ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄
ΛΟΥΚΑ
(26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2023)
ΕΩΘΙΝΟΝ Γ΄
Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωΐ πρώτῃ Σαββάτου ἐφάνη πρῶτον
Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ' ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε
τοῖς μετ' αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι. Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ
καὶ ἐθεάθη ὑπ' αὐτῆς ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη
ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις, εἰς ἀγρόν. Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς
λοιποῖς, οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. Ὕστερον, ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη,
καὶ ὠνείδισε τήν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον,
οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ
εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς, σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας,
κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί
μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἀροῦσι, κἂν θανάσιμόν
τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει, ἐπὶ ἀῤῥώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν.
Ὁ μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἐκάθισεν
ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου
συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.
(Μᾶρκ. ιϚ΄[16] 9 – 20)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
(Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
9 Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς
τὸ πρωὶ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, ἐμφανίστηκε πρῶτα στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή,
ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτὰ δαιμόνια. 10 Ἐκείνη πῆγε καὶ τὸ ἀνήγγειλε αὐτὸ στοὺς
μαθητὲς ποὺ ἦταν πρωτύτερα μαζί του καὶ τώρα πενθοῦσαν κι ἔκλαιγαν γιὰ τὸ
θάνατο τοῦ διδασκάλου τους. 11
Ἀλλὰ ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ζεῖ καὶ ὅτι αὐτὴ τὸν εἶδε, δὲν πίστεψαν στὰ
λόγια της.
12 Καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτά, ἐμφανίστηκε
μὲ ἄλλη μορφή, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε προτοῦ σταυρωθεῖ, σὲ δύο ἀπ᾿ αὐτούς,
καθὼς βάδιζαν καὶ πήγαιναν σὲ κάποιο χωράφι. 13 Κι ἐκεῖνοι πῆγαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν
αὐτὸ στοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους. Ἀλλὰ οὔτε σὲ κείνους πίστεψαν. 14 Ὕστερα ἐμφανίστηκε στοὺς ἕντεκα
μαθητές, ὅταν αὐτοὶ εἶχαν καθίσει νὰ δειπνήσουν. Καὶ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὴν ὁλιγοπιστία
τους καὶ γιὰ τὴ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους, διότι δὲν πίστεψαν σ᾿ ἐκείνους ποὺ
τὸν εἶδαν ἀναστημένο. 15 Ἔπειτα τοὺς εἶπε: Νὰ πᾶτε σ᾿ ὅλη τὴν
οἰκουμένη καὶ νὰ κηρύξετε τὸ εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ λογικὴ κτίση, σ᾿ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.
16 Ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιστέψει
στὸ κήρυγμά σας καὶ θὰ βαπτισθεῖ, θὰ σωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν θὰ πιστέψει, θὰ
καταδικασθεῖ. 17 Καὶ σ᾿ ἐκείνους
ποὺ θὰ πιστέψουν, θὰ ἀκολουθήσουν αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικὰ σημάδια, ποὺ θὰ ἀποδεικνύουν
τὴ θεία χάρη ποὺ θὰ ἐνεργεῖ μέσα ἀπ᾿ τοὺς κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀλήθεια
τῆς πίστεώς τους. Αὐτοὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός μου θὰ βγάζουν δαιμόνια ἀπ᾿
τοὺς ἀνθρώπους, θὰ μιλοῦν ξένες γλῶσσες ποὺ θὰ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς νέες κι ἄγνωστες
μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη, 18
θὰ πιάνουν στὰ χέρια τους φίδια φαρμακερά, χωρὶς νὰ παθαίνουν τίποτε ἀπ᾿ τὰ
δαγκώματά τους· κι ἂν ἀκόμη πιοῦν δηλητήριο ποὺ φέρνει θάνατο, δὲν θὰ πάθουν
τίποτε· θὰ βάζουν τὰ χέρια τους πάνω σὲ ἀρρώστους, κι ἐκεῖνοι θὰ γίνονται καλά.
19 Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Κύριος τοὺς
μίλησε ἐπανειλημμένα καὶ τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων κι αὐτά, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ
καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός. 20 Κι ἐκεῖνοι βγῆκαν καὶ περιδιάβηκαν
τὴν οἰκουμένη, καὶ κήρυξαν τὸ εὐαγγέλιο σὲ κάθε μέρος. Κι ὁ Κύριος ἦταν
συνεργός τους καὶ ἐπιβεβαίωνε τὸ λόγο τοῦ κὴρύγματός τους μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπακολουθοῦσαν
στὸ κήρυγμά τους. Ἀμήν.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΚΕ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)
Ἀδελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ ἀξίως
περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε, μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πραΰτητος,
μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα
τοῦ πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης· ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα, καθὼς καὶ
ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα·
εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν ὑμῖν. Ἑνὶ
δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ.
(Ἐφεσ. δ΄[4] 1-7)
ΑΞΙΟΙ ΤΗΣ ΚΛΗΣΕΩΣ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ «Παρακαλῶ ὑμᾶς … ἀξίως
περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε»
Φυλακισμένος ὁ ἀπόστολος Παῦλος στη Ρώμη, γράφει μὲ πόνο στοὺς Ἐφεσίους Χριστιανούς: Σας παρακαλῶ, ἀδελφοί, ἐγὼ ποὺ
εἶμαι φυλακισμένος γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, νὰ πολιτευθεῖτε μὲ τρόπο ἄξιο τῆς ὑψηλῆς κλήσεως, στὴν ὁποία σᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεός. Ἂς δοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς τὴ σημασία τῆς ὑψηλῆς μας κλήσεως καὶ πῶς θὰ περιπατήσουμε ἀξίως τῆς κλήσεως
αὐτῆς.
1. Η
ΚΛΗΣΗ ΜΑΣ
Ποιά εἶναι ἡ κλήση μας; Σὲ τί μᾶς καλεῖ ὁ Θεός; Μήπως σὲ κάποια ἐγκόσμια τιμὴ καὶ ἀξία; Μήπως σὲ κάτι πρόσκαιρο
καὶ παροδικό; Μᾶς καλεῖ σ᾿ ὅ,τι μεγαλύτερο ὑπάρχει καὶ μπορεῖ νὰ ἐπιθυμήσει ὁ ἄνθρωπος. Μᾶς καλεῖ νὰ
γίνουμε πολῖτες σε δύο βασίλεια, ἕνα ἐπίγειο
κι ἕνα οὐράνιο. Σ᾿ αὐτὴν τὴ ζωὴ μᾶς καλεῖ
στὸ βασίλειο τῆς Χάριτός του,
τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, καὶ στὴν ἄλλη ζωὴ στὸ βασίλειο τῆς δόξης του, τὸν Παράδεισο.
Μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε τέκνα φωτός, νὰ γίνουμε ἅγιοι. Νὰ ζοῦμε ὡς «συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ
οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. β' 19). Νὰ ζοῦμε ὡς ὑποψήφιοι πρίγκιπες γιὰ τὸ οὐράνιο βασίλειό
του· ὥστε μιὰ μέρα νὰ γίνουμε βασιλεῖς τοῦ οὐρανοῦ, νὰ συγκαθήσουμε στον θεϊκό του
θρόνο καὶ νὰ συμβασιλεύσουμε ὡς κατὰ χάριν θεοί.
Γιὰ τὸν σκοπό αὐτό μᾶς προσφέρει τὰ πάντα. Ἰδιαιτέρως ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες μᾶς ἔχει ἀσυλλήπτως
εὐεργετήσει. Μᾶς ξεχώρισε ἀνάμεσα σὲ δισεκατομμύρια ἀνθρώπους καὶ μᾶς ἀξίωσε νὰ γεννηθοῦμε ἀπὸ γονεῖς Ὀρθοδόξους· νὰ βαπτισθοῦμε ἀπὸ
νηπιακῆς ἡλικίας καὶ ὡς Χριστιανοὶ νὰ φέρουμε τὸ ἔνδοξο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας νὰ
ἀπολαμβάνουμε τόσες δωρεές μέσα στὴν Ἐκκλησία του. Ἔχουμε βαρειὰ καὶ ἱερὴ κληρονομιά.
Ἔχουμε στα χέρια μας τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο γραμμένο στὴ γλῶσσα μας. Γεννηθήκαμε στη
χώρα ποὺ διάβηκαν καὶ ὤργωσαν πνευματικὰ ἅγιοι Ἀπόστολοι. Μιὰ χώρα
στὴν ὁποία ἐγράφη ἡ «Ἀποκάλυψις» καὶ πολλὲς Ἐπιστολές· ποὺ ἀνέδειξε ἑκατομμύρια
ἁγίων, μαρτύρων, ὁσίων. Στὴν πατρίδα μας οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, οἱ θεολόγοι Πατέρες.
Σὲ κάθε βῆμα, ἱερὰ προσκυνήματα, ἱερὰ λείψανα ἁγίων, θαυματουργές εἰκόνες. Σὲ κάθε μας ἀνάσα ἡ εὐωδία
τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο ὁ καθένας ἔχει βεβαιωμένα τὰ
σημάδια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς κάλεσε μὲ γεγονότα θαυμαστὰ καὶ ἱερὰ στὸν δρόμο
τῆς γνώσεως τοῦ θελήματός του καὶ στὴν ἐμπειρία τῆς Χάριτός του.
2. ΑΞΙΩΣ
ΤΗΣ ΚΛΗΣΕΩΣ
Πῶς λοιπὸν θὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴν ὑψηλὴ αὐτὴ κλῆση τοῦ Θεοῦ; Στὸ σημεῖο αὐτὸ
θὰ πρέπει πολὺ νὰ προσέξουμε. Διότι κι ἄλλος λαὸς εἶχε τιμηθεῖ πολὺ ἀπὸ τὸν Θεὸ κι ὅμως
περιφρόνησε τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ: ὁ λαὸς τῶν Ἰουδαίων. Ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ
Θεοῦ, τὰ τέκνα τοῦ Ἀβραάμ, ἐνῶ εὐλογήθηκαν τόσο πολὺ ἀπὸ τὸν Θεό, κατήντησαν προφητοκτόνοι
καὶ θεοκτόνοι, ἐπισύροντες ἐπάνω τους μόνοι τους τὴν κατάρα γιὰ τὸ αἷμα τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ. Ἡ ἀχαριστία τους αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ προβληματίσει πολὺ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες.
Διότι κι ἐμεῖς εὐεργετηθήκαμε πολὺ ἀπὸ τὸν Θεό.
Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ
ἐκτιμήσουμε τὴν τιμὴ ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ Θεός. Ἀλλὰ καὶ νὰ συναισθανθοῦμε τὴν εὐθύνη
μας ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τοὺς γύρω μας. Καὶ μὲ ἐνθουσιασμό, ζῆλο καὶ διάθεση ἁγία νὰ ἀνταποκριθοῦμε
στὴν κλῆση μας. Ἐφ᾿ ὅσον εἴμαστε Χριστιανοὶ
καὶ κληθήκαμε γιὰ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρέπει τὴν Βασιλεία αὐτὴ νὰ σκεπτόμαστε καὶ νὰ συμπεριφερόμαστε ὡς κληρονόμοι της. Νὰ μὴ κολλᾶ ἡ καρδιά μας στὴ γῆ, οὔτε νὰ σαγηνεύεται ἀπὸ ὑλικὰ ἀγαθά,
τιμὲς καὶ δόξες ἐγκόσμιες. Διότι κινδυνεύουμε ἔτσι νὰ χάσουμε τὴν κλήση μας.
Γι᾿ αὐτὸ μᾶς λέγει ὁ θεῖος
Παῦλος: «Ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθης» (Α' Τιμ. Ϛ'[6] 12). Πιάσε καλὰ καὶ κράτησε σφικτά τὴν αἰώνιο ζωή,
στὴν ὁποία ἐκλήθης. Πρόσεξε, γιατί μπορεῖ νὰ τὴν χάσεις μέσα ἀπὸ τὰ χέρια σου. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦμε σκληρά, νὰ ἁρπάξουμε
τὴν κλῆση μας γερὰ στὰ χέρια μας.
Αὐτὸ πρακτικότερα σημαίνει σὲ κάθε μας συναναστροφή,
σὲ κάθε μας ἔργο να σκεφτόμαστε καλὰ τὴν ὑπόθεση τῆς σωτηρίας μας καὶ νὰ ζοῦμε ὅπως πρέπει σὲ παιδιὰ
τοῦ Θεοῦ. Ἡ νοοτροπία μας, οἱ ἐσωτερικές μας διαθέσεις, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ συμπεριφορὰ
καὶ διαγωγή μας πρέπει νὰ ἀνταποκρίνονται στὴν κλῆση αὐτή. Νὰ ζοῦμε ὅπως ταιριάζει σὲ πρόσωπα ποὺ πρόκειται νὰ γίνουν βασιλεῖς
τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ νὰ στολίζουμε καθημερινὰ τὴν ψυχή μας μὲ τὶς ἀρετὲς τοῦ Χριστοῦ.
Νὰ γινόμαστε πνευματέμφοροι, οὐράνιοι ἄνθρωποι, ἁγιασμένοι.
Ἀδελφοί, σὲ λίγο ἴσως καιρό, ἴσως καὶ σήμερα, θὰ κληθοῦμε στοὺς
οὐρανούς, γιὰ νὰ ἐγκατασταθοῦμε στὴ βασιλεία ποὺ μᾶς ἑτοίμασε ὁ Θεός. Ζοῦμε ἆραγε
ἀξίως τῆς κλήσεώς μας, ὥστε νὰ εἰσέλθουμε σ᾿ αὐτήν;
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ
τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ
καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ, πειράζων αὐτὸν, καὶ
λέγων· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; Εἶπε
δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς, ὁ Θεός.
Τὰς ἐντολὰς οἶδας· Μὴ μοιχεύσῃς· μὴ φονεύσῃς· μὴ κλέψῃς· μὴ ψευδομαρτυρήσῃς·
τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. Ὁ δὲ εἶπε· Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην
ἐκ νεότητός μου. Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἔτι ἕν σοι
λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν
ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. Ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος
ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς περίλυπον
γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται
εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! Εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς
ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.
Εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· Καὶ τίς δύναται σωθῆναι; Ὁ δὲ εἶπε· Τὰ ἀδύνατα
παρὰ ἀνθρώποις, δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.
(Λουκ. ιη΄[18] 18 – 27)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο
τόν καιρό κάποιος ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς
ρώτησε τόν Ἰησοῦ τὸ ἑξῆς: Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω
τὴν αἰώνια ζωή; Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς: Ἀφοῦ ἀπευθύνεσαι σὲ μένα
νομίζοντας ὅτι εἶμαι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, γιατί μὲ ὀνομάζεις ἀγαθό;
Κανεὶς δὲν εἶναι ἀπὸ μόνος του ἀπολύτως ἀγαθὸς παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός.
Γνωρίζεις τὶς ἐντολές: Νὰ μὴ μοιχεύσεις, νὰ μὴ σκοτώσεις, νὰ μὴν κλέψεις,
νὰ μὴν ψευδομαρτυρήσεις, νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου.
Κι ἐκεῖνος εἶπε: Ὅλα αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία. Ὅταν
λοιπὸν ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, τοῦ εἶπε: Ἕνα ἀκόμη σοῦ λείπει.
Πούλησε ὅλα ὅσα ἔχεις καὶ μοίρασέ τα στοὺς φτωχούς, καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ
στὸν οὐρανό, καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις ὡς μαθητής μου, ὑπακούοντας
πάντοτε σὲ ὅσα θὰ σὲ διδάσκει τὸ παράδειγμά μου καὶ ἡ διδασκαλία
μου. Αὐτὸς ὅμως ὅταν ἄκουσε τὰ λόγια αὐτά, λυπήθηκε πάρα πολὺ· διότι
ἦταν πάμπλουτος καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀποχωρισθεῖ τὰ πλούτη του. Ὅταν λοιπὸν
ὁ Ἰησοῦς τὸν εἶδε τόσο πολὺ στενοχωρημένο, εἶπε: Πόσο δύσκολα θὰ
μποῦν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ αὐτοὶ πού ἔχουν τὰ χρήματα! Πράγματι, πολὺ
δύσκολα. Διότι εἶναι εὐκολότερο μία καμήλα νὰ περάσει ἀπὸ τὴ μικρὴ
τρύπα πού ἀνοίγει ἡ βελόνα, παρὰ νὰ μπεῖ ἕνας πλούσιος στὴ βασιλεία
τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι πού τὰ ἄκουσαν αὐτὰ εἶπαν τότε: Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ
σωθεῖ, ἀφοῦ εἶναι τόσο πολὺ δύσκολο, σχεδὸν ἀδύνατο, νὰ σωθοῦν οἱ
πλούσιοι, στοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔδωσε τὰ ἐπίγεια ἀγαθά του; Τότε ὁ Κύριος
τούς ἀπάντησε: Ἐκεῖνα πού εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνουν μὲ τὴν ἀσθενικὴ
δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κατορθωτὰ καὶ δυνατὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη
τοῦ Θεοῦ. Διότι μόνον ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ λύσει τὰ δεσμὰ τῆς καρδιᾶς κάθε
καλοπροαίρετου πλουσίου πρὸς τὸ χρῆμα καὶ νὰ τὸν καταστήσει ἄξιο
τῆς σωτηρίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου