ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
(2 ΙΟΥΝΙΟΥ 2024)
ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ΄
Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον· καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει οὖν, καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου, καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας, βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε, καὶ ἐπίστευσεν. Οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν Γραφήν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί.
(Ἰωάν. κ΄[20] 1 – 10)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
1 Ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, τὴν ἑπόμενη
ἡμέρα, ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται στὸ
μνημεῖο πρωί, ὅταν ἦταν ἀκόμη σκοτάδι, καὶ βλέπει ὅτι ὁ λίθος ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο
τοῦ τάφου ἦταν σηκωμένος ἀπὸ τὸ μνῆμα. 2 Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸ μνῆμα ἀνοιχτό,
τρέχει κι ἔρχεται στὸν Σίμωνα Πέτρο καὶ στὸν ἄλλο μαθητὴ τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς,
καὶ τοὺς εἶπε: Πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ δὲν ξερουμε ποῦ τὸν ἔβαλαν. 3 Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη αὐτὴ εἴδηση,
βγῆκε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ σπίτι ποὺ ἔμενε, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν βγῆκε καὶ ὁ ἄλλος
μαθητής, καὶ ἔρχονταν στὸ μνημεῖο. 4 Ἔτρεχαν λοιπὸν καὶ οἱ δύο μαζί· ἀλλὰ
ὁ ἄλλος μαθητής, ἐπειδὴ ἦταν νεότερος, ἔτρεξε μπροστὰ πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸν Πέτρο
καὶ ἔφθασε πρῶτος στὸ μνημεῖο. 5
Καὶ σκύβοντας ἀπ᾿ ἔξω βλέπει τοὺς νεκρικοὺς ἐπιδέσμους νὰ εἶναι κάτω στὴ γῆ· ἐπειδὴ
ὅμως ἦταν πολὺ συγκινημένος, δὲν προχώρησε νὰ μπεῖ μέσα. 6 Ἐνῶ λοιπὸν περίμενε ἀπ᾿ ἔξω, ἔρχεται
καὶ ὁ Σίμων Πέτρος ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν καί, θαρραλέος καὶ ὁρμητικὸς ὅπως ἦταν ἀπὸ
τὸ χαρακτήρα του, μπῆκε στὸ μνημεῖο καὶ παρατήρησε ἀπὸ κοντὰ ὅτι οἱ νεκρικοὶ ἐπίδεσμοι
ἦταν κάτω στὴ γῆ καὶ δὲν ἔλειπαν, ὅπως θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ συμβεῖ ἐὰν τὸ σῶμα εἶχε
κλαπεῖ. 7 Παρατήρησε ἀκόμη
ὅτι τὸ ὕφασμα μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν σκεπάσει τὸ κεφάλι τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἦταν ἀνακατεμένο
μὲ τοὺς ἐπιδέσμους ἀκατάστατα, ἀλλὰ ἦταν τυλιγμένο χωριστὰ κάπου ἐκεῖ μὲ τάξη,
ποὺ δὲν πρόδιδε βιασύνη καὶ σπουδή. 8 Τότε λοιπὸν καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ποὺ
εἶχε ἔλθει πρῶτος στὸ μνῆμα, παρακινημένος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Πέτρου, μπῆκε
μέσα, καὶ τὰ εἶδε αὐτὰ ἀπὸ κοντὰ καὶ πίστεψε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε. 9 Δὲν εἶχε πιστέψει πιὸ πρίν, ἀλλὰ
μόλις τώρα ποὺ εἶδε ἀδειανὸ τὸν τάφο· διότι καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πέτρος δὲν γνώριζαν
ἀκόμη τὴν ἀληθινὴ σημασία τῶν προφητειῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ
σχέδιο τοῦ Θεοῦ ὁ Μεσσίας ἔπρεπε νὰ ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς. 10 Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξέτασαν τὸν τάφο καὶ
πείσθηκαν ὅτι κάθε ἄλλη ἔρευνα ἦταν περιττή, ἐπέστρεψαν πάλι στὰ καταλύματά
τους οἱ μαθητές.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν ἐν
ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, διασπαρέντες
οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως
Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ ᾿Αντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ
μὴ μόνον ᾿Ιουδαίοις. ῏Ησαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι,
οἵτινες εἰσελθόντες εἰς ᾿Αντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς ῾Ελληνιστάς,
εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν. Καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν,
πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον. ᾿Ηκούσθη δὲ
ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν ῾Ιεροσολύμοις περὶ αὐτῶν,
καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως ᾿Αντιοχείας· ὃς παραγενόμενος
καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει
τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος
῾Αγίου καὶ πίστεως· καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. Ἐξῆλθε
δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν
αὐτὸν εἰς ᾿Αντιόχειαν. Ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι
ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν
᾿Αντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς. ᾿Εν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις
κατῆλθον ἀπὸ ῾Ιεροσολύμων προφῆται εἰς ᾿Αντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ
εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι ῎Αγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν
μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου
Καίσαρος. Τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν
εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ ἀδελφοῖς· ὃ
καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα
καὶ Σαύλου.
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ
Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο κατευθύνει ὁ
Θεὸς τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου, ἀλλά καί τοῦ καθενὸς ἀνθρώπου,
ξεπερνάει τὶς ἀντιληπτικὲς μας ἱκανότητες. Συνήθως – ὅταν
πιὰ τὰ γεγονότα ἔχουν συμβεῖ – μένουμε ἔκθαμβοι, καθὼς διαπιστώνουμε
ποῦ μᾶς ὁδήγησε ὁ Θεός, ἀπό ποιές συμπληγάδες μᾶς πέρασε, πῶς μετέτρεψε
τὶς συμφορὲς μας σέ εὐλογίες μεγάλες.
Ἡ τραγωδία ξέσπασε καί στή νεοσύστατη
Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας στὰ Ἱεροσόλυμα. Καὶ τί τραγωδία! Ὁ φλογερὸς
Στέφανος, ὁ κορυφαῖος τῶν ἑπτά διακόνων, λιθοβολήθηκε. Αὐτὸ
ὅμως ἦταν μόνο ἡ ἀρχή. Οἱ μανιώδεις Ἑβραῖοι δέν χόρτασαν μέ τό αἷμα
του, ἀλλά ἄρχισαν «διωγμόν μέγαν» κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά τήν
ἐξοντώσουν. Πολλοί ἀπό τούς Χριστιανοὺς τότε φυλακίστηκαν καί ὑπέστησαν
μαρτύρια φοβερά. Ἀρκετοί γιά νὰ προφυλαχτοῦν, ἐγκατέλειψαν
τὰ Ἱεροσόλυμα. «Διασπαρέντες»,
μᾶς λέγει τὸ ἀνάγνωσμα τῶν «Πράξεων»,
«ἀπό τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπί Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης
καί Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας». Σκορπίστηκαν, ἐξ αἰτίας
τοῦ διωγμοῦ πού ἄρχισε μὲ ἀφορμή τὸν Στέφανο, καὶ ἔφτασαν μέχρι
τὴ Φοινίκη, τὴν Κύπρο καί τὴν Ἀντιόχεια.
Θά περίμενε κανείς ὅτι αὐτὸ τὸ σκόρπισμα τῶν
πιστῶν της θὰ διέλυε τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸς ἄλλωστε ἦταν
ὁ στόχος, ποὺ οἱ ἐχθροὶ της ἤθελαν νά πετύχουν μὲ τὸ διωγμό:
νὰ ἐξαφανίσουν τήν Ἐκκλησία! Τὸ πέτυχαν; Τί θαυμαστό! Αὐτὸ ποὺ πέτυχαν,
ἦταν τὸ νὰ τὴ δυναμώσουν! Ἔγιναν ἀφορμή νά ἐξαπλωθεῖ ἡ Ἐκκλησία
καί σὲ νέες περιοχές. Πῶς ἔγινε αὐτό; Ἔγινε, διότι οἱ Χριστιανοὶ
ποὺ ἔφυγαν ἀπό τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐκεῖ ποὺ πῆγαν, δὲν ἔμειναν
σιωπηλοί. Ἄρχισαν νὰ κηρύττουν τὸν Χριστὸ στὰ μέρη ἐκεῖνα.
«Καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ' αὐτῶν,
πολὺς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπί τόν Κύριον»,
μᾶς λέγει τὸ ἱερὸ κείμενο. Εἶχαν, δηλαδή, τὸν Κύριο μαζί τους
καὶ μὲ τὴ χάρη Του πολλοὶ πίστεψαν, ἐπέστρεψαν στὸν Κύριο,
ἔγιναν μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του, βρῆκαν τὴ σωτηρία, τὴν ἀλήθεια,
τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή.
Ἀδελφέ μου! Ὅταν τὰ πράγματα ἔρθουν
ἀνάποδα στὴ ζωή μας, ὅταν οἱ θλίψεις ἀπανωτὲς μᾶς πνίγουν,
ὅταν οἱ ἀλλεπάλληλες συμφορὲς λυγίζουν τὰ γόνατά μας,
ὅταν μᾶς φαίνεται πώς ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει ἐγκαταλείψει, ὅταν ὅλα τά
βλέπουμε μαῦρα καὶ σκοτεινά... Ἀδελφέ μου, τί παθαίνουμε; Γιατί
τὰ χάνουμε; Γιατί ἀπελπιζόμαστε; Δὲν πιστεύουμε πώς
ὁ στοργικὸς Πατέρας κατευθύνει μὲ ἄπειρη ἀγάπη τὴ ζωή μας;...
Τότε γιατί πνιγόμαστε; Γιατί νοιώθουμε ἐγκαταλελειμμένοι;
Ἀδελφέ, ἂς τονώσουμε τὴν πίστη μας! Αὐτὰ ποὺ σήμερα τὰ βλέπουμε
σάν φρικτὴ καταστροφή, αὔριο θὰ τὰ θεωροῦμε σάν τὶς πιό
μεγάλες εὐεργεσίες. Ὅταν οἱ θλίψεις μᾶς περισφίγγουν,
τότε ὁ Θεὸς μᾶς ἀγκαλιάζει μὲ πιό πολλὴ στοργή, εἶναι πολὺ
κοντά μας καὶ ἐργάζεται πράγματα θαυμαστὰ καὶ μεγάλα.
Νὰ τὸ πιστέψουμε αὐτὸ βαθιὰ καὶ νὰ συνεχίσουμε τὸν ἀγώνα
μας μέχρι τέλους, ἀδελφέ!
2. ΥΙΟΣ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΩΣ
Μεγάλη χαρά, μέσα στὴ μεγάλη τους δοκιμασία,
αἰσθάνθηκαν οἱ Ἀπόστολοι καί ὅλη ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων
μὲ τὴν εὐχάριστη εἴδηση, ὅτι στὶς περιοχὲς τῆς Φοινίκης,
τῆς Κύπρου καί ἰδιαιτέρως τῆς Ἀντιοχείας βλάστησε ξαφνικά ἡ χριστιανική πίστη.
Γι' αὐτὸ καί «ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν
διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας». Ἔστειλαν τὸν Βαρνάβα στὴν
Ἀντιόχεια, γιὰ νὰ ἐνισχύσει τοὺς νέους πιστούς, νὰ τοὺς
στηρίξει, νά τούς τονώσει, νά τούς καθοδηγήσει στὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ.
Ἦταν ἀκριβῶς ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος,
γιά νά παρηγορήσει καί νά ἐμψυχώσει τὰ νέα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, πού
ἀργά ἢ γρήγορα θὰ ἀντιμετώπιζαν καί ἐκεῖ τὴ μανία τῶν ἀπίστων
Ἑβραίων. Κατάλληλος γιατί; Διότι ἦταν ὄνομα καὶ πράγμα
Βαρνάβας. (Βαρνάβας στὰ Ἑβραϊκὰ σημαίνει «υἱὸς παρακλήσεως», «υἱὸς παρηγοριᾶς»).
Εἶχε τὸ χάρισμα νὰ παρακαλεῖ, δηλαδὴ νὰ παρηγορεῖ, νά στηρίζει, νά
ἐμψυχώνει τούς ἄλλους. Καί στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα παρατηροῦμε νὰ
ὑπογραμμίζεται αὐτό, στὸ σημεῖο ποὺ λέγει γιὰ τὸν Βαρνάβα
ὅτι «ἦν ἀνήρ ἀγαθός καί πλήρης Πνεύματος
Ἁγίου καί πίστεως». Γι' αὐτὸ καί, ὅταν ἔφτασε στὴν Ἀντιόχεια
καὶ εἶδε νὰ ἔχουν πλούσια τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ οἱ πιστοί, χάρηκε
πολὺ «καί παρεκάλει πάντας
τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ». Τοὺς παρακινοῦσε
ὅλους νὰ μένουν ἀφοσιωμένοι στόν Κύριο μέ ὅλη τή διάθεση τῆς καρδιᾶς
τους.
Ἀξιοζήλευτος ἄνθρωπος ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας.
Μὲ τὸ παράδειγμά του φωνάζει σὲ ὅλους μας νά γινόμαστε καί μεῖς «υἱοί παρακλήσεως», ἄνθρωποι ποὺ θὰ παρηγοροῦμε
τοὺς ἀδελφούς μας. Καί ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη στὶς μέρες
μας ἀπό τέτοιους «υἱούς παρακλήσεως»,
διότι ὁ πόνος εἶναι πολὺς καὶ οἱ δοκιμασίες λόγω καὶ
τοῦ ἄγχους, πού μαστίζει τὴν ἐποχή μας, αὐξημένες. Ἰδιαιτέρως
στὸν πνευματικὸ ἀγώνα, ὅπου ἡ προκλητικὴ ἁμαρτία καὶ
οἱ ποικίλες ἰδεολογίες κλονίζουν πολλοὺς καὶ περισσότερο
τοὺς νέους, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐνισχύουμε καί νά παρηγοροῦμε
ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Εἶναι χρέος ἀγάπης αὐτό, καί μακάρι ὅλοι
μας μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια νὰ τὸ ἀσκοῦμε.
3. ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΑΣ ΟΝΟΜΑ
Μᾶς παρέχει καί μιὰ σημαντικὴ πληροφορία
τὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα: ὅτι ἐκεῖ, στὴν Ἀντιόχεια, ὀνομάστηκαν γιά
πρώτη φορά οἱ πιστοὶ Χριστιανοί.
Τὸ ὄνομα αὐτὸ τοὺς τὸ ἔδωσαν οἱ εἰδωλολάτρες τῆς Ἀντιόχειας,
εἴτε γιά νά τούς ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἄλλους Ἰουδαίους, εἴτε σάν «παρατσούκλι», γιὰ νὰ τοὺς ἐμπαίξουν.
Οἱ πιστοὶ ὅμως τὸ αἰσθάνθηκαν πολὺ τιμητικὸ αὐτὸ τὸ ὄνομα
καὶ τὸ ἀγάπησαν πολύ. Τὸ ἀγάπησαν, διότι τὸ ὄνομα αὐτὸ φανέρωσε
τὴ μεγάλη ἀλήθεια, πώς οἱ πιστοὶ
ἀνήκουμε στὸ Χριστό. Στὸ Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀγόρασε
μὲ τὸ Αἷμα Του. Μᾶς ἅρπαξε ἀπό τὰ νύχια τοῦ σατανᾶ, ἀπό τὸ χάος
τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, καὶ μᾶς ἔβαλε μέσα στὸ πνευματικὸ
Του Βασίλειο, τὴν Ἐκκλησία. Ἀνήκουμε στὸ Χριστό, ὁ Ὁποῖος
μᾶς ἀνέδειξε ἀδελφούς Του, υἱούς τοῦ Οὐρανίου Πατρός, κληρονόμους
τῆς αἰωνίου Βασιλείας Του. Ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατί ἀγάπησαν
τόσο πολὺ οἱ πιστοὶ τὸ ὄνομα: Χριστιανός.
Τὸ ἀγάπησαν, ἀλλά καὶ τὸ τίμησαν πολὺ μὲ τὴν ἁγία ζωή τους.
Εὐλογημένη ἐποχή! Τότε ποὺ οἱ Μάρτυρες
προχωροῦσαν ἀτρόμητοι στὰ φριχτὰ βασανιστήρια ὁμολογώντας
μὲ θάρρος καὶ δύναμη: «Χριστιανός
εἰμι». – Ἀπό ποῦ κατάγεσαι; ρώτησαν ἕνα μάρτυρα. – Χριστιανός εἰμι! ἀπάντησε. –
Ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου; – Χριστιανός
εἰμι! – Τί ἐργασία κάνεις; – Χριστιανός
εἰμι!
Εὐλογημένη ἐποχή! Μακάρι καὶ σήμερα
ὅλοι μας νὰ αἰσθανόμαστε αὐτὴ τὴν ἁγία καύχηση γιὰ τὸ ὅτι εἴμαστε
Χριστιανοί. Νὰ ἀγαπᾶμε τὸ ὄνομά μας, ἀλλά καὶ νὰ τὸ τιμᾶμε
μὲ ζωὴ ἁγία. Γιὰ νὰ μᾶς τιμήσει καί ἐκεῖνο μὲ δόξα αἰώνια, εἰσάγοντάς
μας στὴν αἰώνια ζωή, γιὰ τὴν ὁποία τώρα μᾶς προτρέπει καὶ
μᾶς ἑτοιμάζει.
(Διασκευὴ ἀπὸ
παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Τῷ
καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχὰρ,
πλησίον τοῦ χωρίου
ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ. ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη.
ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει
αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Δός μοι πιεῖν. οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν, ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ' ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς
Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτὸν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. λέγει
αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄ ρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε
τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι
τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. πνεῦμα
ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα.
λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι. καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς
ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἤ τί λαλεῖς μετ' αὐτῆς; Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ
μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι
οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;
ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Ραββί, φάγε.
ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμόν ἤδη. καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινὸς, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων
καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν
ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε.
Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ' αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ
γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ
τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.
(Ἰωάν. δ[4] 5- 42)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἒρχεται ὁ Ἰησοῦς σὲ μιά πόλη τῆς
Σαμάρειας πού λεγόταν Συχάρ, ἡ ὁποία ἦταν κοντὰ στὴν περιοχὴ πού εἶχε
δώσει ὁ Ἰακὼβ στὸ γιὸ του τὸν Ἰωσήφ. Ὑπῆρχε μάλιστα ἐκεῖ κι ἕνα πηγάδι
πού εἶχε ἀνοίξει ὁ Ἰακώβ. Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, ὅπως ἦταν κουρασμὲνος ἀπό
τήν πεζοπορία, καθόταν κοντὰ στὸ πηγάδι. Ἡ ὥρα ἦταν περίπου ἔξι ἀπὸ
τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ δώδεκα τὸ μεσημέρι. Ἔρχεται τότε μία
γυναίκα πού καταγόταν ἀπὸ τὴ Σαμάρεια, νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ πηγάδι νερό.
Ὁ Ἰησοῦς τότε ὁ ὁποῖος πραγματικὰ διψοῦσε, τῆς εἶπε: Δῶσ' μου νὰ πιῶ. Καὶ ζήτησε ἀπὸ τὴ
γυναίκα νερό, διότι οἱ μαθητὲς Tου, πού θὰ φρόντιζαν νὰ βγάλουν νερὸ
ἀπὸ τὸ πηγάδι, εἶχαν πάει στὴν πόλη ν' ἀγοράσουν τρόφιμα. Τοῦ λέει
λοιπὸν ἡ γυναίκα ἡ Σαμαρείτιδα: Πῶς
ἐσύ πού εἶσαι Ἰουδαῖος, καταδέχεσαι καὶ ζητᾶς νὰ πιεῖς νερὸ ἀπὸ μένα,
πού εἶμαι γυναίκα Σαμαρείτιδα; Κι ἔκανε ἡ γυναίκα τὴν ἐρώτηση
αὐτή, διότι οἱ Ἰουδαῖοι μισοῦσαν τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ δὲν εἶχαν σχέσεις
μαζί τους. Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπάντησε: Ἐὰν
γνώριζες τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού δίνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους,
καὶ ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποῦ σοῦ λέει τώρα, δῶσ' μου νὰ πιῶ, ἐσύ θά τοῦ
ζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ τρεχούμενο, πού δὲ στερεύει ποτέ. Θὰ
σοῦ ἔδινε αὐτὸς τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία σὰν πνευματικὸ νερὸ
καθαρίζει, δροσίζει, παρηγορεῖ καὶ ζωοποεῖ τίς ψυχές, χωρὶς νὰ στερεύει
ποτέ. Τοῦ λέει ἡ γυναίκα: Κύριε,
ἀσφαλῶς τὸ νερὸ αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶς δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ πηγάδι αὐτό.
Διότι οὔτε ἀγγεῖο ἔχεις, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσες νὰ βγάλεις ἀπὸ ἐδῶ
νερό, ἀλλά καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις τὸ τρεχούμενο
καὶ ἀστείρευτο νερό; Μήπως ἐσύ εἶσαι ἀνώτερος στὴν ἀξία καὶ τὴ δύναμη
ἀπὸ τὸν πατέρα μας τὸν Ἰακώβ, πού μᾶς ἔδωσε ὡς κληρονομιὰ τὸ πηγάδι
αὐτὸ καὶ δὲν ζήτησε ἄλλο καλύτερο νερό, ἀλλά ἀπ' αὐτὸ ἤπιε καὶ ὁ ἴδιος,
ὅπως καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ ζῶα του πού ἔτρεφε καὶ ἔβοσκε; Τῆς ἀποκρίθηκε
τότε ὁ Ἰησοῦς: Βεβαίως δὲν ἐννοῶ
τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ αὐτοῦ. Διότι ὅποιος πίνει ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτό, θὰ
διψάσει πάλι. Ἐκεῖνος ὅμως πού θὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ νερὸ πού θὰ τοῦ δώσω
ἐγώ, δὲν θὰ διψάσει ποτὲ στὸν αἰώνα· ἀλλά τό νερό πού θά τοῦ δώσω θὰ μεταβληθεῖ
μέσα του σὲ πηγὴ νεροῦ πού δὲν θὰ στερεύει, ἀλλά θὰ ἀναβλύζει καὶ θὰ ἀναπηδᾶ
καὶ θὰ τρέχει πάντοτε γιὰ νὰ τοῦ μεταγγίζει ζωὴ αἰώνια. Τοῦ λέει
τότε ἡ γυναίκα: Κύριε, δῶσ' μου τὸ
νερὸ αὐτό, γιὰ νὰ μὴ διψῶ καὶ νὰ μὴν ὑποβάλλομαι σὲ τόσο κόπο νὰ ἔρχομαι
ἐδῶ γιὰ νὰ βγάζω νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐφόσον τὸ νερὸ αὐτὸ δὲν τὸ θέλεις μόνο
γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ἀλλά καὶ γιὰ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους συζεῖς, πήγαινε,
φώναξε τὸν ἄνδρα σου κι ἔλα ἐδῶ μαζὶ μ' αὐτόν, ὥστε κι ἐκεῖνος νὰ δεχθεῖ
μαζί σου τὴ δωρεὰ αὐτή. Τοῦ ἀποκρίθηκε τότε ἡ γυναίκα: Δὲν ἔχω ἄνδρα. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Καλὰ εἶπες «δὲν ἔχω ἄνδρα». Διότι ἔχεις
πάρει πέντε ἄνδρες, τὸν ἕνα ὕστερα ἀπὸ τὸν ἄλλο. Καὶ τώρα μ' αὐτὸν
πού ζεῖς, εἶσαι συνδεδεμένη κρυφά, καὶ γι' αὐτὸ δὲν εἶναι ἄνδρας σου.
Αὐτὸ τό εἶπες ἀλήθεια. Τοῦ λέει ἡ γυναίκα: Κύριε, καταλαβαίνω ὅτι ἐσύ εἶσαι προφήτης. Διότι μοῦ εἶπες
κάποια μυστικὰ τῆς ζωῆς μου, ἐνῶ δὲν μ' ἔχεις συναντήσει ἄλλη φορά,
ἀλλά μόλις σήμερα μὲ βλέπεις γιὰ πρώτη φορά. Σὲ παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὲ
διαφωτίσεις πάνω στὸ παρακάτω σπουδαῖο ζήτημα: Οἱ πατέρες μας προσκύνησαν
καὶ λάτρευσαν τόν Θεὸ στὸ ὄρος αὐτὸ τὸ Γαριζείν, ἐνῶ ἐσεῖς οἱ Ἰουδαῖοι
λέτε ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος πού πρέπει νά λατρεύουμε τὸν
Θεό. ἐσύ λοιπὸν ὡς προφήτης τί λές γι' αὐτό; Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Πίστεψέ με, γυναίκα, ὅτι γρήγορα ἔρχεται
ὁ καιρὸς πού οὔτε σ' αὐτὸ τὸ βουνὸ τὸ Γαριζείν μόνο, οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα
ἀποκλειστικὰ θὰ λατρεύσετε τὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἐσεῖς οἱ Σαμαρεῖτες
ἀπορρίψατε τὰ βιβλία τῶν προφητῶν καὶ προσκυνᾶτε ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο
δὲν ἔχετε σαφῆ καὶ πλήρη γνώση. Ἐμεῖς οἱ Ἰουδαῖοι προσκυνοῦμε ἐκεῖνο πού
γνωρίζουμε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον. Ἀπόδειξη μάλιστα γι' αὐτὸ
εἶναι τὸ ὅτι ὁ Μεσσίας πού θὰ σώσει τὸν κόσμο προέρχεται ἀπό τους
Ἰουδαίους. Αὐτοὺς διάλεξε ὁ Θεὸς ὡς λαὸ δικό του καὶ αὐτοὶ τὸν γνώρισαν
καὶ τὸν λάτρευσαν τελειότερα ἀπό κάθε ἄλλον λαό. Πολὺ σύντομα ὅμως
ἔρχεται ὥρα, καὶ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι ἡ ὥρα αὐτὴ ἔχει ἤδη ἔλθει, πού οἱ
πραγματικοὶ προσκυνητὲς θὰ προσκυνήσουν καὶ θὰ λατρεύσουν τόν Πατέρα
πνευματικὰ καὶ ἀληθινά· δηλαδὴ μὲ θεοφώτιστες τὶς πνευματικές τους
δυνάμεις καὶ μὲ λατρεία ὂχι τυπικὴ καὶ σκιώδη, ἀλλά πραγματικὴ καὶ
ἐμπνευσμένη ἀπὸ πλήρη ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας. Διότι καὶ ὁ Πατήρ ζητᾶ
ἐπίμονα τέτοιοι ἀληθινοὶ καὶ πραγματικοὶ προσκυνητὲς νὰ εἶναι ἐκεῖνοι
πού τὸν λατρεύουν. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα, γι' αὐτὸ καὶ δὲν περιορίζεται
σὲ τόπους. Κι ἐκεῖνοι πού τὸν λατρεύουν πρέπει νὰ τὸ προσκυνοῦν μὲ τὶς
ἐσωτερικές τους πνευματικὲς δυνάμεις, μὲ ἀφοσίωση τῆς καρδιᾶς καὶ
τοῦ νοῦ, ἀλλά καὶ μὲ ἀληθινὴ ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς λατρείας πού
τοῦ ἁρμόζει. Τοῦ λέει ἡ γυναίκα: Γνωρίζω
ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας, ὄνομα πού μεταφράζεται μὲ τὴ λέξη Χριστός. Ὅταν
ἔλθει ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ διδάξει ὅλα. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Ἐγώ εἶμαι ὁ Μεσσίας, ἐγώ πού τὴ στιγμὴ
αὐτὴ σοῦ μιλάω.
Καὶ τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἀκριβῶς ἦλθαν οἱ μαθητές
του καὶ ἀπόρησαν πού ὁ διδάσκαλος μιλοῦσε δημοσίως μὲ γυναίκα, κάτι
πού ἀπαγορευόταν ἀπὸ τὶς παραδόσεις τῶν ραββίνων. Κανεὶς ὅμως δὲν
τοῦ εἶπε: Τί ζητᾶς νὰ σοῦ κάνει ἡ γυναίκα
αὐτή, ἢ γιὰ ποιὸ θέμα μιλᾶς μαζὶ της; Στὸ μεταξὺ ἡ γυναίκα, γεμάτη
συγκίνηση ὕστερα ἀπ' αὐτὰ πού ἄκουσε, ἄφησε τὴ στάμνα της στὸ πηγάδι
καὶ πῆγε τρέχοντας στὴν πόλη κι ἄρχισε νὰ λέει στοὺς ἀνθρώπους: Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε ἕναν ἄνθρωπο πού μοῦ εἶπε
ὅλα ὅσα ἔχω κάνει, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μυστικὰ καὶ προσωπικὰ στοιχεῖα
τῆς ζωῆς μου. Μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός; Βγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὴν πόλη
οἱ Σαμαρεῖτες κι ἄρχισαν νὰ ἔρχονται πρὸς αὐτόν.
Στὸ μεταξὺ ὅμως, μέχρι νὰ εἰδοποιηθοῦν οἱ Σαμαρεῖτες
καὶ νὰ ἔλθουν νὰ συναντήσουν τὸν Ἰησοῦ, ἐπειδὴ ὁ Κύριος εἶχε ἀπορροφηθεῖ
ἀπ' τὸ πνευματικό του ἔργο καὶ δὲν ἐνδιαφερόταν καθόλου γιὰ φαγητό,
τὸν παρακαλοῦσαν οἱ μαθητὲς καὶ τοῦ ἔλεγαν: Διδάσκαλε, φάε κάτι. Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε: Ἐγώ ἔχω φαγητὸ νὰ φάω πού ἐσεῖς δὲν τὸ
ξέρετε. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν κατάλαβαν οἱ μαθητὲς τὴ σημασία τῶν
λόγων αὐτῶν τοῦ Κυρίου, ἔλεγαν μεταξύ τους: Μήπως τὴν ὥρα πού λείπαμε τοῦ ἔφερε κανεὶς ἄλλος φαγητὸ κι ἔφαγε;
Τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς: Δικό μου φαγητό,
πού μὲ χορταίνει καὶ μὲ τρέφει, εἶναι νὰ κάνω πάντοτε τὸ θέλημα ἐκείνου
πού μὲ ἀπέστειλε στὸν κόσμο καὶ νὰ ὁλοκληρώσω τὸ ἔργο του, τὸ ὁποῖο
εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Καὶ τὸ θερμὸ ἐνδιαφέρον μου γιὰ τὸ ἔργο
αὐτὸ μὲ ἀπορρόφησε ὁλόκληρο τώρα πού πρόκειται νὰ ἔλθουν ἐδῶ οἱ Σαμαρεῖτες,
καὶ μοῦ ἔκοψε κάθε ὄρεξη πού προέρχεται ἀπὸ τὴ φυσικὴ πείνα. Δὲν λέτε
ἐσεῖς ὅτι τέσσερις μῆνες μένουν ἀκόμη καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; Στὴν
πνευματικὴ ὅμως σπορὰ εἶναι δυνατὸν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ καρποφορήσει
καὶ σὲ χρονικό διάστημα πολὺ πιὸ σύντομο. Καὶ γιὰ νὰ πεισθεῖτε γιὰ τὸ
θέμα αὐτὸ πού σᾶς λέω, σηκῶστε τὰ μάτια σας καὶ κοιτάξτε τὸ πλῆθος αὐτὸ
τῶν Σαμαρειτῶν πού ἔρχονται. Μοιάζουν οἱ ψυχές τους μὲ χωράφια, στὰ
ὁποῖα δέν πρόφθασε νά σπαρεῖ ὁ λόγος τῆς ἀλήθειας, κι ὅμως εἶναι λευκὰ
καὶ ὥριμα πλέον, ἕτοιμα νὰ θερισθοῦν. Ἔτσι καὶ σ' ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου
οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων εἶναι τώρα ὥριμες γιὰ νὰ δεχθοῦν τὴ σωτηρία.
Κι ἐκεῖνος πού θερίζει στὸν πνευματικὸ αὐτὸ ἀγρὸ παίρνει μισθό, ὄχι
μόνο διότι χαίρεται καὶ ἐδῶ βλέποντας τὴν πνευματικὴ συγκομιδή,
ἀλλά καὶ διότι θὰ ἀνταμειφθεῖ καὶ στὴ μελλοντικὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἐπειδή
λοιπὸν ἑλκύει στὴ σωτηρία ψυχὲς ἀθάνατες, συναθροίζει καρπὸ γιὰ
τὴν αἰώνια ζωή. Κι ἔτσι, στὴν πνευματικὴ σπορὰ πού γίνεται τώρα, χαίρομαι
κι ἐγώ πού σπέρνω μαζὶ μὲ σᾶς πού θὰ θερίσετε. Διότι στὴ δική μας περίπτωση
ἐφαρμόζεται ἡ ἀληθινή παροιμία, ὅτι ἄλλος ἔσπειρε κι ἄλλος θερίζει.
Ἔσπειρα ἐγώ καὶ θὰ θερίσετε ἐσεῖς, ὅπως καὶ μελλοντικὰ θὰ σπέρνετε
ἐσεῖς καί θά θερίζουν οἱ διάδοχοί σας. Ἐγώ, ὁ Κύριος τοῦ ἀγροῦ, σᾶς ἔστειλα
γιὰ νὰ θερίζετε καρπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο ἐσεῖς δὲν ἔχετε κοπιάσει γιὰ νὰ
σπαρεῖ. Ἄλλοι, δηλαδὴ ἐγώ καί οἱ προφῆτες πρὶν ἀπὸ μένα, ἔχουν κοπιάσει
κι ἔχουν σπείρει, κι ἐσεῖς ἔχετε μπεῖ στοὺς κόπους καὶ τὴ σπορά τους γιὰ
νὰ θερίσετε. Ἀπὸ τὴν πόλη ἐκείνη Συχὰρ πολλοὶ ἀπό τους Σαμαρεῖτες
πίστεψαν σ' αὐτὸν ὅτι ἦταν ὁ Μεσσίας, ἐξαιτίας τῆς μαρτυρίας τῆς
γυναίκας πού ἔλεγε «μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα
ἔχω κάνει, κι αὐτὰ ἀκόμη τὰ μυστικά μου, τὰ ὁποῖα δὲν ἤξεραν οὔτε ἐκεῖνοι
μὲ τοὺς ὅποιους συζῶ καὶ μέ γνωρίζουν ἀπὸ πολὺ καιρό». Ὅταν λοιπὸν
ἦλθαν κοντὰ του οἱ Σαμαρεῖτες, τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μείνει γιὰ πάντα
μαζί τους. Κι ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες. Καὶ ἀπὸ τὴ διδασκαλία πού τοὺς ἔκανε
τὶς δύο αὐτὲς ἡμέρες πίστεψαν πολὺ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους πού ἦλθαν
στὸ πηγάδι καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ μείνει στὴν πόλη τους. Καὶ στὴ γυναίκα
ἔλεγαν ὅτι δὲν πιστεύουμε πλέον
γιὰ τὰ ὅσα μᾶς εἶπες ἐσύ. Διότι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὸν ἔχουμε τώρα ἀκούσει
καὶ γνωρίζουμε πλέον ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου,
ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας, ὁ Χριστός.