Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 (21 ΙΟΥλΙΟΥ 2019)




Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ 
Ἀδελφοί͵ ἡ μὲν εὐδοκία τῆς ἐμῆς καρδίας καὶ ἡ δέησις πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτῶν εἰς σωτηρίαν. Μαρτυρῶ γὰρ αὐτοῖς ὅτι ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν͵ ἀλλ΄ οὐ κατ΄ ἐπίγνωσιν· ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην͵ καὶ τὴν ἰδίαν ζητοῦντες στῆσαι͵ τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν· τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι. Μωϋσῆς γὰρ γράφει τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ τοῦ νόμου ὅτι ὁ ποιήσας ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτῇ. Ἡ δὲ ἐκ πίστεως δικαιοσύνη οὕτως λέγει· Μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· Τίς ἀναβήσεται εἰς τὸν οὐρανόν; τοῦτ΄ ἔστι Χριστὸν καταγαγεῖν· ἤ͵ Τίς καταβήσεται εἰς τὴν ἄβυσσον; τοῦτ΄ ἔστι Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ἀναγαγεῖν. Ἀλλὰ τί λέγει; Ἐγγύς σου τὸ ῥῆμά ἐστιν͵ ἐν τῷ στόματί σου καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ σου· τοῦτ΄ ἔστι τὸ ῥῆμα τῆς πίστεως ὃ κηρύσσομεν. Ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον Ἰησοῦν͵ καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν͵ σωθήσῃ· καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην͵ στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν.
                                               (Ρωμ.ι΄[10] 1 – 10)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀδελφοί, ἐνῶ οἱ Ἰσραηλίτες ἀπίστησαν καὶ ἀποξενώθηκαν ἀπὸ τὴ σωτηρία τοῦ Μεσσία, ἡ σφοδρὴ ἐπιθυμία καὶ εὐαρέσκεια τῆς καρδιᾶς μου καὶ ἡ δέηση ποὺ ἀπευθύνω στὸ Θεὸ εἶναι γιὰ χάρη τους, γιὰ νὰ πετύχουν τὴ σωτηρία. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ σωθοῦν, διότι δίνω γι᾿ αὐτοὺς μαρτυρία ὄτι ἔχουν ζῆλο γιὰ τὸν Θεὸ· ἀλλὰ ὁ ζῆλος τους αὐτὸς δὲν διευθύνεται ἀπὸ ὀρθὴ καὶ πλήρη γνώση σχετικὰ μὲ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὰ καθήκοντα πρὸς αὐτόν. Δὲν φρόντισαν δηλαδὴ νὰ γνωρίσουν τὴ δικαίωση ποὺ δίνει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἀγαθότητα, καὶ ζητοῦν νὰ στήσουν τὴ δική τους ἀντίληψη σχετικὰ μὲ τὴ δικαίωση. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπέταξαν τὸν ἑαυτό τους στὴ δικαίωση τοῦ  Θεοῦ. Διότι ὁ Χριστὸς ἔδωσε τέλος στὴν ἀποστολὴ καὶ τὴν ἰσχὺ τοῦ νόμου· κι ἔτσι τώρα ἀποκτᾶ τὴ δικαίωση καὶ τὴ σωτηρία του καθένας ποὺ πιστεύει στὸ Χριστὸ, ὄχι ὅποιος ἐξαρτᾶ τὴ δικαίωσή του ἀπὸ τὸ νόμο, ὅπως τὴν ἐξαρτοῦν οἱ Ἰσραηλίτες ποὺ ἀπίστησαν. Καὶ ἡ σωτηρία δίνεται μόνο μὲ τὴν πίστη, διὸτι ὁ Μωυσῆς γράφει γιὰ τὴ δικαίωση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ Μωσαϊκὸ νόμο, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ τηρήσει ὅλα ἀνεξαιρέτως ὅσα ὁ νόμος διατάζει, θὰ ζήσει χάρη σ᾿ αὐτά, καὶ συνεπῶς αὐτὸς καὶ μόνο θὰ σωθεῖ. Ἡ ἀκριβὴς ὅμως τήρηση τοῦ νόμου ἦταν ἀδύνατη. Ἀντιθέτως, σχετικὰ μὲ τὴ δικαίωση ἀπὸ τὴν πίστη λέει ὁ Μωυσῆς στὸ Δευτερονόμιο: Μὴν εἰσχωρήσει στὴν καρδιά σου ὁ λογισμός: Ποιὸς θὰ ἀνεβεῖ στὸν οὐρανὀ; Γιὰ νὰ κατεβάσει δηλαδὴ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν Χριστό, ποὺ θὰ μὲ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Ἢ ποιὸς θὰ κατεβεῖ στὰ σκοτεινὰ καὶ βαθιὰ μέρη τοῦ Ἅδη; Γιὰ νὰ ἀναστήσει δηλαδὴ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ποὺ θὰ μᾶς δώσει τὴ σωτηρία καὶ τὴ ζωὴ; Ἀλλὰ τί λέει ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὴ σωτηρία ἀπὸ τὴν πίστη; Λέει τὰ ἑξῆς: Εἶναι κοντά σου ὁ λόγος, στὸ στόμα σου καὶ στὴν καρδιά σου. Δηλαδὴ εἶναι κοντά σου ὁ λόγος ποὺ πρέπει νὰ πιστέψεις, καὶ τὸν ὁποῖο ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι κηρύττουμε. Καὶ εἶναι κοντὰ στὸ στόμα σου καὶ στὴν καρδιά σου ὁ λόγος αὐτός, διότι, ἐὰν ὁμολογήσεις μὲ τό στόμα σου τὸν Ἰησοῦ ὡς ὑπέρτατο Κύριο καὶ πιστέψεις μὲ τὴν καρδιά σου ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἀνέστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ σωθεῖς. Καὶ θὰ σωθεῖς, ἐπειδὴ μὲ τὴν καρδιά του πιστεύει κανεὶς καὶ μὲ ὅλη τὴν ψυχή του, καὶ ὡς καρπὸ τῆς πίστεως αὐτῆς ἔχει τὴ δικαίωσή του· καὶ μὲ τὸ στόμα του ὁμολογεῖ τὴν πίστη, καὶ ὡς καρπὸ ἔχει τὴ σωτηρία του.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι, ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν, λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; Ἦν δὲ μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. Οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· Εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὑπάγετε. Οἱ δὲ ἐξελθόντες, ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ ἰδοὺ, ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. Οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον· καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν, ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. Καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ· καὶ ἰδόντες αὐτὸν, παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.  Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον, διεπέρασε, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.                
     (Ματθ. η΄[8] 28 –θ΄[9] 1)

 «Ὑ­πήν­τη­σαν αὐ­τῷ δύ­ο δαι­μο­νι­ζό­με­νοι ἐκ τῶν μνη­μεί­ων
ἐ­ξερ­χό­με­νοι, χα­λε­ποὶ λί­αν»
ΜΗΝ παί­ζε­τε μα­ζΙ της πο­τέ!...
Δρα­μα­τι­κὴ ἡ ση­με­ρι­νὴ συ­νάν­τη­σις τοῦ Κυ­ρί­ου μὲ τοὺς δύ­ο δαι­μο­νι­ζο­μέ­νους τῶν Γερ­γε­ση­νῶν, ἀ­γα­πη­τοί. Εἶ­ναι κυ­ρι­ευ­μέ­νοι ἀ­πὸ πνεῦ­μα πο­νη­ρόν. Ἔ­ξαλ­λοι καὶ ἀ­συγ­κρά­τη­τοι, σπά­ζουν τὰ δε­σμά, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α προ­σπα­θοῦν οἱ συγ­γε­νεῖς νὰ τοὺς κα­θη­λώ­σουν εἰς τὸ σπί­τι·  γυ­ρί­ζουν, χω­ρὶς ἐν­δύ­μα­τα καὶ ἐ­ξη­γρι­ω­μέ­νοι, εἰς τὰς ἐ­ρή­μους καὶ τὰ μνή­μα­τα· προ­κα­λοῦν τὸν τρό­μον καὶ τὸν φό­βον τῶν κα­τοί­κων τῆς πε­ρι­ο­χῆς.
Εἰς αὐ­τὴν τὴν κα­τά­στα­σιν συ­ναν­τῶν­ται μὲ τὸν Χρι­στόν. Τα­ράσ­σον­ται. Τὸ πο­νη­ρὸν πνεῦ­μα, ποὺ κα­τοι­κεῖ μέ­σα των, ἀ­νη­συ­χεῖ. Πα­ρα­κα­λεῖ νὰ μὴν τὸ βα­σα­νί­σῃ ὁ Κύ­ριος. Καὶ ζη­τεῖ τὴν ἄ­δειαν νὰ εἰ­σέλ­θῃ εἰς τοὺς χοί­ρους, ποὺ ἔ­βο­σκαν ὀ­λί­γον πιὸ πέ­ρα. Ἡ ἄ­δεια δί­δε­ται. Καὶ οἱ χοῖ­ροι ὁρ­μοῦν ἀ­κά­θε­κτοι εἰς τὴν λί­μνην καὶ πνί­γον­ται εἰς τὰ νε­ρά της. Οἱ δαι­μο­νι­ζό­με­νοι ὅ­μως, μό­λις ἀ­πηλ­λά­γη­σαν ἀ­πὸ τὰς πο­νη­ρὰς δυ­νά­μεις, ἐ­θε­ρα­πεύ­θη­καν τε­λεί­ως. Ἥ­συ­χοι καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι, κά­θον­ται στὰ πό­δια τοῦ Χρι­στοῦ καὶ Τὸν εὐ­γνω­μο­νοῦν διὰ τὴν σω­τη­ρί­αν των.
Μὲ αἴ­σθη­μα φρί­κης καὶ ἀ­πο­τρο­πια­σμοῦ, ἀλ­λὰ καὶ συμ­πα­θεί­ας, εἴ­δα­μεν τοὺς δαι­μο­νι­ζο­μέ­νους, ἀ­γα­πη­τοί. Οἱ δυ­στυ­χεῖς!  Θη­ρί­α ἀ­λη­θι­νά, χω­ρὶς ἀν­θρω­πι­σμὸν καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πειαν, χω­ρὶς οἰ­κο­γέ­νειαν καὶ ἠ­ρε­μί­αν, ἐ­γύ­ρι­ζαν στοὺς δρό­μους, ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τοι ἐ­ρεί­πια, θλι­βε­ρὲς ἀν­θρώ­πι­νες ὑ­πάρ­ξεις. Τρο­με­ρόν!
Ἀλ­λὰ, τί κρῖ­μα! Δὲν λεί­πουν, δυ­στυ­χῶς, τέ­τοι­ες δρα­μα­τι­κὲς εἰ­κό­νες καὶ ἀ­πὸ τὴν ση­με­ρι­νήν μας ἐ­πο­χήν.
Ἠμ­πο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι ὅ­λοι δαι­μο­νι­σμέ­νοι τῆς μορ­φῆς τῶν δύ­ο Γερ­γε­ση­νῶν.  Ἐμ­φα­νί­ζουν ὅ­μως συμ­πτώ­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἀ­πέ­χουν ἀ­πὸ τὰς ἐκ­δη­λώ­σεις ἐ­κεί­νων.
Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­ξε­τά­σω­μεν αὐ­τὸ τὸ ζή­τη­μα. Ἄς ρί­ψω­μεν, λοι­πόν, ἕ­να βλέμ­μα:
1) ΕΙς τΟν μέ­θυ­σον.
Τὸν πλη­σι­ά­ζο­μεν. Εἶ­ναι μὲ τὰ μά­τια κα­τα­κόκ­κι­να καὶ θο­λά. Μὲ τὴν ὄ­ψιν ἀλ­λοι­ω­μέ­νην καὶ ἀ­γρί­αν. Ἡ­μί­γυ­μνος, πε­σμέ­νος εἰς τὸν δρό­μον καὶ τὴν λά­σπην. Τὸ στό­μα του εἶ­ναι γε­μᾶ­τον ἀ­πὸ ἀ­φρούς. Ἀ­σχη­μο­νεῖ καὶ βλα­σφη­μεῖ. Πα­ρου­σιά­ζει θέ­α­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ον δὲν ἀ­πέ­χει τῆς εἰ­κό­νας τῶν δαι­μο­νι­σμέ­νου. Γεί­το­νες καὶ γνω­στοί του θὰ τὸν ὁ­δη­γή­σουν εἰς τὸ σπί­τι του. Διὰ νὰ ἀρ­χί­σῃ ἐ­κεῖ νέ­α θλι­βε­ρὰ σκη­νή. Ἀ­η­δί­α καὶ βω­μο­λο­χί­αι, σπά­σι­μο ἀν­τι­κει­μέ­νων καὶ τραυ­μα­τι­σμοί.... Ἀρ­γό­τε­ρα θὰ κα­τα­λη­φθῇ ἀ­πὸ νευ­ρι­κὸ κλά­μα καὶ θὰ κλαί­ῃ ὡ­σὰν μι­κρὸ παι­δί. Δυ­στυ­χὴς οἰ­κο­γέ­νεια!  Πῶς νὰ στη­ρι­χθῆ εἰς ἕ­να τέ­τοι­ο σω­μα­τι­κὸ καὶ ψυ­χι­κὸ ἐ­ρεί­πιο;
Καὶ ἄν συμ­πέ­σῃ νὰ συ­ναν­τη­θοῦν δύ­ο-τρεῖς με­θυ­σμέ­νοι, ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σθε τό­τε τὸ θέ­α­μα; Ὕ­βρεις καὶ βλα­σφη­μί­α, ἀ­πει­λαὶ καὶ κραυ­γαὶ θη­ρί­ου, ὄ­χι δὲ σπα­νί­ως μά­χαι­ραι καὶ τραύ­μα­τα καὶ αἵ­μα­τα καὶ θά­να­τοι.... Γί­νε­ται ἔ­τσι μὲ τὴν σει­ράν του καὶ ὁ μέ­θυ­σος φό­βη­τρον τῆς γει­το­νιᾶς. Φο­βεῖ­σαι, ὅ­ταν τὸν συ­ναν­τή­σῃς εἰς τὸν δρό­μον. Ὁ μέ­θυ­σος εἶ­ναι ἐ­νί­ο­τε χει­ρό­τε­ρος καὶ ἀ­πὸ τὸν τρελ­λόν. Πλή­ρης, λοι­πόν, ἡ κα­τα­στρο­φή. Κα­τα­στρο­φὴ τῆς ὑ­γεί­ας, τῆς πε­ρι­ου­σί­ας, τῆς οἰ­κο­γε­νεια­κῆς εὐ­τυ­χί­ας, τῆς ἀ­ξι­ο­πρε­πεί­ας. Δι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ἀπ. Παῦ­λος συμ­βου­λεύ­ει: «Μὴ με­θύ­σκε­σθε οἴ­νῳ, ἐν ᾧ ἐ­στιν ἀ­σω­τί­α» (Ἐ­φεσ. ε΄ 18).
Εἶ­ναι, λοι­πόν, ἤ ὄ­χι ὁ μέ­θυ­σος ἕ­νας δαι­μο­νι­σμέ­νος μὲ τὰς ἐκ­δη­λώ­σεις τῶν δύ­ο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου;
2) ΕΙς τΟν Ορ­γί­λον.
Ὅ­ταν εἶ­ναι ἥ­με­ρος, εἶ­ναι ἥ­συ­χος καὶ εὐ­χά­ρι­στος. Ἀλ­λοί­μο­νον, ὅ­μως, ὅ­ταν κα­τα­λη­φθῇ ἀ­πὸ τὴν ὀρ­γὴν καὶ τὸν θυ­μόν. Τὰ μά­τια ἐ­ξα­γρι­ώ­νον­ται. Τὸ πρό­σω­πον κοκ­κι­νί­ζει. Αἱ φλέ­βες του ἐ­ξογ­κώ­νον­ται. Τρέ­μουν τὰ χέ­ρια του. Ἄ­ναρ­θρες κραυ­γὲς ἐ­ξέρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸ στό­μα του. Ἀ­να­τρέ­πει τὰ ἀν­τι­κεί­με­να τοῦ γρα­φεί­ου. Ὑ­βρί­ζει, βλα­σφη­μεῖ χω­ρὶς ἐν­τρο­πήν. Καὶ, συ­χνά, εἰς τὴν ὁρ­μὴν τοῦ πά­θους του, ὁρ­μᾷ καὶ κα­τὰ τοῦ ἄλ­λου μὲ τοὺς γρόν­θους προ­τε­τα­μέ­νους, μὲ τὸ μα­χαῖ­ρι ὑ­ψω­μέ­νον, μὲ τὸ πε­ρί­στρο­φον πλῆ­ρες.
Πό­σα δρά­μα­τα καὶ ἐγ­κλή­μα­τα ὀ­φεί­λον­ται εἰς τὰς τοια­ύτας ἐ­ξάλ­λους στιγ­μὰς τοῦ θυ­μώ­δους ἀν­θρώ­που!
Ἔ­πει­τα, βέ­βαι­α, θὰ συ­νέλ­θῃ. Θὰ ἀν­τι­κρύ­σῃ τό­τε μὲ συν­τρι­βὴν καὶ θρή­νους τὰ ἐ­ρεί­πια, τὰ αἵ­μα­τα, τὸ φέ­ρε­τρον, καὶ αὐ­τὸ τὸ κελ­λὶ τῆς φυ­λα­κῆς. Ἀλ­λὰ τό­τε εἶ­ναι πλέ­ον ἀρ­γά. Τὸ κα­κὸ ἔ­γι­νε.... Δι’ αὐ­τὸ συ­νι­στᾷ τὸ πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ: «Πᾶ­σα πι­κρί­α καὶ θυ­μὸς καὶ ὀρ­γή.... ἀρ­θή­τω ἀ­φ’ ὑ­μῶν» (Ἐ­φεσ. δ΄31).
«Ἀρ­θή­τω». Χω­ρὶς ἀ­να­βο­λήν. Δι­ό­τι μί­α τοια­ύτη κα­τά­στα­σις, συ­νε­χι­ζο­μέ­νη, ἀ­πει­λεῖ νὰ μο­νι­μο­ποι­ή­σῃ μί­αν ἄλ­λην κα­τά­στα­σιν, ποὺ δὲν ἀ­πέ­χει τῶν ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ δαι­μο­νι­ζο­μέ­νου, μὲ ὅ­λας τὰς ὀ­δυ­νη­ρὰς συ­νε­πεί­ας.
3) ΕΙς τΟν Α­νή­θι­κον.
Κοι­τάξ­τε τον. Νο­μί­ζεις ὅ­τι εἶ­ναι τρελ­λὸς ἀ­πὸ τὸ ἁ­μαρ­τω­λὸν πά­θος. Ἀ­συγ­κρά­τη­τος, ἀ­με­τά­πει­στος, τυ­φλὸς ἀ­πὸ ἐ­φα­μάρ­τους ἐ­πι­θυ­μί­ας, πα­ρα­δί­δε­ται εἰς μί­αν ζω­ὴν ἀ­νη­θι­κό­τη­τος, ὅ­που μό­νον φθο­ρὰ τῆς ἀ­ξι­ο­πρε­πεί­ας, τῆς τι­μῆς καὶ τῆς ὑ­γεί­ας ὑ­πάρ­χει.
Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ λε­χθοῦν πολ­λὰ ἐ­π’ αὐ­τοῦ. Ἡ ἐ­πο­χὴ μας εἶ­ναι πολὺ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀ­πὸ τοια­ύτας πε­ρι­πτώ­σεις. Βλέ­πεις τὸν νέ­ον, τὸν ὥ­ρι­μον ἄν­δρα κά­πο­τε, ὄ­χι σπα­νί­ως καὶ τὸν οἰ­κο­γε­νειά­ρχην μὲ παι­διά, νὰ κά­νῃ σὰν τρελ­λός. Δὲν σκέ­πτε­ται τὰς συ­νε­πεί­ας.
Δὲν ὑ­πο­λο­γί­ζει τὰ σχό­λια τοῦ κό­σμου. Γυ­ρί­ζει στοὺς δρό­μους τὰ με­σά­νυ­χτα, μὲ πα­ρέ­ες, ποὺ προ­δί­δουν κα­κο­ή­θειαν καὶ ἠ­θι­κὴν σα­πί­λαν, τρα­γου­δᾷ τρα­γού­δια τοῦ ὑ­πο­κό­σμου, ἐ­ξο­δεύ­ει ἀ­σκό­πως τὸν ἱ­δρῶ­τα ὁ­λο­κλή­ρου τῆς ἑ­βδο­μά­δας. Ἀ­φή­νει γέ­ρον­τες γο­νεῖς ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νους. Στε­ρεῖ - τρομερόν - ἀπὸ τὰ παι­διὰ του ἀ­κό­μη καὶ τὸ ψω­μί, διὰ νὰ ἠμ­πο­ρῇ, ὁ τα­λαί­πω­ρος, νὰ δι­α­θέ­σῃ τὰ χρή­μα­τά του εἰς τό­πους ἁ­μαρ­τω­λούς, μὲ πρό­σω­πα ἁ­μαρ­τί­ας, μὲ τρό­πους, ποὺ δὲν τι­μοῦν τὸν ἄν­θρω­πον.
Ἔ­τσι τὸ πά­θος, ποὺ κα­τώρ­θω­σε νὰ δε­σπό­σῃ εἰς τὴν θέ­λη­σίν του, θὰ τὸν δι­α­φθεί­ρῃ, θὰ τὸν ἀ­πο­φυλ­λί­σῃ, θὰ τὸν ἐ­ξευ­τε­λί­σῃ καὶ τέ­λος θὰ τὸν ρί­ψῃ ρα­κέν­δυ­τον εἰς τὸν δρό­μον.
Καὶ αὐ­τά, ποὺ γρά­φον­ται διὰ τὸν ἄν­δρα, ἰ­σχύ­ουν, δυ­στυ­χῶς, καὶ διὰ τὴν γυ­ναῖ­κα, ποὺ προ­δί­δει ἀ­σύ­στο­λα τὸν ἠ­θι­κόν της κό­σμον καὶ δέ­νε­ται εἰς τὸ ἐ­ξευ­τε­λι­στι­κὸν ἅρ­μα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ἀ­ναι­δής, προ­κλη­τι­κή, ἡ­μί­γυ­μνος, «μοι­ραί­α», κυ­κλο­φο­ρεῖ εἰς τοὺς δρό­μους, ἡ­μέ­ραν καὶ νύ­κτα, κά­θε­ται εἰς τὰ κέν­τρα καὶ ἄλ­λα κα­κό­φη­μα μέ­ρη δι­α­σκε­δά­σε­ων, χο­ρεύ­ει ἀ­πρό­σε­κτα καὶ ἐκ­δη­λώ­νει ὅ­λην της τὴν ψυ­χι­κὴν γυ­μνό­τη­τα.
Τί δι­α­φο­ρε­τι­κὸν ἔ­κα­μαν οἱ δύ­ο δαι­μο­νι­σμέ­νοι τῶν Γερ­γε­ση­νῶν ἀ­πὸ τοὺς ση­με­ρι­νούς, ἄν­δρας καὶ γυ­ναῖ­κας, ποὺ χω­ρὶς χα­λι­νὸν πε­ρι­φέ­ρον­ται εἰς τοὺς δρό­μους, ἀ­σχη­μο­νοῦν­τες καὶ ἁ­μαρ­τά­νον­τες; Τί δι­α­φο­ρε­τι­κό; Καί, δυ­στυ­χῶς, δὲν εἶ­ναι μό­νο αὐ­τοί. Πολ­λοὶ ἄλ­λοι ὑ­πάρ­χουν, ποὺ ἀν­τι­γρά­φουν εἰς τὴν ζω­ὴν των τὰς ἐκ­δη­λώ­σεις τῶν δύ­ο δυ­στυ­χι­σμέ­νων ὑ­πάρ­ξε­ων, ποὺ ἀ­να­φέ­ρει τὸ Ἱ. Εὐ­αγ­γέ­λιον. Πολ­λοὶ, δυ­στυ­χῶς.
Η  θ ε ρ α π ε ί α.
Εὐ­τυ­χῶς, ὅ­μως, διὰ τοὺς δύ­ο Γερ­γε­ση­νούς. Ἡ ἔ­λευ­σις τοῦ Χρι­στοῦ τοὺς ἔ­σω­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν θε­ϊ­κὴν ἐ­πι­βο­λὴν τοῦ Κυ­ρί­ου, οἰ δαί­μο­νες συ­νε­τρί­βη­σαν. Ἠ­ναγ­κά­σθη­σαν με­τὰ σπου­δῆς νὰ ἐγ­κα­λεί­ψουν τὰ­  θύ­μα­τά των.
 Καὶ οἱ ση­με­ρι­νοὶ αἰχ­μά­λω­τοι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας δὲν θὰ ἀ­παλ­λα­γοῦν ἀ­πὸ τὰ δε­σμὰ καὶ τὰς συ­νε­πεί­ας τῆς ἀ­νω­μά­λου ζω­ῆς των, ἄν δὲν πλη­σιά­σουν τὸν Χρι­στόν, τὸν μέ­γαν Ἀ­να­και­νι­στὴν τῆς ψυ­χῆς. Ἄν δὲν γί­νῃ τὸ με­γά­λο βῆ­μα, τὸ βῆ­μα τῆς με­τα­νοί­ας καὶ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, δὲν θὰ τοὺ­ς  ἴ­δῃ ἡ κοι­νω­νί­α πο­τὲ «ἱ­μα­τι­σμέ­νους καὶ σω­φρο­νοῦν­τας», ὅ­πως συ­νέ­βη μὲ τοὺς δύ­ο Γερ­γε­ση­νούς. Θὰ εἶ­ναι πάν­τα δυ­στυ­χι­σμέ­νοι. Ἀ­ξι­ο­δά­κρυ­τα ἐ­ρεί­πια. Καὶ αἱ οἰ­κο­γέ­νειαί των, πι­κρα­μέ­ναι καὶ πλη­γω­μέ­ναι. Καὶ ἡ κοι­νω­νί­α θὰ πα­ρου­σιά­ζῃ τό­τε εἰς τὸν ὀρ­γα­νι­σμόν της κα­κα­ο­ή­θεις ὄγ­κους καὶ ἐ­στί­ας μο­λύν­σε­ως.
Δὲν εἶ­ναι κρῖ­μα ὅ­μως νὰ βλέ­πῃ κα­νεὶς γύ­ρω του λι­μνά­ζον­τα καὶ νο­σο­γό­να νε­ρά, ἐ­νῷ μπο­ρεῖ νὰ ζῇ μέ­σα στὶς γάρ­γα­ρες πη­γὲς καὶ τοὺς ἀν­θῶ­νες;
Δὲν εἶ­ναι κρί­μα;
Ἀ­γα­πη­τοί,
Κά­πο­τε κά­ποι­ος θη­ρι­ο­δα­μα­στὴς εἶ­χεν ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μι­κρὸ φί­δι καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε στὶς πα­ρα­στά­σεις του. Με­τὰ ἀ­πὸ 25 χρό­νια ἔ­δι­νε σ᾿ ἕ­να «τσίρ­κο» πα­ρα­στά­σεις μὲ λι­ον­τά­ρια, τί­γρεις, λε­ο­παρ­δά­λεις καὶ στὸ τέ­λος μὲ ἔ­να τε­ρά­στιο βό­α. Τὸ ἄλ­λο­τε μι­κρὸ φί­δι ἦ­ταν ὁ ση­με­ρι­νὸς βό­ας, ποὺ τώ­ρα, μπρο­στὰ στοὺς θε­α­τάς, εἶ­χε τυλι­χθῆ στὸ σῶ­μα τοῦ θη­ρι­ο­δα­μα­στοῦ. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­κού­στη­κε μιὰ κραυ­γή. Οἱ θε­α­ταὶ ἐ­νό­μι­σαν, ὅ­τι ἦ­το κι᾿ αὐ­τὸ στὸ πρό­γραμ­μα. Μὰ ξαφ­νι­κὰ εἶ­δαν τὸν ἄν­θρω­πο νὰ σω­ρι­ά­ζε­ται κά­τω νε­κρός. Ὁ βό­ας ἐ­κεί­νη τὴ βρα­δυ­ὰ εἶ­χεν ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ τὸν θα­να­τῴ­σῃ. Καὶ τὸ ἔ­κα­με.  Τὸν ἔ­σφι­ξε δυ­να­τὰ εἰς τὸν λαι­μὸν καὶ τὸν ἔ­πνι­ξε.
Τὸ ἴ­διο κά­νει, ἀ­δελ­φέ μου, καὶ ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Παί­ζει σὰν τὸ φί­δι τοῦ θη­ρι­ο­δα­μα­στοῦ. Ἀρ­κε­τὸ ἴ­σως και­ρὸ. Ἀλ­λὰ μιὰ ἡ­μέ­ρα δί­νει ὕ­που­λα τὸ θα­νά­σι­μο χτύ­πη­μα. Καὶ νε­κρώ­νει τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸν ἄν­θρω­πο. Γε­μά­τη ἡ ζω­ὴ ἀ­πὸ τέ­τοι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα.
Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ποὺ θέ­λει νὰ προ­φυ­λά­ξῃ τὰ παι­διὰ της ἀ­πὸ τὸν κίν­δυ­νον αὐ­τόν, μᾶς λέ­γει σή­με­ρα: Ἡ ἁ­μαρ­τί­α κρύ­βει τὸν θά­να­τον.
Μὴ παί­ζε­τε μα­ζί της πο­τέ!
() ἐ­πι­σκό­που Γε­ωρ­γί­ου Παυ­λί­δου Μη­τρο­πο­λί­του Νι­καί­ας


Σάββατο 13 Ιουλίου 2019

ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
(14 ΙΟΥλΙΟΥ 2019)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  
Τέκνον Τίτε, πιστός λό­γος· κα πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ο πε­πι­στευ­κό­τες τ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τ κα­λὰ κα ὠ­φέ­λι­μα τος ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δ ζη­τή­σεις κα γε­νε­α­λο­γί­ας κα ἔ­ρεις κα μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γρ ἀ­νω­φε­λεῖς κα μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν κα δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος κα ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρς σε Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρς με ες Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τν νο­μι­κὸν κα Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. Μαν­θα­νέ­τω­σαν δ κα ο ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ες τς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε ο με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τος φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. χά­ρις με­τὰ πάν­των ὑ­μῶν· μν.        
  (Τίτ. γ΄[3] 8 – 15)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Τέκνον Τίτε, τό ὅ­τι δι­και­ω­θή­κα­με καὶ ἀ­να­γεν­νη­θή­κα­με καὶ θὰ κλη­ρο­νο­μή­σου­με τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ὴ εἶ­ναι λό­γος καὶ ἀ­λή­θεια ἀ­ξι­ό­πι­στη. Καὶ γι' αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα θέ­λω νὰ μι­λᾶς μὲ βε­βαι­ό­τη­τα καὶ μὲ κύ­ρος, γιὰ νὰ φρον­τί­ζουν ὅ­σοι ἔ­χουν πι­στέ­ψει στὸ Θε­ὸ νὰ πρω­το­στα­τοῦν ἀ­κού­ρα­στα σὲ κα­λὰ ἔρ­γα. Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ κα­λὰ ἔρ­γα καὶ τὰ ὠ­φέ­λι­μα στοὺς ἀν­θρώ­πους· αὐ­τὰ γιὰ τὰ ὁποῖα σᾶς μί­λη­σα. Ἀ­πό­φευ­γε τὶς ἀ­νό­η­τες συ­ζη­τή­σεις καὶ τὶς γε­νε­α­λο­γί­ες γιὰ τοὺς μυ­θι­κοὺς θε­οὺς ἢ τοὺς εὐ­γε­νεῖς προ­γό­νους, ὅ­πως καὶ τὶς φι­λο­νι­κί­ες καὶ δι­α­μά­χες γιὰ τὸν ἰ­ου­δα­ϊ­κὸ νό­μο, δι­ό­τι δὲν φέρ­νουν κα­μί­α ὠ­φέ­λεια καὶ εἶ­ναι μά­ται­ες. Αἱ­ρε­τι­κὸ ἄν­θρω­πο πού ἐ­πι­μέ­νει νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ σκάν­δα­λα καὶ δι­αι­ρέ­σεις στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, μο­λο­νό­τι τὸν συμ­βού­λευ­σες γιὰ πρώ­τη καὶ δεύ­τε­ρη φο­ρά, πα­ρά­τη­σέ τον καί ἀπόφευγέ τον. Γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἕ­νας τέ­τοι­ος ἄν­θρω­πος ἔ­χει δι­α­στραφεῖ καὶ ἁ­μαρ­τά­νει· καὶ γιὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α του αὐ­τὴ ἐ­λέγ­χε­ται καὶ κα­τα­κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή του καὶ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διό του τὸν ἑ­αυ­τό. Ὅ­ταν σοῦ στεί­λω τὸν Ἀρτεμᾶ ἢ τὸν Τυ­χι­κό, φρόν­τι­σε γρή­γο­ρα νὰ ἔλ­θεις στὴ Νι­κό­πο­λη, δι­ό­τι ἐ­κεῖ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πε­ρά­σω τὸ χει­μώ­να. Τὸν Ζη­νᾶ τὸ νο­μο­δι­δά­σκα­λο καὶ τὸν Ἀ­πολ­λὼ κα­τευόδωσέ τους μὲ ἐ­πι­με­λη­μέ­νη προ­ε­τοι­μα­σί­α, γιὰ νὰ μὴν τοὺς λεί­πει τί­πο­τε στὸ τα­ξί­δι τους. Μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α μά­λι­στα τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας αὐ­τῆς ἂς παίρ­νουν μά­θη­μα καὶ οἱ δι­κοί μας νὰ πρω­το­στα­τοῦν καὶ νὰ ἐρ­γά­ζον­ται κα­λὰ ἔρ­γα καὶ νὰ συν­τρέ­χουν τοὺς ἀ­δελ­φοὺς στὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ὑ­λι­κές τους ἀ­νάγ­κες, γιὰ νὰ μὴ στε­ροῦν­ται ἀ­πὸ πνευ­μα­τι­κοὺς καρ­πούς. Σὲ χαι­ρε­τοῦν ἐγ­κάρ­δια ὅ­λοι ὅ­σοι εἶ­ναι μα­ζί μου. Χαι­ρέ­τη­σε ὅ­σους μᾶς ἀ­γα­ποῦν, ἐ­πει­δὴ ἔ­χουν κοι­νὴ πί­στη μέ μᾶς. Σᾶς εὔ­χο­μαι ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ νὰ εἶ­ναι μὲ ὅ­λους σας. Ἀ­μήν.

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖςὑ­μεῖς ἐ­στε τ φς το κό­σμου. ο δύ­να­ται πό­λις κρυ­βῆ­ναι ἐ­πά­νω ὄ­ρους κει­μέ­νη· οὐ­δὲ κα­ί­ου­σι λύ­χνον κα τι­θέ­α­σιν αὐ­τὸν ὑ­πὸ τν μό­δι­ον, ἀλ­λ' ἐ­πὶ τν λυ­χνί­αν, κα λάμ­πει πᾶ­σι τος ν τ οἰ­κί­ᾳ. Οὕ­τω λαμ­ψά­τω τ φς ὑ­μῶν ἔμ­προ­σθεν τν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἴ­δω­σιν ὑ­μῶν τ κα­λὰ ἔρ­γα κα δο­ξά­σω­σι τν πα­τέ­ρα ὑ­μῶν τν ν τος οὐ­ρα­νοῖς. Μ νο­μί­ση­τε ὅ­τι ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι τν νό­μον τος προ­φή­τας· οκ ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι, ἀλ­λὰ πλη­ρῶ­σαι. ἀ­μὴν γρ λέ­γω ὑ­μῖν, ἕ­ως ἂν πα­ρέλ­θῃ οὐ­ρα­νὸς κα γ, ἰ­ῶ­τα ἓν μί­α κε­ρα­ί­α ο μ πα­ρέλ­θῃ ἀ­πὸ το νό­μου ἕ­ως ἂν πάν­τα γέ­νη­ται. ς ἐ­ὰν ον λύ­σῃ μί­αν τν ἐν­το­λῶν το­ύ­των τν ἐ­λα­χί­στων κα δι­δά­ξῃ οὕ­τω τος ἀν­θρώ­πους, ἐ­λά­χι­στος κλη­θή­σε­ται ν τ βα­σι­λε­ί­ᾳ τν οὐ­ρα­νῶν· ς δ' ν ποι­ή­σῃ κα δι­δά­ξῃ, οὗ­τος μέ­γας κλη­θή­σε­ται ν τ βα­σι­λε­ί­ᾳ τν οὐ­ρα­νῶν.
    (Ματθ. ε΄[5] 14 – 19)

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴ μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων τῆς Δ' Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου εἶ­ναι ἡ ση­με­ρι­νὴ Κυ­ρια­κή. Τὸ Εὐ­αγ­γε­λι­κό μας δὲ ἀ­νά­γνω­σμα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὄ­χι μό­νον ἕ­νας ὕ­μνος τῆς ζω­ῆς καὶ τῶν ἀ­γώ­νων τους, ἀλ­λὰ καὶ μιὰ ἔν­το­νη προ­τρο­πὴ πρὸς ἐ­μᾶς τοὺς ἀ­πο­γό­νους τους νὰ φυ­λά­ξου­με τὴν ἱ­ε­ρὴ πα­ρα­κα­τα­θή­κη, τὸν πο­λύ­τι­μο θη­σαυ­ρὸ τῆς πί­στε­ως, ποὺ ὁ Κύ­ριος ἐμ­πι­στεύ­θη­κε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α Του καὶ ἐ­κεῖ­νοι μὲ ὅ­λες τὶς δυ­νά­μεις τους δι­α­φύ­λα­ξαν ἀ­νό­θευ­το καὶ ἀ­κέ­ραι­ο.
Τὸ ἱ­ε­ρὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα 6 μό­λις στί­χων ἀ­πὸ τὴν τό­σο γνω­στὴ ἐ­πὶ τοῦ Ὄ­ρους ὁ­μι­λί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας, ὅ­πως μᾶς τὴ δι­α­σώ­ζει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ματ­θαῖ­ος.
1. ΦΩΣ ΣΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΝΥΧΤΑ
Πρὸς τὸ πλῆ­θος ὅ­λων τῶν μα­θη­τῶν Του, ὅ­λων δη­λα­δὴ τῶν πι­στῶν ποὺ Τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν, ἀ­πηύ­θυ­νε ὁ Κύ­ριος τὴ δι­δα­σκα­λί­α Του.
Ἐ­σεῖς εἶ­στε τὸ φῶς τοῦ κό­σμου, τοὺς εἶ­πε. Καὶ συ­νέ­χι­σε. Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν μιὰ πό­λη, ποὺ εἶ­ναι κτι­σμέ­νη ἐ­πά­νω σὲ ἕ­να βου­νό, νὰ κρυ­φτεῖ. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μεί­νει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τη καὶ ἡ δι­κή σας συμ­πε­ρι­φο­ρά. Οὔ­τε ἀ­κό­μη ἀ­νά­βουν οἱ ἄν­θρω­ποι λυ­χνά­ρι γιὰ νὰ τὸ κρύ­ψουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δο­χεῖ­ο, ἀλ­λὰ τὸ βά­ζουν ἐ­πά­νω στὸν λυ­χνο­στά­τη καὶ φω­τί­ζει γιὰ ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους τοῦ σπι­τιοῦ. Ἔ­τσι λοι­πὸν ἂς λάμ­ψει καὶ τὸ φῶς τῆς δι­κῆς σας ἀ­ρε­τῆς μπρο­στὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους, γιὰ νὰ δοῦν τὰ κα­λά σας ἔρ­γα καὶ νὰ δο­ξά­σουν τὸν Οὐ­ρά­νιο Πα­τέ­ρα σας.
ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ποὺ ὁ Κύ­ριός μας πρό­φε­ρε αὐ­τὰ τὰ λό­για εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς ὅ­λη ἡ γῆ ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­νη σὲ πνευ­μα­τι­κὸ σκο­τά­δι. Οἱ πι­στοὶ ἀ­κό­λου­θοί Του ἑ­πο­μέ­νως κα­λοῦν­ταν νὰ με­τα­δώ­σουν τὸ φῶς τῆς δι­δα­σκα­λί­ας Του, τὴν ἀ­λή­θεια δη­λα­δὴ πε­ρὶ τοῦ ὅ­τι ὁ Κύ­ριος εἶ­ναι τὸ μό­νο καὶ ἀ­λη­θι­νὸ Φῶς τοῦ κό­σμου, σὲ ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους. Πῶς νὰ τὸ με­τα­δώ­σουν; Τὸ λέ­γει ὁ Κύ­ριος. Πρω­τί­στως μὲ τὸ νὰ γί­νουν καὶ οἱ ἴ­διοι φῶς, ὅ­πως Ἐ­κεῖ­νος. Νὰ γί­νει ἡ ζω­ή τους φω­τει­νή, ἁ­γί­α, σύμ­φω­νη μὲ τὸ θέ­λη­μά Του, μὲ τὴ δι­δα­σκα­λί­α Του, ποὺ φα­νέ­ρω­νε τὸν δι­κό Του τρό­πο ζω­ῆς. Ἀ­σφα­λῶς θὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν καὶ λό­για γιὰ νὰ με­τα­δώ­σουν αὐ­τὴ τὴ μο­να­δι­κὴ ἀ­λή­θεια. Ὁ Κύ­ριος ὅ­μως ἐ­δῶ θέ­λει νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σει πό­σο με­γά­λη ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῆς ζω­ῆς τῶν πι­στῶν Του. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ δὲν λέ­γει: «Οὕ­τω λαμ­ψά­τω τὸ φῶς ὑ­μῶν», μὲ τὸ νὰ ἀ­κού­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι τὰ ὑ­πέ­ρο­χα λό­για σας. Ἀλ­λὰ τί; «Ὅ­πως ἴ­δω­σιν ὑ­μῶν τὰ κα­λὰ ἔρ­γα», γιὰ νὰ δοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι τὰ κα­λὰ ἔρ­γα σας.
Κα­νεὶς ἀ­πὸ μᾶς δὲν ἀμ­φι­βάλ­λει πὼς καὶ στὴν ἐ­πο­χή μας ὁ πλα­νή­της μας βρί­σκε­ται βυ­θι­σμέ­νος στὸ πνευ­μα­τι­κὸ σκο­τά­δι, μά­λι­στα σὲ τό­σο με­γά­λο βαθ­μό, ποὺ προ­ξε­νεῖ ἀ­λη­θι­νὸ τρό­μο. Ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ἐ­πί­σης ὅ­λοι μας τὸ χρέ­ος ποὺ ἔ­χου­με νὰ με­τα­δώ­σου­με τὸ Φῶς τοῦ Χρι­στοῦ σ᾿ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο ποὺ ζεῖ στὸ σκο­τά­δι. Ἐ­κεῖ­νο ὅ­μως, τὸ ὁ­ποῖ­ο χρει­ά­ζε­ται ἴ­σως ἰ­δι­αι­τέ­ρως νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με, εἶ­ναι τὸ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ με­τά­δο­ση τοῦ Θε­ϊ­κοῦ Φω­τὸς δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ γί­νει μό­νο μὲ λό­για ὄ­μορ­φα καὶ δυ­να­τά, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἄλ­λω­στε ἔ­χουν ὅ­λοι πιὰ χορ­τά­σει. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ γί­νε­ται πρω­τί­στως μὲ τὸ πα­ρά­δειγ­μά μας, μὲ τὰ ἔρ­γα μας.
Τί ση­μαί­νει αὐ­τὸ τὸ κα­τα­λα­βαί­νου­με. Εἶ­ναι μά­ται­ο π.χ. νὰ μι­λᾶ­με σὲ κά­ποι­ον γιὰ τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ἂν μᾶς βλέ­πει νὰ εἴ­μα­στε μα­γε­μέ­νοι ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θὰ τοῦ κό­σμου τού­του. Εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο νὰ μι­λᾶ­με γιὰ ἀ­γά­πη, ἂν μᾶς βλέ­πει νὰ θυ­μώ­νου­με μὲ τὸ πα­ρα­μι­κρό, νὰ μνη­σι­κα­κοῦ­με, νὰ μὴ θέ­λου­με νὰ συγ­χω­ρή­σου­με. Καὶ βέ­βαι­α θὰ μοιά­ζει μὲ ἀ­στεῖ­ο νὰ προ­σπα­θοῦ­με νὰ πεί­σου­με κά­ποι­ον γιὰ τὴν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ἐ­νῶ θὰ μᾶς βλέ­πει νὰ κλαῖ­με ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι καὶ ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι ἐ­πά­νω στὸν τά­φο κά­ποι­ου προ­σφι­λοῦς μας.
Ἂν θέ­λου­με ἑ­πο­μέ­νως τὸ Φῶς τοῦ Χρι­στοῦ νὰ φω­τί­σει τὴν ἀ­τέ­λει­ω­τη κο­σμι­κὴ νύ­χτα τῆς ἐ­πο­χῆς μας, γνω­ρί­ζου­με τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με. Νὰ ἀ­φή­σου­με νὰ φω­τι­σθεῖ ἀπ᾿ αὐ­τὸ τὸ ὑ­περ­κό­σμιο Φῶς πρῶ­τα ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ή μας.
2. ΟΙ ΕΠΤΑ ΠΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Μὴ νο­μί­σε­τε, συ­νε­χί­ζει ὁ Κύ­ριος, ὅ­τι ἦλ­θα νὰ κα­ταρ­γή­σω τὸν Νό­μο τοῦ Μω­υ­σέ­ως ἢ τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν προ­φη­τῶν. Δὲν ἦλ­θα νὰ τὰ κα­ταρ­γή­σω, ἀλ­λὰ νὰ τὰ συμ­πλη­ρώ­σω. Δι­ό­τι σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω πὼς μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τῆς γῆς οὔ­τε ἕ­να γι­ώ­τα ἢ ἕ­να κόμ­μα, οὔ­τε ἕ­να ἐ­λά­χι­στο δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὸν Νό­μο δὲν θὰ πα­ρα­πέ­σει μέ­νον­τας ἀ­πραγ­μα­το­ποί­η­το, ἀλ­λὰ ὅ­λα θὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν.
Ὅ­ποι­ος ἑ­πο­μέ­νως πα­ρα­βεῖ ἔ­στω καὶ μί­α ἀ­πὸ τὶς φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σή­μαν­τες ἐν­το­λές μου καὶ δι­δά­ξει τοὺς ἀν­θρώ­πους ἔ­τσι νὰ τὶς θε­ω­ροῦν, αὐ­τὸς ἀ­σή­μαν­τος καὶ ἀ­νά­ξιος θὰ κη­ρυ­χθεῖ στὴ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Ὅ­ποι­ος ὅ­μως θὰ τὶς ἐ­φαρ­μό­σει ὅ­λες καὶ θὰ δι­δά­ξει καὶ τοὺς ἄλ­λους ἔ­τσι νὰ κά­νουν, αὐ­τὸς θὰ ἀ­να­κη­ρυ­χθεῖ μέ­γας στὴ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν.
ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΗ εἶ­ναι ἡ δι­α­βε­βαί­ω­ση τοῦ Κυ­ρί­ου: ὅ­ποι­ος πα­ρα­χα­ρά­ξει τὴ θε­ϊ­κή Του δι­δα­σκα­λί­α καὶ ὡ­ρι­σμέ­νες ἀ­λή­θει­ες της τὶς θε­ω­ρή­σει ἀ­σή­μαν­τες καὶ τὶς κα­ταρ­γή­σει, καὶ πα­ρα­κι­νή­σει καὶ ἄλ­λους νὰ κά­νουν τὸ ἴ­διο, αὐ­τὸς εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος. Τὴ μέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως θὰ κρι­θεῖ ἀ­νά­ξιος, θὰ πε­τα­χθεῖ στὴν τε­λευ­ταί­α θέ­ση.
Τὸ πράγ­μα εἶ­ναι σα­φές, ὁ­λο­φά­νε­ρο. Καὶ ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται για­τί οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­νῶ σὲ ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ἦ­σαν ἐ­πι­ει­κεῖς καὶ ὑ­πο­χω­ρη­τι­κοί, στὰ θέ­μα­τα τῆς πί­στε­ως, τῆς ἀ­λη­θεί­ας τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου ἦ­σαν ἄ­καμ­πτοι, σκλη­ρό­τε­ροι ἀ­πὸ τὸ ἀ­τσά­λι. Τι­τά­νιους ἀ­γῶ­νες ἔ­κα­ναν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ ἕ­να γι­ώ­τα!
Τὸ βλέ­που­με αὐ­τὸ καὶ στοὺς ἀ­γῶ­νες τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων τῆς Δ' Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, τῆς Συ­νό­δου τῆς Χαλ­κη­δό­νος ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στή. Ὅ­λος ὁ ἀ­γώ­νας τους κα­τὰ τῶν Μο­νο­φυ­σι­τῶν δι­ε­ξή­χθη κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ ἕ­να γράμ­μα. Οἱ Μο­νο­φυ­σί­τες ἔ­λε­γαν ὅ­τι ὁ Κύ­ριος εἶ­ναι «εἷς ἐκ δύ­ο φύ­σε­ων», ἕ­νας, ποὺ προ­ῆλ­θε ἀ­πὸ τὴν ἕ­νω­ση δύ­ο φύ­σε­ων, τῆς Θεί­ας καὶ τῆς ἀν­θρω­πί­νης. Οἳ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες δί­δα­ξαν πὼς εἶ­ναι «εἷς ἐκ δύ­ο φύ­σε­ων» ἀλ­λὰ καὶ «εἷς ἐν δύ­ο φύ­σε­σι». Ναί, εἶ­παν. Εἶ­ναι ἕ­νας, ποὺ προ­ῆλ­θε ἀ­πὸ τὴν ἕ­νω­ση τῶν δύ­ο φύ­σε­ων, ἀλ­λὰ καὶ ἕ­νας ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἔ­χει ἀ­κέ­ραι­ες τὶς δύ­ο φύ­σεις Του καὶ τὴ θεί­α καὶ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη. Ὅ­λη ἡ δι­α­φω­νί­α ἦ­ταν σ᾿ αὐ­τὲς τὶς δύ­ο προ­θέ­σεις: «ἐν» καὶ «ἐκ». Θὰ μπο­ροῦ­σαν οἳ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρὲς νὰ εἶ­χαν φα­νεῖ λί­γο ἐ­λα­στι­κοί. Θὰ κέρ­δι­ζαν ἔ­τσι μυ­ριά­δες αἱ­ρε­τι­κούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι θὰ ἔ­με­ναν στὸ Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Θὰ εἶ­χαν ὅ­μως ἀ­σε­βή­σει κατ᾿ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο στὴν Κε­φα­λὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, θὰ εἶ­χαν δη­λα­δὴ νο­θεύ­σει τὴν ἀ­λή­θειά της πε­ρὶ τοῦ θε­αν­θρώ­που Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν.
Πό­νε­σαν. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Μὲ δά­κρυ­α καὶ ὀ­δύ­νη ψυ­χῆς ἀ­πέ­κο­ψαν ἀ­πὸ τὸ Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοὺς πεί­σμο­νες αἱ­ρε­τι­κούς.
Πέ­ρα­σαν 1500 τό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε.
Κά­τι ση­μαν­τι­κὲς κι­νή­σεις ἄρ­χι­σαν νὰ γι­νον­ται στὶς μέ­ρες μας γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ τῶν ἀ­πο­γό­νων τῶν ἀρ­χαί­ων Μο­νο­φυ­σι­τῶν στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Μα­κά­ρι! Ποι­ὸς δὲν τὸ εὔ­χε­ται αὐ­τό; Γι᾿ αὐ­τὸ τὸν λό­γο ἔ­γι­ναν, λέ­νε, κά­ποι­ες συμ­φω­νί­ες στὰ δογ­μα­τι­κὰ ζη­τή­μα­τα, ποὺ εἶ­χαν προ­κα­λέ­σει τό­τε τὸν χω­ρι­σμό τους. Ἄλ­λα­ξαν ὅ­μως γνώ­μη οἱ αἱ­ρε­τι­κοί; Δέ­χον­ται πλέ­ον αὐ­τὸ τὸ «ἐν δύ­ο φύ­σε­σι» τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων; Ὤ! ὄ­χι βέ­βαι­α. Ἁ­πλῶς στὸ ἐ­πί­ση­μο κεί­με­νο τῆς συμ­φω­νί­ας ἀ­πέ­φυ­γαν κἂν νὰ θί­ξουν τὸ θέ­μα. Καὶ μό­νο αὐ­τό; Ἑ­τοι­μά­ζον­ται, κα­θὼς φαί­νε­ται, οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι ἐκ­πρό­σω­ποι νὰ ὑ­πο­γρά­ψουν ἕ­νω­ση μὲ τοὺς ση­με­ρι­νοὺς ἀ­πο­γό­νους τῶν ἀρ­χαί­ων Μο­νο­φυ­σι­τῶν, καθ᾿ ὃν χρό­νο αὐ­τοὶ ἀρ­νοῦν­ται ἐ­πι­μό­νως νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σουν τὴν ἁ­γί­α Δ' Σύ­νο­δο τῆς Χαλ­κη­δό­νος ὡς ἀ­λά­θη­τη καὶ Οἰ­κου­με­νι­κή. Πρέ­πει, λέ­νε οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι ἐκ­πρό­σω­ποι, νὰ κά­νου­με καὶ ἐ­μεῖς κά­ποι­ες ὑ­πο­χω­ρή­σεις. Ἀλ­λι­ῶς ὅ­λους αὐ­τοὺς θὰ μᾶς τοὺς «φά­ει» ὁ Πά­πας, δι­ό­τι θὰ ἑ­νω­θοῦν μα­ζί του.
Καὶ προ­τεί­νουν τώ­ρα ἐκ­πρό­σω­ποι τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ ὄ­χι ἕ­να γι­ώ­τα ἢ ἕ­να κόμ­μα, ἀλ­λὰ μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἑ­πτὰ πε­λώ­ρι­ες κο­λῶ­νες, ἐ­πά­νω στὶς ὁ­ποῖ­ες στη­ρί­ζε­ται ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Νὰ κα­τα­λυ­θεῖ ἕ­νας ἀ­πό τοὺς ἑ­πτὰ ἀ­κα­θαι­ρέ­τους πύρ­γους τῆς Ὀρ­θό­δο­ξου πί­στε­ως. Ἡ ἴ­δια δη­λα­δὴ ἡ ἁ­γί­α Δ' Οἰ­κου­με­νι­κὴ Σύ­νο­δος!
Φαί­νε­ται πὼς ἴ­σως δὲν ἔ­χουν λο­γα­ριά­σει κα­λὰ τὴν ἀν­τί­στα­ση, ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σουν. Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χουν ἄ­ρα­γε σκε­φθεῖ τὸ τέ­λος, ποὺ τοὺς πε­ρι­μέ­νει; «Ἐ­λά­χι­στοι κλη­θή­σον­ται ἐν τῇ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν»! Κιν­δυ­νεύ­ουν νὰ χά­σουν τὴ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν.
Ἂν λοι­πὸν δὲν τὸ ἔ­χουν σκε­φθεῖ, ἂς τὸ σκε­φθοῦν ἔ­στω τώ­ρα. Ἀ­κό­μη δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΓΑΛΟΜΆΡΤΥΡΟΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(7 ΙΟΥΛΙΟΥ 2019)
 (ΚυριακΗς Μεγαλομάρτυρος)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ)  
Ἀδελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ᾿ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.
                                     (Γαλ. γ΄[3] 23 – δ΄[4] 5)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀ­δελ­φοί, προτοῦ ἔλθει ἡ νέα αὐτὴ κατάσταση, στὴν ὁποία ἰσχύει πλέον ἡ πίστη, ὁ νόμος μᾶς φρουροῦσε κλεισμένους καλά, σάν νὰ ἤμασταν μέσα σὲ κάποιο φρούριο  γιὰ νὰ καταφύγουμε ἔτσι στὴν πίστη ποὺ ἔμελλε νὰ ἀποκαλυφθεῖ μετὰ ἀπό καιρό. Συνεπῶς ὁ Μωσαϊκὸς νόμος ἔγινε παιδαγωγός μας καὶ μᾶς προετοίμαζε νὰ ποθήσουμε καὶ νὰ γνωρίσουμε τὸν Χριστό, γιὰ νὰ λάβουμε τὴ δικαίωση καὶ τὴ σωτηρία ἀπό τὴν πίστη μας σ' αὐτόν. Ὅταν λοιπὸν ἦλθε ἡ νέα κατάσταση, στὴν ὁποία ἰσχύει ἡ πίστη, δὲν εἴμαστε πλέον κάτω ἀπό τήν παιδαγωγία τοῦ νόμου. Διότι μέ τήν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὅλοι γίνατε καὶ εἶστε υἱοὶ Θεοῦ ἐνήλικες, ὤριμοι καὶ χειραφετημένοι. Καὶ εἶστε υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, διότι ὅσοι βαπτισθήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ πιστεύοντας σ' αὐτὸν ὡς σωτῆρα, ντυθήκατε τὸν Χριστὸ καὶ ἐνωθήκατε μαζί του. Δὲν ὑπάρχουν πλέον διαφορὲς ἐθνικότητος, κοινωνικῆς τάξεως καὶ φύλου. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ Ἰουδαίου καὶ Ἕλληνα, δὲν ὑπάρχει διάκριση δούλου καὶ ἐλεύθερου, δὲν ὑπάρχει διάκριση ἄνδρα καὶ γυναίκας. Διότι ὅλοι ἐσεῖς γίνατε ἕνας νέος ἄνθρωπος μὲ τὴν ἕνωσή σας μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἐάν λοιπὸν ἐσεῖς ποὺ εἶστε ἐθνικοὶ Χριστιανοὶ ἀνήκετε στὸν Χριστό, ἄρα διαμέσου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ὁ εὐλογημένος ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, εἶστε κι ἐσεῖς ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ· καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση εἶστε καὶ κληρονόμοι τῆς εὐλογίας. Καὶ γιὰ νὰ σᾶς διευκρινίσω τὴν ἀλήθεια αὐτή, χρησιμοποιῶ κι ἄλλο ἕνα παράδειγμα. Λέω λοιπὸν τὸ ἑξῆς: Γιὰ ὅσο χρόνο κάθε κληρονόμος εἶναι ἀνήλικος, δὲν διαφέρει σὲ τίποτε ἀπό τόν δοῦλο, ἄν καὶ εἶναι κύριος ὅλης τῆς πατρικῆς περιουσίας πού κληρονόμησε. Καὶ δὲν διαφέρει ἀπό τόν δοῦλο, διότι, ἐνῶ εἶναι κύριος τῆς πατρικῆς του κληρονομιᾶς, ἑξαρτᾶται ἀπό ἐπιτρόπους πού τὸν κηδεμονεύουν καὶ οἰκονόμους ποὺ διαχειρίζονται τὴν πατρικὴ του περιουσία, μέχρι τὸν χρόνο ποῦ ὅρισε ὁ πατέρας. Ἔτσι κι ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, ὅταν ἤμασταν σὲ νηπιώδη πνευματικὴ κατάσταση, ἤμασταν ὑποδουλωμένοι στὴ στοιχειώδη καὶ ἀνεπαρκὴ θρησκευτικὴ γνώση τοῦ κόσμου πού βρίσκεται στὴν ἄγνοια καὶ τὴν ἀμάθεια. Ὅταν ὅμως συμπληρώθηκε ὁ χρόνος ποὺ εἶχε ὁρίσει ἡ πανσοφία τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο τὸν Υἱό του, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος ἀπό γυναίκα καὶ ὑποτάχθηκε στὸ Μωσαϊκὸ νόμο, προκειμένου νά ἐξαγοράσει ἐκείνους ποὺ ἦταν ὑποδουλωμένοι στὴν κατάρα τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, γιὰ νὰ λάβουμε τὴν υἱοθεσία πού ὁ Θεὸς μᾶς εἶχε ὑποσχεθεῖ.

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος. λύ­χνος το σώ­μα­τός ἐ­στιν ὁ ὀ­φθαλ­μός. ἐ­ὰν ον ὀ­φθαλ­μός σου ἁ­πλοῦς ᾖ, ὅ­λον τ σῶ­μά σου φω­τει­νὸν ἔ­σται· ἐ­ὰν δ ὀ­φθαλμός σου πο­νη­ρὸς , ὅ­λον τ σῶ­μά σου σκο­τει­νὸν ἔ­σται. ε ον τ φς τ ν σο σκό­τος ἐ­στί, τ σκό­τος πό­σον; Οὐ­δεὶς δύ­να­ται δυ­σὶ κυ­ρί­οις δου­λε­ύ­ειν· γρ τν ἕ­να μι­σή­σει κα τν ἕ­τε­ρον ἀ­γα­πή­σει, ἑ­νὸς ἀν­θέ­ξε­ται κα το ἑ­τέ­ρου κα­τα­φρο­νή­σει· ο δύ­να­σθε Θε­ῷ δου­λε­ύ­ειν κα μα­μω­νᾷ. Δι­ὰ τοῦ­το λέ­γω ὑ­μῖν, μ με­ρι­μνᾶ­τε τ ψυ­χῇ ὑ­μῶν τ φά­γη­τε κα τ πί­η­τε, μη­δὲ τ σώ­μα­τι ὑ­μῶν τ ἐν­δύ­ση­σθε· οὐ­χὶ ψυ­χὴ πλεῖ­όν ἐ­στιν τς τρο­φῆς κα τ σῶ­μα το ἐν­δύ­μα­τος; ἐμ­βλέ­ψα­τε ες τ πε­τει­νὰ το οὐ­ρα­νοῦ, ὅ­τι ο σπε­ί­ρου­σιν οὐ­δὲ θε­ρί­ζου­σιν οὐ­δὲ συ­νά­γου­σιν ες ἀ­πο­θή­κας, κα πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος τρέ­φει αὐ­τά· οχ ὑ­μεῖς μᾶλ­λον δι­α­φέ­ρε­τε αὐ­τῶν; τς δ ξ ὑ­μῶν με­ρι­μνῶν δύ­να­ται προ­σθεῖ­ναι ἐ­πὶ τν ἡ­λι­κί­αν αὐ­τοῦ πῆ­χυν ἕ­να; κα πε­ρὶ ἐν­δύ­μα­τος τ με­ρι­μνᾶ­τε; κα­τα­μά­θε­τε τ κρί­να το ἀ­γροῦ πς αὐ­ξά­νει· ο κο­πι­ᾷ οὐ­δὲ νή­θει· λέ­γω δ ὑ­μῖν ὅ­τι οὐ­δὲ Σο­λο­μὼν ν πά­σῃ τ δό­ξῃ αὐ­τοῦ πε­ρι­ε­βά­λε­το ς ν το­ύ­των. Ε δ τν χόρ­τον το ἀ­γροῦ, σή­με­ρον ὄν­τα κα αὔ­ρι­ον ες κλί­βα­νον βαλ­λό­με­νον, Θε­ὸς οὕ­τως ἀμ­φι­έν­νυ­σιν, ο πολ­λῷ μᾶλ­λον ὑ­μᾶς, ὀ­λι­γό­πι­στοι; μ ον με­ρι­μνή­ση­τε λέ­γον­τες, τ φά­γω­μεν τ πί­ω­μεν τ πε­ρι­βα­λώ­με­θα; πάν­τα γρ ταῦ­τα τ ἔ­θνη ἐ­πι­ζη­τεῖ· οἶ­δε γρ πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος ὅ­τι χρῄ­ζε­τε το­ύ­των ἁ­πάν­των. ζη­τεῖ­τε δ πρῶ­τον τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ κα τν δι­και­ο­σύ­νην αὐ­τοῦ, κα ταῦ­τα πάν­τα προ­στε­θή­σε­ται ὑ­μῖν.
                    (Ματθ.στ΄[6] 22 – 33)

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
1. Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΟΣ
Μὲ τ μά­τι πα­ρο­μοιά­ζει ὁ Κύ­ριος τν νο τοῦ ἀν­θρώ­που. Τ μά­τι, λέ­ει, εἶ­ναι τ λυ­χνά­ρι ποὺ δί­νει φς σ ὅ­λο τὸ σῶ­μα. Ὅ­ταν τ μά­τι εἶ­ναι ὑ­γι­ές, ὅ­λο τ σῶ­μα φω­τί­ζε­ται. Ὅ­ταν ὅ­μως τ μά­τι εἶ­ναι βλαμ­μέ­νο, τό­τε ὅ­λο τ σῶ­μα βυ­θί­ζε­ται στ σκο­τά­δι. Ἐ­ὰν λοι­πόν, ἐ­πι­ση­μαί­νει ὁ Κύ­ριος, ὁ νος ποὺ ἔ­χει τε­θεῖ ἐν­τός σου σν φς εἶ­ναι σκο­τά­δι, τό­τε πό­σο πο­λὺ θ γί­νει τ ἐ­σω­τε­ρι­κό σου σκο­τά­δι;
ΤΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ αὐ­τὸ ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου θ πρέ­πει ὅ­λους μας πο­λὺ ν μς ἀ­πα­σχο­λή­σει. Ν δοῦ­με δη­λα­δὴ μή­πως ὁ νος μας, ποὺ εἶ­ναι τ μά­τι τς ψυ­χῆς, εἶ­ναι τυ­φλός, ὁ­πό­τε κα ἡ ψυ­χή μας ὁ­λό­κλη­ρη θ εἶ­ναι βυ­θι­σμέ­νη στ πνευ­μα­τι­κὸ σκο­τά­δι.
Πό­τε ὁ νος εἶ­ναι τυ­φλός, σκο­τά­δι, ὅ­πως τν ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ Κύ­ριος; Ὁ νος γί­νε­ται σκο­τά­δι πράγ­μα­τι, ὅ­ταν εὑ­ρί­σκε­ται μα­κριὰ ἀ­πὸ τν Θε­ό, ὁ Ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι τ Φς τ ἀ­λη­θι­νό. Καὶ βρί­σκε­ται μα­κριὰ ἀ­πὸ τν Θε­ό, ὅ­ταν δν ἐ­πι­θυ­μεῖ ν ζεῖ σύμ­φω­να μ τ θέ­λη­μά Του καὶ δν φω­τί­ζε­ται ἀ­πὸ τ δι­δα­σκα­λί­α Του.
Τ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τώ­ρα τ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­λοι μας. Ἡ ψυ­χή, κα­θὼς δν ἔ­χει πλέ­ον φς ν τν κα­θο­δη­γεῖ, χά­νει τν προ­σα­να­το­λι­σμό της κα κι­νεῖ­ται σ λαν­θα­σμέ­νες κα­τευ­θύν­σεις. Παύ­ει ν ἀ­να­ζη­τεῖ τν αἰ­ώ­νια ζω­ὴ τς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ, γι τν ὁ­ποί­α εἶ­ναι πλα­σμέ­νη, κα ἐ­πι­δι­ώ­κει τς ἀ­πο­λαύ­σεις αὐ­τοῦ ἐ­δῶ τοῦ κό­σμου. Λη­σμο­νεῖ τν Δη­μι­ουρ­γό της κα στρέ­φε­ται μα­νι­ω­δῶς πρς τ κτί­σμα­τα, ὁ­πό­τε γί­νε­ται θύ­μα ποι­κί­λων ὅ­σων ψευ­δο­θε­ῶν κα εἰ­δώ­λων. Πα­ρα­σύ­ρε­ται δη­λα­δὴ σ αἱ­ρέ­σεις, σ σκο­τει­νὲς ὀρ­γα­νώ­σεις το τύ­που τς Μασ­σω­νί­ας καὶ τν Ἱ­ε­χω­βι­τῶν, σ Ἰν­δου­ϊ­στι­κὰ πα­ρα­θρη­σκευ­τι­κὰ συ­στή­μα­τα δι­α­φό­ρων Γκου­ροῦ, ἀ­κό­μη κα στν σα­τα­νι­σμό! «Νος ἀ­πο­στὰς τοῦ Θε­οῦ κτη­νώ­δης γί­νε­ται δαι­μο­νι­ώ­δης», ἔ­λε­γαν οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες. Ὁ νος ἐ­κεῖ­νος ποὺ θ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τν Θε­ὸ γί­νε­ται ὅ­μοι­ος ἢ μ τ κτή­νη μ τος δαί­μο­νες! (ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς).
Λοι­πὸν αὐ­τὸ ν προ­σέ­ξου­με. Ν εἴ­μα­στε κον­τὰ στν Κύ­ριο, ν με­λε­τοῦ­με μ προ­σο­χὴ καὶ ἅ­γιο φό­βο τ δι­δα­σκα­λί­α Του, ν ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε ν ζοῦ­με κα­τὰ τ θέ­λη­μά Του, γι ν φω­τί­ζε­ται ἀ­πὸ τ θε­ϊ­κή Του Χά­ρη ὁ νος μας κα ν κα­θοδη­γεῖ ἔ­τσι τν ψυ­χὴ πρς τν ὕ­ψι­στο προ­ο­ρι­σμό της, ποὺ δν εἶ­ναι ἄλ­λος ἀ­πὸ τν ἕ­νω­σή της μ τν Δη­μι­ουρ­γό της.
2. Η ΑΓΧΟΝΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Κα­νέ­νας, ὑ­πο­γραμ­μί­ζει στ συ­νέ­χεια ὁ Χρι­στός μας, δν εἶ­ναι δυ­να­τὸν ν εἶ­ναι δοῦ­λος σ δύ­ο κυ­ρί­ους συγ­χρό­νως. Δι­ό­τι θ μι­σή­σει τν ἕ­να κα θ ἀ­γα­πή­σει τν ἄλ­λο, θ προ­σκολ­λη­θεῖ στν πρῶ­το κα θ πε­ρι­φρονή­σει τν δεύ­τε­ρο. Ἑ­πο­μέ­νως καὶ ἐ­σεῖς, κα­τα­λή­γει, δν μπο­ρεῖ­τε ν εἶ­σθε συγ­χρό­νως δοῦ­λοι κα το Θε­οῦ κα το μα­μω­νᾶ, το πλού­του δη­λα­δή. Καὶ τί προ­τεί­νει; Ἰ­δού:
Μ φρον­τί­ζε­τε, λέ­γει, μ ἀ­γω­νί­α καὶ στε­νο­χώ­ρια γι τ ζω­ή σας, τί θ φᾶ­τε, τί θ πι­εῖ­τε γι τ σῶ­μα σας, τί θ ντυ­θεῖ­τε. Δν ἀ­ξί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἡ ζω­ή σας ἀ­πὸ τν τρο­φή, καὶ τ σῶ­μα ἀ­πὸ τ ἐν­δύ­μα­τα; Ὁ Θε­ὸς λοι­πόν, ποὺ σς ἔ­δω­σε τ ζω­ὴ καὶ τ σῶ­μα, δν θ σς δώ­σει καὶ τ ἀ­πα­ραί­τη­τα γι ν ζή­σε­τε;
Κοι­τάξ­τε τ που­λιά, ποὺ πε­τοῦν στν ἀ­έ­ρα. Αὐ­τὰ οὔ­τε σπέρ­νουν οὔ­τε θε­ρί­ζουν οὔ­τε μα­ζεύ­ουν σ ἀ­πο­θῆ­κες, καὶ ὅ­μως ὁ Οὐ­ρά­νιος Πα­τέ­ρας σας τ τρέ­φει. Τί λέ­τε· ἐ­σεῖς δν ἀ­ξί­ζε­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ αὐ­τά; Ποι­ὸς ἀ­πό σᾶς, ὅ­σο κι ν πα­σχί­σει, μπο­ρεῖ ν προ­σθέ­σει στ ἀ­νά­στη­μά του ἕ­ναν πῆ­χυ; Κα­νέ­νας. Ἑ­πο­μέ­νως, ἔ­χε­τε ἐμ­πι­στο­σύ­νη στν Θε­ὸ καὶ ὄ­χι στος δι­κούς σας κό­πους κα ἀ­γῶ­νες.
Καὶ γι τν ἐν­δυ­μα­σί­α σας για­τί ἀ­νη­συ­χεῖ­τε καὶ ἀ­γω­νιᾶ­τε; Πα­ρα­τη­ρῆ­στε τ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα πς αὐ­ξά­νουν. Οὔ­τε κου­ρά­ζον­ται οὔ­τε γνέ­θουν. Κι ὅ­μως – σᾶς βε­βαι­ώ­νω – πς οὔ­τε ὁ δο­ξα­σμέ­νος βα­σι­λιὰς Σο­λο­μὼν δν ἐν­τύ­θη­κε τό­σο ὄ­μορ­φα σν αὐ­τά. ν λοι­πὸν ὁ Θε­ὸς τ ἀ­γρι­ο­χόρ­τα­ρα, ποὺ κα­τα­λή­γουν στν φοῦρ­νο, τ ντύ­νει τό­σο ὄ­μορ­φα, δν θ τ κά­νει αὐ­τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο γι σς, ὀ­λι­γό­πι­στοι ἄν­θρω­ποι;
Λοι­πὸν μν κα­τα­λη­φθεῖ­τε ἀ­πὸ τέ­τοι­α ἀ­γω­νί­α λέ­γον­τας: τί θ φᾶ­με, τί θ πι­οῦ­με τί θ ντυ­θοῦ­με; Αὐ­τὰ οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες ἄν­θρω­ποι τ ἐ­πι­δι­ώ­κουν. Δν ται­ριά­ζει αὐ­τὴ ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ σ σς. Δι­ό­τι γνω­ρί­ζει ὁ Οὐ­ρά­νιος Πα­τέ­ρας σας ὅ­τι σς χρει­ά­ζον­ται ὅ­λα αὐ­τά. Ἀλ­λὰ ν στρέ­ψε­τε ὅ­λο τ ἐν­δι­α­φέ­ρον σας πρω­τί­στως στ Βα­σι­λεί­α το Θε­οῦ καὶ στ τί πρέ­πει ν κά­νε­τε γι ν τν ἀ­πο­κτή­σε­τε, καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τ οὐ­ρά­νια θ σς τ δώ­σει ὁ Θε­ὸς μα­ζὶ μ τ ἀ­ναγ­καῖ­α ἐ­πί­γεια.
«ΖΗΤΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΝ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ». Αὐ­τὸ εἶ­ναι τ τε­λι­κὸ συμ­πέ­ρα­σμα τν λό­γων το Κυ­ρί­ου μας. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι αὐ­τό, ἀ­πὸ τ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­μέ­νει ὁ Κύ­ριος ν ἀ­παλ­λα­γοῦ­με, δν εἶ­ναι ἡ ἁ­πλῆ φρον­τί­δα κα ἐρ­γα­σί­α, τ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι χρέ­ος ὅ­λων μας, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­γω­νι­ώ­δης μέ­ρι­μνα ποὺ βα­σα­νί­ζει τν ψυ­χή, τν πνί­γει, δν τν ἀ­φή­νει ν ἀ­να­πνεύ­σει.
Καὶ τί εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἀ­γω­νι­ώ­δης μέ­ρι­μνα; Εἶ­ναι αὐ­τὸ τ πε­ρί­φη­μο ἄγ­χος τς ἐ­πο­χῆς μας, ποὺ με­τα­τρέ­πε­ται σ ἀγ­χό­νη (κρε­μά­λα) τς ψυ­χῆς. Ἀγ­χό­νη πράγ­μα­τι. Σφίγ­γει ἀ­σφυ­κτι­κὰ τν ἄν­θρω­πο, τν πνί­γει, τν ὁ­δη­γεῖ σ ἀ­πελ­πι­σί­α. Τί θ κά­νω; Πς θ τ βγά­λω πέ­ρα; Πς θ με­γα­λώ­σω τ παι­διά μου; Πς θ τ σπου­δά­σω; Πς θ τ ἀ­πο­κα­τα­στή­σω; Ἐ­ρω­τή­μα­τα τυ­ραν­νι­κά, ποὺ βα­σα­νί­ζουν πλή­θη ἀν­θρώ­πων καὶ συ­χνὰ τοὺς βυ­θί­ζουν σ ἀ­πό­γνω­ση.
Τί ἔ­χει συμ­βεῖ ἐ­δῶ; Εἶ­ναι φα­νε­ρό. Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει ὑ­πο­δου­λω­θεῖ στν μα­μω­νά, ἔ­χει ἐγ­κλω­βι­σθεῖ στ σχῆ­μα το πα­ρόν­τος κό­σμου. Κα­τὰ συ­νέ­πεια ἔ­χει λη­σμό­νη­σει τν Θε­ό, δν πο­θεῖ τν ἀ­λη­θι­νή του πα­τρί­δα. Ἔ­χει δώ­σει στ δευ­τε­ρεύ­ον­τα τν πρώ­τη θέ­ση καὶ στ πρῶ­τα τ δεύ­τε­ρη τν τε­λευ­ταί­α. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὅ­λη του ἡ ἀ­γω­νί­α καἀ­γώ­νας του ὅ­λος εἶ­ναι τὸ πς θ ἀ­πο­κτή­σει αὐ­τὰ τ πράγ­μα­τα. Ξε­νύ­χτια, τρε­χά­μα­τα, σχέ­δια ἐ­πὶ σχε­δί­ων, νύ­χτα καὶ μέ­ρα ὁ νος του στρι­φο­γυ­ρί­ζει δια­ρκῶς σ᾿ αὐ­τά, μ᾿ αὐ­τὰ ἀ­πα­σχο­λεῖ­ται μό­νον.
Τ ἀ­πο­τέ­λε­σμα; Ν εἶ­ναι δυ­στυ­χὴς κυ­νη­γών­τας δια­ρκῶς ἕ­να ἄ­πια­στο ὄ­νει­ρο. Δι­ό­τι ὁ ἄν­θρω­πος, πλα­σμέ­νος γι τ ἄ­πει­ρο κα τ αἰ­ώ­νιο, πο­τὲ δν μπο­ρεῖ ν εὐ­τυ­χή­σει ἐ­πί τῆς γῆς, ὅ­σα κι ν ἀ­ποκτή­σει. Δυ­στυ­χὴς κα ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τος μέ­νει, ὢς τν ὥ­ρα ποὺ – ἐ­νῶ δν τ πε­ρι­μέ­νει – χτυ­πά­ει ὁ συ­να­γερ­μὸς γι τν ὁ­ρι­στι­κὴ «ἐκ­κέ­νω­ση τοῦ κτη­ρί­ου» κατ με­γά­λη ἀ­να­χώ­ρη­ση! Κα τό­τε; Τό­τε δι­α­πι­στώ­νει πὼς τ ἔ­χει χά­σει ὅ­λα. Κα τ πρό­σκαι­ρα, τ ὁ­ποῖ­α εἶ­χε ἀ­πο­λυ­το­ποι­ή­σει, κα τ αἰ­ώ­νια, ποὺ εἶ­χε λη­σμο­νή­σει.
Λοι­πόν, ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή, ποὺ ὑ­πο­δει­κνύ­ει ὁ Κύ­ριος: «Ζη­τεῖ­τε πρῶ­τον τν Βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ». Πρῶ­τα ἀπ᾿ ὅ­λα, πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ν ἐ­πι­ζη­τοῦ­με τ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τὴ ν εἶ­ναι τ ὑ­πέρ­τα­το ὅ­ρα­μα τς ζω­ῆς μας. Ὅ­λες οἱ σκέ­ψεις μας, τ σχέ­διά μας, οἱ με­γά­λοι μας κό­ποι ν ἀ­πο­βλέ­πουν σ᾿ αὐ­τό, στ πς θ ἀ­πο­κτή­σου­με τ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ μας. Κα τό­τε ὅ­λα τ ἀ­ναγ­καῖ­α ἐ­πί­γεια θ μς τ χα­ρί­ζει ὁ Κύ­ριος. Μέ­σα στ θαῦ­μα θ κυ­λᾶ ἡ ζω­ή μας.  Ὣς ὅ­του τ μά­τια μας ἀ­νοί­ξουν στν αἰ­ώ­νια Ἄ­νοι­ξη!
     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)