Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2024

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ. ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ 

 

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

3

ΚΥΡΙΑΚΗ

Ε' ΛΟΥΚΑ. Ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου. Ἀκεψιμᾶ, Ἰωσήφ και Ἀειθαλᾶ των μαρτύρων.

Ἐκ μεταθέσεως Γε­ωρ­γί­ου τ­οῦ Καρ­σλί­δου ὁ­σί­ου

9

ΣΑΒΒΑΤΟΝ

Νε­κτα­ρί­ου Πεν­τα­πό­λε­ως τ­οῦ θαυ­μα­τουρ­γοῦ.

(Πα­νη­γυ­ρί­ζει ὁ Να­ός μας).

10

ΚΥΡΙΑΚΗ

Η' ΛΟΥΚΑ, Ὀλυμπᾶ, Ροδίωνος, Σωσιπάτρου ἐκ τῶν Ο΄ Ἀποστόλων, Ἀρσενίου ὁσίου τοῦ Καππαδόκου, Ὀρέστου μάρτυρος.

13

ΤΕΤΑΡΤΗ

Ἰ­ω­άν­νου Ἀρ­χι­επ. Κ­ω­ν­/πό­λε­ως τ­οῦ Χρυ­σο­στό­μου

17

ΚΥΡΙΑΚΗ

Θ' ΛΟΥΚΑ, Γρηγορίου ἐπισκόπου Νεοκαισαρείας, Γενναδίου και Μαξίμου πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως.

21

ΠΕΜΠΤΗ

 ΤΑ Ε­Ι­Σ­Ο­Δ­ΙΑ Τ­ΗΣ Θ­Ε­Ο­Τ­Ο­Κ­ΟΥ

24

ΚΥΡΙΑΚΗ

ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ, (Μετά την ἑορτή). Κλήμεντος ἐπισκόπου Ρώμης, Πέτρου Ἀλεξανδρείας.

Ἐκ μεταθέσεως Στυλιανοῦ τοῦ Παφλαγόνος και Αἰκατερίνης τῆς Μεγαλομάρτυρος καὶ Πανσόφου.

30

ΣΑΒΒΑΤΟΝ

Ἀν­δρέ­ου Ἀ­πο­στό­λου τ­οῦ Πρω­το­κλή­του, Φρου­μεν­τί­ου ἐ­πι­σκό­που Ἰν­δί­ας

 

Α­πό τὶς 15 Νο­εμ­βρί­ου ἀρ­χί­ζει ἡ νη­στεί­α

τῶν Χρι­στου­γέν­νων

 

ΩΡΑΡΙΟ

ΟΡΘΡΟΣ:  6:30 Π.Μ

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ: 4:00 Μ.Μ. 

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2024

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Ζ΄ ΛΟΥ­ΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕ­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ

Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ         

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Ζ΄ ΛΟΥ­ΚΑ

(27 Ο­ΚΤΩΒ­ΡΙΟΥ 2024)




ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον·  καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει οὖν, καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου, καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας, βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε, καὶ ἐπίστευσεν. Οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν Γραφήν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί.

(Ἰωάν. κ΄[20] 1 – 10)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

1 Ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται στὸ μνημεῖο πρωί, ὅταν ἦταν ἀκόμη σκοτάδι, καὶ βλέπει ὅτι ὁ λίθος ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου ἦταν σηκωμένος ἀπὸ τὸ μνῆμα. 2 Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸ μνῆμα ἀνοιχτό, τρέχει κι ἔρχεται στὸν Σίμωνα Πέτρο καὶ στὸν ἄλλο μαθητὴ τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς, καὶ τοὺς εἶπε: Πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ δὲν ξερουμε ποῦ τὸν ἔβαλαν.  3 Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη αὐτὴ εἴδηση, βγῆκε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ ἔμενε, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν βγῆκε καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἔρχονταν στὸ μνημεῖο.  4 Ἔτρεχαν λοιπὸν καὶ οἱ δύο μαζί· ἀλλὰ ὁ ἄλλος μαθητής, ἐπειδὴ ἦταν νεότερος, ἔτρεξε μπροστὰ πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ ἔφθασε πρῶτος στὸ μνημεῖο.  5 Καὶ σκύβοντας ἀπ᾿ ἔξω βλέπει τοὺς νεκρικοὺς ἐπιδέσμους νὰ εἶναι κάτω στὴ γῆ· ἐπειδὴ ὅμως ἦταν πολὺ συγκινημένος, δὲν προχώρησε νὰ μπεῖ μέσα.  6 Ἐνῶ λοιπὸν περίμενε ἀπ᾿ ἔξω, ἔρχεται καὶ ὁ Σίμων Πέτρος ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν καί, θαρραλέος καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν ἀπὸ τὸ χαρακτήρα του, μπῆκε στὸ μνημεῖο καὶ παρατήρησε ἀπὸ κοντὰ ὅτι οἱ νεκρικοὶ ἐπίδεσμοι ἦταν κάτω στὴ γῆ καὶ δὲν ἔλειπαν, ὅπως θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ συμβεῖ ἐὰν τὸ σῶμα εἶχε κλαπεῖ.  7 Παρατήρησε ἀκόμη ὅτι τὸ ὕφασμα μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν σκεπάσει τὸ κεφάλι τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἦταν ἀνακατεμένο μὲ τοὺς ἐπιδέσμους ἀκατάστατα, ἀλλὰ ἦταν τυλιγμένο χωριστὰ κάπου ἐκεῖ μὲ τάξη, ποὺ δὲν πρόδιδε βιασύνη καὶ σπουδή.  8 Τότε λοιπὸν καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ποὺ εἶχε ἔλθει πρῶτος στὸ μνῆμα, παρακινημένος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Πέτρου, μπῆκε μέσα, καὶ τὰ εἶδε αὐτὰ ἀπὸ κοντὰ καὶ πίστεψε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε.  9 Δὲν εἶχε πιστέψει πιὸ πρίν, ἀλλὰ μόλις τώρα ποὺ εἶδε ἀδειανὸ τὸν τάφο· διότι καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πέτρος δὲν γνώριζαν ἀκόμη τὴν ἀληθινὴ σημασία τῶν προφητειῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ὁ Μεσσίας ἔπρεπε νὰ ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς.  10 Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξέτασαν τὸν τάφο καὶ πείσθηκαν ὅτι κάθε ἄλλη ἔρευνα ἦταν περιττή, ἐπέστρεψαν πάλι στὰ καταλύματά τους οἱ μαθητές.

 

Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ (Ι­Η΄ Ε­ΠΙ­ΣΤΟ­ΛΩΝ)

Ἀ­δελ­φοί, ὁ σπε­ί­ρων φει­δο­μέ­νως φει­δο­μέ­νως καὶ θε­ρί­σει, καὶ ὁ σπε­ί­ρων ἐπ᾿ εὐ­λο­γί­αις ἐπ᾿ εὐ­λο­γί­αις καὶ θε­ρί­σει. Ἕ­κα­στος κα­θὼς προ­αι­ρεῖ­ται τῇ καρ­δί­ᾳ, μὴ ἐκ λύ­πης ἢ ἐξ ἀ­νάγ­κης· ἱ­λα­ρὸν γὰρ δό­την ἀ­γα­πᾷ ὁ Θε­ός. Δυ­να­τὸς δὲ ὁ Θε­ὸς πᾶ­σαν χά­ριν πε­ρισ­σεῦ­σαι εἰς ὑ­μᾶς, ἵ­να ἐν παν­τὶ πάν­το­τε πᾶ­σαν αὐ­τάρ­κειαν ἔ­χον­τες πε­ρισ­σε­ύ­η­τε εἰς πᾶν ἔρ­γον ἀ­γα­θόν, κα­θὼς γέ­γρα­πται· «Ἐ­σκόρ­πι­σεν, ἔ­δω­κε τοῖς πέ­νη­σιν· δι­και­ο­σύ­νη αὐ­τοῦ μέ­νει εἰς τὸν αἰ­ῶ­να». Ὁ δὲ ἐ­πι­χο­ρη­γῶν σπέρ­μα τῷ σπε­ί­ρον­τι καὶ ἄρ­τον εἰς βρῶ­σιν χο­ρη­γή­σαι καὶ πλη­θύ­ναι τὸν σπό­ρον ὑ­μῶν καὶ αὐ­ξή­σαι τὰ γε­νή­μα­τα τῆς δι­και­ο­σύ­νης ὑ­μῶν· ἐν παν­τὶ πλου­τι­ζό­με­νοι εἰς πᾶ­σαν ἁ­πλό­τη­τα, ἥ­τις κα­τερ­γά­ζε­ται δι᾿ ἡ­μῶν εὐ­χα­ρι­στί­αν τῷ Θε­ῷ.                 

  (Β΄ Κο­ρινθ. θ΄[9] 6-11)

 

Ο­ΜΙ­ΛΙΑ ΣΤΟΝ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟ

Ἡ ζω­ή μας πά­νω στὴ γῆ εἶ­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη μὲ μυ­στή­ρια καὶ θαύ­μα­τα. Ἕ­να τέ­τοι­ο θαῦ­μα, ἕ­να φαι­νό­με­νο ἐκ­πλη­κτι­κὸ ἀ­πό τὴν ὑ­λι­κὴ δη­μι­ουρ­γί­α παίρ­νει ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος, τὴ βλά­στη­ση τοῦ σπό­ρου, γιὰ νὰ τὸ συ­σχε­τί­σει μὲ ἕ­να ἄλ­λο θαῦ­μα, τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς αὐ­τό, τὴν καρ­πο­φο­ρί­α τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης. Ἂς προ­σέ­ξου­με πό­σο δι­δα­κτι­κὰ καί σπου­δαῖ­α εἶ­ναι τὰ λό­για του.

Ἐ­κεῖ­νος πού δυ­σπι­στεῖ στοὺς νό­μους καὶ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς σπο­ρᾶς — γρά­φει — σπέρ­νει «φει­δο­μέ­νως», μὲ δι­στα­κτι­κό­τη­τα καί φει­δώ. Ἀλ­λά ὅ­ταν φθά­σει ἡ ὥ­ρα τοῦ θε­ρι­σμοῦ, «φει­δο­μέ­νως», φτω­χὴ φυ­σι­κὰ σο­δειὰ θ' ἀν­τι­κρύ­σει.

Ἀν­τί­θε­τα, ἐ­κεῖ­νος πού «ἐ­π' εὐ­λο­γί­αις», ἀ­νοι­χτό­καρ­δα καί ἁ­πλό­χε­ρα σπέρ­νει, «ἐ­π' εὐ­λο­γί­αις καί θε­ρί­σει», θ' ἀ­πο­κο­μί­σει πλού­σιους καί εὐ­λο­γη­μέ­νους τοὺς καρ­πούς. Ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς γί­νε­ται καὶ μὲ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Ὅ­ποι­ος πλού­σια σκορ­πί­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θά του, πλού­σι­ες καί τὶς εὐ­λο­γί­ες τοῦ Θε­οῦ θ' ἀ­πο­λαμ­βά­νει.

Αὐ­τὸ ὅ­μως δὲν ση­μαί­νει — σπεύ­δει νὰ δι­ευ­κρι­νή­σει ὁ θε­ο­φώ­τι­στος Ἀ­πό­στο­λος — ὅ­τι πρέ­πει ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ ὅ­λοι νὰ δι­α­θέ­τουν με­γά­λα πο­σὰ στὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Για­τί τὸ κύ­ριο βά­ρος δὲν πέ­φτει στὴν πο­σό­τη­τα καί γε­νι­κὰ στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κή, τὴν ὑ­λι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ θέ­μα­τος, ἀλ­λά στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ τὴν προ­θυ­μί­α προ­σφο­ρᾶς τοῦ ἀν­θρώ­που, στὴν αὐ­τα­πάρ­νη­ση, συμπο­νε­τι­κό­τη­τα καί ἀ­γά­πη.

Ἔ­τσι, γιὰ νὰ ἔ­χει ἀ­ξί­α ἡ προ­σφο­ρά, πρέ­πει νὰ βγαί­νει ἀ­π' τὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς κι ἀ­π' ὅ­λη τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση τοῦ Χρι­στια­νοῦ. Νὰ μὴ συν­δυ­ά­ζε­ται οὔ­τε μὲ τὸ ἐ­λά­χι­στο ἴ­χνος «λύ­πης», δυ­σα­ρέ­σκειας ἢ «ἀ­νάγ­κης», αἰ­σθή­μα­τος πι­έ­σε­ως μπρο­στὰ σὲ ἀ­νε­πι­θύ­μη­το κα­θῆ­κον.

Ἡ πί­στη ὅ­μως, πού θά πρυ­τα­νεύ­ει στὴν καρ­διά, θὰ τὴν πλη­ρο­φο­ρεῖ καί θά τήν βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι ὁ Παν­το­δύ­να­μος Θε­ός, πού ὁ­ρί­ζει τοὺς Νό­μους τῆς Φύ­σε­ως καί της ζω­ῆς, μπο­ρεῖ καὶ σί­γου­ρα θ' ἀ­να­πλη­ρώ­σει κά­θε «ἔ­ξο­δο» ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, μά­λι­στα μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω, ὥ­στε «ἐν παν­τί», σὲ κά­θε πε­ρί­στα­ση, «πάν­το­τε», σὲ κά­θε στιγ­μή, «πᾶ­σαν αὐ­τάρ­κειαν», κά­θε τί τὸ ἀ­ναγ­καῖ­ο, νὰ τὸ ἔ­χουν οἱ Χρι­στια­νοὶ καὶ ἔ­τσι νὰ «πε­ρισ­σεύ­ουν», νὰ ἐ­παρ­κοῦν μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω σὲ κά­θε κα­λὸ ἔρ­γο.

Μὲ τὸν τρό­πο δὲ αὐ­τὸ θὰ ἰ­σχύ­ει καὶ γι' αὐ­τοὺς ὁ λό­γος τῆς Π. Δι­α­θή­κης: «Ἐ­σκόρ­πι­σεν, ἔ­δω­κε τοῖς πέ­νη­σιν», ἁ­πλό­χε­ρα μοί­ρα­σε στοὺς πτω­χοὺς ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θὰ του ὁ πι­στός. Γι αὐ­τὸ καὶ «ἡ δι­και­ο­σύ­νη αὐ­τοῦ», ἡ ἀ­ρε­τὴ καὶ ἠ ἀ­νά­μνη­ση τῆς κα­λω­σύ­νης του «μέ­νει εἰς τὸν αἰ­ῶ­να».

Ὁ Θε­ός, λοι­πόν, πού χο­ρη­γεῖ συ­νε­χῶς τὸν σπό­ρο στὸν γε­ωρ­γὸ καὶ πα­ρέ­χει τὸ ἀ­ναγ­καῖ­ο ψω­μί στὴν οἰ­κου­μέ­νη — κα­τα­κλεί­ει τὴν δι­δα­χὴ του ὁ Ἀ­πό­στο­λος τοῦ Θε­οῦ — εὔ­χο­μαι νὰ σᾶς χα­ρί­σει μὲ ἀ­φθο­νί­α «σπό­ρους», ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά, γιὰ νὰ τὰ σκορ­πί­ζε­τε στοὺς ἐν­δε­εῖς καὶ ἔ­τσι μὲ τὴ δι­κή Του χά­ρη νὰ αὐ­ξά­νε­τε «τὰ γε­ννή­μα­τα», τὴ σο­δειὰ τῆς ἀ­ρε­τῆς σας. Σὲ κά­θε τί νὰ γί­νε­σθε πλού­σιοι, καὶ κυ­ρί­ως στὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α γί­νε­ται ἀ­φορ­μὴ νὰ ἀ­να­πέμ­πον­ται ἀ­πό τούς πτω­χοὺς ἀ­δελ­φούς μας εὐ­χα­ρι­στί­ες καὶ ὕ­μνοι στὸν Ἅ­γιο Θε­ό.

Τὰ θε­ό­πνευ­στα αὐ­τὰ λό­για τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου ὅ­λους ἀ­σφα­λῶς μᾶς συγ­κι­νοῦν καὶ μᾶς ἐμ­πνέ­ουν. Κυ­ρί­ως θε­με­λι­ώ­νουν μέ­σα μας τὴν πί­στη στὴν ἀ­ξί­α τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, κα­θὼς καὶ τὴν πε­ποί­θη­ση γιὰ τὶς ὠ­φέ­λει­ες καὶ τὰ θαυ­μα­στὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τά της.

Δι­ό­τι, ὅ­πως φά­νη­κε ἀ­πὸ τὴν δι­δα­χὴ τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου, ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ὅ­ταν γί­νε­ται σω­στά, ἐ­μᾶς πρω­τί­στως ὠ­φε­λεῖ. Μᾶς χα­ρί­ζει εὐ­γέ­νεια ψυ­χῆς, ἀ­λη­θι­νὴ κοι­νω­νι­κό­τη­τα, ἀ­νώ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἐ­ξο­βε­λί­ζει τὴν  ἀ­πλη­στί­α καὶ  τὴ μι­κρο­ψυ­χί­α, ἀν­τει­σά­γον­τας τὴν αἰ­σι­ο­δο­ξί­α καί τὴν πλα­τειὰ καρ­διά. Με­τα­δί­δει ἐ­πί­σης καὶ γε­νι­κό­τε­ρα στὴν κοι­νω­νί­α γλυ­κύ­τη­τα καὶ ὀ­μορ­φιὰ ἀν­θρω­πιᾶς. Λυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὴν πι­κρὴ μο­να­ξιὰ καὶ τὸν ἀ­το­μι­σμό, ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τας ἀ­λη­θι­νὴ συ­νερ­γα­σί­α καὶ εὐ­τυ­χί­α με­τα­ξὺ τῶν ἀν­θρώ­πων. Τέ­λος, μᾶς κά­νει ἄ­ξιους γιὰ ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρες εὐ­λο­γί­ες τοῦ Θε­οῦ, πνευ­μα­τι­κὲς καί ὑ­λι­κὲς. Μᾶς ἀ­ξι­ώ­νει νὰ βλέ­που­με χει­ρο­πια­στὸ τὸ θαῦ­μα. Δί­δον­τας καί ἀ­πὸ τὸ ὑ­στέ­ρη­μά μας, νὰ μὴ στε­ρού­με­θα. Σκορ­πί­ζον­τας, νὰ πλου­τί­ζου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο καί νά αἰ­σθα­νό­μα­στε ἀ­πέ­ραν­τη ἄ­νε­ση καί εὐ­τυ­χί­α.

Λοι­πόν, σή­με­ρα πρέ­πει ν' ἀ­να­νε­ώ­σου­με τὶς ἀ­πο­φά­σεις μας καί νὰ πλη­θύ­νου­με τὶς πρά­ξεις με­τα­δο­τι­κό­τη­τος, κα­λο­σύ­νης, χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­γά­πης. Σή­με­ρα πρέ­πει ν' ἀ­πο­κη­ρύ­ξου­με γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὶς φθη­νὲς ἰ­δέ­ες τοῦ ὑ­λι­σμοῦ, γιὰ νὰ στρα­τευ­θοῦ­με ἐν­συ­νεί­δη­τα καί ἐν­θου­σι­α­στι­κὰ κά­τω ἀ­πὸ τὴ ση­μαί­α τῆς ἀ­γά­πης.

Ὑ­πάρ­χουν σή­με­ρα τό­σες πο­λύ­τε­κνες οἰ­κο­γέ­νει­ες, πού χρει­ά­ζον­ται καί ἀ­ξί­ζουν τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξή μας. Ὑ­πάρ­χουν πτω­χοί, γέ­ρον­τες καί ἀ­σθε­νεῖς. Ἀ­σθε­νεῖς πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη νὰ ὑ­πο­βλη­θοῦν σὲ κρί­σι­μες καί δα­πα­νη­ρὲς ἐ­πεμ­βά­σεις. Ὑ­πάρ­χουν παι­διὰ ἀ­προ­στά­τευ­τα, πού θέ­λουν νὰ σπου­δά­σουν. Ὑ­πάρ­χουν πρό­σφυ­γες καί ἄλ­λοι ἀ­να­ξι­ο­πα­θοῦν­τες ἀ­δελ­φοί μας, πού στε­ροῦν­ται τῶν ἀ­ναγ­καί­ων κα­ί ὑ­πο­φέ­ρουν. Ὑ­πάρ­χουν, πό­σες δυ­να­τό­τη­τες ὑ­πάρ­χουν γιὰ νὰ κά­νου­με τὸ κα­λό, νὰ θυ­σι­ά­σου­με κά­τι ἀ­πὸ ἀ­γά­πη, νὰ καλ­λι­ερ­γή­σου­με τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη.

Ἀρ­κεῖ νὰ τὸ ἔ­χου­με στό­χο, σκο­πό, πρό­γραμ­μα καί δια­ρκῆ ἐ­πι­δί­ω­ξή μας. Ἀρ­κεῖ νὰ κα­τα­λά­βου­με κα­λὰ ὅ­τι «ὁ σπεί­ρων ἐ­π' εὐ­λο­γί­αις, ἐ­π’ εὐ­λο­γί­αις καί θε­ρί­σει». Στὴ γῆ καί στὸν οὐ­ρα­νό.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἂνθρωπός τις προσῆλ­θε τῷ Ἰησοῦ, ᾧ ὄ­νο­μα Ἰάειρος, καὶ αὐτός ἄρ­χων τῆς συ­να­γω­γῆς ὑ­πῆρ­χε· καὶ πε­σὼν πα­ρὰ τοὺς πό­δας τοῦ Ἰ­η­σοῦ πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸν εἰ­σελ­θεῖν εἰς τὸν οἶ­κον αὐ­τοῦ, ὅ­τι θυ­γά­τηρ μο­νο­γε­νὴς ἦν αὐ­τῷ ὡς ἐ­τῶν δώ­δε­κα καὶ αὕ­τη ἀ­πέ­θνῃ­σκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑ­πά­γειν αὐ­τὸν οἱ ὄ­χλοι συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν. καὶ γυ­νὴ οὖ­σα ἐν ῥύ­σει αἵ­μα­τος ἀ­πὸ ἐ­τῶν δώ­δε­κα, ἥ­τις ἰ­α­τροῖς προ­σα­να­λώ­σα­σα ὅ­λον τὸν βί­ον οὐκ ἴ­σχυ­σεν ὑ­π᾿ οὐ­δε­νὸς θε­ρα­πευ­θῆ­ναι, προ­σελ­θοῦ­σα ὄ­πι­σθεν ἥ­ψα­το τοῦ κρα­σπέ­δου τοῦ ἱ­μα­τί­ου αὐ­τοῦ, καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἔ­στη ἡ ῥύ­σις τοῦ αἵ­μα­τος αὐ­τῆς. καὶ εἶ­πεν ὁ Ἰ­η­σοῦς· Τίς ὁ ἁ­ψά­με­νός μου; ἀρ­νου­μέ­νων δὲ πάν­των εἶ­πεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐ­τῷ· Ἐ­πι­στά­τα, οἱ ὄ­χλοι συ­νέ­χου­σί σε καὶ ἀ­πο­θλί­βου­σι καὶ λέ­γεις τίς ὁ ἁ­ψά­με­νός μου; ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν· Ἥ­ψα­τό μού τις· ἐ­γὼ γὰρ ἔ­γνων δύ­να­μιν ἐ­ξελ­θοῦ­σαν ἀ­π' ἐ­μοῦ. ἰ­δοῦ­σα δὲ ἡ γυ­νὴ ὅ­τι οὐκ ἔ­λα­θε, τρέ­μου­σα ἦλ­θε καὶ προ­σπε­σοῦ­σα αὐ­τῷ δι' ἣν αἰ­τί­αν ἥ­ψα­το αὐ­τοῦ ἀ­πήγ­γει­λεν αὐ­τῷ ἐ­νώ­πι­ον παν­τὸς τοῦ λα­οῦ, καὶ ὡς ἰ­ά­θη πα­ρα­χρῆ­μα. ὁ δὲ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Θάρσει, θύ­γα­τερ, ἡ πί­στις σου σέ­σω­κέ σε· πο­ρε­ύ­ου εἰς εἰ­ρή­νην. Ἔ­τι αὐ­τοῦ λα­λοῦν­τος ἔρ­χε­ταί τις πα­ρὰ τοῦ ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου λέ­γων αὐ­τῷ ὅ­τι Τέθνηκεν ἡ θυ­γά­τηρ σου· μὴ σκύλ­λε τὸν δι­δά­σκα­λον. ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς ἀ­κο­ύ­σας ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῷ λέ­γων· Μὴ φο­βοῦ· μό­νον πί­στευ­ε, καὶ σω­θή­σε­ται. ἐλ­θὼν δὲ εἰς τὴν οἰ­κί­αν οὐκ ἀ­φῆ­κεν εἰ­σελ­θεῖν οὐ­δέ­να εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰ­ω­άν­νην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πα­τέ­ρα τῆς παι­δὸς καὶ τὴν μη­τέ­ρα. ἔ­κλαι­ον δὲ πάν­τες καὶ ἐ­κό­πτον­το αὐ­τήν. ὁ δὲ εἶ­πε· Μὴ κλα­ί­ε­τε· οὐκ ἀ­πέ­θα­νεν, ἀλ­λὰ κα­θε­ύ­δει. καὶ κα­τε­γέ­λων αὐ­τοῦ, εἰ­δό­τες ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νεν. αὐ­τὸς δὲ ἐκ­βα­λὼν ἔ­ξω πάν­τας καὶ κρα­τή­σας τῆς χει­ρὸς αὐ­τῆς ἐ­φώ­νη­σε λέ­γων· Ἡ παῖς, ἐ­γε­ί­ρου. καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε τὸ πνεῦ­μα αὐ­τῆς, καὶ ἀ­νέ­στη πα­ρα­χρῆ­μα, καὶ δι­έ­τα­ξεν αὐ­τῇ δο­θῆ­ναι φα­γεῖν. καὶ ἐ­ξέ­στη­σαν οἱ γο­νεῖς αὐ­τῆς· ὁ δὲ πα­ρήγ­γει­λεν αὐ­τοῖς μη­δε­νὶ εἰ­πεῖν τὸ γε­γο­νός.                                    

   (Λουκ. η΄ [8] 41– 56)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἦλ­θεν στόν Ἰησοῦ κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος, πού ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἰ­άειρος καὶ ἦ­ταν ἄρ­χον­τας τῆς συ­να­γω­γῆς. Κι ἀφοῦ ἔ­πε­σε γο­να­τι­στὸς κον­τὰ στὰ πό­δια του, τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ πά­ει στὸ σπί­τι του, δι­ό­τι εἶ­χε μί­α μο­νά­κρι­βη κό­ρη πε­ρί­που δώ­δε­κα χρό­νων πού βρι­σκό­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α της καὶ πέ­θαι­νε.

Καὶ τὴν ὥ­ρα πού ὁ Ἰ­η­σοῦς πή­γαι­νε στὸ σπί­τι τοῦ Ἰαείρου, τὰ πλή­θη τοῦ λαοῦ τὸν πε­ρι­έ­βαλ­λαν ἀ­σφυ­κτι­κὰ καὶ τὸν πί­ε­ζαν. Τό­τε λοι­πὸν κά­ποι­α γυ­ναί­κα πού ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ αἱ­μορ­ρα­γί­α ἐ­δῶ καὶ δώ­δε­κα χρό­νια, ἡ ὁποία μα­ζὶ μὲ τὰ ἄλ­λα βά­σα­να τῆς ἀρ­ρώ­στιας της εἶ­χε ξο­δέ­ψει καὶ ὅ­λη τὴν πε­ρι­ου­σί­α της σὲ για­τροὺς καὶ δὲν μπό­ρε­σε νὰ θε­ρα­πευ­θεῖ ἀ­πὸ κα­νέ­ναν, ἀφοῦ πλη­σί­α­σε τὸν Ἰησοῦ ἀ­πὸ πί­σω, ὥ­στε νὰ μὴν τὴν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νείς, ἐ­πει­δὴ ντρε­πό­ταν νὰ γί­νει φα­νε­ρὴ ἡ ἀρ­ρώ­στια της, ἄγ­γι­ξε τὴν ἄ­κρη τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ ἐν­δύ­μα­τός του κι ἀ­μέ­σως στα­μά­τη­σε ἡ αἱ­μορ­ρα­γί­α της. Τό­τε εἶ­πε ὁ Ἰησοῦς: Ποι­ὸς μὲ ἄγ­γι­ξε; Κι ἐ­πει­δὴ ὅ­λοι οἱ τρι­γύ­ρω ἀρ­νοῦν­ταν, εἶ­πε ὁ Πέ­τρος καὶ οἱ ἄλ­λοι μα­θη­τὲς πού ἦ­ταν μα­ζί του: Δι­δά­σκα­λε, τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ σὲ πε­ρι­κύ­κλω­σαν καὶ σὲ πι­έ­ζουν ἀ­σφυ­κτι­κὰ· καὶ σὺ λές, ποι­ὸς μὲ ἄγ­γι­ξε; Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως εἶπε: Κά­ποι­ος μὲ ἄγ­γι­ξε. Δι­ό­τι ἐγώ κα­τά­λα­βα ὅ­τι βγῆ­κε ἀ­πὸ πά­νω μου δύ­να­μη θαυ­μα­τουρ­γι­κή. Ὅ­ταν λοι­πὸν ἡ γυ­ναί­κα εἶ­δε ὅ­τι δὲν μπό­ρε­σε νὰ κρυ­φτεῖ καὶ δὲν ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν Ἰ­η­σοῦ αὐ­τὸ πού ἔ­κα­νε, ἦλ­θε τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸ φό­βο της, κι ἀφοῦ ἔ­πε­σε γο­να­τι­στὴ μπρο­στά του, τοῦ δι­η­γή­θη­κε μπρο­στὰ σ' ὅ­λο τὸ πλῆ­θος τοῦ λαοῦ γιὰ ποι­ὰ αἰ­τί­α τὸν ἄγ­γι­ξε καὶ πῶς θε­ρα­πεύ­θη­κε ἀ­μέ­σως. Τό­τε ὁ Ἰησοῦς ­τῆς εἶ­πε: Ἔ­χε θάρ­ρος, κό­ρη μου, ἡ πε­ποί­θη­ση πού εἶ­χες ὅ­τι θὰ ἔ­βρι­σκες τὴν ὑ­γεί­α σου ἂν μὲ ἄγ­γι­ζες, αὐ­τὴ ἡ πί­στη σου σ' ἔ­χει θε­ρα­πεύ­σει. Πή­γαι­νε στὸ κα­λό, εἰ­ρη­νι­κὴ καὶ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πὸ κά­θε ἀ­νη­συ­χί­α πού δο­κί­μα­ζες πιὸ πρὶν ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­σθε­νεί­ας σου.

Κι ἐ­νῶ μι­λοῦ­σε ἀ­κό­μη ὁ Ἰησοῦς, ἦλ­θε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου καὶ τοῦ εἶ­πε: Πέ­θα­νε ἡ κό­ρη σου· μὴν κου­ρά­ζεις ἄλ­λο καὶ μὴν ἐ­νο­χλεῖς πιὰ τὸν δι­δά­σκα­λο. Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως, μό­λις ἄ­κου­σε τὴν εἴ­δη­ση αὐ­τή, τοῦ εἶ­πε: Μὴ φο­βᾶ­σαι, μό­νο συ­νέ­χι­σε νὰ πι­στεύ­εις, καὶ θὰ σω­θεῖ ἡ κόρη σου ἀπ' τὸ θά­να­το. Κα­τό­πιν, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στὸ σπί­τι τοῦ Ἰαείρου, δὲν ἄ­φη­σε νὰ μπεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ δω­μά­τιο τῆς νε­κρῆς πα­ρὰ μό­νο ὁ Πέ­τρος, ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ Ἰ­ά­κω­βος καὶ ὁ πα­τέ­ρας τοῦ κο­ρι­τσιοῦ καὶ ἡ μη­τέ­ρα. Στὸ με­τα­ξὺ ὅ­λοι ἔ­κλαι­γαν καὶ χτυ­ποῦ­σαν τὰ στή­θη τους καὶ τὰ κε­φά­λια τους γιὰ τὴ νε­κρή. Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως τοὺς εἶπε: Μὴν κλαῖ­τε· δὲν πέ­θα­νε, ἀλλά κοι­μᾶ­ται. Καὶ ἐ­κεῖ­νοι τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σαν, δι­ό­τι ἦ­ταν βέ­βαι­οι ὅ­τι τὸ κο­ρι­τσά­κι εἶ­χε πε­θά­νει. Αὐ­τὸς ὅ­μως, ἀφοῦ τοὺς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω, ἔπιασε τὸ χέ­ρι της καὶ τῆς φώ­να­ξε δυ­να­τά: Κό­ρη, σή­κω ἐ­πά­νω. Τό­τε ἡ ψυ­χὴ της ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σῶ­μα καὶ ἀ­να­στή­θη­κε ἀ­μέ­σως. Καὶ ὁ Ἰησοῦς δι­έ­τα­ξε νὰ τῆς δώ­σουν φα­γη­τὸ νὰ φά­ει, γιὰ νὰ πά­ρει δυ­νά­μεις με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση πού τῆς εἶ­χε φέ­ρει ἡ χρό­νια καὶ θα­να­τη­φό­ρα ἀ­σθέ­νειά της. Οἱ γο­νεῖς της ἔ­μει­ναν ἐκ­στα­τι­κοὶ καὶ κυ­ρι­εύ­τη­καν ἀ­πὸ βα­θὺ καὶ με­γά­λο θαυ­μα­σμό. Ὁ Ἰησοῦς ὅ­μως τοὺς ἔ­δω­σε τὴν ἐν­το­λὴ νὰ μὴν ποῦν σὲ κα­νέ­ναν αὐ­τὸ πού ἔ­γι­νε, γιὰ νὰ μὴν ἐ­ρε­θί­ζε­ται ὁ φθό­νος τῶν ἐχθρῶν του.

 

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2024

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ  

      ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ

(ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)

(13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2024)

 


ΕΩΘΙΝΟΝ Ε΄

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός. Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς. καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν, καί αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες, καὶ ἐστὲ σκυθρωποί; Ἀποκριθείς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν·΄ Σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; καὶ εἶπεν αὐτοῖς, Ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ, Τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ, ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου, καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν. ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτὸς ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ. Ἀλλά γε οὖν σὺν πᾶσι τούτοις τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον, ἀφ᾿ οὗ ταῦτα ἐγένετο. ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὂρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. Καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον, αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. Καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ Προφῆται. Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν, διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο ποῤῥωτέρω πορεύεσθαι. Καὶ παρεβιάσαντο αὐτόν λέγοντες· Μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. Καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ᾿ αὐτῶν, λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ᾿ αὐτῶν. Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς Γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας, ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως, καὶ ὤφθη Σίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.

(Λουκ. κδ΄[24]  12 – 35)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

12 Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι᾿ αὐτό πού εἶχε γίνει.  13 Καί ἰδού, τήν ἴδια ἡμέρα δύο ἀπό τούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ πήγαιναν σέ κάποιο χωριό πού ἀπεῖχε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ ἑξήντα στάδια, ἕντεκα περίπου χιλιόμετρα. Καί τό χωριό αὐτό ὀνομαζόταν Ἐμμαούς.  14 Αὐτοί μιλοῦσαν μεταξύ τους γιά ὅλα αὐτά πού εἶχαν συμβεῖ· δηλαδή γιά τά περιστατικά τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τοῦ Ἰησοῦ, καθώς καί γιά τά ὅσα ἀνήγγειλαν οἱ μυροφόρες στούς μαθητές.  15 Καθώς ὅμως αὐτοί μιλοῦσαν καί συζητοῦσαν, τούς πλησίασε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς καί προχωροῦσε μαζί τους.  16 Τά μάτια τους ὅμως ἦταν κρατημένα γιά νά μήν τόν ἀναγνωρίσουν. Κι αὐτό συνέβαινε εἴτε διότι ἡ μορφή τοῦ ἀναστημένου Κυρίου εἶχε τήν ὥρα ἐκείνη ἀλλάξει, εἴτε διότι ὁ Θεός μέ ὑπερφυσική δύναμη ἐμπόδιζε τίς αἰσθήσεις τους νά τόν ἀναγνωρίσουν.  17 Καί ὁ Ἰησοῦς τούς ρώτησε: Γιά ποιό ζήτημα συζητᾶτε μεταξύ σας καί ἀνταλλάσσετε τίς σκέψεις σας καθώς περπατᾶτε, καί εἶστε σκυθρωποί;  18 Τότε ὁ ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς, πού ὀνομαζόταν Κλεόπας, τοῦ ἀποκρίθηκε: Ἐσύ μόνο ἀπ᾿ τούς ξένους πού ἦλθαν τό Πάσχα νά προσκυνήσουν διαμένεις στήν Ἱερουσαλήμ καί δέν ἔμαθες ὅσα ἔγιναν στήν πόλη αὐτή τίς ἡμέρες αὐτές;  19 Ποιά; τούς ρώτησε. Κι αὐτοί τοῦ ἀπάντησαν: Αὐτά πού ἔγιναν μέ τόν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο, πού ἦταν προφήτης καί ἀποδείχθηκε δυνατός καί σέ ὑπερφυσικά ἔργα καί σέ διδασκαλία θεόπνευστη καί τέλεια· δυνατός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅλου τοῦ λαοῦ.  20 Δέν ἔμαθες ἀκόμη καί μέ ποιό τρόπο τόν παρέδωσαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἄρχοντές μας σέ καταδίκη θανάτου καί τόν σταύρωσαν;  21 Ἐμεῖς ὅμως ἐλπίζαμε ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ὁποῖος πρόκειται νά ἐλευθερώσει τόν Ἰσραήλ καί νά ἀποκαταστήσει τό βασίλειό του. Ἀλλά ἡ ἐλπίδα μας αὐτή κλονίστηκε, διότι ἐκτός ἀπό τή σταύρωσή του κι ἀπ᾿ ὅλα τά ἄλλα πού ἔγιναν, εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα σήμερα ἀπό τότε πού ἔγιναν αὐτά, καί δέν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε πού νά στηρίξει τίς ἐλπίδες μας.  22 Ἀλλά καί κάτι ἄλλο πού στό μεταξύ ἔγινε, αὔξησε τήν ἀπορία μας. Μερικές δηλαδή γυναῖκες ἀπό τόν κύκλο μας, τόν κύκλο δηλαδή τῶν πιστῶν μαθητῶν του, μᾶς γέμισαν μέ ἔκπληξη. Διότι πῆγαν πολύ πρωί στό μνημεῖο  23 καί δέν βρῆκαν ἐκεῖ τό σῶμα του. Ἦλθαν λοιπόν καί μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν καί ὀπτασία ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι τούς ἀνήγγειλαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ζεῖ.  24 Τότε μερικοί ἀπό τούς δικούς μας πῆγαν στό μνημεῖο καί βρῆκαν τά πράγματα ἔτσι ὅπως τά εἶπαν καί οἱ γυναῖκες· δηλαδή βρῆκαν ἀνοιχτό τό μνημεῖο, τόν ἴδιο ὅμως τόν Ἰησοῦ δέν τόν εἶδαν.  25 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στούς δύο μαθητές: Ὤ ἄνθρωποι πού δέν ἔχετε φωτισμένο νοῦ γιά νά κατανοεῖ τίς Γραφές, καί ἡ καρδιά σας εἶναι βραδυκίνητη καί δύσκολη νά πιστέψει σ᾿ ὅλα ὅσα εἶπαν οἱ προφῆτες!  26 Σύμφωνα μέ τή βουλή καί τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, πού προκήρυξαν οἱ προφῆτες, αὐτά δέν ἔπρεπε νά πάθει ὁ Χριστός καί μέσα ἀπ᾿ τά παθήματα αὐτά νά εἰσέλθει στή δόξα του; Ἡ δόξα του αὐτή ἄρχισε μέ τήν ἀνάστασή του καί θά τελειωθεῖ μέ τήν ἀνάληψή του.  27 Κι ἀφοῦ ἄρχισε ἀπό τίς προφητεῖες καί τίς προεικονίσεις πού περιέχονται στά βιβλία τοῦ Μωυσῆ, κατόπιν τούς ἀνέφερε ἀπ᾿ ὅλους τούς προφῆτες τά χωρία πού μιλοῦν γιά τόν Μεσσία. Καί στή συνέχεια τούς ἐξηγοῦσε τίς προφητεῖες πού ἀναφέρονταν στόν ἑαυτό του.  28 Κάποτε πλησίασαν στό χωριό πού σκόπευαν νά πᾶνε οἱ δύο μαθητές. Τότε αὐτός προσποιήθηκε ὅτι θά πήγαινε πιό μακριά. Καί πραγματικά θά τούς ἀποχωριζόταν, ἐάν αὐτοί δέν ἐπέμεναν νά τόν κρατήσουν.  29 Ἀλλά αὐτοί τόν πίεζαν καί τόν παρακαλοῦσαν λέγοντας: Μεῖνε μαζί μας, διότι κοντεύει νά βραδιάσει, καί ἡ ἡμέρα ἔχει προχωρήσει πολύ πρός τή δύση τοῦ ἥλιου. Τότε ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό χωριό τους κι ἔπειτα στό σπίτι γιά νά μείνει μαζί τους.  30 Καί τότε συνέβη αὐτό: Ὅταν αὐτός ἔγειρε μαζί τους στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ, ἀφοῦ πῆρε στά χέρια του τόν ἄρτο, τόν εὐλόγησε εὐχαριστώντας τόν Θεό, ὅπως συνήθιζε νά κάνει πρίν ἀπό τό φαγητό, κι ἀφοῦ τόν ἔκοψε σέ κομμάτια, τούς ἔδινε.  31 Ὅταν ὅμως αὐτοί εἶδαν τήν εὐλογία καί τόν τεμαχισμό τοῦ ἄρτου νά γίνεται μέ τόν τρόπο πού συνήθιζε ὁ Διδάσκαλός τους, τότε καί μέ θεϊκή ἐπενέργεια ἄνοιξαν τά μάτια τους καί τόν ἀναγνώρισαν ξεκάθαρα. Ἀλλά τή στιγμή ἐκείνη κι αὐτός ἔγινε ἄφαντος ἀπό μπροστά τους.  32 Εἶπαν τότε ὁ ἕνας στόν ἄλλο: Ἡ καρδιά μας δέν αἰσθανόταν μέσα μας τήν πνευματική φλόγα τοῦ θείου ζήλου καί τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό καί δέν ζεσταινόταν ἀπό τή θερμότητα τοῦ φωτός τῆς θείας ἀλήθειας, ὅταν μᾶς μιλοῦσε στό δρόμο καί μᾶς ἐξηγοῦσε τίς Γραφές; Πῶς δέν μπορέσαμε λοιπόν νά τόν ἀναγνωρίσουμε ἀμέσως;  33 Κι ἀφοῦ σηκώθηκαν τήν ἴδια αὐτή περασμένη ὥρα, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρῆκαν συναθροισμένους τούς ἕνδεκα ἀποστόλους καί τούς ἄλλους πού ἦταν μαζί τους,  34 κι ὅλοι αὐτοί ἔλεγαν ὅτι πραγματικά ἀναστήθηκε ὁ Κύριος καί ἐμφανίσθηκε στό Σίμωνα Πέτρο.  35 Τότε κι αὐτοί οἱ δύο ἄρχισαν νά τούς διηγοῦνται τά ὅσα τούς εἶχαν συμβεῖ στό δρόμο καί πῶς τόν ἀναγνώρισαν ὅταν ἔκοβε σέ κομμάτια τόν ἄρτο.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)

Τέκνον Τίτε, πι­στὸς ὁ λό­γος· καὶ πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι οἱ πε­πι­στευ­κό­τες τῷ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τὰ κα­λὰ καὶ ὠ­φέ­λι­μα τοῖς ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δὲ ζη­τή­σεις καὶ γε­νε­α­λο­γί­ας καὶ ἔ­ρεις καὶ μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γὰρ ἀ­νω­φε­λεῖς καὶ μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν καὶ δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος καὶ ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρός σε ἢ Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρός με εἰς Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γὰρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τὸν νο­μι­κὸν καὶ Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. μαν­θα­νέ­τω­σαν δὲ καὶ οἱ ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι εἰς τὰς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μὴ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε οἱ με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τοὺς φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. Ἡ χά­ρις με­τὰ πάν­των ὑ­μῶν· ἀ­μήν.

                                                 (Τἰτ. γ΄[3] 8 – 15)

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. ΜΝΗΜΗ ΣΥΝΟΔΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ!

Στὴν ἱερή μνήμη τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων, ποὺ συνεκρότησαν τὴν Ζ' Οἰκουμενική Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, εἶναι ἀφιερωμένη ἡ σημερινὴ Κυριακή. Αἰῶνες τώρα ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὶς μεγάλες αὐτὲς μορφές, ὅπως τιμᾶ καί τοὺς Πατέρες ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μὲ εὐγνωμοσύνη συμμετέχουμε καὶ ἐμεῖς κάθε χρόνο στὸν ἑορτασμό αὐτό, καὶ μὲ ρίγη ἱερῆς συγκίνησης ψάλλουμε τοὺς ὑπέροχους ὕμνους πρὸς τιμήν τους.

Πρὸς τιμὴν τους διαβάζεται καί τὸ Ἀποστολικὸ αὐτὸ ἀνάγνωσμα ἀπό τὴν ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τὸν μαθητὴ του Τίτο, μέσα στοὺς στίχους τοῦ ὁποίου ὑπογραμμίζονται μεγάλες ἀλήθειες, ἀλήθειες για τὶς ὁποῖες οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀγωνίστηκαν ἡρωικά, ὡρισμένοι μάλιστα ἔχυσαν καὶ τὸ αἷμα τους γι' αὐτές.

Ἂς ἐμπνευστοῦμε ἀπό τὸ παράδειγμά τους καί, ἐμβαθύνοντας στὸ ἱερὸ κείμενο, ἂς ὑποσχεθοῦμε νὰ μείνουμε πιστοὶ στὴν ἱερή παρακαταθήκη, ποὺ ἐκεῖνοι διαφύλαξαν καὶ τὴν ἐμπιστεύθηκαν σὲ μᾶς τοὺς ἀπογόνους τους.

2. Η ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΗ

«Πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι», γράφει στὸν Τίτο ὁ Ἀπόστολος. Δηλαδή, αὐτὰ πού σοῦ γράφω (για τὴν σωτηρία μας, τὴν ἀναγέννησή μας καὶ τὴν κληρονομιὰ τῆς αἰωνίου ζωῆς) εἶναι λόγος ἄξιος κάθε ἐμπιστοσύνης, καί γι' αὐτά θέλω νά κηρύττεις μὲ αὐθεντία καὶ βεβαιότητα στοὺς πιστούς.

Αὐτὸ τὸ «διαβεβαιοῦσθαι» εἶναι λόγος πολὺ σημαντικός. Σημαίνει τὴν αὐθεντία, τὸ κύρος καί τὴ σιγουριά, ποὺ ὀφείλουν νὰ ἔχουν οἱ κήρυκες τῆς Ἐκκλησίας στὸ κήρυγμά τους. Κυρίως οἱ Ἐπίσκοποι καὶ μάλιστα ἡ Συνοδος τῶν Ἐπισκόπων, ἡ ὁποία μὲ τὴν πνοὴ καὶ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατευθύνει τὸ σκάφος τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴ θάλασσα τοῦ κόσμου.

Αὐτὸ τὸ κύρος, τὴν αὐθεντία καὶ τὴν βεβαιότητα στὸν ὕψιστο βαθμὸ διέθεταν καὶ οἱ 350 Πατέρες τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού συνέτριψαν τὴν βλάσφημη αἵρεση τῶν Εἰκονομάχων τὸ 787, καὶ διατύπωσαν ἀλάθητα τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὴν ἴδια αὐθεντία ἔχουν βέβαια ὅλες – καί οἱ ἑπτά – Οἰκουμενικές Σύνοδοι, πού σάν ἀκλόνητες πνευματικὲς κολῶνες στηρίζουν γερὰ καὶ ἀσάλευτα τὸν Οἶκο τοῦ Κυρίου, τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία. Εἶναι «πύργοι ἀκαθαίρετοι», ποὺ τὴν προστατεύουν ἀπό τὶς σατανοκίνητες φάλαγγες τῶν αἱρετικῶν.

Αὐτά, ἀσφαλῶς, οἱ πιστοὶ τὰ γνωρίζουμε πολὺ καλά, καὶ καμμιὰ ἀμφιβολία δὲν ἔχουμε ὅτι οἱ ἑπτά ἅγιες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἀποτελοῦν τὴν ὕψιστη αὐθεντικὴ διαβεβαίωση γιὰ τὴν πίστη μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νὰ τὰ ὑπενθυμίζουμε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, νὰ τὰ λέμε δὲ καὶ πρὸς κάθε κατεύθυνση, γιατί τὸν τελευταῖο καιρὸ ὡρισμένοι ἐπιζητοῦν νὰ μειώσουν τὸ κύρος τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, προκειμένου νά μή δυσαρεστήσουν κάποιους αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν τὶς δέχονται ὅλες.

Οἱ κατ' ὄνομα αὐτοὶ Ὀρθόδοξοι – ξένοι κυρίως – ἐπηρεασμένοι βαθύτατα ἀπό τούς αἱρετικοὺς Προτεστάντες, δὲν διστάζουν νὰ ἀποκαλοῦν τὶς ἅγιες Οἰκουμενικὲς Συνόδους ἁπλῶς «αὐτοκρατορικές», μὲ προφανὴ διάθεση νὰ πλήξουν τὸ θεῖο κύρος τους, ὑποβαθμίζοντάς τες ἀπό αὐθεντικὰ ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὲ ἀνθρώπινα ἔργα τῶν βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων.

Ὅμως, ἀλήθεια, πιστεύουν πώς εἶναι δυνατὸν οἱ Ὀρθοδοξοι νὰ δεχτοῦμε ποτὲ ὑποτίμηση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων; Αὐτὸ θὰ ἦταν ἀληθινὴ παραφροσύνη! Ἐμεῖς πιστεύουμε ὁλόψυχα πώς οἱ ἅγιες ἑπτά Οἰκουμενικές Σύνοδοι εἶναι γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἀλάθητες, αἰώνιες, ἀσάλευτες, ὄργανα ἐκλεκτὰ καὶ μοναδικὰ τῆς πνοῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Τὸ πιστεύουμε καὶ θὰ τὸ διακηρύττουμε πάντοτε καὶ πρὸς κάθε κατεύθυνση!

3. ΟΙ «ΦΙΛΟΥΝΤΕΣ ΕΝ ΠΙΣΤΕΙ»

«Ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει». Χαιρέτησε ὅσους μᾶς ἀγαποῦν ἕνεκα τῆς κοινῆς πίστεως πού ἔχουμε.

Κλείνοντας τὴν ἐπιστολὴ του ὁ Ἀπόστολος ὑπογραμμίζει τὴ σημασία τῆς πίστης στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τί λέγει; λέγει ὅτι προϋπόθεση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐπικοινωνίας μεταξὺ τῶν πιστῶν εἶναι ἡ κοινή πίστη. Δὲν λέγει «ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς», ἀλλά «τούς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει». Τὸ ἴδιο ἔλεγαν καὶ ἔπρατταν καί οἱ ἅγιοι Πατέρες.

Αὐτὸ ἑπομένως, ποὺ ὑποστηρίχτηκε τελευταῖα γιὰ τοὺς ἀμετανόητους αἱρετικοὺς Μονοφυσίτες, ὅτι: ἐφόσον ἐκεῖνοι μᾶς ἀγαποῦν – ἔτσι λένε – καὶ θέλουν νὰ ἑνωθοῦν μαζί μας, ἂς ἑνωθοῦμε καὶ ὁ χρόνος θὰ ἑξαφανίσει τὶς διαφορές, αὐτὸ – ἐπαναλαμβάνουμε – εἶναι ἀπαράδεκτο καὶ τελείως ξένο πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων. Δὲν ἔχουμε περισσότερη ἀγάπη ἐμεῖς ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι μὲ πόνο ψυχῆς καὶ δάκρυα – «ἐπιστενάξαντες καὶ ἐπιδακρύσαντες ἐπί τῇ παντελεῖ ἀπωλείᾳ» αὐτῶν, καθὼς ἔγραφαν στὶς ἀποφάσεις τους – ἀναθεμάτιζαν τοὺς ἀμετανόητους αἱρετικούς, καὶ τοὺς ἔβγαζαν ἔξω ἀπό τὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ἡ ἁγία  Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας.

Καὶ κάτι ἀκόμη, ποὺ ἀφορᾶ ὅλους μας στὴν καθημερινὴ μας ζωή. Νὰ ἀγαποῦμε καί ἐμεῖς ἰδιαιτέρως «τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει». Κριτήριο, γιὰ νὰ ἀναπτύξουμε θερμὲς σχέσεις μὲ κάποιους, νὰ μὴν εἶναι ἡ συγγένεια, ἢ τὸ συμφέρον, ἢ ὁποιαδήποτε συμπάθεια, ἀλλά τί; Ἡ κοινὴ πίστη. Αὐτὸ πάλι σημαίνει πώς ἀδελφικὲς σχέσεις μὲ ἀμετανόητους καὶ πείσμονες αἱρετικοὺς καὶ ἀντίχριστους δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε. Ὄχι βέβαια νὰ τοὺς ἐχθρευόμαστε καί νά τοὺς ἀντιπαθοῦμε. Κάθε ἄλλο! Θά πρέπει ἀντίθετα, νὰ πονᾶμε καὶ νὰ προσευχόμαστε γι' αὐτούς, ὥστε νά ξεφύγουν ἀπό τὴ σατανικὴ πλάνη, νὰ ἐπιστρέψουν κοντὰ στὸν Θεό καὶ νὰ σωθοῦν. Ἀδελφικὲς σχέσεις ὅμως μαζί τους, ἐφόσον παραμένουν στὴν πλάνη, δὲν θὰ ἔχουμε. Ἀδελφικὲς σχέσεις θὰ ἀναπτύσσουμε μὲ ὅσους μᾶς ἀγαποῦν «ἐν πίστει», μὲ τοὺς πιστοὺς δηλαδή, ποὺ ἐκκλησιάζονται καὶ ζοῦν μὲ φόβο Θεοῦ. Ἂς ἔχουν κάποιες ἀδυναμίες – τέλειος εἶναι μόνο ὁ Θεός – νὰ μή στεκόμαστε σ’ αὐτές.

Νὰ τοὺς ἀγαποῦμε καὶ μαζί τους νὰ πορευόμαστε τὸν δρόμο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινή μας Πατρίδα, τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην. ἐ­ξῆλ­θεν ὁ σπε­ί­ρων τοῦ σπεῖ­ραι τὸν σπό­ρον αὐ­τοῦ. καὶ ἐν τῷ σπε­ί­ρειν αὐ­τὸν ὃ μὲν ἔ­πε­σε πα­ρὰ τὴν ὁ­δόν, καὶ κα­τε­πα­τή­θη, καὶ τὰ πε­τει­νὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ κα­τέ­φα­γεν αὐ­τό· καὶ ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐ­πὶ τὴν πέ­τραν, καὶ φυ­ὲν ἐ­ξη­ράν­θη δι­ὰ τὸ μὴ ἔ­χειν ἰ­κμά­δα· καὶ ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐν μέ­σῳ τῶν ἀ­καν­θῶν, καὶ συμ­φυ­εῖ­σαι αἱ ἄ­καν­θαι ἀ­πέ­πνι­ξαν αὐ­τό. καὶ ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀ­γα­θήν, καὶ φυ­ὲν ἐ­πο­ί­η­σε καρ­πὸν ἑ­κα­τον­τα­πλα­σί­ο­να. ταῦ­τα λέ­γων ἐ­φώ­νει· Ὁ ἔ­χων ὦ­τα ἀ­κο­ύ­ειν ἀ­κου­έ­τω. Ἐ­πη­ρώ­των δὲ αὐ­τὸν οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ λέ­γον­τες· Τίς εἴ­η ἡ πα­ρα­βο­λή αὕ­τη; ὁ δὲ εἶ­πεν· Ὑ­μῖν δέ­δο­ται γνῶ­ναι τὰ μυ­στή­ρι­α τῆς βα­σι­λε­ί­ας τοῦ Θε­οῦ, τοῖς δὲ λοι­ποῖς ἐν πα­ρα­βο­λαῖς, ἵ­να βλέ­πον­τες μὴ βλέ­πω­σι καὶ ἀ­κο­ύ­ον­τες μὴ συ­νι­ῶ­σιν. Ἔ­στι δὲ αὕ­τη ἡ πα­ρα­βο­λή· ὁ σπό­ρος ἐ­στὶν ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ· οἱ δὲ πα­ρὰ τὴν ὁ­δόν εἰ­σιν οἱ ἀ­κο­ύ­σαν­τες, εἶ­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος καὶ αἴ­ρει τὸν λό­γον ἀ­πὸ τῆς καρ­δί­ας αὐ­τῶν, ἵ­να μὴ πι­στε­ύ­σαν­τες σω­θῶ­σιν. οἱ δὲ ἐ­πὶ τῆς πέ­τρας οἳ ὅ­ταν ἀ­κο­ύ­σω­σι, με­τὰ χα­ρᾶς δέ­χον­ται τὸν λό­γον, καὶ οὗ­τοι ῥί­ζαν οὐκ ἔ­χου­σιν, οἳ πρὸς και­ρὸν πι­στε­ύ­ου­σι καὶ ἐν και­ρῷ πει­ρα­σμοῦ ἀ­φί­σταν­ται. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀ­κάν­θας πε­σόν, οὗ­τοί εἰ­σιν οἱ ἀ­κού­σαν­τες, καὶ ὑ­πὸ με­ρι­μνῶν καὶ πλο­ύ­του καὶ ἡ­δο­νῶν τοῦ βί­ου πο­ρευ­ό­με­νοι συμ­πνί­γον­ται καὶ οὐ τε­λε­σφο­ροῦ­σι. τὸ δὲ ἐν τῇ κα­λῇ γῇ, οὗ­τοί εἰ­σιν οἵ­τι­νες ἐν καρ­δί­ᾳ κα­λῇ καὶ ἀ­γα­θῇ ἀ­κο­ύ­σαν­τες τὸν λό­γον κα­τέ­χου­σι καὶ καρ­πο­φο­ροῦ­σιν ἐν ὑ­πο­μο­νῇ.             

                 (Λουκ. η΄[8] 5 – 15)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Εἶπε ὁ Κύριος αὐτή τήν πα­ρα­βο­λή: Βγῆ­κε ὁ σπο­ριὰς στὸ χω­ρά­φι του, γιὰ νὰ σπεί­ρει τὸ σπό­ρο του. Καὶ κα­θὼς ἔ­σπερ­νε, με­ρι­κοὶ σπό­ροι ἔ­πε­σαν κον­τὰ στὸ δρό­μο τοῦ χω­ρα­φιοῦ καὶ κα­τα­πα­τή­θη­καν ἀ­πό τούς δι­α­βά­τες, καὶ τοὺς κα­τέφα­γαν τὰ που­λιὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Ἄλ­λοι σπό­ροι πά­λι ἔ­πε­σαν πά­νω σὲ πε­τρῶ­δες ἔ­δα­φος, κι ἀφοῦ φύ­τρω­σαν, ξε­ρά­θη­καν, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν ὑ­γρα­σί­α· Κι ἄλ­λοι σπό­ροι ἔ­πε­σαν σὲ ἔ­δα­φος γε­μά­το ἀ­πὸ σπό­ρους ἀγ­κα­θι­ῶν, κι ὅ­ταν τὰ ἀγ­κά­θια φύ­τρω­σαν μα­ζί τους, τοὺς ἔ­πνι­ξαν τε­λεί­ως. Κι ἄλ­λοι σπό­ροι ἔ­πε­σαν μέ­σα στὴ γῆ τὴ μα­λα­κὴ καὶ εὔ­φο­ρη, καὶ ὅ­ταν φύ­τρω­σαν, ἔ­κα­ναν καρ­πὸ ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π' τὸ σπό­ρο. Κι ἐ­νῶ τὰ ἔ­λε­γε αὐ­τά, γιὰ νὰ δώ­σει με­γα­λύ­τε­ρο τό­νο στοὺς λό­γους του καὶ γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρει τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἀ­κρο­α­τῶν του, φώ­να­ζε δυ­να­τά: Αὐ­τὸς πού ἔ­χει αὐ­τιὰ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον πνευ­μα­τι­κὸ γιὰ νὰ ἀ­κού­ει καὶ νὰ ἐγκολπώνεται αὐ­τὰ πού λέ­ω, ἂς ἀ­κού­ει.

Οἱ μα­θη­τές του τό­τε τὸν ρω­τοῦ­σαν καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α καὶ ἡ ση­μα­σί­α αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­βο­λῆς; Κι αὐ­τὸς τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Σὲ σᾶς πού ἔ­χε­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ κα­λὴ δι­ά­θε­ση σᾶς ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς τὴ χά­ρη του νὰ μά­θε­τε τὶς μυ­στη­ρι­ώ­δεις ἀ­λή­θει­ες τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ· στοὺς ἄλ­λους ὅ­μως μι­λά­ω μὲ πα­ρα­βο­λές. Αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χουν ἐν­δι­α­φέ­ρον νὰ γνω­ρί­σουν καὶ νὰ δε­χθοῦν τὶς πνευ­μα­τι­κὲς ἀ­λή­θει­ες, καὶ ὁ νοῦς τους εἶ­ναι ἀμαθής καὶ ἀ­νί­κα­νος γιὰ πνευ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α. Γι' αὐ­τὸ δι­δά­σκω μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τό, γιὰ νὰ μὴν μπο­ροῦν νὰ δοῦν βα­θύ­τε­ρα καὶ κα­θα­ρό­τε­ρα, ἂν καὶ θὰ βλέ­πουν μὲ τὰ σω­μα­τι­κά τους μά­τια, καὶ γιὰ νὰ μὴν μπο­ροῦν νὰ κα­τα­λά­βουν, ἂν καὶ θὰ ἀκοῦν τὴ δι­δα­σκα­λί­α πού τοὺς ἐ­ξη­γεῖ τὰ μυ­στή­ρια. Καὶ τὸ κά­νω αὐ­τὸ ὄ­χι μό­νο γιὰ λό­γους δι­και­ο­σύ­νης, ἀλλά καὶ ἀ­πὸ ἀ­γα­θό­τη­τα, γιὰ νὰ μὴν ἐ­πι­βα­ρύ­νουν τὴ θέ­ση τους πε­ρι­φρο­νών­τας τὴν ἀ­λή­θεια, καὶ σκλη­ρυν­θοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἡ ση­μα­σί­α τῆς πα­ρα­βο­λῆς εἶ­ναι αὐ­τή: Ὁ σπό­ρος συμ­βο­λί­ζει τὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Τὸ ἔ­δα­φος πού εἶ­ναι κον­τὰ στὸ δρό­μο συμ­βο­λί­ζει αὐ­τοὺς πού ἄ­κου­σαν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο τὸ λό­γο. Ἔ­πει­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος καὶ ἀ­φαι­ρεῖ τὸ λό­γο ἀ­πὸ τὶς καρ­δι­ές τους, γιὰ νὰ μὴν πι­στέ­ψουν καὶ σω­θοῦν. Τὸ πε­τρῶ­δες ἔ­δα­φος ἐξάλλου πού δέ­χθη­κε τὸ σπό­ρο συμ­βο­λί­ζει αὐ­τοὺς οἱ ὁποῖοι ὅ­ταν ἀ­κού­σουν τὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ τὸν δέ­χον­ται μὲ χα­ρὰ καὶ ἐν­θου­σια­σμό. Μέ­σα τους ὅ­μως δὲν ἔ­χει αὐ­τὸς βα­θιὰ ρί­ζα, γιὰ νὰ στε­ρε­ω­θεῖ. Γι’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τοὶ γιὰ λί­γο χρό­νο πι­στεύ­ουν, ὅ­ταν ὅ­μως ἔλ­θει και­ρὸς πει­ρα­σμοῦ ἢ δι­ωγ­μοῦ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πὸ τὴν πί­στη. Οἱ σπό­ροι πού ἔ­πε­σαν στὰ ἀγ­κά­θια συμ­βο­λί­ζουν ἐ­κεί­νους πού ἄ­κου­σαν τὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ κι ἀρ­χί­ζουν μὲ κά­ποι­α προ­θυ­μί­α νὰ βα­δί­ζουν στὸ δρό­μο τῆς πί­στε­ως. Πνί­γον­ται ὅ­μως ἀ­πὸ τὶς ἀ­γω­νι­ώ­δεις φρον­τί­δες γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σουν πλού­τη, κα­θὼς κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς σαρ­κι­κῆς ζω­ῆς, στὴν ὁποία δι­ευ­κο­λύ­νουν τὰ πλού­τη πού ἀ­πέ­κτη­σαν, κι ἔ­τσι δὲν προ­κύ­πτουν οὔ­τε φτά­νουν μέ­χρι τὸ τέ­λος, προ­κει­μέ­νου νὰ δώ­σουν τὸν καρ­πό. Οἱ σπό­ροι τώ­ρα πού ἔ­πε­σαν στὴν εὔ­φο­ρη γῆ συμ­βο­λί­ζουν τοὺς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους οἱ ὁποῖοι μὲ καρ­διὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τη, εὐ­θεί­α καὶ ἀ­γα­θὴ ἄ­κου­σαν καὶ κα­τα­νό­η­σαν τὸ λό­γο καὶ τὸν κρα­τοῦν σφι­χτὰ μέ­σα τους, καὶ καρ­πο­φο­ροῦν τὶς ἀ­ρε­τὲς δεί­χνον­τας ὑ­πο­μο­νὴ καὶ καρ­τε­ρί­α στὶς θλί­ψεις καὶ τοὺς πει­ρα­σμοὺς καὶ σ' ὅ­λα τὰ ἐμ­πό­δια πού συ­ναν­τοῦν στὴν ἄ­σκη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς.

 

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Γ΄ ΛΟΥ­ΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΙΕ­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ

Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ         

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Γ΄ ΛΟΥ­ΚΑ

(6 Ο­ΚΤΩΒ­ΡΙΟΥ 2024)




ΕΩΘΙΝΟΝ Δ΄

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ Ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις. ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς, Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ' ἠγέρθη. μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα. καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἒδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

(Λουκ. κδ΄[24] 1 – 12)

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

1 Τὴν πρώτη ὅμως ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τὰ βαθιὰ χαράματα ἦλθαν οἱ γυναῖκες στὸ μνῆμα φέρνοντας τὰ ἀρώματα ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει. Μαζί τους ἦλθαν καὶ μερικὲς ἄλλες. 2 Βρῆκαν τότε τὴν πέτρα ποὺ ἔφραζε τὸ μνημεῖο νὰ εἶναι κυλισμένη μακριὰ ἀπ᾿ αὐτό. 3 Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. 4 Κι ἐνῶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἀπορία γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό,  ξαφνικά, δύο ἄγγελοι παρουσιάσθηκαν μπροστά τους ὡς ἄνδρες μὲ στολὲς ποὺ ἄστραφταν ἀπὸ λαμπρότητα. 5 Κι ἐνῶ αὐτὲς κατατρομαγμένες ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ ἀπὸ εὐλάβεια κι ἐπειδὴ δὲν ἄντεχαν τὴ λάμψη τῶν ἀγγέλων, εἶπαν οἱ ἄγγελοι σ᾿ αὐτές: Γιατί ζητᾶτε ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς αὐτὸν ποὺ τώρα πλέον εἶναι ζωντανός; 6 Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἀλλὰ ἀναστήθηκε. Θυμηθεῖτε πῶς σᾶς μίλησε καὶ τί σᾶς εἶχε πεῖ ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ Γαλιλαία, 7 λέγοντας ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρέπει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ νὰ σταυρωθεῖ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὸ θάνατό του νὰ ἀναστηθεῖ. 8 Τότε οἱ μυροφόρες γυναῖκες θυμήθηκαν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. 9 Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο, τὰ ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕνδεκα μαθητὲς καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους. 10 Οἱ γυναῖκες ποὺ τὰ ἔλεγαν αὐτὰ στοὺς ἀποστόλους ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ὑπόλοιπες ποὺ ἦταν μαζί τους. 11 Τὰ λόγια τους ὅμως αὐτὰ φάνηκαν στοὺς μαθητὲς σὰν φλυαρία καὶ ἐπινόηση τῆς φαντασίας τους. Καὶ δὲν τὶς πίστευαν. 12 Παρόλα αὐτά ὅμως ὁ Πέτρος σηκώθηκε κι ἔτρεξε στό μνημεῖο. Κι ἀφοῦ ἔσκυψε ἀπό τή θύρα, βλέπει μόνο τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι κάτω στό μνημεῖο, χωρίς τό σῶμα. Τότε ἐπέστρεψε στό σπίτι πού ἔμενε γεμάτος ἀπορία κι ἔκπληξη γι᾿ αὐτό πού εἶχε γίνει.

 

Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ (Ι­Ε΄ Ε­ΠΙ­ΣΤΟ­ΛΩΝ)

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπών, ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃ ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν· ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ΄ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. Ὥστε ὁ θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. Ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως, κατὰ τὸ γεγραμμένον, Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς σὺν Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. Τὰ γὰρ πάντα δι΄ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

 (Β΄ Κορ. δ΄[4] 6-15)

 

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. ΓΕΝΗΘΗΤΩ ΦΩΣ! 

«Γενηθήτω φς»! Αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο δημιουργικό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ σύμπαντος, μᾶς λέγει ἡ  ̔Αγία Γραφή.  ̓Απὸ τὸ γεγονὸς αὐτό παίρνει ἀφορμὴ ὁ ἀπόστολος Παλος στὸ σημερινό Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα καὶ λέγει πώς ὁ Θεός, ποὺ τότε δημιούργησε τό φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι, Αὐτὸς ὁ Ἴδιος εἶναι, ποὺ τώρα φώτισε τίς σκοτεινές καρδιές μας μὲ οὐράνιο πνευματικὸ φῶς. Καὶ τὶς φώτισε γιὰ νὰ γνωρίσουμε τή δόξα Του, ἡ ὁποία φανερώνεται στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς φράσεως «ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ». 

Μὲ πιό ἁπλά λόγια ατά σημαίνουν πρτο, πὼς τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ τὴν γνωρίζουμε οἱ ἄνθρωποι «ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ φύση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀόρατη καὶ ἀκατάληπτη, ὁ μόνος τρόπος νὰ τὴν γνωρίσουμε εἶναι νὰ γνωρίσουμε τή δόξα της, τὴν θεϊκὴ ἀκτινοβολία της, ὅπως αὐτὴ φανερώνεται στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας ησο Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, πού γι᾿ αὐτό τόν λόγο ἔγινε καὶ ἄνθρωπος. Γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει δηλαδὴ τὴ θεϊκή Του δόξα, καὶ νὰ τὴν χαρίσει καὶ σ᾿ ἐμᾶς, ἑνώνοντάς μας μὲ τὸν Εαυτό Του. 

Δεύτερο, τὰ λόγια αὐτὰ σημαίνουν πὼς εἶναι ἀδύνατο οἱ ἄνθρωποι νὰ γνωρίσουμε τόν Θεό, ἂν Ἐκεῖνος δὲν φωτίσει τίς καρδιές μας. πομένως, ἂν ἔχουμε κάποιον μικρὸ ἢ μεγαλύτερο σύνδεσμο μὲ τὸν Χριστό μας, νὰ γνωρίζουμε πὼς αὐτὸ δὲν εἶναι κατόρθωμα δικό μας, ἀλλὰ ἔργο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ φωτίζει τίς καρδιές μας καὶ τὶς καθοδηγεῖ νὰ Τὸν πλησιάσουμε καὶ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του. «Ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν», λέγει ὁ  ̓Απόστολος. Αὐτὸς δηλαδὴ ἐφώτισε τις καρδιές μας. 

Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ποὺ θέλησε μέσα στὸ πυκνό πνευματικὸ σκοτάδι τῆς ἐποχῆς μας νά φωτίσει καὶ τὶς δικές μας καρδιὲς γιὰ νὰ Τὸν γνωρίσουμε! Μέσα στὴν ἄπειρη ἀγάπη Του σὲ κάποια στιγμὴ ἄγγιξε τήν καρδιά μας προστάζοντας καὶ πάλι τὸ πρῶτο ἐκεῖνο δημιουργικό πρόσταγμά Του: Γενηθήτω φῶς καὶ πράγματι «ἐγένετο φῶς»! Τὰ πνευματικά μας μάτια ἄνοιξαν καὶ ἀντίκρυσαν μὲ ἔκπληξη, χαρά καί εὐγνωμοσύνη τὸν Λυτρωτή μας Κύριο, Αὐτὸν ποὺ εἶναι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου. 

Νὰ Τὸν εὐγνωμονοῦμε καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ μένουμε πάντοτε μέσα στὸ φῶς Του, μακριὰ ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας.

2. Ο ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

 Θησαυρὸ ὀνομάζει στη συνέχεια ὁ μέγας πόστολος τὴ γνῶση αὐτὴ τῆς θεϊκῆς τοῦ Κυρίου δόξης, ποὺ μᾶς ἐχάρισε ὁ Θεός. 

Καὶ εἶναι πράγματι Θησαυρὸς!μόνος θησαυρός! Και τί θησαυρός! Αμύθητος! 

Ἂν μπορούσαμε, ἔστω καὶ γιὰ μιὰ μόνο στιγμή, οἱ πιστοὶ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ πόσο μεγάλο εἶναι αὐτὸ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, νά μᾶς ἀποκαλύψει δηλαδὴ τὸν αυτό Του, καὶ νὰ μᾶς κάνει μετόχους τῆς δόξης Του, θὰ μέναμε ἔκθαμβοι. 

Δὲν τὸ αἰσθανόμαστε δυστυχς! Και ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία; Ἡ αἰτία εἶναι ὅτι εὔκολα θαμπωνόμαστε ἀπὸ ἄλλους ὑλικούς καὶ ἐπίγειους θησαυρούς. Τά μάτια μας μπερδεύονται. Ζαλιζόμαστε ἀπὸ τὰ χρωματιστά γυάλινα ψευδοκοσμήματα τῆς γῆς, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ ἀτίμητο διαμάντι τοῦ Οὐρανοῦ, ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Θεός. 

Πῶς νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ἀνεκτίμητη ἀξία αὐτοῦ τοῦ θησαυροῦ, ὅταν πολλοὶ ἀπὸ μᾶς ἀγαπᾶμε τὰ πλούτη αὐτοῦ τοῦ κόσμου; Ὅταν ἄλλοι ζηλεύουμε τις δόξες καὶ τὶς τιμὲς τῶν ἀνθρώπων; Ὅταν δίνουμε λες μας τίς δυνάμεις γιὰ νὰ ἀνεβοῦμε σὲ κάποιο ἐπίγειο ἀξίωμα, συχνά κάνοντας σοβαρὲς ἀβαρίες καί συμβιβασμοὺς μὲ τὴ συνείδησή μας; 

Μακάριοι ὅσοι ἐκτιμοῦν αὐτὸν τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ καὶ δίνουν ὅλο τὸν ἑαυτό τους προκειμένου νὰ τὸν ἀποκτήσουν. Αὐτοὶ θὰ εἶναι γιὰ πάντα πλούσιοι, κάτοχοι τοῦ πιο μεγάλου θησαυρο, πού κανένας ποτὲ δὲν θὰ μπορέσει, νὰ τοὺς τὸν ἀφαιρέσει. Μακάριοι καὶ εὐλογημένοι!

3. ΟΛΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΣΑΣ 

«Τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς», λέγει πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἀναγνώσματος ὁ  ̓Απόστολος. Δηλαδή: Ὅλα γίνονται γιά σς. 

Ποιὰ ὅλα; Αὐτὰ ποὺ περιέγραψε στοὺς προηγούμενους στίχους, καὶ τὰ ὁποα ὑποφέρουν οἱ  ̓Απόστολοι, προκειμένου νά μεταδώσουν στοὺς πιστούς τόν θησαυρό τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ: τίς θλίψεις, τὰ ἀδιέξοδα, τοὺς διωγμούς, τίς καταστροφές, τοὺς κινδύνους τοῦ θανάτου, στοὺς ὁποίους καθημερινά παραδίδονται, καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους θαυματουργικά τοὺς σώζει ὁ Θεός. Ὅλα αὐτὰ καὶ τὸ κήρυγμα τέλος τῆς πίστεως, ποὺ μὲ ἀκατάβλητο θάρρος ὁμολογοῦν καὶ μεταγγίζουν στίς καρδιὲς τῶν πιστῶν.

Ὅλα γίνονται γιὰ σᾶς! Ἀλλὰ ὁ ἴδιος αὐτός λόγος μπορεῖ νὰ ἀπευθυνθε καὶ σὲ μᾶς. Πόσα ἀλήθεια δὲν ἔχουν γίνει καὶ γιὰ χάρη μας! Οἱ ὑπεράνθρωποι κόποι τῶν Ἀποστόλων, τὰ φρικτά μαρτύρια τῶν Μαρτύρων, οἱ τιτάνιοι ἀγῶνες τῶν ἁγίων Πατέρων! Πόσοι καὶ πόσοι δὲν ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ νὰ μποροῦμε ἐμεῖς σήμερα νὰ ἀπολαμβάνουμε τη σωτηρία! Θα χρειαζόντουσαν χιλιάδες σελίδες γιὰ νὰ τὰ ἀναφέρουμε ὅλα.

ς σταματήσουμε λοιπὸν ἐδῶ. Νὰ σημειώσουμε μόνον πὼς καὶ σήμερα, καὶ τώρα ἀκόμη, ἐξακολουθοῦν νὰ γίνονται τέτοια καὶ παρόμοια γιά χάρη μας. Ὑπάρχουν πλήθη ἀνθρώπων, ποὺ τὰ ἔχουν δώσει ὅλα στὸν Χριστό, καὶ ἀγωνίζονται μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις τους γιὰ νὰ μᾶς μεταδώσουν τὸν θησαυρὸ τῆς πίστεως. 

Ἂς τὸ ἐκτιμήσουμε αὐτό. Ἂς τοὺς εὐγνωμονομε. Καὶ ἂς δεχόμαστε μὲ προθυμία τὸ κήρυγμα τῆς πίστεως ποὺ κηρύττουν, γιὰ νὰ δοξαστοῦμε ὅλοι μαζὶ στὴν αἰώνια καί ὑπερδοξασμένη Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ μας. μήν.

 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐ­πο­ρε­ύ­ε­το ὁ Ἰ­η­σοῦς εἰς πό­λιν κα­λου­μέ­νην Να­ΐν· καὶ συ­νε­πο­ρε­ύ­ον­το αὐ­τῷ οἱ μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ ἱ­κα­νοὶ καὶ ὄ­χλος πο­λύς. ὡς δὲ ἤγ­γι­σε τῇ πύ­λῃ τῆς πό­λε­ως, καὶ ἰ­δοὺ ἐ­ξε­κο­μί­ζε­το τε­θνη­κὼς υἱ­ὸς μο­νο­γε­νὴς τῇ μη­τρὶ αὐ­τοῦ, καὶ αὕ­τη ἦν χή­ρα, καὶ ὄ­χλος τῆς πό­λε­ως ἱ­κα­νὸς ἦν σὺν αὐ­τῇ. καὶ ἰ­δὼν αὐ­τὴν ὁ Κύ­ριος ἐ­σπλαγ­χνί­σθη ἐ­π' αὐ­τῇ καὶ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Μὴ κλαῖ­ε· καὶ προ­σελ­θὼν ἥ­ψα­το τῆς σο­ροῦ, οἱ δὲ βα­στά­ζον­τες ἔ­στη­σαν, καὶ εἶ­πε· Νε­α­νί­σκε, σοὶ λέ­γω, ἐ­γέρ­θη­τι. καὶ ἀ­νε­κά­θι­σεν ὁ νε­κρὸς καὶ ἤρ­ξα­το λα­λεῖν, καὶ ἔ­δω­κεν αὐ­τὸν τῇ μη­τρὶ αὐ­τοῦ. ἔ­λα­βε δὲ φό­βος πάν­τας, καὶ ἐ­δό­ξα­ζον τὸν Θε­ὸν, λέ­γον­τες ὅ­τι Προ­φή­της μέ­γας ἐ­γή­γερ­ται ἐν ἡ­μῖν, καὶ ὅ­τι ἐ­πε­σκέ­ψα­το ὁ Θε­ὸς τὸν λα­ὸν αὐ­τοῦ.   

                                                (Λουκ. ζ΄[7] 11 – 16)

 

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό πή­γαινε ὁ Ἰ­η­σοῦς σὲ μί­α πό­λη ποὺ λε­γό­τα­ν Να­ΐν. Μα­ζί του βά­δι­ζαν καί οἱ μα­θη­τές του, οἱ ὁποῖοι ἦ­ταν ἀρ­κε­τοί, κα­θὼς καὶ πλῆθος λα­οῦ πο­λύ. Μό­λις ὅ­μως πλη­σί­α­σε στὴν πύ­λη τῆς πό­λε­ως, ἔ­βγα­ζαν ἔ­ξω ἕ­να νε­κρό, τὸν μο­νά­κρι­βο γιὸ μιᾶς μητέρας πού ἦ­ταν χή­ρα καὶ δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν ἄλ­λο προστάτη στὸν κό­σμο. Καὶ μα­ζὶ μ' αὐ­τὴν ἦ­ταν καὶ πο­λὺς λαός ἀπ' τὴν πό­λη πού συ­νό­δευ­ε καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μέ με­γά­λη συμ­πό­νια τὴν κη­δεί­α. Ὅ­ταν εἶ­δε τὴ χή­ρα ὁ Ἰ­η­σοῦς, τὴν σπλα­χνί­σθη­κε, καί γνω­ρί­ζον­τας μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι σὲ λί­γο θὰ ἀ­νέ­σται­νε τό γιὸ της τῆς εἶ­πε: Μὴν κλαῖς. Τό­τε πλη­σί­α­σε κι ἄγ­γι­ξε τὸ φέ­ρε­τρο. Κι ἐ­κεῖ­νοι πού τὸ σή­κω­ναν στά­θη­καν. Καὶ εἶ­πε ὁ Ἰ­η­σοῦς: Νέ­ε μου, σέ σέ­να μι­λῶ. Σή­κω. Τό­τε ὁ νε­κρὸς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ κά­θι­σε ζωντανός πά­νω στὸ φέ­ρε­τρο κι ἄρ­χι­σε νὰ μι­λά­ει. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τὸν πα­ρέ­δω­σε στὴ μη­τέ­ρα του. Ὅ­λους τό­τε τοὺς κυ­ρί­ευ­σε φό­βος, δι­ό­τι αἰσθάνονταν τὴν πα­ρου­σί­α θεί­ας δυ­νά­με­ως μέ­σα στὴν ἁμαρτωλότητα καὶ ἀ­να­ξι­ό­τη­τά τους. Καὶ δό­ξα­ζαν τὸν Θεό καὶ ἔ­λε­γαν ὅ­τι με­γά­λος προ­φή­της ἐμ­φα­νί­στη­κε ἀνάμεσά μας καὶ ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τὸ λα­ό του γιὰ τὸν προ­στα­τεύ­σει.