Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ   

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ

(29 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2024)


ΕΩΘΙΝΟΝ Γ΄

Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωΐ πρώτῃ Σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ' ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ' αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι. Κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ' αὐτῆς ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις, εἰς ἀγρόν. Κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς, οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. Ὕστερον, ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε τήν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον, οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς΄ Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς, σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας, κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἀροῦσι, κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει, ἐπὶ ἀῤῥώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν. Ὁ μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.

(Μᾶρκ. ιϚ΄[16]  9 – 20)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

9 Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς τὸ πρωὶ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, ἐμφανίστηκε πρῶτα στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτὰ δαιμόνια.  10 Ἐκείνη πῆγε καὶ τὸ ἀνήγγειλε αὐτὸ στοὺς μαθητὲς ποὺ ἦταν πρωτύτερα μαζί του καὶ τώρα πενθοῦσαν κι ἔκλαιγαν γιὰ τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου τους.  11 Ἀλλὰ ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ζεῖ καὶ ὅτι αὐτὴ τὸν εἶδε, δὲν πίστεψαν στὰ λόγια της.
 12 Καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτά, ἐμφανίστηκε μὲ ἄλλη μορφή, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε προτοῦ σταυρωθεῖ, σὲ δύο ἀπ᾿ αὐτούς, καθὼς βάδιζαν καὶ πήγαιναν σὲ κάποιο χωράφι.  13 Κι ἐκεῖνοι πῆγαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν αὐτὸ στοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους. Ἀλλὰ οὔτε σὲ κείνους πίστεψαν.  14 Ὕστερα ἐμφανίστηκε στοὺς ἕντεκα μαθητές, ὅταν αὐτοὶ εἶχαν καθίσει νὰ δειπνήσουν. Καὶ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὴν ὁλιγοπιστία τους καὶ γιὰ τὴ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους, διότι δὲν πίστεψαν σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὸν εἶδαν ἀναστημένο.   15 Ἔπειτα τοὺς εἶπε: Νὰ πᾶτε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη καὶ νὰ κηρύξετε τὸ εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ λογικὴ κτίση, σ᾿ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.  16 Ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιστέψει στὸ κήρυγμά σας καὶ θὰ βαπτισθεῖ, θὰ σωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν θὰ πιστέψει, θὰ καταδικασθεῖ.  17 Καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ πιστέψουν, θὰ ἀκολουθήσουν αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικὰ σημάδια, ποὺ θὰ ἀποδεικνύουν τὴ θεία χάρη ποὺ θὰ ἐνεργεῖ μέσα ἀπ᾿ τοὺς κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς τους. Αὐτοὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός μου θὰ βγάζουν δαιμόνια ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ μιλοῦν ξένες γλῶσσες ποὺ θὰ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς νέες κι ἄγνωστες μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη,  18 θὰ πιάνουν στὰ χέρια τους φίδια φαρμακερά, χωρὶς νὰ παθαίνουν τίποτε ἀπ᾿ τὰ δαγκώματά τους· κι ἂν ἀκόμη πιοῦν δηλητήριο ποὺ φέρνει θάνατο, δὲν θὰ πάθουν τίποτε· θὰ βάζουν τὰ χέρια τους πάνω σὲ ἀρρώστους, κι ἐκεῖνοι θὰ γίνονται καλά.  19 Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Κύριος τοὺς μίλησε ἐπανειλημμένα καὶ τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων κι αὐτά, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός.  20 Κι ἐκεῖνοι βγῆκαν καὶ περιδιάβηκαν τὴν οἰκουμένη, καὶ κήρυξαν τὸ εὐαγγέλιο σὲ κάθε μέρος. Κι ὁ Κύριος ἦταν συνεργός τους καὶ ἐπιβεβαίωνε τὸ λόγο τοῦ κὴρύγματός τους μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπακολουθοῦσαν στὸ κήρυγμά τους. Ἀμήν.

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΙΔ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)

Ἀδελφοί, ὁ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρρα­βῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε. Ἔκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγρα­ψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύ­ων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλ­λὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑ­μᾶς.

                                (Β΄ Κορινθ. α΄ [1] 21 – β΄ [2] 4)

 

ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΛΥΠΗ

1. Αἰτία χαρᾶς

Δὲν ἔζησε μόνο εὐχάριστες στιγμὲς ὁ ἀπό­στολος Παῦλος, ἀλλὰ καὶ δυσάρεστες. Ἡ ἱεραποστολική του διακονία τὸν γέμιζε μὲ πολλὴ χαρά, κάποτε ὅμως παρουσιάζονταν καὶ ἀφορ­μὲς μεγάλης λύπης. Οἱ συχνὲς ἐναλ­λαγὲς αὐτῶν τῶν ἔντονων συναισθημάτων ἀποτυπώνονται καὶ στὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπή.

Ὁ Ἀπόστολος γράφει πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου ὑπογραμμίζοντας ἀρχικὰ τὸ αἴσθημα ἀσφαλείας καὶ βεβαιότητας, ποὺ συνέχει κάθε πιστὸ Χριστιανό:

Ἀδελφοί μου, λέγει, αὐτὸς ποὺ δίνει καὶ σὲ μᾶς καὶ σὲ σᾶς τὴ βεβαιότητα γιὰ τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ μᾶς στηρίζει, ὥστε νὰ μένουμε πιστοὶ στὸν Χριστό, καὶ μᾶς ἔχρισε μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ὁ Θεός. Αὐτὸς εἶναι ποὺ μᾶς ἔκαμε καὶ ἐπίσημα δικούς Του, καθὼς μᾶς σφράγισε κι ἔβαλε μέσα στὶς καρδιές μας «τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος».
    Ὅσον ἀφορᾶ τώρα στὸ θέμα τῆς μεταβάσεώς μου στὴν πόλη σας, ὁ καρδιογνώστης Κύριος, ποὺ βλέπει τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, εἶναι μάρτυρας: Σᾶς λυπήθηκα καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦλθα ἀκόμη κοντά σας· διότι, ἂν ἐρχόμουν, θὰ ἔπρεπε νὰ σᾶς ἐπιπλήξω αὐστηρὰ γιὰ τὶς παρεκ­τροπὲς ποὺ συνέβησαν.Τὸ ὅτι κάποτε εἶμαι αὐστηρὸς μαζί σας δὲν ση­­μαίνει ὅτι σᾶς ἐξουσιάζω ὡς δούλους. Ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι δὲν θέλουμε νὰ σᾶς κρατοῦμε ἀ­­ναγκαστικὰ στὴν ὀρθὴ πίστη. Δὲν σᾶς θεωροῦ­με δούλους μας ἀλλὰ συνεργάτες: «συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν»· θέλουμε νὰ συνεργαζόμαστε μαζί σας γιὰ νὰ αὐξάνει ἡ χαρά σας. Διότι ἔχετε στερεωθεῖ καλὰ στὴν πίστη.

Αὐτὸ εἶναι τὸ πᾶν γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο: Νὰ εἴμαστε στερεωμένοι στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Νὰ ἔχουμε τὴ βε­βαιότητα ὅτι πιστεύουμε στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ νὰ δεχόμαστε μὲ εὐγνωμοσύνη τὶς ἀνεξάντλητες δωρεὲς ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ ἄπειρη ἀγάπη Του. Αὐτὸ εἶναι ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο πραγματικὰ χαρούμενο κι εὐτυχισμένο: ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεό.

Αὐτὴ τὴν κοινωνία μπορεῖ νὰ προγευθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἤδη ἀπ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ βαπτίζεται Χριστιανὸς καὶ λαμβάνει τὸ ἅγιο Χρίσμα, ἀπολαμβάνει αὐτὴ τὴν κοινωνία. Κι ὅσο ἀγωνίζεται νὰ ζεῖ μὲ καρδιὰ καθαρὴ καὶ φρόνημα ταπεινό, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ μεταδίδει φωτισμό, ἐνίσχυση, δύναμη, ζωή. Αὐτὰ τὰ θεϊκὰ δῶρα εἶναι ὁ «ἀρραβὼν τοῦ Πνεύματος», ἡ ἐγγύηση δηλαδὴ γιὰ τὰ ἀσυγκρίτως ἀνώτερα ἀγαθὰ ποὺ πρό­κειται νὰ ἀπολαύσει ὁ πιστὸς στὴν αἰωνιότητα. Διότι ἐκεῖ πλέον θὰ ἀτενίζει τὸ ὑπέρλαμπρο καὶ ἀνέσπερο φῶς, θὰ ἀπολαμβάνει αἰώνια χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, θὰ μετέχει στὴν ἄφθαρτη καὶ αἰώνια ζωή.

Πῶς νὰ μὴ χαίρεται λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀξιώνεται τόσων μεγάλων δωρεῶν; Πῶς νὰ μὴν εἶναι εὐτυχισμένος ὁ Χριστιανὸς ποὺ βαδίζει σταθερὰ μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ;

Αὐτὴ τὴ χαρὰ ἤθελε νὰ μοιράζεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τοὺς ἀδελφούς του: Νὰ τοὺς βλέπει σταθεροὺς στὴν πίστη καὶ νὰ χαίρονται ὅλοι μαζὶ τὴν πνευματική τους πρόοδο. Δυστυχῶς ὅμως, κάποτε τὴ χαρὰ τὴν ἐπισκίαζε ἡ λύπη. Αὐτὸ συνέβαινε, ὅταν κάποιοι Χριστιανοὶ παρεκτρέπονταν, γεγονὸς ποὺ στενοχωροῦσε τὸν ἅγιο Ἀπόστολο. Αὐτὸ ἐξηγεῖ στὴ συνέχεια:

2. Λύπη σωτήρια

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔμαθα γιὰ τὶς πα­ρεκτροπὲς κάποιων ἀπὸ σᾶς, σκέφθηκα ὅ­­τι θὰ ἦταν καλύτερο νὰ μὴν ἔλθω κοντά σας, γιατὶ αὐτὸ θὰ προκαλοῦσε λύπη σὲ ὅλους: καὶ σὲ μένα ποὺ θὰ ἔβλεπα αὐτὴ τὴν ἄσχημη κατάσταση καὶ σὲ σᾶς ποὺ θὰ δεχόσασταν τὶς αὐστηρὲς ἐπιπλήξεις μου. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει διαφορετικά. Ἐσεῖς μπορεῖ βέβαια νὰ λυπεῖσθε μὲ τὶς παρατηρήσεις μου, ἐγὼ ὅμως δὲν μπορῶ ἀλλιῶς νὰ ἀναπαυθῶ καὶ νὰ αἰσθανθῶ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, παρὰ μόνο ὅταν λυπηθεῖ πραγματικὰ αὐτὸς ποὺ ἁμάρτησε καὶ ὁδηγηθεῖ ἔτσι στὴ μετάνοια.

Αὐτὸ ἀκριβῶς σᾶς ἔγραψα σὲ προηγούμενη ἐπι­­­στο­λή μου, γιὰ νὰ διορθώσετε στὸ μεταξὺ τὶς ἀταξίες, ὥστε, ὅταν ἔλθω στὴν Κόρινθο, νὰ τὰ βρῶ ὅλα ἐντά­­ξει καὶ νὰ μὴ νιώσω λύπη ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔπρε­­πε νὰ μοῦ δώσουν χαρά. Ἄλλωστε αὐτὸ θὰ λυποῦσε κι ἐσᾶς. Ἐνῶ ἀντίθετα, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ χαρά μου εἶναι χαρὰ ὅλων σας.

Καὶ μὴ νομίσετε ὅτι γιὰ τοὺς ἐλέγχους ποὺ σᾶς ἔγρα­­ψα στὴν ἐπιστολή μου ἐκείνη, ἐγὼ δὲν ἔνιωσα λύπη. Σᾶς ἔγραψα μὲ πολλὴ θλίψη καὶ συνοχὴ καρδίας καὶ μὲ δάκρυα πολλά, ὄχι γιὰ νὰ λυπηθεῖτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ γνωρίσετε τὴν ὑπερβολικὴ ἀγάπη ποὺ ἔχω γιὰ σᾶς.

Εἶναι συγκινητικοὶ οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου. Αὐτὸς ὁ ἐνθουσιώδης διά­κο­νος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ φλογερὸς κήρυκας τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς, ὁμολογεῖ ὅτι πέρασε μεγάλη θλίψη καὶ στενοχώρια. Ὄχι γιὰ τοὺς διωγμοὺς καὶ τὰ μαρτύρια ποὺ ὑπέστη ὁ ἴδιος, οὔτε γιὰ τὶς ἀδικίες καὶ συκοφαντίες εἰς βάρος του, ἀλλὰ γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι κινδύνευε ἡ σωτηρία τῶν ἀδελφῶν του. Αὐτὸ θεωροῦσε ὡς τὴ μεγαλύτερη αἰτία θλίψεως: τὸ νὰ χάσει κάποιος τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Ἂς τὸ ἀκούσουμε κι ἐμεῖς αὐτό, ὥστε νὰ μὴ θεωροῦμε τίποτε περισσότερο δυσάρεστο ἀπὸ τὸ νὰ γίνουμε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας. Δὲν ὑπάρχει χειρότερο κακὸ ἀπὸ τὸ νὰ χάσουμε τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Ἂς μετανοήσουμε λοιπὸν εἰλικρινά. Ἂς λυπηθοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, διότι αὐτὴ εἶναι λύπη σωτήρια.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος. κα­θὼς θέ­λε­τε ἵ­να ποι­ῶ­σιν ὑ­μῖν οἱ ἄν­θρω­ποι, καὶ ὑ­μεῖς ποι­εῖ­τε αὐ­τοῖς ὁ­μο­ί­ως. καὶ εἰ ἀ­γα­πᾶ­τε τοὺς ἀ­γα­πῶν­τας ὑ­μᾶς, πο­ί­α ὑ­μῖν χά­ρις ἐ­στί; καὶ γὰρ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ τοὺς ἀ­γα­πῶν­τας αὐ­τοὺς ἀ­γα­πῶ­σι. καὶ ἐ­ὰν ἀ­γα­θο­ποι­ῆ­τε τοὺς ἀ­γα­θο­ποι­οῦν­τας ὑ­μᾶς, πο­ί­α ὑ­μῖν χά­ρις ἐ­στί; καὶ γὰρ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ τὸ αὐ­τὸ ποι­οῦ­σι. καὶ ἐ­ὰν δα­νε­ί­ζη­τε πα­ρ' ὧν ἐλ­πί­ζε­τε ἀ­πο­λα­βεῖν, πο­ί­α ὑ­μῖν χά­ρις ἐ­στί; καὶ γὰρ ἁ­μαρ­τω­λοὶ ἁ­μαρ­τω­λοῖς δα­νε­ί­ζου­σιν ἵ­να ἀ­πο­λά­βω­σι τὰ ἴ­σα. πλὴν ἀ­γα­πᾶ­τε τοὺς ἐ­χθροὺς ὑ­μῶν καὶ ἀ­γα­θο­ποι­εῖ­τε καὶ δα­νε­ί­ζε­τε μη­δὲν ἀ­πελ­πί­ζον­τες, καὶ ἔ­σται ὁ μι­σθὸς ὑ­μῶν πο­λύς, καὶ ἔ­σε­σθε υἱ­οὶ ὑ­ψί­στου, ὅ­τι αὐ­τὸς χρη­στός ἐ­στιν ἐ­πὶ τοὺς ἀ­χα­ρί­στους καὶ πο­νη­ρο­ύς. Γίνεσθε οὖν οἰ­κτίρ­μο­νες κα­θὼς καὶ ὁ πα­τὴρ ὑ­μῶν οἰ­κτίρ­μων ἐ­στί.          

              (Λουκ. Στ΄ [6] 31 – 36)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Εἶπεν ὁ Κύριος, ὅ­πως θέ­λε­τε νὰ σᾶς συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται καὶ νὰ σᾶς κά­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σθε κι ἐσεῖς σ' αὐ­τοὺς καὶ νὰ τοὺς κά­νε­τε τὰ ἴ­δια. Δι­ό­τι ἐ­ὰν ἀ­γα­πᾶ­τε μό­νον ἐ­κεί­νους πού σᾶς ἀ­γα­ποῦν, ποι­ὰ εὔ­νοι­α καὶ ποι­ὰ ἀ­μοι­βὴ σᾶς ἀ­νή­κει ἀ­πὸ τὸν Θε­ό; Κα­μί­α. Δι­ό­τι καὶ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ ἀ­γα­ποῦν ἐ­κεί­νους πού τοὺς ἀ­γα­ποῦν. Κι ἂν κά­νε­τε τὸ κα­λὸ σ' ἐ­κεί­νους ποῦ σᾶς εὐ­ερ­γε­τοῦν, ποι­ὰ εὔ­νοι­α καὶ χά­ρη καὶ ἀν­τα­μοι­βὴ σᾶς ἀ­νή­κει ἀ­πὸ τὸν Θε­ό; Κα­μί­α. Δι­ό­τι καὶ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ τὸ ἴ­διο κά­νουν. Κι ἂν δα­νεί­ζε­τε σ' ἐ­κεί­νους ἀ­πό τους ὁ­ποί­ους ἐλ­πί­ζε­τε νὰ πά­ρε­τε πί­σω αὐ­τὰ πού δα­νεί­σα­τε, ποι­ὰ χά­ρη καὶ ἀν­τα­πό­δο­ση ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ σᾶς ἀ­νή­κει; Κα­μί­α. Δι­ό­τι καὶ οἱ ἁ­μαρ­τω­λοὶ δα­νεί­ζουν σὲ ἄλ­λους ἁ­μαρ­τω­λοὺς γιὰ νὰ πά­ρουν πί­σω ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πο­σὸ πού δά­νει­σαν ἢ καὶ σὲ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης νὰ πά­ρουν κι αὐ­τοὶ ἴ­σα ὀ­φέ­λη καὶ δά­νεια ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους στοὺς ὁ­ποί­ους δά­νει­σαν. Ἐ­σεῖς ὅ­μως νὰ ἀ­γα­πᾶ­τε τοὺς ἐ­χθρούς σας καί νά τοὺς εὐ­ερ­γε­τεῖ­τε καὶ νὰ τοὺς δα­νεί­ζε­τε χω­ρὶς νὰ ἐλπίζετε σέ κα­μί­α ἀν­τα­πό­δο­ση ἀ­π' αὐ­τούς. Καὶ θὰ εἶναι πολύς ὁ μι­σθός σας καὶ με­γά­λη ἡ ἀν­τα­μοι­βή σας ἀ­πὸ τόν Θε­ό. Καὶ θὰ εἶ­στε στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν κα­τὰ χάριν παιδιά τοῦ ὑψίστου Θε­οῦ, μὲ τὸν ὁποῖο θά μοιάζετε πνευ­μα­τι­κῶς. Δι­ό­τι κι αὐ­τὸς εἶ­ναι εὐ­ερ­γε­τι­κὸς καὶ ὠφέλιμος στοὺς ἀν­θρώ­πους πού δεί­χνουν ἀ­χα­ρι­στί­α στίς τό­σες εὐ­ερ­γε­σί­ες του καὶ πού δὲν ἔ­χουν κα­λὴ διάθεση καὶ προ­αί­ρε­ση ἀλλά εἶ­ναι πο­νη­ροί. Νὰ γί­νε­στε λοι­πὸν σπλα­χνι­κοὶ πρὸς τὸν συ­νάνθρωπό σας καὶ συμ­πο­νε­τι­κοὶ στὶς δυ­στυ­χί­ες του καὶ στίς ἀ­νάγ­κες του, ὅ­πως καὶ ὁ οὐ­ρά­νιος Πα­τέ­ρας σας εἶναι σπλα­χνι­κὸς σὲ ὅ­λους.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου