κε. τν κα­λὸν ἀ­γῶ­να ἠ­γώ­νι­σμαι, τν δρό­μον τε­τέ­λε­κα, τν πί­στιν τε­τή­ρη­κα· λοι­πὸν ἀ­πό­κει­ταί μοι τς δι­και­ο­σύ­νης στέ­φα­νος, ν ἀ­πο­δώ­σει μοι Κύ­ριος ν ἐ­κε­ί­νῃ τ ἡ­μέ­ρᾳ, δί­και­ος κρι­τής, ο μό­νον δ ἐ­μοὶ, ἀλ­λὰ κα πᾶ­σι τος ἠ­γα­πη­κό­σι τν ἐ­πι­φά­νειαν αὐ­τοῦ.
                                                                            (Β΄ Τιμ. δ΄[4] 5 – 8)                                           
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
          Τέ­κνον Τι­μό­θε­ε, ἐσύ πρό­σε­χε ἄ­γρυ­πνα ὅ­λα ὅ­σα σοῦ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ποι­μαν­τι­κό σου ἔρ­γο. Κο­πί­α­σε, κάνε ἔρ­γο εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ, ὁ­λο­κλή­ρω­σε μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὴ δι­α­κο­νί­α πού σοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Νὰ ἀ­γρυ­πνεῖς καὶ νὰ κο­πιά­ζεις, δι­ό­τι ἐγώ τώ­ρα χύ­νω τὸ αἷ­μα μου ὡς σπον­δὴ καὶ θυ­σί­α στὸ Θε­ό· καὶ ὁ και­ρὸς τῆς ἀ­να­χω­ρή­σε­ώς μου ἀ­πὸ τὸν κό­σμο αὐ­τὸ εἶ­ναι πο­λὺ κον­τά. Ἔ­χω ἀ­γω­νι­σθεῖ τὸν κα­λὸ ἀ­γώ­να γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ἔ­χω φθά­σει στὸ τέ­λος τοῦ δρό­μου τῆς ἀ­ρε­τῆς καὶ τῆς τη­ρή­σε­ως τοῦ κα­θή­κον­τος. Ἔ­χω δι­α­φυ­λά­ξει τὴν πί­στη. Λοι­πὸν τώ­ρα πιὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει τὸ στε­φά­νι πού ἀνήκει ὡς βραβεῖο στὴ δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὴν ἀ­ρε­τή. Τὸ στε­φά­νι αὐ­τὸ θὰ μοῦ τὸ δώ­σει ὡς ἀν­τα­μοι­βὴ ὁ Κύ­ριος κα­τὰ τὴν ἔν­δο­ξη ἐ­κεί­νη ἡμέρα τῆς Κρί­σε­ως, ὁ δί­και­ος κρι­τής. Θὰ τὸ δώ­σει μά­λι­στα ὄ­χι μό­νο σὲ μέ­να, ἀλλά καὶ σ' ὅ­λους ὅ­σους ἔ­χουν ἀ­γα­πή­σει καὶ μὲ πό­θο πε­ρι­μέ­νουν τὴν ἔν­δο­ξη ἐμ­φά­νι­σή του.
ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ (ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩ­ΤΩΝ)
Ἀρ­χὴ το εὐ­αγ­γε­λί­ου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, υἱ­οῦ το Θε­οῦ. ς γέ­γρα­πται ν τος προ­φή­ταις, ἰ­δοὺ ἐ­γὼ ἀ­πο­στέλ­λω τν ἄγ­γε­λόν μου πρ προ­σώ­που σου, ς κα­τα­σκευ­ά­σει τν ὁ­δόν σου ἔμ­προ­σθέν σου· φω­νὴ βο­ῶν­τος ν τ ἐ­ρή­μῳ, ἑ­τοι­μά­σα­τε τν ὁ­δὸν Κυ­ρί­ου, εὐ­θε­ί­ας ποι­εῖ­τε τς τρί­βους αὐ­τοῦ, ἐ­γέ­νε­το Ἰ­ω­άν­νης βα­πτί­ζων ν τ ἐ­ρή­μῳ κα κη­ρύσ­σων βά­πτι­σμα με­τα­νο­ί­ας ες ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν. κα ἐ­ξε­πο­ρε­ύ­ε­το πρς αὐ­τὸν πᾶ­σα Ἰ­ου­δα­ί­α χώ­ρα κα ο Ἱ­ε­ρο­σο­λυ­μῖ­ται, κα ἐ­βα­πτί­ζον­το πάν­τες ν τ Ἰ­ορ­δά­νῃ πο­τα­μῷ ὑ­π' αὐ­τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γο­ύ­με­νοι τς ἁ­μαρ­τί­ας αὐ­τῶν. ν δ Ἰ­ω­άν­νης ἐν­δε­δυ­μέ­νος τρί­χας κα­μή­λου κα ζώ­νην δερ­μα­τί­νην πε­ρὶ τν ὀ­σφὺν αὐ­τοῦ, κα ἐ­σθί­ων ἀ­κρί­δας κα μέ­λι ἄ­γριον. κα ἐ­κή­ρυσ­σε λέ­γων· Ἔρ­χε­ται ὁ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρός μου ὀ­πί­σω μου, ο οκ εἰ­μὶ ἱ­κα­νὸς κύ­ψας λῦ­σαι τν ἱ­μάν­τα τν ὑ­πο­δη­μά­των αὐ­τοῦ. ἐ­γὼ μν ἐ­βά­πτι­σα ὑ­μᾶς ἐν ὕ­δα­τι, αὐ­τὸς δ βα­πτί­σει ὑ­μᾶς ἐν Πνε­ύ­μα­τι ἁ­γί­ῳ.                             
                                                   (Μαρκ. α΄[1]  1-8)                                                                               
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πρό­δρο­μος ἔ­γι­νε ἡ ἀρ­χή τοῦ χα­ρο­ποι­οῦ μη­νύ­μα­τος γιὰ τὴν ἔ­λευ­ση στὸν κό­σμο τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ πού ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος. Καὶ ἔ­γι­νε ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἡ ἀρ­χή τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου, ὅ­πως ἔ­χει προ­φη­τευ­θεῖ καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νο στοὺς προ­φῆ­τες. Στὸ βι­βλί­ο δη­λα­δὴ τοῦ προ­φή­τη Μα­λα­χί­α λέ­ει ὁ ἐ­που­ρά­νιος Πα­τέ­ρας στὸ Μεσ­σί­α: Ἰ­δού, ἐ­γώ ἀ­πο­στέλ­λω τὸν ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρο μου πρὶν ἀ­πὸ σέ­να καὶ μπρο­στὰ ἀ­πὸ σέ­να. Αὐ­τὸς θὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὶς ψυ­χὲς τῶν ἀν­θρώ­πων γιὰ νὰ σὲ ὑ­πο­δε­χθοῦν ὡς Σω­τή­ρα καὶ Λυ­τρω­τή. Κι ἔ­τσι θὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὸ δρό­μο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ πλη­σιά­σεις ὡς δι­δά­σκα­λος καὶ Σω­τή­ρας τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρος αὐ­τὸς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­φή­τευ­σε ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας τὰ ἑ­ξῆς: Φω­νὴ ἀν­θρώ­που πού κραυ­γά­ζει στὴν ἔ­ρη­μο καὶ λέ­ει: Ἑ­τοι­μά­στε τὸ δρό­μο ἀ­π’ τόν ὁ­ποῖ­ο θὰ ἔλ­θει σὲ σᾶς ὁ Κύ­ριος· κά­νε­τε ἴ­σι­ες καὶ ὁ­μα­λὲς τὶς δι­α­βά­σεις ἀ­π' τὶς ὁ­ποῖ­ες θὰ πε­ρά­σει. Ξε­ρι­ζῶ­στε δη­λα­δὴ ἀ­π' τὶς ψυ­χὲς σας τὰ ἀγ­κά­θια τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν πα­θῶν καὶ ρίξ­τε μα­κριὰ τὶς πέ­τρες τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ καὶ τῆς πω­ρώ­σε­ως· καὶ κα­θα­ρί­στε μὲ τὴ με­τά­νοι­α τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό σας, γιὰ νὰ δε­χθεῖ τὸν Κύ­ριο. Καὶ ἔ­γι­νε ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἀρ­χή τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου, μὲ τὸ νὰ βα­πτί­ζει στὴν ἔ­ρη­μο καὶ μὲ τὸ νὰ κη­ρύτ­τει βά­πτι­σμα πού ἔ­πρε­πε νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται μὲ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ με­τά­νοι­α, ἔ­τσι ὥ­στε οἱ βα­πτι­σμέ­νοι νὰ λά­βουν ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν τους, τὴν ὁ­ποί­α θὰ τοὺς ἐ­ξα­σφά­λι­ζε ὁ Μεσ­σί­ας πού θὰ ἐρ­χό­ταν με­τὰ τὸν Ἰ­ω­άν­νη. Καὶ πή­γαι­ναν σ' αὐ­τὸν οἱ κά­τοι­κοι ὅ­λης τῆς Ἰ­ου­δαί­ας καὶ οἱ Ἱ­ε­ρο­σο­λυ­μί­τες. Καὶ βα­πτί­ζον­ταν ὅ­λοι ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ω­άν­νη στὸν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μό, ἐ­νῶ συγ­χρό­νως ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ταν φα­νε­ρὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τους. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ ὅ­λη ζω­ὴ καὶ ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Ἰ­ω­άν­νη ἦ­ταν σύμ­φω­νη μὲ τὸ κή­ρυγ­μά του σὲ ὅ­λα. Φο­ροῦ­σε δη­λα­δὴ ἔν­δυ­μα ὑ­φα­σμέ­νο ἀ­πὸ τρί­χες κα­μή­λας καὶ εἶ­χε δερ­μά­τι­νη ζώ­νη γύ­ρω ἀ­π' τὴ μέ­ση του, κι ἔ­τρω­γε ἀ­κρί­δες, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες πού ἔ­φερ­νε ὁ ἄ­νε­μος σὰν σύν­νε­φο ἀ­π' τὴν Ἀ­ρα­βί­α στὴν ἔ­ρη­μο, καὶ μέ­λι πού ἀ­πο­θή­κευ­αν τὰ ἄ­γρια με­λίσ­σια μέ­σα στὶς σχι­σμὲς τῶν βρά­χων. Καὶ κή­ρυτ­τε λέ­γον­τας: Ἔρ­χε­ται ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μέ­να ἐ­κεῖ­νος πού εἶ­ναι πιὸ δυ­να­τὸς ἀ­πὸ μέ­να λό­γῳ τοῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τός του καὶ τῆς θεί­ας φύ­σε­ώς του. Μπρο­στά του ἐ­γώ δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ σκύ­ψω καὶ νὰ λύ­σω ὡς δοῦ­λος τὸ λου­ρὶ τῶν ὑ­πο­δη­μά­των του. Ἐ­γὼ σᾶς βά­πτι­σα μὲ νε­ρό, αὐ­τὸς ὅ­μως θὰ σᾶς βα­πτί­σει μὲ Πνεῦ­μα Ἅ­γιον, τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κα­θα­ρί­σει καὶ τὶ­ς ψυ­χές σας.

Η Βάπτιση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
Οι Χριστιανικές γιορτές είναι γεγονότα, που έχουν σκοπό να καθοδηγήσουν τον άνθρωπο στο μεγάλο μυστήριο της σωτηρίας και για αυτό είναι λυτρωτικές για τον πιστό. Έτσι ο χρόνος για τον άνθρωπο, που συμμετέχει σε όλες τις γιορτές της Εκκλησίας, μεταφέρει το μήνυμα της εν Χριστώ αναγέννησης, την οποία καμία άλλη κοσμική γιορτή δεν μπορεί να προσφέρει ή να αντικαταστήσει.
Τα Θεοφάνεια ή Θεοφάνια ή γιορτή των Επιφανείων ή Αγίων Φώτων είναι μια από τις δεσποτικές γιορτές του Χριστού μας μέσα στο λειτουργικό πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που γιορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου. Είναι η τρίτη και τελευταία γιορτή του Δωδεκαημέρου (γιορτών των Χριστουγέννων). Η γιορτή αυτή είναι η αρχαιότερη μετά το Πάσχα δεσποτική γιορτή, που άρχισε κατά το 2ο αιώνα μ.Χ. και συνδέεται με την αποκάλυψη του Θεού, δηλαδή τη φανέρωση του ενός Τριαδικού Θεού στην ενανθρώπηση του Υιού του Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Είναι η αρχή της δημόσιας φανέρωσης της ένσαρκης οικονομίας του Υιού του Θεού, που συνδέεται με τη βάπτιση Tου στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και η οποία τον ανέδειξε Σωτήρα και Λυτρωτή του κάθε πιστού. Η βάπτιση του Χριστού μας κατέστη ο θεμέλιος λίθος της σύνδεσης του κάθε πιστού με το μυστήριο της βάπτισής του, με το οποίο ξαναγεννιέται και εισέρχεται στη νέα εν Χριστώ ζωή.
Στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού η Μητρόπολη των Εορτών, τα Χριστούγεννα, και τα Θεοφάνεια γιορτάζονταν μαζί. Τον 4ο αιώνα μ.Χ., όμως, τα Χριστούγεννα χωρίστηκαν από τα Θεοφάνεια και αποτέλεσαν ιδιαίτερη Δεσποτική γιορτή, που γιορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου. 
Η αρχή της γιορτής είναι ανάλογη με τη γιορτή των Χριστουγέννων. Στις 6 Ιανουαρίου, οι Εθνικοί της Αιγύπτου και Αραβίας γιόρταζαν το χειμερινό ηλιοστάσιο, το οποίο κατά τους αρχαίους υπολογισμούς συνέπιπτε με την 6η Ιανουαρίου. Στους ψεύτικους Θεούς των ειδωλολατρών, η Χριστιανική Εκκλησία πρόβαλε τον αληθινό Θεό, Βασιλέα Χριστό, τα αληθινά Θεοφάνεια. Επίσης, τη λατρεία του ήλιου, που νικά κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο το σκοτάδι της νύχτας, αντικατέστησε με τη λατρεία του αληθινού ήλιου, του Χριστού, μεσσία και λυτρωτή, που κατά τον Ησαΐα ανέτειλε στον εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενο κόσμο. Η φωνή του Πατέρα, που ακούγεται κατά τη βάπτιση του Χριστού υποδηλώνει την ενθρόνισή Του, ως του μόνου και αληθινού Βασιλέως και Κυρίου της ανθρωπότητας. Στον Ιορδάνη ποταμό, ο Χριστός αγίασε τα ύδατα, ώστε να γίνουν, σύμφωνα και με τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο σε ομιλία του για τον Μεγάλο αγιασμό στη γιορτή των Θεοφανείων, κατά την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και τον καθαγιασμό του ύδατος από τον ιερέα «...πηγή αφθαρσίας, αγιασμού δώρον, λυτήριo (συγχωρητικό) αμαρτημάτων, αλεξιτήριο (φάρμακο) νοσημάτων, δαίμοσιν ολέθριον» (εξολοθρευτικό δαιμόνων). Στους πρώτους μάλιστα Χριστιανικούς αιώνες, την ημέρα των Θεοφανείων γινόταν και ο φωτισμός, δηλαδή το βάπτισμα των κατηχουμένων, από το οποίο η γιορτή των Θεοφανείων ονομάστηκε και γιορτή των Φώτων.
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, στο ευαγγέλιό του, αναφέρει τη σχέση της Βάπτισης του Χριστού και του μυστηρίου του βαπτίσματος. Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος μιλά, για το βάπτισμα του ύδατος, το οποίο εκείνος υπηρετούσε σύμφωνα με τη θεία εντολή, και εξηγεί, ότι ο ερχόμενος Χριστός θα το μετέτρεπε σε βάπτισμα Πνεύματος, με το οποίο θα εισέρχονταν οι άνθρωποι στη βασιλεία του Θεού: Ο Ιωάννης μαρτύρησε και είπε, ότι είδε το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν Περιστερά από τον ουρανό και να μένει πάνω Του. Επίσης, είπε, ότι δεν τον γνώριζε, αλλά Εκείνος, που τον έστειλε του είπε, ότι σε όποιον δεις το Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει επάνω του, αυτός θα είναι Εκείνος, που θα βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο. Είπε, ακόμη, ότι το είδε αυτό και το μαρτύρησε, ότι δηλαδή αυτός είναι ο Υιός του Θεού (Ιωάνν.: Α: 32-34). Αυτό, ακριβώς διαβεβαίωσε, και ο ίδιος ο Κύριος, όταν είπε στον Νικόδημο, Αμήν, αμήν σου λέγω, εάν κάποιος δεν γεννηθεί εξ ύδατος και πνεύματος δεν είναι δυνατόν να εισέλθει εις την βασιλεία του Θεού (Ιωάνν.: Γ: 4-6). Η κάθοδος, λοιπόν, του Αγίου Πνεύματος στη βάπτιση του Χριστού φανέρωσε το μυστήριο του βαπτίσματος, το οποίο επιτελεί ο Χριστός με το Άγιο Πνεύμα. Είναι το βάπτισμα, το οποίο παρέδωσε ο Χριστός στους μαθητές Του σαν βασικό στοιχείο της αποστολικής διακονίας τους στον κόσμο.
Στους δύο συνοπτικούς Ευαγγελιστές, τους Ματθαίο και Μάρκο, τονίζεται η αναγκαιότητα του μυστηρίου του βαπτίσματος, ως μέσο συμμετοχής των ανθρώπων στη σωτηρία, που προσφέρει ο Χριστός. Αυτό φαίνεται, στην εντολή του Αναστημένου Κυρίου στους μαθητές Του να κηρύξουν το Ευαγγέλιο και να βαπτίσουν τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Πορευθείτε λοιπόν, μαθητεύσατε όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους να τηρούν όλα όσα σας παράγγειλα ( Ματθ΄: ΚΗ: 19-20). Το ίδιο ακριβώς αναφέρει και ο Μάρκος με συντομότερο τρόπο. Πορευθείτε σε όλον τον κόσμο και κηρύξτε το Ευαγγέλιο σε ολόκληρη την κτίση. Όποιος πιστέψει και βαπτιστεί θα σωθεί (Μάρκ.: ΙΣΤ: 15-16).
Έτσι, το βάπτισμα του Ιωάννη του Βαπτιστή είναι η αφετηρία της επανασύνδεσής μας με το δημιουργό μας, που είναι και ο αρχηγός και τελειωτής της σωτηρίας μας. Το βάπτισμα του Προδρόμου ήταν βάπτισμα μετανοίας, που υποδήλωνε την επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό και την υπακοή του στο θείο θέλημα. Ήταν ένα είδος προπαρασκευής και προετοιμασίας, που απέβλεπε στη μεσολάβηση του Θεού μέσω του Μεσσία, δηλαδή στη δικαίωση των ανθρώπων και στη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα λόγια του Χριστού προς τον Βαπτιστή Ιωάννη (Ματθ. Γ: 14-17). Όταν ο Χριστός προσήλθε στο βάπτισμα του Ιωάννη, σαν άνθρωπος αποδέχτηκε το θείο θέλημα εκ μέρους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Και τότε η μαρτυρία του ουράνιου Πατέρα, που τον αναγνώρισε σαν τον Υιό Του τον αγαπητό και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος σωματικά εν είδη περιστεράς σήμανε την αποδοχή του Χριστού από τον Πατέρα ως τον Μεσσία, που θα φέρει τη βασιλεία του Θεού στους ανθρώπους. Στον Εσπερινό της παραμονής των Θεοφανείων, ακούγεται το Λύτρωση έρχεται ο Χριστός να δώσει με τη βάπτιση σε όλους τους πιστούς. Γιατί με αυτήν καθαρίζει τον Αδάμ, υψώνει τον πεσμένο, ντροπιάζει τον τύραννο, που προκάλεσε την πτώση, ανοίγει τους ουρανούς, κατεβάζει το θείο Πνεύμα, και χαρίζει την αφθαρσία (Ωδή 8η). Ακόμη, σήμερα στα ρείθρα του Ιορδάνη ήρθε ο Κύριος, και λέει στον Ιωάννη: Μη δειλιάσεις να με βαπτίσεις, γιατί ήρθα να σώσω τον Αδάμ τον πρωτόπλαστο (Οίκος). Τέλος, ως άνθρωπος ήρθες Χριστέ Βασιλεύ στον ποταμό, και δουλικό βάπτισμα σπεύδεις να λάβεις από τα χέρια του Προδρόμου, για τις δικές μας αμαρτίες, φιλάνθρωπε! (Σωφρονίου Ιεροσολύμων). Ο απόστολος Παύλος αναφέρεται, επίσης, στην επιφάνεια της δόξης του μεγάλου Θεού (Τίτ.: Β: 13), και τονίζει ότι, διά του Χριστού, επεφάνη η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις (Τίτ.: Β: 11). Δεν παραλείπει, ακόμη, να μιλήσει για τον Θεό, που εφανερώθη εν σαρκί (Α´ Τιμοθ.: Γ: 16).  Αναμφίβολα, τόσο οι φράσεις του Αποστόλου των Εθνών, όσο και η εκκλησιαστική υμνωδία εισαγάγουν τους πιστούς στο μυστήριο της σωτηρίας και του αγιασμού.   Η γιορτή των Θεοφανείων είναι προσκλητήριο ανανέωσης και επιστροφής στον Κύριο της δόξης, ο οποίος αν και ήταν Θεός ταπείνωσε τον εαυτόν του και έγινε άνθρωπος, αναμάρτητος, συγχωρητικός και ελεήμων, η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Το βαθύτερο νόημα της γιορτής των Θεοφανείων, όμως, φανερώνεται σε εκείνους, που  θα καθαρίσουν με τον αγιασμό τις αισθήσεις τους από το σκοτάδι της αμαρτωλής καθημερινότητας, για να ελευθερωθούν και σωθούν.    
Κοντάκιο Θεοφανίων:
Ἐπεφάνης σήμερον τῇ οἰκουμένῃ
καὶ τὸ Φῶς Σου Κύριε ἐσημειώθη ἐφ´ ἡμᾶς
ἐν ἐπιγνώσει ὑμνοῦντάς Σε
Ἦλθες ἐφάνης τὸ Φῶς τὸ ἀπρόσιτον.
Ἐξαποστειλάριον
Ἐπεφάνη ὁ Σωτήρ, ἡ χάρις ἡ ἀλήθεια,
ἐν ῥείθροις τοῦ Ἰορδάνου, καὶ τοὺς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ,
καθεύδοντας ἐφώτισε· καὶ γὰρ ἦλθεν ἐφάνη,
τὸ φῶς τὸ ἀπρόσιτον.
Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού, Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος
ΠΗΓΗ: http://www.churchofcyprus.org.cy/article.php?articleID=1021