ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ
(31 ΜΑΪΟΥ 2026)
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ
Οὔσης ὀψίας
τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ
μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων , ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ
μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς, Εἰρήνη ὑμῖν. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας
καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τόν Κύριον. εἶπεν οὖν
αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν , Εἰρήνη ὑμῖν, καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω
ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς, Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον. ἄν τινων
ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφιένται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.
( Ἰωάν. κ΄[20] 19 – 23)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
19 Καί ἡ
μαρτυρία αὐτή τῆς Μαρίας ἐπιβεβαιώθηκε τήν ἴδια ἡμέρα. Διότι ὅταν βράδιασε τήν
ἡμέρα ἐκείνη, τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, κι ἐνῶ οἱ μαθητές ἦταν μαζεμένοι σ’ ἕνα
σπίτι καί εἶχαν τίς θύρες κλειστές ἐπειδή φοβοῦνταν τούς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων,
ἦλθε ὁ Ἰησοῦς καί στάθηκε στή μέση καί τούς εἶπε: Ἄς ἔλθει εἰρήνη σέ
σᾶς. 20 Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, τούς ἔδειξε τά χέρια του καί τήν
πλευρά του, γιά νά δοῦν τά σημάδια τῶν πληγῶν καί νά πεισθοῦν ὅτι αὐτός ἦταν ὁ
Διδάσκαλός τους πού σταυρώθηκε. Ἀφοῦ λοιπόν βεβαιώθηκαν γι’ αὐτό μέ τήν
ἐπίδειξη τῶν οὐλῶν του, χάρηκαν οἱ μαθητές πού εἶδαν τόν Κύριο. 21
Ὅταν λοιπόν οἱ μαθητές ἠρέμησαν κάπως ἀπό τήν πρώτη σφοδρή συγκίνηση πού
αἰσθάνθηκαν ἐξαιτίας τῆς μεγάλης τους χαρᾶς, τούς εἶπε πάλι ὁ Ἰησοῦς σέ σχέση
μέ τή μελλοντική τους τώρα κλήση καί ἀποστολή: Ἄς ἔλθει εἰρήνη σέ σᾶς. Ὅπως μέ
ἀπέστειλε ὁ Πατέρας μου γιά τό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι κι ἐγώ σᾶς
στέλνω νά συνεχίσετε τό ἴδιο ἔργο. 22 Κι ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό,
προκειμένου νά τούς μεταδώσει τήν πνοή τῆς νέας οὐράνιας ζωῆς ἐμφύσησε στά
πρόσωπά τους, ὅπως κάποτε ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ, καί τούς εἶπε: Λάβετε
Πνεῦμα Ἅγιον. 23 Σ’ ὅποιους συγχωρήσετε τίς ἁμαρτίες, θά τούς εἶναι
συγχωρημένες κι ἀπό τόν Θεό. Σ’ ὅποιους ὅμως τίς κρατᾶτε ἀσυγχώρητες, θά μείνουν
γιά πάντα κρατημένες.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες οἱ ἀπόστολοι ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι· καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι
ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ' ἕνα ἕκαστον αὐτῶν,
καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος
ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν· γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· Οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι,
Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;
(Πράξ. Ἀποστ. β΄[2] 1 – 11)
ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΕΠΙΔΗΜΙΑ
ΟΜΙΛΙΑ
ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ
1. Η
ΕΠΙΦΟΙΤΗΣΗ
Ἧταν
ἡ
μέρα τῆς
Πεντηκοστῆς,
ἐννέα
ἡ
ὥρᾳ περίπου τὸ πρωΐ, καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ μὲ μία καρδιὰ προσεύχονταν συναγμένοι στὸ ὑπερῶο
τῆς
Ἱερουσαλήμ.
Καί
ξαφνικά μιά
βοὴ
ἀκούσθηκε
νὰ
κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὰν βίαιος, ὁρμητικὸς ἄνεμος, καὶ γέμισε ὅλο τὸν τόπο ὅπου ἦταν οἱ Ἀπόστολοι κι οἱ ἄλλοι μαθητές.
Καὶ
εἶδαν
ὅλοι
μὲ
τὰ
μάτια τους γλῶσσες,
παρόμοιες μέ
τίς
γλῶσσες
τῆς
φωτιᾶς,
νὰ
κάθονται
στὸν
καθένα ἀπὸ αὐτούς.
Ἦταν
συγκλονιστικὴ
αὐτὴ ἡ στιγμή. «Ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου».
Γέμισε τὸ
ἐσωτερικό
τους μέ
Πνεῦμα
Ἅγιο
καὶ
ἄρχισαν
νὰ
μιλοῦν
ξένες γλῶσσες
καὶ
νὰ
ἀναπτύσσουν
διδασκαλίες θεόπνευστες.
ΗΤΑΝ
πραγματικὰ
ἐντυπωσιακό
αὐτὸ τὸ μυστήριο τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι δὲν ἀπέκτησαν ἁπλῶς τὴν ὑπερφυσική δύναμη
τοῦ
Ἁγίου
Πνεύματος, ἀλλὰ γέμισε τὸ ἐσωτερικό τους ἀπὸ τὴν παρουσία Του. Μέσα τους
πλέον σκήνωσε τό
τρίτο πρόσωπο τῆς
Ἁγίας
Τριάδος. Ἔγιναν
κατοικητήρια τοῦ
Ἁγίου
Πνεύματος, μ᾿ ἕνα
ὅμως
τρόπο ἰδιαίτερο,
ἔκτακτο.
Μόνον αὐτοὶ ἔγιναν ἀλάθητοι,
πάνσοφοι, πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου.
Ἡ
ἐπιφοίτηση
αὐτή
ἔγινε
μία φορά μέσα στὴν
ἱστορία
μὲ
τὸν
τρόπο αὐτό.
Ἀπὸ τότε τὸ θαῦμα αὐτό τῆς μεταδόσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπαναλαμβάνεται ἄπειρες φορὲς στὴν Ἐκκλησία μας, μὲ ἄλλο ὅμως
τρόπο καί
σκοπό. Ὁ
κάθε πιστός πλέον μπορεῖ
νά λάβει τὴ
Χάρη
τοῦ
Ἁγίου
Πνεύματος καὶ
νὰ
ἀποκτήσει
ἐπάνω
του ἀνεξίτηλη
τή
σφραγῖδα
τῶν
χαρισμάτων Του μὲ
τὸ
μυστήριο τοῦ
ἁγίου
Χρίσματος. Ἀλλὰ καὶ σ᾿
ὅλα
τὰ
μυστήρια τῆς
Ἐκκλησίας
μας αὐτὸ τὸ θαῦμα τῆς χάριτος καὶ ἐπενεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ζοῦμε οἱ πιστοί. Διότι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τελεσιουργεῖ ὅλα τὰ Μυστήρια, κι ἐμεῖς αἰσθανόμαστε τὶς πνευματικές ἀλλοιώσεις
ποὺ
ἐπιφέρει
στή
ζωή μας.
Ὅταν ἀνοίγουμε τήν
ψυχή μας στήν
πνοὴ
τοῦ
Ἁγίου
Πνεύματος, τότε Αὐτὸ πλέον μᾶς ἐμπνέει καὶ μᾶς καθοδηγεῖ. Μᾶς δίνει τή
Χάρη
Του, μιά
μυστικὴ
δύναμη,
ἡ
ὁποία
«τὰ
ἀσθενῆ θεραπεύει καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῖ». Μᾶς ὁδηγεῖ σὲ μετάνοια, σὲ νέα ζωή. Μᾶς μεταδίδει φωτισμό ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα χαρίσματα. Μᾶς μεταμορφώνει σὲ ἀνθρώπους ἀνώτερους,
πνευματικούς. Τίποτε πλέον ἁμαρτωλὸ δὲν μᾶς συγκινεῖ. Ἡ ζωή μας γεμίζει χαρά ἀνεκλάλητη. Ἂς ἀφήνουμε λοιπόν τή
ζωή μας νά
καθοδηγεῖται
ἀπὸ τὴν πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μ᾿
ὅλη
τὴ
δύναμή
μας νὰ
προσευχόμαστε:
Πατέρα Οὐράνιε,
«τὸ
Πνεῦμά
σου τὸ
Ἅγιον
μὴ
ἀντανέλης
(=ἀφαιρέσεις)
ἀφ
̓
ἡμῶν».
2. Η
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
Τὴν ἴδια ὥρα,
ἔξω
ἀπὸ τὸ ὑπερῶο συνάχθηκαν πλήθη Ἰουδαίων, ποὺ εἶχαν ἔρθει στὴν Ἱερουσαλήμ ἀπό διάφορα μέρη τῆς γῆς. Ὅλοι τους ἔμειναν ἔκπληκτοι, διότι δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν πῶς ὁ καθένας ἄκουε τοὺς μαθητές
νὰ
μιλοῦν
στὴν
τοπικὴ
γλῶσσα
του. Ἔμεναν
ὅλοι
ἐκστατικοὶ καὶ ἔλεγαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο:
–
Μὰ
ὅλοι
αὐτοὶ ποὺ μιλοῦν δὲν εἶναι Γαλιλαῖοι;
Πῶς
λοιπὸν
ὁ
καθένας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἀκοῦμε νὰ μιλοῦν στὴ γλῶσσα τοῦ τόπου μας; Ἄνθρωποι ἀπὸ τόσα μέρη τῆς γῆς, Πάρθοι, Μῆδοι καὶ Ἐλαμίτες,
ἄλλοι
ἀπὸ τὴ Μεσοποταμία, τὴν Ἰουδαία καὶ τὴν Καππαδοκία, τὸν Πόντο καί
τήν
Ἀσία,
τή
Φρυγία καὶ
τὴν
Παμφυλία, τὴν
Αἴγυπτο
καὶ
τὰ
μέρη τῆς
Λιβύης, ἀλλὰ καὶ Ρωμαῖοι, Κρῆτες καὶ Ἄραβες, πῶς ἀκοῦμε ὅλοι μας τοὺς Γαλιλαίους νὰ μᾶς κηρύττουν στὶς γλῶσσες μας τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;
ΕΙΝΑΙ
πραγματικὰ
«ἀκατάληπτο»
τὸ
θαῦμα!
Δὲν
μποροῦν
νὰ
τὸ
κατανοήσουν καὶ
αὐτοὶ οἱ αὐτόπτες μάρτυρες ποὺ συνέρρευσαν ἐκεῖ. Ἀποροῦν βλέποντας αὐτὴ τὴν ἐκπληκτικὴ δύναμη
τοῦ
Ἁγίου
Πνεύματος νὰ
ἐνεργεῖ
στοὺς
μαθητές
καὶ
νὰ
τοὺς
μεταμορφώνει. Πῶς
γέμισαν μὲ
τόσο θάρρος αὐτοὶ ποὺ μέχρι χθὲς κρύβονταν στά
κλειδαμπαρωμένα σπίτια τους; Πῶς
τώρα βγαίνουν ἄφοβοι
ἔξω
στούς
δρόμους καὶ
κηρύττουν Χριστό;
Μαζί
τους ἀποροῦμε κι ἐμεῖς: Πῶς ἐλάχιστοι, πάμπτωχοι, ἀδύναμοι, χωρίς κανένα ὑλικὸ ἐφόδιο, χωρίς σπουδές, γίνονται
οἱ
πάνσοφοι ἁλιεῖς τῆς οἰκουμένης καὶ δίνουν τά
πάντα γιὰ
τὴν
πίστη
τους; Πῶς
τρέχουν πλέον ἀτρόμητοι
στὰ
πέρατα τῆς
γῆς
καὶ
ἀλλάζουν
ὅλο
τὸν
κόσμο; Πῶς
μεταμορφώνεται ἡ
ἀνθρωπότητα;
Πῶς
ἄνθρωποι
πού
μέχρι τότε ἦταν
βυθισμένοι στὴν
ἁμαρτία
ἀναγεννῶνται, πῶς οἱ λύκοι γίνονται ἀρνιὰ καὶ οἱ ληστές ἅγιοι; Ἀλλὰ καὶ πῶς μιὰ Ἐκκλησία ἐπιβιώνει 2000 χρόνια, ὅταν ἔχουν πέσει ἐπάνω της τόσοι διῶκτες
καὶ
τὴν
ἔχουν
αἱματοκυλίσει
μὲ
ἑκατομμύρια
μαρτύρων;
Εἶναι πραγματικὰ ἕνα μυστήριο ποὺ κανεὶς ἱστορικὸς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξηγήσει λογικά. Ἐμεῖς ὅμως οἱ πιστοὶ ξέρουμε τὸ ὑπέρλογο μυστικό. Καὶ τὸ ψάλλουμε μὲ ἐνθουσιασμό: «Πάντα χορηγεῖ
τὸ
Πνεῦμα
τὸ
ἅγιον·
βρύει προφητείας, ἱερέας
τελειοῖ,
ἀγραμμάτους
σοφίαν ἐδίδαξεν...
ὅλον
συγκροτεῖ
τὸν
θεσμὸν
τῆς
Ἐκκλησίας· ὁμοούσιε
καὶ
ὁμόθρονε
τῷ
Πατρὶ
καὶ
τῷ
Υἱῷ,
Παράκλητε, δόξα σοι».
Ἅγιο Πνεῦμα, Σὺ ποὺ εἶσαι ὁμοούσιο καὶ ὁμόθρονο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ παρηγορεῖς τοὺς ἀνθρώπους, ἂς είσαι δοξασμένο.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος.
τοῦτο δὲ εἶπε
περὶ τοῦ Πνεύματος
οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης·
ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾿ αὐτόν.
τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ᾿ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὰς χεῖρας. Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; ἀπεκρίθησαν
οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; ἀλλ᾿ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι!
λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς,
ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ᾿ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται. Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.
(Ἰωάν.
ζ΄[7] 37 – 52, η΄[8] 12)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Τὴν τελευταία καὶ πιὸ ἐπίσημη ἡμέρα ἀπ᾿ ὅλες
τὶς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑορτῆς στάθηκε ὄρθιος ὁ Ἰησοῦς καὶ μὲ ζωηρὴ φωνὴ
εἶπε: Ἐὰν κανεὶς αἰσθάνεται πόθο
καὶ δίψα ὄχι γιὰ ἀγαθὰ ὑλικὰ καὶ φθαρτά, ἀλλά γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ γαλήνη
καὶ τὴ μακαριότητα τῆς θείας ζωῆς, ἂς ἔρχεται σὲ μένα μὲ πίστη καὶ
ἂς πίνει ἐλεύθερα. Κοντά μου θὰ ἱκανοποιηθοῦν ὅλοι οἱ εὐγενικοί
του πόθοι καὶ θὰ βρεῖ ἀνάπαυση ἡ ψυχή του. Ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς ἐκείνου
πού πιστεύει σὲ μένα, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια της Ἁγίας Γραφῆς, θὰ ἀναβλύζουν
ποτάμια νεροῦ πού θὰ εἶναι πάντα τρεχούμενο. Κι ἔτσι θὰ ποτίζεται ὄχι
μόνο ὁ ἴδιος, ἄλλα καὶ οἱ ἄλλοι πού θὰ ἔρχονται σὲ σχέση μ᾿ αὐτόν. Αὐτὰ τὰ λόγια τὰ εἶπε ὁ Κύριος γιὰ τὸ Ἅγιον
Πνεῦμα, πού θὰ ἀποκτοῦσαν μετὰ τὴν Ἀνάληψή του στοὺς οὐρανοὺς ὅσοι θὰ
πίστευαν σ' αὐτόν. Διότι πρωτύτερα εἶχαν βέβαια δοθεῖ χαρίσματα
προφητικὰ καὶ θαυματουργικὰ σὲ ἀνθρώπους δίκαιους καὶ προφῆτες, ἀλλά
ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἀναγεννᾶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς μεταδίδει
τὴ θεία καὶ μακαρία ζωὴ δὲν εἶχε δοθεῖ σὲ κανέναν. Καὶ δὲν εἶχε δοθεῖ ἡ
χάρις αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἀκόμη
δοξασθεῖ μὲ τὸ Πάθος του καὶ τὴν Ἀνάληψή του. Πολλοὶ λοιπὸν
ἀπὸ τὸν λαό, ὅταν ἄκουσαν τὰ λόγια αὐτὰ πού εἶπε ὁ Κύριος στὴ διάρκεια
τῆς ἑορτῆς, ἔλεγαν: Πράγματι αὐτὸς
εἶναι ὁ προφήτης πού μᾶς προανήγγειλε ὁ Μωυσῆς. Ἄλλοι ἔλεγαν: Αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας Χριστός. Ἄλλοι
ἔλεγαν: Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι
ὁ Μεσσίας· διότι μήπως ὁ Μεσσίας εἶναι νὰ ἔρθει ἀπὸ τὴ Γαλιλαία;
Δὲν εἶπε ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅτι ὁ Μεσσίας Χριστὸς θὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ γένος
τοῦ Δαβὶδ καὶ ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς Βηθλεέμ, ὅπου γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε
ὁ Δαβίδ; Προκλήθηκε λοιπὸν διαίρεση καὶ διαφωνία
μεταξύ του λαοῦ γι' αὐτόν. Μερικοὶ μάλιστα ἀπ’ αὐτοὺς ἤθελαν νὰ τὸν
συλλάβουν, ἀλλά κανεὶς δὲν τόλμησε ν' ἁπλώσει χέρι ἐπάνω του· διότι
μιὰ ἀόρατη δύναμη τοὺς συγκρατοῦσε καὶ τοὺς παρεμπόδιζε.
Ἐπειδὴ λοιπὸν κανεὶς
δὲν μποροῦσε νὰ τὸν συλλάβει, γύρισαν ἄπρακτοι οἱ ὑπηρέτες στοὺς ἀρχιερεῖς
καί τοὺς Φαρισαίους. Κι ἐκεῖνοι τοὺς ρώτησαν: Γιατί δέν τὸν φέρατε, ἀφοῦ καὶ δημοσίως ἐμφανίστηκε καὶ
πολλοί ἀπ' τὸ πλῆθος τὸν ἄκουγαν μὲ δυσμένεια καὶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ σᾶς
βοηθήσουν μὴ σᾶς διαφύγει; Τότε οἱ ὑπηρέτες τοὺς ἔδωσαν τὴν ἑξῆς
ἀπάντηση: Ποτέ ἄλλοτε δὲν δίδαξε ἄλλος
ἄνθρωπος μὲ τόση σοφία καὶ δύναμη καὶ χάρη μὲ ὅση διδάσκει ὁ ἄνθρωπος
αὐτός. Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη αὐτὴ ἀπάντηση τῶν ὑπηρετῶν
τοὺς ξαναρώτησαν οἱ Φαρισαῖοι: Μήπως
παρασυρθήκατε κι ἐσεῖς, πού εἶστε πάντοτε κοντά μας καὶ ἀκοῦτε τὴ διδασκαλία
μας, κι ἔχετε πλανηθεῖ ἀπ' αὐτόν, ὅπως τὰ ἀμαθῆ πλήθη τοῦ λαοῦ; Μήπως
πίστεψε σ' αὐτὸν κανεὶς ἀπ' τοὺς ἄρχοντες, πού εἶναι οἱ μόνοι ἁρμόδιοι
νὰ κρίνουν τὰ θρησκευτικὰ ζητήματα, ἢ ἀπ' τοὺς Φαρισαίους, πού εἶναι
ἄγρυπνοι φύλακες τῶν παραδόσεων καὶ τῆς ἀληθινῆς πίστεως; Κανεὶς ἀπ'
αὐτοὺς δὲν πίστεψε, παρὰ μόνον αὐτὸς ὁ ὄχλος, πού δὲν ξέρει τὸ νόμο καὶ
γι' αὐτὸ εἶναι ὅλοι τους καταραμένοι.
Τοὺς ρώτησε τότε ὁ
Νικόδημος, ἐκεῖνος πού ἦλθε στὸν Ἰησοῦ μέσα στὴ νύχτα καὶ ἦταν ἕνας
ἀπ' αὐτούς, διότι ἦταν κι αὐτὸς μέλος τοῦ συνεδρίου: Μήπως ὁ νόμος μας μπορεῖ νὰ καταδικάσει
ἕναν ἄνθρωπο, ἐὰν προηγουμένως δὲν τὸν ἀκούσει ὁ δικαστὴς πού ἐκπροσωπεῖ
τὸ νόμο καὶ μάθει ἀπὸ τὴν ἀπολογία του τί ἀξιοκατάκριτο καὶ ἀξιόποινο
ἔκανε; Ἐκεῖνοι τότε τοῦ εἶπαν: Μήπως
εἶσαι κι ἐσύ ἀπὸ τὴ Γαλιλαία; Ἐξέτασε καὶ εὔκολα θὰ δεῖς καὶ θὰ πεισθεῖς
ἀπὸ τὰ πράγματα ὅτι κανεὶς προφήτης ἀπὸ τὴ Γαλιλαία δὲν ἔχει βγεῖ ἕως
τώρα.
Ὁ Ἰησοῦς τοὺς μίλησε
πάλι καὶ τοὺς εἶπε: Ἐγώ εἶμαι τὸ φῶς ὄχι
μόνο τῶν Ἰουδαίων ἀλλά ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνος πού μὲ ἀκολουθεῖ μὲ πλήρη
ἐμπιστοσύνη κι ἐλπίδα καὶ μὲ πρόθυμη ὑπακοὴ στὰ λόγιά μου δὲν θὰ περπατήσει
οὔτε θὰ βρεθεῖ ποτὲ στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά θὰ ἔχει
μέσα του τὸ ζωηφόρο καὶ πνευματικὸ φῶς, πού προέρχεται ἀπό τὴν ἀληθινὴ
ζωή, τὸν Θεό.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου